Legislator Case Law & Legislation
895/2008 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against company's liability judgment regarding tort damages and unjust enrichment claims.

Case Number 895/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal filed by two companies against final judgments from the Athens Court of Appeal. The appellants argued that the lower court erred in assessing damages and rejecting specific legal grounds, while the respondents contended the decisions were legally sound. The court found the appeal admissible regarding the first respondent but dismissed it for the second, ordering a retrial for the first part and dismissing the remainder.

Legislator headnote

AI generated

Art. 43 AN 3190/1955; Art. 914 AC; Art. 68 KPolD; Art. 559 KPolD: A company may sue for damages caused to its assets, but shareholders cannot claim directly; unjust enrichment claims are inadmissible if the main tort claim is accepted.

Keywords

AI generated
corporate liability tort damages unjust enrichment appeal admissibility company assets shareholder rights legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 43 AN 3190/1955
Art. 914 AC
Art. 68 KPolD
Art. 559 KPolD
Art. 904 AC
Art. 580 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 895 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 895/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1, 2. Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "....... ΕΠΕ" που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στον Αγ. Δημήτριο Αττικής. Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπαδόπουλο και για την δεύτερη παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ...... και διόρισε τον ίδιο πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...... ΕΠΕ" που εδρεύει στο ..... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Παπατσώρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2669/2002 του ίδιου Δικαστηρίου 425/2006 και 8424/2006 (οριστική) του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-5-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 29-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη κατά μερική παραδοχή του πρώτου και δεύτερου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη κατά τα λοιπά της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατ' άρθρο 43 Α.Ν 3190/1955 , που προστέθηκε με το άρθρο 2 Π.Δ 279/1993, η εταιρία περιορισμένης ευθύνης, μπορεί να συσταθεί από ένα πρόσωπο ή να καταστεί μονοπρόσωπη. Εξ άλλου δικαιούχος κατ' άρθρο 914 ΑΚ αποζημίωσης είναι αυτός που προσβλήθηκε με την αδικοπραξία άμεσα στα δικαιώματα, έννομα αγαθά ή προστατευόμενα συμφέροντά του.

Αντανακλαστικές συνέπειες της αδικοπραξίας στην περιουσία τρίτου, δεν καθιστούν αυτόν δικαιούχο αποζημιώσεως, εκτός από τις εξαιρέσεις των άρθρων 928-929 ΑΚ ( ΑΠ 5/2006) . Όπως δε προκύπτει από το άρθρο 68 ΚΠολΔ στην περίπτωση που προξενήθηκε ζημία στην ΕΠΕ, η άσκηση της σχετικής αγωγής επιτρέπεται στην εταιρία και όχι στους μετόχους της.

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσίβλητες εκθέτουν με την ένδικη αγωγή τους, κατά την δέουσα εκτίμηση της ότι, η πρώτη από αυτές μετέτρεψε την επιχείρηση της ειδών κινητής τηλεφωνίας στο ....... Αττικής, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη Μονοπρόσωπη ΕΠΕ, της οποίας ( η πρώτη) είναι μοναδική μέτοχος και διαχειρίστρια. 'Ότι αρχές Ιουλίου 2001, ο πρώτος εναγόμενος ( Γ1) ζήτησε από την πρώτη αναιρεσίβλητη, ως εκπρόσωπο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, μονοπρόσωπης εταιρίας, να τον διευκολύνει να υπερβεί την οικονομική στενότητα που είχε γιατί δεν μπορούσε να πάρει χρήματα από την τράπεζα δίνοντας του επιταγές της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Ότι ο πρώτος αναιρεσείων, επειδή η πρώτη αναιρεσίβλητη ήταν διστακτική να του δώσει επιταγές της δεύτερης αναιρεσίβλητης για ευκολία, της δήλωσε ότι αν δεν πληρώσει ο πρώτος εναγόμενος ή δεν επιστρέψει τις επιταγές εντός μηνός από τότε που θα δοθούν, μπαίνει αυτός εγγυητής και θα της επέστρεφε τις επιταγές αυτές, ή σε κάθε περίπτωση θα έπαιρνε εμπόρευμα από αυτούς.

Ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, πεισθείσα στους λόγους του πρώτου αναιρεσείοντα, εξέδωσε τις αναφερόμενες στην αγωγή επιταγές, συνολικού ποσού 21.850.000 δρχ, προκειμένου ο πρώτος να τις εκχωρήσει με πινάκιο στην Τράπεζα, όπως της εδήλωσαν αμφότεροι οι πρώτος εναγόμενος και πρώτος αναιρεσείων. Ότι μάταια η πρώτη αναιρεσίβλητη , με την παραπάνω ιδιότητά της, περίμενε να της επιστραφούν οι επιταγές αυτές, μετά την πάροδο της προθεσμίας που της είχαν τάξει οι πρώτος εναγόμενος και πρώτος αναιρεσείων παρά τις κατ' επανάληψη οχλήσεις προς τους δύο αυτούς, ότι ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε τις επιταγές της στον πρώτο αναιρεσείοντα, με το μοναδικό σκοπό να αποφύγουν τις ενστάσεις τις προσωπικές που είχε να αντιτάξει η πρώτη αναιρεσίβλητη, με την παραπάνω ιδιότητά της ως εκπρόσωπος της δεύτερης αναιρεσίβλητης, κατά του πρώτου εναγομένου και να εισπράξουν και καρπωθούν το ποσό των επιταγών της αυτών.

Σε όλες δε τις επιταγές αυτές φαίνεται ο πρώτος αναιρεσείων ως κομιστής εξ οπισθογραφήσεως αυτών, ή ο ίδιος ή η εταιρία του, δεύτερη αναιρεσείουσα. Ότι ο πρώτος αναιρεσείων και ο πρώτος εναγόμενος προσποιούμενοι ότι θέλουν να αντικαταστήσουν τις επιταγές αυτές με δικές τους επιταγές ή πελατών τους, της απέστειλαν επιταγές εκδόσεως του τελευταίου των εναγομένων, ο οποίος είναι συνεργάτης και συνεργός τους στις απάτες τους και ο οποίος εμφανίζεται ότι διατηρεί κατάστημα κινητής τηλεφωνίας στη ....., ενώ το κατάστημα αυτό παραμένει κλειστό και δεν έχει εμπόρευμα μέσα.

Χρησιμοποιούν δε την σφραγίδα του και τη βάζουν πίσω από τις πλαστές επιταγές που κυκλοφορούν, για να δίδουν στους τρίτους και στις Τράπεζες περισσότερη αληθοφάνεια και πίστη. Οι επιταγές δε που της έδωσαν δεν είχαν αντίκρυσμα όταν τις εμφάνισε στην τράπεζα. Ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη μόλις αντιλήφθηκε την απάτη σε βάρος της, έδωσε εντολή στην εκδότρια Τράπεζα, την "EUROBANΚ ERGASIAS", να μην πληρώσει τις επιταγές αυτές.

Η Εθνική όμως Τράπεζα, ως νόμιμη κομιστής της με αριθμ. ..... επιταγής με ημερομηνία εκδόσεως 10-12-2001 ( μεταχρονολογημένη), ποσού 4.730.000 δραχ. με αίτησή της, πέτυχε την έκδοση υπ' αριθ. 1085/2002 Δ/γής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εις βάρος της δεύτερης αναιρεσίβλητης και της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας, η οποία όμως στερείται οιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου και γιαυτό η ανωτέρω Τράπεζα εστράφη εναντίον της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως καλόπιστη κομίστρια, με αποτέλεσμα να υποχρεώσει τη δεύτερη αναιρεσίβλητη να της καταβάλλει το ποσό των 14.500 ευρώ.

Ότι η Τράπεζα (Εθνική) δεν εστράφη κατά του πρώτου αναιρεσείοντα, παρά το ότι αυτός φέρεται και στην επιταγή αυτή, όπως και σε όλες τις άλλες επιταγές που η δεύτερη αναιρεσίβλητη είχε δώσει στον πρώτο εναγόμενο, ως οπισθογράφος, γιατί είναι τελείως αφερέγγυος και έχει με αυτόν ανοικτούς λογαριασμούς, χωρίς να έχει εισπράξει ούτε δραχμή από αυτόν. Ότι η δεύτερη ζήτησε την έκδοση της υπ'αριθ. 1073/2002 δ/γης πληρωμής, την οποία έσπευσε να την κοινοποιήσει και να την εκτελέσει εις βάρος της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη αυτή, για να αποφύγει την εκτέλεση να πληρώσει σε αυτήν ( δεύτερη αναιρεσείουσα), χωρίς να υπέχει καμμία υποχρέωση, το ποσόν των 27.000 ΕΥΡΩ ή 9.000.000 δρχ, ήτοι επλήρωσε παραπάνω από το ποσό των επιταγών 500.000 δρχ. Επίσης ο πρώτος εναγόμενος με την προτροπή του πρώτου αναιρεσείοντα της έδωσε προς εξαπάτησή της, σε αντικατάσταση των δικών της επιταγών, δύο επιταγές εκδόσεως του συνεργού τους τελευταίου εναγόμενου και δη τις υπ'αριθ. ..... και ....... επιταγές της Εθνικής Τράπεζας, ποσού 11.000.000 δρχ και 5.307.000 αντίστοιχα, τις οποίες έφερε σαυτήν ο πρώτος αναιρεσείων, οι οποίες όμως επιταγές σφραγίσθηκαν ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων.

Με βάση τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, ισχυρίζονται ότι έπεσαν θύματα απάτης που οι αναιρεσείοντες διέπραξανσε βάρος τους και εξ αιτίας της οποίας εζημιώθηκαν το ποσό των 19.850.000 δραχ., το οποίο οι αναιρεσείοντες ιδιοποιήθηκαν παράνομα. Ότι με την έκδοση των προαναφερομένων διαταγών πληρωμής, αυτές ( αναιρεσίβλητες) έχασαν την εμπορική τους πίστη στην αγορά και στις τράπεζες και υπέστησαν ανεπανόρθωτη εμπορική ζημία και έτσι δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ύψους 25.000.000 δραχ. η κάθε μία από αυτές. Επίσης δικαιούνται και τα ποσά των εξόδων που κατέβαλαν και τα οποία ανέρχονται στο ποσό των 1.800.000 δραχ. ( επιταγές, δικαστικές δαπάνες, έξοδα εκτέλεσης και πληρωμής δικαστ. Επιμελητών). 'Οτι τα παραπάνω ποσά δικαιούνται επικουρικά οι αναιρεσίβλητες και με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού οι αναιρεσείοντες επλούτισαν εις βάρος τους, με αντίστοιχη και ισόποση μείωση της δικής τους περιουσίας. Ζήτησαν δε οι αναιρεσίβλητες να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες, καθένας σε ολόκληρο, να τους καταβάλλουν δραχμές 19.850.000 για το ποσό των επιταγών, 1.500.000 δρχ. για έξοδα (δικηγόρων, εκτελέσεως και δικαστικές δαπάνες) και 30.000.000 δρχ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτό της ένδικης αγωγής, στο οποίο γίνεται διάκριση των επιταγών, που υπογράφηκαν από την πρώτη αναιρεσίβλητη ως εκπρόσωπο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, μονοπρόσωπης ΕΠΕ, για την έκδοση και κυκλοφορία των οποίων και μόνο ζητείται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, από τις αναφερόμενες διηγηματική στην αγωγή άλλες επιταγές, σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες σε αυτή (αγωγή) περικοπές ότι "την επιχείρηση ειδών κινητής τηλεφωνίας που άνοιξε προ διετίας στο ....

Αττικής η πρώτη αναιρεσίβλητη, μετέτρεψε σε μονοπρόσωπη ΕΠΕ, δηλαδή τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, της οποίας είναι μοναδική μέτοχος και διαχειρίστρια" και ότι " η πρώτη αναιρεσίβλητη, είχε τη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρία, με την οποία εμπορευόταν και δεν εμπορευόταν ατομικά" , η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη και αρκετά ορισμένη ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη μονοπρόσωπη εταιρία ΕΠΕ.

Το δε Εφετείο που έκρινε αυτή νόμιμη και ορισμένη ως προς την εν λόγω αναιρεσίβλητη (δεύτερη), δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ και δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει αόριστη την αγωγή, ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή (δεύτερη). Επομένως οι προβαλλόμενες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 8 και 14 ΚΠολΔ (πράγματι όμως από το άρθρο 559 αρθ. 1 και 14 ΚΠολΔ) αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την αγωγή ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη ,γιατί δεν προσδιοριζόταν σε αυτή (αγωγή) με σαφήνεια, α) το πρόσωπο σε βάρος του οποίου τελέσθηκαν από τους αναιρεσείοντες οι αδικοπραξίες της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και πλαστογράφησης της υπογραφής της πρώτης αναιρεσίβλητης και προκλήθηκε η αναφερόμενη στην αγωγή αυτή υλική ζημία και ηθική βλάβη β) ποιες από τις αναφερόμενες στην αγωγή τραπεζικές επιταγές εκδόθηκαν από την πρώτη αναιρεσίβλητη, ατομικά γιαυτήν και ποιες για λογαριασμό της δεύτερης αναιρεσίβλητης, γ) ποιες από τις αναφερόμενες στην αγωγή καταβολές έγιναν από την πρώτη αναιρεσίβηλητη ατομικά γιαυτήν και ποιες για λογαριασμό της δεύτερες αναιρεσίβλητης προς ικανοποίηση δανειστών που επέσπευδαν αναγκαστική εκτέλεση κατ' αυτών δ) τι περιλαμβάνουν οι αναφερόμενες στην αγωγή δικηγορικές και "δικαστικές δαπάνες και έξοδα εκτέλεσης και ε) σε βάρος της περιουσίας ποιας από τις αναιρεσίβλητες έγιναν οι αναιρεσείουσες πλουσιότερες, πρέπει να απορριφθούν ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη μονοπρόσωπη εταιρία ως αβάσιμες.

Δεν είναι όμως νόμιμη και ορισμένη η ένδικη αγωγή ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, αφού αυτή, σύμφωνα με όσα παραπάνω εκτίθενται σε αυτή (αγωγή) αποτελεί ξεχωριστό φυσικό πρόσωπο από την δεύτερη μονοπρόσωπη εταιρία ΕΠΕ και δεν υπέστη, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, άμεση ζημία από την κυκλοφορία των παραπάνω επιταγών που φέρουν την γνήσια υπογραφή της αναιρεσίβλητης αυτής, ως εκπροσώπου της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ούτε ηθική βλάβη, με συνέπεια να μη δικαιούται η αναιρεσίβλητη αυτή (πρώτη) αποκατάσταση θετικής ζημίας της και ικανοποίηση ηθικής βλάβης της.

Επομένως το Εφετείο, που έκρινε ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή (πρώτη), ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή, παράλειψε παρά το νόμο την κήρυξη απαραδέκτου και παραβίασε τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ. Ετσι δε κατέστησε κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ αναιρετέα την προσβαλλόμενη απόφαση του ως προς την εν λόγω (πρώτη)αναιρεσίβλητη.

Κατά συνέπεια πρέπει, κατά παραδοχή των προβαλλομένων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, πράγματι όμως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ , ως άνω αιτιάσεων, για παραβίαση των άρθρων 914 και 932 ΑΚ και μη κήρυξη παρά το νόμο απαράδεκτης λόγω αοριστίας, της ένδικης αγωγής ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, να αναιρεθούν ως προς αυτήν ( πρώτη αναιρεσίβλητη) οι προσβαλλόμενες 8424/2006 και 425/2006 αποφάσεις.

Αναιρουμένων δε τον προσβαλλομένων αποφάσων για τον πιο πάνω λόγο ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή (πρώτη), παρέλκει η εξέταση ως προς αυτήν των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη που διατηρούσε αρχικά ατομική επιχείρηση εμπορίας ειδών κινητής τηλεφωνίας στην περιοχή ..... Αττικής συνέστησε, στη συνέχεια τη δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία ".......

Ε.Π.Ε.", της οποίας τυγχάνει η ίδια μοναδικό μέλος και δαχειρίστρια και δια μέσου της οποίας ασκούσε πλέον την ίδια εμπορική δραστηριότητα στο παραπάνω κατάστημα. Οι πρώτος εναγόμενος (Γ1) και πρώτος αναιρεσείων (Χ1) ασχολούνταν με την χονδρική πώληση ειδών κινητής τηλεφωνίας και είχαν συστήσει ο μεν πρώτος τη δεύτερη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "........

ΕΠΕ-...., ο δε τρίτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων την τέταρτη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "....... Ε.Π.Ε.", των οποίων ήταν αντίστοιχα ο καθένας νόμιμος εκπρόσωπος. Η πρώτη αναιρεσίβλητη είχε εμπορική συνεργασία με τον πρώτο αναιρεσείοντα, από τον οποίο προμηθευόταν είδη κινητής τηλεφωνίας, δεδομένου ότι ο τελευταίος πριν συστήσει την παραπάνω δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρεία (στις 14-5-2001), διατηρούσε ατομική επιχείρηση εμπορίας των παραπάνω ειδών και λόγω της αρμονικής συνεργασίας τους αναπτύχθηκε μεταξύ τους σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

Κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας ο πρώτος αναιρεσείων συνέστησε στην πρώτη αναιρεσίβλητη τον πρώτο εναγόμενο, από την επιχείρηση του οποίου στον Πειραιά είχε αυτή προμηθευθεί μερικές φορές τέτοια εμπορεύματα. Στις αρχές Ιουλίου του έτους 2001 εμφανίστηκε στο κατάστημα των αναιρεσιβλήτων ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος, αφού δήλωσε στην πρώτη αναιρεσίβλητη ότι αντιμετώπιζε προσωρινό οικονομικό πρόβλημα, της ζήτησε να τον βοηθήσει με δικές της μεταχρονολογημένες επιταγές (επιταγές ευκολίας), με τις οποίες θα μπορούσε αυτός να χρηματοδοτηθεί, καθόσον θα άνοιγε δικό του πινάκιο (πλαφόν) στο κατάστημα Παγκρατίου της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας και λόγω της γνωριμίας του με το διευθυντή του καταστήματος τούτου, ......., θα επιτύγχανε την προεξόφληση των επιταγών αυτών.

Υποσχέθηκε δε να επιστρέψει τα σώματα των σχετικών επιταγών εντός διμήνου από την έκδοση τους, χωρίς να μεταβιβαστούν σε τρίτους και σε διαφορετική περίπτωση θα κάλυπτε τα ποσά των επιταγών με ίσης αξίας εμπορεύματα, ή θα εξέδιδε άλλες επιταγές για αντικατάσταση τους, τις οποίες θα μεταβίβαζε στην πρώτη αναιρεσίβλητη.

Η τελευταία, επειδή ήταν διστακτική, ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον πρώτο αναιρεσείοντα, ο οποίος τη διαβεβαίωσε για τη φερεγγυότητα του πρώτου εναγομένου, της δήλωσε ότι και ο ίδιος είχε δώσει τέτοιες επιταγές στον πρώτο εναγόμενο, εγγυήθηκε δε και ο ίδιος προσωπικά την επιστροφή τους ή την κάλυψη του ποσού των επιταγών με την προς αυτήν παράδοση ίσης αξίας εμπορευμάτων κινητής τηλεφωνίας.

Έτσι η πρώτη αναιρεσίβλητη πείστηκε και με την ιδιότητα της ως νόμιμη εκπρόσωπος της δεύτερης αναιρεσίβλητης μονοπρόσωπης εταιρείας της, εξέδωσε επτά μεταχρονολογημένες επιταγές, συνολικού ύψους 19.850.000 δραχμών, όλες πληρωτέες στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε." και ειδικότερα τις ....., ποσού 2.360.000 δραχμών, ... ποσού 4.300.000 δραχμών, ....

ποσού 4.200.000 δραχμών, ..... ποσού 4.730.000 δραχμών, ..... ποσού 530.000 δραχμών ...... ποσού 3.000.000 δραχμών και ....... ποσού 730.000 δραχμών και τις παρέδωσε στον πρώτο εναγόμενο. Μολονότι όμως παρήλθε η προθεσμία επιστροφής των επιταγών ο πρώτος εναγόμενος με διάφορες προφάσεις αρνούνταν να το πράξει, ούτε άλλωστε παρέδωσε στις αναιρεσίβλητες ίσης αξίας εμπορεύματα.

Η πρώτη αναιρεσίβλητη κατέφυγε, συνοδευόμενη από τον παραπάνω μάρτυρα, στο κατάστημα του πρώτου αναιρεσείοντα, ο οποίος έδειξε να εκπλήσσεται από τη συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου και ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του σε έντονο μάλιστα ύφος για την άμεση επιστροφή των επιταγών. Όπως όμως διαπίστωσε εκ των υστέρων η πρώτη αναιρεσίβλητη οι συγκεκριμένοι εναγόμενοι τελούσαν σε γνώση για την πορεία των επιταγών και είχαν από κοινού επινοήσει την παραπάνω μέθοδο, με σκοπό να προεξοφλήσουν τα ποσά των επιταγών από την Τράπεζα και να τα ιδιοποιηθούν παράνομα με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των αναιρεσιβλήτων.

Ειδικότερα, (συνεχίζει το Εφετείο) ο πρώτος εναγόμενος κατά παράβαση της παραπάνω συμφωνίας, δηλαδή παρά το ότι οι συγκεκριμένες επιταγές ήταν ευκολίας και δεν κάλυπταν καμία πραγματική οφειλή των εναγουσών ( ήδη αναιρεσιβλήτων) προς αυτόν και έπρεπε να επιστραφούν μετά δίμηνο χωρίς να μεταβιβαστούν περαιτέρω σε τρίτους, προκειμένου να αποκλείσει την προβολή προσωπικών ενστάσεων των αναιρεσιβλήτων κατά των οπισθογράφων, μεταβίβασε αυτές διαδοχικά στη δεύτερη εναγομένη και στη συνέχεια στην δεύτερη αναιρεσείουσα, η οποία με οπισθογράφηση επίσης τις μεταβίβασε στον πρώτο αναιρεσείοντα και εκείνος με τη σειρά του στο κατάστημα Παγκρατίου της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, τελώντας σε άμεση γνώση του συγκεκριμένου σχεδίου με τον πρώτο εναγόμενο, με αποκλειστικό σκοπό να ιδιοποιηθούν από κοινού το ποσό της προεξόφλησης των επιταγών.

Προκειμένου δε να πετύχουν τούτο ο πρώτος αναιρεσείων επισύναψε με τις επιταγές στην τράπεζα και διάφορα εικονικά τιμολόγια περί δήθεν πώλησης από την δεύτερη αναιρεσείουσα ίσης αξίας εμπορευμάτων στη δεύτερη εναγομένη εταιρεία. Μάλιστα η πρώτη αναιρεσίβλητη οχλήθηκε από τον παραπάνω διευθυντή του καταστήματος Παγκρατίου της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος για την πληρωμή των επιταγών, οι οποίες τελικά εμφανίστηκαν στην πληρώτρια τράπεζα και δεν πληρώθηκαν, γιατί η πρώτη αναιρεσίβλητη προέβη στην ανάκληση τους.

Στις συνεχιζόμενες οχλήσεις της πρώτης αναιρεσίβλητης προς τον πρώτο εναγόμενο και προκειμένου να αποφευχθεί η προσφυγή της στα δικαστήρια, ο πέμπτος εναγόμενος (.........), με τον οποίο η πρώτη αναιρεσίβλητη ουδεμία εμπορική σχέση είχε, μετά από προτροπή των, πρώτου εναγομένου και πρώτου αναιρεσείοντα, εξέδωσε τις με αριθ.....

και ..... επιταγές ποσού 5.307.000 και 11.000.000 δραχμών αντίστοιχα, πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, μολονότι γνώριζε ότι δεν είχε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής. Τις δύο αυτές επιταγές συμπλήρωσε και παράδωσε ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος στην πρώτη αναιρεσίβλητη σε αντικατάσταση δήθεν μέρους των παραπάνω δικών της επιταγών, ενώ γνώριζε ότι δεν είχαν αντίκρυσμα και πράγματι, όταν η πρώτη αναιρεσίβλητη τις εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα στις 21-9-2001, δεν πληρώθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων.

Στο μεταξύ η μία από τις επιταγές των αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα η ......, ποσού 4.730.000, που ήταν μεταχρονολογημένη για τις 10-12-2001, περιήλθε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία, ως τελευταία κομίστρια, μετά από αίτηση της, πέτυχε την έκδοση της 1085/2002 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της δεύτερης αναιρεσίβλητης και της δεύτερης εναγομένης και αφού η τελευταία δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο, υποχρεώθηκε τελικά η δεύτερη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην παραπάνω τράπεζα 14.500 ευρώ.

Μετά την κοινοποίηση της από 25-9-2001 εξώδικης πρόσκλησης της πρώτης αναιρεσιβλητης και προς την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, ο πρώτος αναιρεσείων, ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης αναιρεσείουσας προσήλθε στο κατάστημα Παγκρατίου της παραπάνω Τράπεζας και παρέλαβε τις υπόλοιπες επιταγές. Για τις δύο από τις επιταγές αυτές, δηλαδή τις .....

και ..... με ημερομηνία εκδόσεως 10-10-2001 η πρώτη και 30-10-2001 η δεύτερη, ποσού 4.300.000 και 4.200.000 δραχμών αντίστοιχα, η δεύτερη αναιρεσείουσα ως τελευταία κομίστρια, μετά από αίτηση της, πέτυχε την έκδοση της 1073/2002 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της δεύτερης αναιρεσιβλητης.

Η τελευταία άσκησε την από 20-2-2002 ανακοπή της κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής, που έγινε δεκτή με την 584/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της παραπάνω αποφάσεως η δεύτερη αναιρεσείουσα άσκησε την από 20-12-2004 έφεση της, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την υπ' αριθ. 9077/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ( Εφετείου), αφού κρίθηκε τελεσίδικα βάσιμος ο μοναδικός λόγος της ανακοπής, κατά τον οποίο η δεύτερη αναιρεσείουσα δια του νομίμου εκπροσώπου της πρώτου αναιρεσείοντα τελούσε σε γνώση κατά την κτήση των επιταγών αυτών, ότι αυτές ήταν επιταγές ευκολίας, δεν κάλυπταν πραγματική οφειλή της δεύτερης ενάγουσας ( ήδη δεύτερης αναιρεσείβλητης) και ενήργησε με σκοπό να την βλάψει τελώντας σε γνώση της παραπάνω εσωτερικής σχέσης μεταξύ των προηγουμένων υπογραφέων των επιταγών.

Πριν καταφέρει η πρώτη αναιρεσίβλητη να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για αναστολή εκτελέσεως της ως άνω 1073/2002 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η δεύτερη αναιρεσείουσα επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και έτσι για να αποφύγει αναγκαστική κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων της αναγκάστηκε να εξοφλήσει το ποσό της διαταγής πληρωμής κατά κεφάλαιο και τόκους και επιπλέον κατάβαλε στο δικαστικό επιμελητή ....., που ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό της παραπάνω επισπέυδουσας την εκτέλεση α) 836,39 ευρώ για δικαστικά έξοδα, β) 2075 ευρώ για έξοδα εντολής προς εκτέλεση και αμοιβή σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση και γ) 375,64 ευρώ για αμοιβή και έξοδα εκτέλεσης του δικαστικού επιμελητή, δηλαδή κατέβαλε συνολικά το ποσό των 3287 ευρώ, ποσό κατά το οποίο και ζημιώθηκε τόσο ή ίδια πρώτη αναιρεσίβλητη όσο και η εταιρεία της, δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Επίσης, από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά όλων των εναγομένων οι αναιρεσίβλητες ζημιώθηκαν κατά το ποσό όλων των ως άνω επιταγών, δηλαδή κατά το ποσό των 19.850.000 δραχμών και ήδη 58253,85 ευρώ. Ενώ, εξάλλου, από την αδικοπραξία των εναγομένων οι αναιρεσίβλητες υπέστησαν και ηθική βλάβη, καθόσον η μεν πρώτη αναιρεσίβλητη στενοχωρήθηκε, κινδύνευσε να απωλέσει με αναγκαστική εκτέλεση τα περιουσιακά της στοιχεία και υποβλήθηκε σε πολυδάπανο δικαστικό αγώνα για αποφυγή των δυσμενών αυτών επιπτώσεων, κλονίστηκε δε η φερεγγυότητα, η εμπορική πίστη και η φήμη της δεύτερης αναιρεσίβλητης, από το γεγονός ότι εμφανίστηκε να εκδίδει για τις εμπορικές της συναλλαγές ακάλυπτες επιταγές.

Με βάση δε το είδος και την έκταση της προσβολής, το βαθμό υπαιτιότητας του καθενός από τους εναγομένους, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων και τις λοιπές περιστάσεις κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία των εναγομένων, το Δικαστήριο ( Εφετείο) κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί σε καθεμία από τις αναιρεσίβλητες το ποσό των 4.000 ευρώ για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης.

Έκρινε δε το Εφετείο ότι πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη η ένδικη αγωγή και υποχρεωθούν οι εναγόμενοι μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, ο καθένας εις ολόκληρον, να καταβάλουν σε καθεμία από τις αναιρεσίβλητες (3287 συν 58253,85 ίσον 61540,85 ευρώ δια 2 ίσον 30770,43 συν 4000 ευρώ ίσον) 34.770,43 ευρώ, αφού πρόκειται περί διαιρετής παροχής.

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, αφού ρητά αναφέρεται σε αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) και προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν άσκησε εμπορία ατομικά, αλλά εταιρικά, τις δε ενέργειες της σχετικά με τις προαναφερόμενες επιταγές συνολικού ποσού 21.850.000 δραχμών, που εκδόθηκαν από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, έκανε με την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια αυτής (δεύτερης αναιρεσίβλητης) και όχι ατομικά για τον εαυτό της.

Επομένως η προβαλλόμενη με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης , από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το πρόσωπο από το οποίο εκδόθηκαν οι παραπάνω επιταγές και σε βάρος του οποίου εκδόθηκαν οι διαταγές πληρωμής και επισπεύθηκε η αναγκαστική εκτέλεση τούτων και από το οποίο πληρώθηκαν τα ποσά που επιδικάσθηκαν με αυτές, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

Ειδικότερα προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση 1) το πρόσωπο που εξέδωσε την με αριθ. ..... επιταγή ποσού δραχ. 4.730.000, με βάση την οποία εκδόθηκε η με αριθ. 1085/2002 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της δεύτερης αναιρεσίβλητης και κατέβαλε το ποσό των ευρώ 14.500, ενώ τούτο, δηλαδή η έκδοση της επιταγής αυτής από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και η καταβολή του παραπάνω ποσού από αυτή, προκύπτει και από την παραδοχή του Εφετείου, ότι η με αριθμ. 1085/2002 διαταγή πληρωμής εκδόθηκε σε βάρος της (δεύτερης αναιρεσίβλητης) και 2) το πρόσωπο που αναγκάσθηκε να εξοφλήσει το ποσό που επιδικάσθηκε με την υπ' αριθ. 1073/2002 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με βάση τις με αριθ. ......

και ..... επιταγές, σε βάρος της δεύτερης αναιρεσίβλητης, αφού αυτή η αναιρεσίβλητη ήταν υπόχρεη σε καταβολή του, κατ' αυτής στράφηκε η αναγκαστική εκτέλεση και η καταβολή φυσικό ήταν να γίνει από την πρώτη αναιρεσίβλητη ως διαχειρίστρια της. Με σαφήνεια δε προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ποσό που καταβλήθηκε, με την αναφορά του ποσού των επιταγών αυτών εκ δραχμών 4.300.000 για την πρώτη και 4.200.000 για τη δεύτερη, 836,39 ευρώ για δικαστικά έξοδα, 2075 ευρώ για έξοδα σύνταξης εντολής και επιταγής προς εκτέλεση και 375,64 ευρώ για αμοιβή και έξοδα εκτέλεσης του δικαστικού επιμελητή.

Δεν ήταν δε αναγκαίο να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο νόμιμος τόκος, αφού αυτός προσδιορίζεται από το νόμο. Ούτε αντιφάσκει με το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, για ζημία της δεύτερης αναιρεσίβλητης εκ δραχμών 19.850.000 από την κυκλοφορία των προαναφερθεισών επτά επιταγών έκδοσης της, η παραδοχή του Εφετείου, ότι ο πρώτος αναιρεσείων, ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης αναιρεσείουσας, απέσυρε από την Εμπορική Τράπεζα τις τέσσερις από τις επτά αυτές επιταγές, αφού αυτές δεν επεστράφηκαν στη δεύτερη αναιρεσίβλητη και μπορούν να αποτελέσουν βάση έκδοσης διαταγής πληρωμής, όταν οι αναιρεσείοντες αποφασίσουν την είσπραξη του ποσού αυτών.

Συνεπώς οι προβαλλόμενες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αντίθετες, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Η προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση oτι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την έδνικη αγωγή ως προς την επικουρική βάση της τη στηριζόμενη στις διατάξεις, περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, πρέπει να απορριφθεί α) για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων, αφού με την συμπροσβαλλόμενη 425/2006 απόφαση του Εφετείου η αγωγή κατά την επικουρική αυτή βάση της απερρίφθη ως μη νόμιμη, αλλά και β) ως απαράδεκτη, ως προς μεν την πρώτη αναιρεσίβλητη, γιατί σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν για το μη νόμιμο της ένδικης αγωγής ως προς την αναιρεσίβλητη, αυτή, δεν συντρέχουν ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, ως προς δε τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, γιατί η βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού ασκήθηκε για την περίπτωση απόρριψης της κυρίας βάσης της αγωγής επί των περί αδικοπραξίας διατάξεων, η οποία όμως, κύρια βάση, έγινε δεκτή ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή ( δεύτερη).

Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες υπ' αριθ. 8424/2006 και 425/2006 αποφάσεις κατά το μέρος που αφορούν την πρώτη αναιρεσίβλητη και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αντίστοιχο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, εν όψει του ότι είναι δυνατή η σύνθεση αυτού από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν τις εν λόγω αποφάσεις ( άρθρο 580 παρ. 3 περ.

β ΚΠολΔικ) απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η αναίρεση .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τις υπ'αριθ, 8424/2006 και 425/2006 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσης μέρος αυτών,

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αντίστοιχο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000)Ευρώ.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων ( 1200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18-3- 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30-4-2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ