Supreme Court dismisses appeal for failure to consider a prior argument, ruling it inadmissible as mere evidence or conclusion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding labor classification. The appellant argued the lower court erred by failing to consider specific facts and arguments presented in the defense, including witness testimony and claims about job duties. The court ruled that such evidence and arguments do not constitute a valid ground for appeal under Article 559 of the Code of Civil Procedure, as they were already evaluated and rejected by the lower court.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if the lower court considered the contested argument and rejected it, as mere evidence or a conclusion drawn from evidence does not constitute a 'fact' requiring re-evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 895 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 895/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Χιώτη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρύσα Ζερδελή - Μάσσα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28938/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 446/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 9-3-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, με βάση το ν. 2593/1998 η ανώνυμη εταιρεία "Δημόσια Επιχείρηση Πετρελαίου ΑΕ" μετονομάστηκε από 1-4-1998 σε "Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε." και συγχωνεύτηκαν σε αυτή με απορρόφηση οι εταιρείες α) Ε.Κ.Ο. - Ελληνικά Διϋλιστήρια και Χημικά Μακεδονίας Α.Β.Β.Ε., β) Ελληνικά Διϋλιστήρια Ασπροπύργου Α.Ε., γ) Δημόσια Επιχείρηση Πετρελαίου - ΄Ερευνα και Εκμετάλλευση Υδρογονανθράκων Α.Ε.
και δ) ο βιομηχανικός κλάδος της διασπασθείσας εταιρείας Ελληνικά Καύσιμα - Ορυκτέλαια Α.Β.Ε.Ε.. Ακολούθως υπογράφηκε μεταξύ της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας "Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε." και του Πανελληνίου Σωματείου Εργαζομένων στα Ελληνικά Πετρέλαια, ως του πλέον αντιπροσωπευτικού επιχειρησιακού σωματείου των εργαζομένων στην πρώτη, η από 13-7-1999 Επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε., που κατατέθηκε στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας στις 14-7-1999 και η οποία, προκειμένου να εφαρμοστεί ενιαίο μισθολογικό σύστημα για όλους τους εργαζομένους στην αναιρεσίβλητη εταιρεία και να επιτευχθεί η ομογενοποίηση των όρων αμοιβής και εργασίας αυτών, περιέχει και τις παραπάνω ρυθμίσεις :
Στο άρθρο 3 αυτής ορίζονται 26 μισθολογικά κλιμάκια (ΜΚ), τα οποία αντιστοιχούν σε ειδικότητες και διοικητικές βαθμίδες και περιγράφονται στους πίνακες Ι και ΙΙ που έχουν προσαρτηθεί στην ΕΣΣΕ αυτή. Στον πίνακα ΙΙ αναφέρονται τα 26 ΜΚ και οι βασικές μηνιαίες αποδοχές που αντιστοιχούν σε κάθε Μ.Κ., ενώ στον πίνακα Ι προσδιορίζονται οι κατηγορίες και υποκατηγορίες των εργαζομένων, οι βαθμίδες στις οποίες υποδιαιρούνται και τα Μ.Κ.
που αντιστοιχούν σε κάθε βαθμίδα. Ειδικότερα, μεταξύ των αναφερομένων στον πίνακα αυτόν εργαζομένων είναι και η κατηγορία των τεχνικών, που υποδιαιρείται σε επτά υποκατηγορίες, στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη των χειριστών Τ4. Οι χειριστές αυτοί υπάγονται, κατά ειδικότητα α) ο εργοδηγός - βοηθός επόπτη διϋλιστηρίου, στη βαθμίδα α΄ και στα Μ.Κ. 6-8, β) ο χειριστής Α΄ προαγωγής και διακίνησης - αρχιδοκιμαστής - επιθεωρητής φορτίου καυσίμων και εξοπλισμού, στη βαθμίδα β΄ και στα Μ.Κ. 9-11 και γ) ο χειριστής παραγωγής και διακίνησης - δοκιμαστής ή χειριστής, στη βαθμίδα γ΄ και στα Μ.Κ. 12-19.
Περαιτέρω στο άρθρο 5 της εν λόγω ΕΣΣΕ, υπό τον τίτλο "Διαδικασίες ένταξης προσωπικού", ορίζεται ότι ως ημερομηνία ένταξης θεωρείται η 1-1-1999 και ότι η διαδικασία ένταξης πραγματοποιείται με τις προϋποθέσεις και τη διοικητική βαθμίδα που βρισκόταν ο εργαζόμενος την ημερομηνία αυτή. Στο ίδιο άρθρο ορίζεται, ότι οι αμειβόμενοι με το παράρτημα Ι, ΙΙ, ΙΙΙ της ΕΣΣΕ του 1998 εντάσσονται με βάση τις ετήσιες αποδοχές του έτους 1998 (ΕΑ 98) στα αντίστοιχα Μ.Κ.
της βαθμίδας τους. Το κλιμάκιο ένταξης πρέπει απαραίτητα να είναι μέσα στο εύρος που ορίζεται κατά περίπτωση (εισαγωγικό - καταληκτικό), ανάλογα με την ειδικότητα, τα τυπικά προσόντα και τη διοικητική βαθμίδα στην εταιρεία. Επικουρικά και μόνο λαμβάνονται υπόψη, κατά τη διαδικασία ένταξης, η προϋπηρεσία στην εταιρεία και ο χρόνος υπηρεσίας στη διοικητική βαθμίδα στην οποία βρίσκεται ο εργαζόμενος.
Επίσης προβλέπεται ότι μετά την ένταξη είναι δυνατόν να προκύψουν μηνιαίες συνολικές αποδοχές ή βασικοί μισθοί κατώτεροι από τις συνολικές μηνιαίες αποδοχές ή βασικούς μισθούς του μήνα Δεκεμβρίου 1998 και ορίζεται ότι κατά την ημερομηνία της ένταξης θα εξασφαλίζονται οι συνολικές αποδοχές του έτους 1998, όπως αυτές προσδιορίζονται στο άρθρο 2 της ΕΣΣΕ 1999, οι οποίες θα κατανέμονται ως μηνιαίες.
Τέλος το άρθρο 2 της εν λόγω ΕΣΣΕ προβλέπει ότι ως μηνιαίες αποδοχές του έτους 1998 (ΜΑ 98) ορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές που είχε ο εργαζόμενος την 31-12-1998, με βάση το παράρτημα της Σύμβασης του 1998 στο οποίο υπαγόταν, ενώ ως ετήσιες αποδοχές του έτους 1998 (ΕΑ 98) ορίζεται το γινόμενο των ΜΑ 98 επί τον αριθμό των μηνιαίων μισθών που λάμβαναν οι εργαζόμενοι, με βάση τα παραρτήματα της ΕΣΣΕ 1998 και τις ρυθμίσεις που αυτά προέβλεπαν κατά περίπτωση (12 μηνιαίοι μισθοί, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, επίδομα αδείας, πριμ παραγωγής, τυχόν προσαυξήσεις πριμ), επιπλέον δε ορίζεται ότι θα συμπεριληφθούν και οι ρυθμίσεις που συμφωνήθηκαν πριν από την υπογραφή της Ε.Σ.Σ.Ε. 1999.
Στο ίδιο άρθρο της τελευταίας Ε.Σ.Σ.Ε. προβλέπεται επιπλέον ότι ως μηνιαίες αποδοχές του έτους 1999 (ΜΑ 99) ορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές του κλιμακίου, στο οποίο εντάσσσεται ο εργαζόμενος, σε συνδυασμό με τα επιδόματα και τις ρυθμίσεις της ΕΣΣΕ αυτής, κατά την 1-1-1999 και ότι η ετήσιες αποδοχές του έτους 1999 (ΕΑ 99) ορίζονται οι ετήσιες αποδοχές που προκύπτουν ως γινόμενο των ΜΑ 99 επί τον αριθμό των μηνιαίων μισθών που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι, με βάση την εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε. (12 μηνιαίοι μισθοί, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, επίδομα αδείας, πριμ παραγωγής, προσαυξήσεις πριμ).
Από τις παραπάνω διατάξεις, που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και ισχύ ουσιαστικού νόμου, συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι εντάσσονται, καταρχήν, στην προσήκουσα κατηγορία και διοικητική βαθμίδα της Ε.Σ.Σ.Ε. 1999, με βάση την ειδικότητα, τα τυπικά προσόντα και τη διοικητική βαθμίδα που είχαν στην εταιρεία την 1-1-1999.
Ακολούθως, για την ένταξή τους σε αν από τα Μ.Κ. της πιο πάνω βαθμίδας, λαμβάνονται υπόψη οι ετήσιες αποδοχές τους κατά το έτος 1998, όπως αυτές προσδιορίζονται στο άρθρο 2 της ΕΣΣΕ 1999, και εντάσσονται σε αντίστοιχο προς τις αποδοχές αυτές Μ.Κ της βαθμίδας τους, δηλαδή σε κλιμάκιο της βαθμίδας της ΕΣΣΕ 1999, οι ετήσιες αποδοχές του οποίου βρίσκονται όσο το δυνατόν εγγύτερα στις ετήσιες αποδοχές του έτους 1998.
Επικουρικά και μόνο, για τον καθορισμό της προσήκουσας διοικητικής βαθμίδας και του αντίστοιχου προς τις ανωτέρω αποδοχές Μ.Κ., λαμβάνονται υπόψη η προϋπηρεσία του εργαζομένου στην εταιρεία και ο χρόνος υπηρεσίας αυτού στη διοικητική βαθμίδα που βρίσκεται. Ενόψει μάλιστα του επιδιωκόμενου με τις παραπάνω διατάξεις σκοπού, που είναι η εφαρμογή ενιαίου μισθολογικού συστήματος για να επιτευχθεί η ομογενοποίηση των όρων αμοιβής και εργασίας όλων των εργαζομένων στην εταιρεία, κατά τρόπο που να μην επιφέρει δυσμενείς γι΄ αυτούς μεταβολές στη διοικητική βαθμίδα που βρίσκονταν ή στις αποδοχές που λάμβαναν μέχρι την ένταξή τους και όχι η βελτίωση της βαθμίδας και των αποδοχών τους ή η εξ υπαρχής κατάταξη αυτών σε βαθμίδες και μισθολογικά κλιμάκια, κατόπιν επανελέγχου των τυπικών και ουσιαστικών τους προσόντων- είναι πρόδηλο ότι η προϋπηρεσία των εργαζομένων στην εταιρεία και ο χρόνος υπηρεσίας αυτών στη διοικητική βαθμίδα που βρίσκονταν λαμβάνονται επικουρικά υπόψη για την ένταξή τους σε ανώτερη διοικητική βαθμίδα ή σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο, στις περιπτώσεις που οι ετήσιες αποδοχές τους το έτος 1998 αντιστοιχούν σε μισθολογικά κλιμάκια ανώτερης βαθμίδας από εκείνη που βρίσκονταν μέχρι την ένταξη ή που οι αποδοχές αυτές είναι οριακά εγγύτερες προς τις αποδοχές κατώτερου μισθολογικού κλιμακίου της βαθμίδα τους και τίθεται θέμα εντάξεώς τους στο αμέσως ανώτερο κλιμάκιο της ίδιας βαθμίδας (ΑΠ 952-953/2003).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν εδώ:
Ο αναιρεσείων είναι απόφοιτος της τεχνικής σχολής "ο ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ", ειδικότητας εργοδηγών χημικών. Από 1-7-1966 έως 31-1-1979 εργάστηκε ως βοηθός Χημείου στην εταιρεία ΕΘΥΛ ΕΛΛΑΣ Α.Χ.Ε., από 1-2-1979 έως 14-3-1986 ως εργοδηγός Χημείου στην ίδια εταιρεία και από 15-3-1986 έως 30-11-1986 εργάστηκε ως αναλυτής χημείου στην εταιρεία NAPC.
Την 1-12-1986 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε.", προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως χειριστής Ι, σε εργοστάσιο αυτής στη βιομηχανική περιοχή Θεσ/νίκης. Κατά την πρόσληψή του, με τη σύμβαση εργασίας, αναγνωρίστηκε προϋπηρεσία του 14 ετών και 9 μηνών στην ως άνω εταιρεία ΕΘΥΛ ΕΛΛΑΣ ΑΧΕ.
Από την πρόσληψή του και μέχρι 31-31998 απασχολήθηκε στην ως άνω εταιρεία, με την προαναφερόμενη ειδικότητα, αμειβόμενος με τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονται, κάθε φορά, από τις επιχειρηματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων από την πρόσληψή του εργαζόταν ως χειριστής Ι στο Χημείο του διϋλιστηρίου της εργοδότριας εταιρίας στα ...., στη διεύθυνση περιβάλλοντος - ασφαλείας και ποιότητας.
Η ειδικότητα αυτή είχε καθιερωθεί το έτος 1984 με την τότε ΣΣΕ, με την οποία είχε ενταχθεί στην κατηγορία Α΄ των τεχνικών υπαλλήλων και στην υποκατηγορία τεχνίτες Ι/χειριστές παραγωγής, όπου υπάγονταν οι χειριστές χημείου. Με την ειδικότητα αυτήνεκτελούσε τις αναλύσεις των πρώτων υλών, των ενδιάμεσων και τελικών προϊόντων, των βοηθητικών υλών κ.λπ., που απαιτούνται για τη λειτουργία των εργοστασίων, παρασκεύαζε τα διαλύματα, έλεγχε τα όργανα και τηρούσε αρχείο αποτελεσμάτων.
Επιπλέον εκτελούσε και τα καθήκοντά του της οδήγησης και χειριστού των πυροσβεστικών οχημάτων. Το Δεκέμβριο του έτους 1998 με συμπληρωμένα 12 πραγματικά έτη υπηρεσίας στη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης βρισκόταν στο μισθολογικό κλιμάκιο Τ3 στη στήλη 28ο - 30ο έτος. Με βάση την ως άνω ειδικότητα, τα τυπικά προσόντα του αναιρεσείοντος και τη διοικητική βαθμίδα που είχε στην αναιρεσίβλητη την 1-1-99, αντίστοιχη διοικητική βαθμίδα στην αναφερόμενη παραπάνω ΕΣΣΕ των ετών 1999 και 2000 (που, κατά τα παραπάνω, εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση) είναι εκείνη της βαθμίδας γ' των χειριστών παραγωγής και διακίνησης - δοκιμαστής ή χειριστής, στην οποία και ορθώς εντάχθηκε ο αναιρεσείων.
Η άσκηση επιπλέον καθηκόντων (του οδηγού και χειριστή πυροσβεστικού οχήματος) περιλαμβάνεται (κατά τη ΣΣΕ) στα καθήκοντα του χειριστή χημείου και δεν μπορεί να θεμελιώσει ένταξη του αναιρεσείοντος σε άλλη βαθμίδα. Ούτε, άλλωστε, πριν την 1-1-99 (κρίσιμο για την ένταξη χρόνο) είχε τα ουσιαστικά προσόντα του βοηθού εργοδηγού ή ασκούσε τα καθήκοντα αυτού, ενώ η προαγωγή του στο βαθμό αυτόν μετά την 1-1-99 δεν επηρεάζει την ως άνω ένταξή του.
Η αναιρεσίβλητη τον ενέταξε στο 160 μισθολογικό κλιμάκιο. Οι ετήσιες αποδοχές του αναιρεσείοντος του έτους 1998 ανέρχονταν στο ποσό των 12.063.040 δρχ. Οι ετήσιες αποδοχές του έτους 1999 με βάση την ΕΣΣΕ του έτους 1999 ανέρχονταν: α) για το 10ο κλιμάκιο σε 12.742.608 δρχ., β) για το 12ο κλιμάκιο σε 12.102.843 δρχ. και γ) για το 16ο μισθολογικό κλιμάκιο σε 11.325.983 δρχ.
Δηλαδή, η απόσταση από τις ετήσιες αποδοχές του αναιρεσείοντος του έτους 1998 (12.063.040 δρχ.) είναι για το 10ο μισθολογικό κλιμάκιο 679.568 δρχ. (= 12.742.608 δρχ. - 12.063.040 δρχ.) για το 12ο κλιμάκιο 39.803 δρχ. (= 12.102.843 - 12.063.040) και για το 16ο κλιμάκιο 737.057 δρχ. (=12.063.040 - 11.325.983 δρχ.). Από τη σύγκριση δε των παραπάνω προκύπτει ότι εγγύτερα στις αποδοχές του αναιρεσείοντοςτου έτους 1998 είναι οι αποδοχές που αποδίδει το 12ο μισθολογικό κλιμάκιο.
Επιπλέον, εφόσον οι αποδοχές του αναιρεσείοντος του έτους 1998 αντιστοιχούν, κατά τα παραπάνω, στις αποδοχές του 12ου μισθολογικού κλιμακίου, δηλαδή σε κλιμάκιο της βαθμίδας γ' όπου εντάχθηκε, και όχι σε ανώτερη βαθμίδα, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη (για τυχόν ένταξη σε ανώτερη βαθμίδα ή σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο) τα επικουρικά κριτήρια (του άρθρου 5 της ΕΣΣΕ) της προϋπηρεσίας του στην εταιρεία και η υπηρεσία του στη διοικητική βαθμίδα που βρισκόταν, ενώ η ένταξή του στην παραπάνω βαθμίδα και στο 12ο κλιμάκιο αυτής δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας, γιατί αυτός επικαλείται και προσδιορίζει άλλους εργαζομένους στην αναιρεσίβλητη, οι οποίοι έχουν την ειδικότητα των χειριστών Α' και τεχνιτών Α' (αντιστοιχούν σε βοηθούς εργοδηγών), ενώ αυτός (αναιρεσείων) βρισκόταν το έτος 1998 στην ειδικότητα του χειριστή γ' (που αντιστοιχεί σε χειριστή χημείου).
Αλλά και η αρχή της ίσης μεταχείρισης με άλλους εργαζομένους της αναιρεσίβλητης δεν παραβιάζεται, γιατί, εκτός του ότι δεν πρόκειται για όμοιες (κατά τα παραπάνω) καταστάσεις, η ένταξή τους δεν έγινε οικειοθελώς, αλλά σε εκπλήρωση υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης που προβλέπεται από την ΕΣΣΕ 99-2000. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ΄ ουσίαν και την έφεση της αναριεσίβλητης, αλλά και την αντέφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ΄ αριθ. 28938Κ.Πολ.Δ.2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και έτσι επικύρωσε την τελευταία απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της η ένδικη από 22-4-2002 αγωγή του αναιρεσείοντος και είχε αναγνωριστεί ότι η αναιρεσίβλητη έπρεπε να εντάξει τον αναιρεσείοντα στη βαθμίδα γ΄ του χειριστή της υποκατηγορίας Τ4 Χειριστών της κατηγορίας τεχνικών και στο 12ο μισθολογικό κλιμάκιο της εν λόγω βαθμίδας.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς : α) Δεν παραβίασε το άρθρο 5 της ως άνω από 13-7-1999 Επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε., αφού πράγματι με βάση την ειδικότητα και τα τυπικά προσόντα του αναιρεσείοντος και τη διοικητική βαθμίδα στην οποία αυτός βρισκόταν στην αναιρεσίβλητη την 1-1-1999, αντίστοιχη διοικητική βαθμίδα στην αμέσως πιο πάνω Ε.Σ.Σ.Ε.
είναι εκείνη της βαθμίδας γ΄ του χειριστή παραγωγής και διακίνησης - δοκιμαστή ή χειριστή (υποκατηγορίας Τ4- Χειριστές), στην οποία εντάχθηκε ο αναιρεσείων, ενώ με βάση τις ετήσιες αποδοχές του του έτους 1998 αυτός θα έπρεπε πράγματι να υπαχθεί στο 12ο μισθολογικό κλιμάκιο, προς το οποίο βρίσκονται εγγύτερα οι εν λόγω ετήσιες αποδοχές.
Δεν μπορούν δε να ληφθούν υπόψη για ένταξή του σε ανώτερη διοικητική βαθμίδα ή σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο τα επικουρικά κριτήρια του ανωτέρω άρθρου (προϋπηρεσία του στην αναιρεσίβλητη και χρόνος υπηρεσίας στη διοικητική βαθμίδα που βρισκόταν), ακριβώς διότι σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, οι αποδοχές του κατά το έτος 1998 βρίσκονται εγγύτερα στις αποδοχές του 12ου μισθολογικού κλιμακίου, που ανήκει στη διοικητική βαθμίδα γ΄ της ως άνω κατηγορίας, όπου εντάχθηκε και έτσι δεν αντιστοιχούν σε μισθολογικά κλιμάκια ανώτερης βαθμίδας από εκείνη στην οποία βρισκόταν κατά την ένταξή του στην παραπάνω διοικητική βαθμίδα.
Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, από τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει τόσο επί του αμέσως πιο πάνω υπό το στοιχείο α΄ ζητήματος όσο και επί του ζητήματος που αφορά τη μη παραβίαση της αρχής της ισότητας και πλήρεις και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της προαναφερόμενης ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 5 της προαναφερομένης Ε.Σ.Σ.Ε., καθώς και των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β΄ του Συντάγματος, με τις οποίες ορίζεται, αντίστοιχα, ότι οι ΄Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και ότι όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Και αυτό γιατί : αα) Αφενός, σύμφωνα με τις παραδοχές του και όσα σχετικώς πιο πάνω αναφέρθηκαν, με πλήρη σαφήνεια και χωρίς οποιαδήποτε αντιφατικότητα καθορίζονται στην εν λόγω απόφαση οι λόγοι για τους οποίους ο αναιρεσείων θα έπρεπε, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 5 της ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε., να ενταχθεί στην κατηγορία Τ4 Χειριστές, στη βαθμίδα γ΄ και στο 12ο μισθολογικό κλιμάκιο.
Και ββ) αφετέρου καθορίζεται στην ίδια απόφαση ο λόγος για τον οποίο δεν παραβιάστηκαν οι συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, δηλαδή επειδή οι άλλοι εργαζόμενοι, τους οποίους επικαλέστηκε και προσδιόρισε ο αναιρεσείων, είχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο την ειδικότητα των χειριστών Α΄ και τεχνιτών Α΄ (που αντιστοιχούν σε βοηθούς εργοδηγών), ενώ ο ίδιος (αναιρεσείων) είχε κατά τον ίδιο χρόνο την ειδικότητα του χειριστή γ΄ (που αντιστοιχεί σε χειριστή χημείου).
Ενόψει αυτών : 1) Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 5 της ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και 2) ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί των ζητημάτων που αναφέρονται πιο πάνω υπό το στοιχείο β΄ , πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του. -
2.- Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν δε θεμελίωση, κατάσταση ή αντένσταση (Ολ.
ΑΠ 469/1984, 1044/1992). Εξάλλου, "πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι. Πάντως δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, ούτε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων, αλλ΄ ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (βλ.
σχ. ΑΠ 143/2002, 784/2001). Όμως ο από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του το λόγο εφέσεως που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β΄ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του α) το στην αντέφεση του αναιρεσείοντος επικαλούμενο γεγονός ότι ο μάρτυρας της αναιρεσίβλητης είχε καταθέσει ότι για να καλυφθούν οι ετήσιες αποδοχές του αναιρεσείοντος για το έτος 1998 θα έπρεπε αυτός να ενταχθεί στο 9ο μισθολογικό κλιμάκιο, πράγμα που καθιστούσε αναγκαία την εφαρμογή στην περίπτωσή του των επικουρικών κριτηρίων εντάξεώς του σε μισθολογικό κλιμάκιο χαμηλότερο εκείνου του 12ου Μ.Κ.
και β) τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος που περιεχόταν στην αντέφεση τούτου, ο οποίος και αποδείχθηκε, ότι αυτός από το Σεπτέμβριο του 1999 εκτελούσε κανονικά καθήκοντα βοηθού εργοδηγού (χειριστή Α΄) στη βάρδια του συναδέλφου του .... που συνταξιοδοτήθηκε και έτσι επί δύο περίπου έτη μέχρι τον Ιανουάριο του 2001, οπότε πήρε τελικά και τυπικά τη βαθμολογική προαγωγή στο βαθμό του Τεχνίτη Α΄ (βοηθού εργοδηγού), προσέφερε στην αναιρεσίβλητη τα εν λόγω καθήκοντα (βοηθού εργοδηγού), γεγονός που επίσης επέβαλε την εφαρμογή στην περίπτωσή του των επικουρικών κριτηρίων για ένταξή του στο 10ο Μ.Κ.
της βαθμίδας των Χειριστών Α΄ (βοηθών εργοδηγού). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να απορριφθεί στο σύνολό του. Και δη προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, η μεν επίκληση του ως άνω υπό το στοιχείο α΄ αποδεικτικού μέσου και του περιεχομένου του δεν αποτελούσε "πράγμα" κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διατάξεως, ο δε υπό το στοιχείο β΄ ισχυρισμός αποτελούσε επιχείρημα και συγχρόνως συμπέρασμα υπέρ των απόψεων του αναιρεσείοντος, που διατυπώθηκαν από αυτόν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όχι όμως και "πράγμα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, με αποτέλεσμα, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία το ως άνω (υπό το στοιχείο α΄) αποδεικτικό μέσο (μαρτυρική κατάθεση) και το περιεχόμενό του, καθώς και ο επίσης πιο πάνω (υπό το στοιχείο β΄) ισχυρισμός δεν λήφθηκαν υπόψη, να μην ιδρύεται ο από την εν λόγω διάταξη προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος.
Σε κάθε περίπτωση, και υπό την εκδοχή ότι με το λόγο αυτόν αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη σχετικό λόγο αντεφέσεως του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ο άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη τον πιο πάνω λόγο αντεφέσεως, τον ερεύνησε και τον απέρριψε ως αβάσιμο και επομένως δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β΄ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-5-2006 αίτηση του ...... για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 446/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου6 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ