Supreme Court dismisses bank's appeal on procedural grounds, ruling the appeal was filed outside the three-year limitation period.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had rejected the debtor's annulment request. The debtor argued that the bank improperly accelerated enforcement proceedings against a debt subject to specific restructuring laws. The court held that the appeal was inadmissible because it was filed after the expiration of the three-year limitation period for challenging the final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure; An appeal filed after the expiration of the three-year limitation period is inadmissible and must be rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 894 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 894/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", πρώην με την επωνυμία "Τράπεζα ... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα, η οποία δήλωσε ότι παρίσταται στο ακροατήριο η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "...", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Κ. κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσούλα Κατσαρούμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-5-2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3512/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 7471/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-12-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 16/12/2016 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ'αριθμ. 7471/2013 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 21/12/200 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθ.3512/2008 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 2/5/2007 ανακοπή του αναιρεσίβλητου που ζητούσε την ακύρωση της αναφερομένων στην ανακοπή πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, για τους αναφερόμενους στην ανακοπή λόγους.
Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 9-12-2016 στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που εκδοθηκε πριν την 1/1/2016 (ΟΛΑΠ 12/2018) και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής στις 19/12/2013 οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των τριών ετών (και θα έληγε κανονικά στις 20/12/2016), μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στις 9/12/2016, δεν είχε συμπληρωθεί η ως άνω προθεσμία (τριετία).
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, (άρθρ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟΛΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023).
Έτσι με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 6/2019). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση (ΑΠ 312/2023).
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του,(ερμηνευτικό σφάλμα), καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών αυτών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (υπαγωγικό σφάλμα) (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 534/2022).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 34/2023, ΑΠ 883/2022, AΠ1185/2021, AΠ363/2021, ΑΠ 480/2020).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 34/2023 ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Με τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, ήτοι το ανυπόστατο, το απαράδεκτο ή η ακυρότητα, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διατάξεως δικονομικής φύσης. Έτσι, με τον λόγο αυτό ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).
Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο, (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 34/2023, ΑΠ 480/2020,) ενώ οι ακυρότητες από την παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχονται μέσω του προβλεπόμένου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1371/2020).
Με το άρθρο 30 παρ.1 και 2 του ν. 2789/2000 "Προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την οδηγία αριθμ. 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19.5.1998... και λοιπές διατάξεις", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ορίσθηκαν τα εξής: "1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο μέχρι 31/12/2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.
Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000.
Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού. 2. Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος.
Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΚΠολΔ. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους, από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία".
Επίσης με το άρθρο 39 παρ.1, 2 και 12 του, επιγενόμενου και ισχύοντος από 4.8.2004, ν. 3259/2004 "Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών και άλλες διατάξεις", ορίζονται τα εξής: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 (που εξαιρεί από τη ρύθμιση τις μεγάλες οφειλές και τα δάνεια πάνω από ένα ορισμένο ποσό) και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1).
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.
Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις (παρ.2). Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως (ο νόμος αυτός) ισχύει" (παρ. 12). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004, βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ.1 του ν.2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν.2912/2001, και περιορίστηκε μόνο το οριζόμενο, ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής (και εξαιρετικά για τις οφειλές των αγροτών στο διπλάσιο) και δεν καταργήθηκαν οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείστηκαν της ρυθμίσεως εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου (ΑΠ 1344/2022, ΑΠ 262/2021, ΑΠ 143/2021, απ 482/2020, 424/2020, ΑΠ 763/2019).
Περαιτέρω από τη διάταξη της παρ.2 του άρθρου 39 του Ν.3259/2004 προκύπτει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου, επιπλέον να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους, ούτε σε συνέχιση των διαδικασιών που ήδη έχουν αρχίσει μέχρι 31.1.2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.
Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο νόμος ρύθμισε ο ίδιος αυτοτελώς και πλήρως τόσο τις προϋποθέσεις όσο και το ύψος της ex lege επιτασσόμενης προσαρμογής των οφειλών από τόκους. Επομένως, η ρύθμιση των οφειλών χωρεί αυτοδικαίως και δεν απαιτείται για την ενεργοποίησή της κάποια άλλη προϋπόθεση και ειδικότερα η εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης από τον οφειλέτη προς την Τράπεζα.
Η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 39 υποχρέωση των οφειλετών να υποβάλουν, μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία, αίτηση "για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση" συνιστά προϋπόθεση για την υπαγωγή αυτών στη ρύθμιση (χρόνος αποπληρωμής 5-7 ετών σε ισόποσες δόσεις κ.λπ., αναστολή εκτελέσεως) και όχι προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της υποχρέωσης της Τράπεζας να επανακαθορίσει την οφειλή στα όρια που ο νόμος διαγράφει.
Όπως προαναφέρθηκε, η αναπροσαρμογή της οφειλής χωρεί αυτοδικαίως και γι' αυτό η παρ. 3 του άρθρου 39 ορίζει ως συνέπεια της παρελεύσεως άπρακτης της προθεσμίας υποβολής της ανωτέρω αίτησης ότι το πιστωτικό ίδρυμα έχει δικαίωμα "να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω, στο ύψος δηλαδή που κατά τα προαναφερόμενα αυτοδικαίως αναπροσαρμόσθηκε (ΑΠ 521/2023, ΑΠ 780/2023, ΑΠ 1344/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 28.1.1998 καταρτίσθηκε στην Αθήνα μεταξύ της πρώην τράπεζας, με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ...", (στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υποκαταστάθηκε αυτοδίκαια η καθ' ης ως καθολική διάδοχος αυτής, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της), και της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "Δ.Κ.
ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε", η 28.1.1998 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο), λογαριασμό μέχρι του ποσού των 100.000.000 δραχμών, για την εξυπηρέτηση της οποίας τηρήθηκε ο 56/60567-00102/84 λογαριασμός. Ο ανακόπτων εγγυήθηκε προς την Τράπεζα υπέρ της πιστούχου ότι θα καταβάλλει το κατάλοιπο που τυχόν θα προκύψει σε βάρος της κατά το κλείσιμο του λογαριασμού.
Ο λογαριασμός έκλεισε οριστικά με καταγγελία της καθ' ης στις 19.4.2000 με συνολικό χρεωστικό κατάλοιπο, ποσού 44.062.273£ (δραχμών (129.309,68 ευρώ). Για το κατάλοιπο αυτό εκδόθηκε 6519/2000 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κοινοποιήθηκε στον ανακόπτοντα με την από 12.6.2000 επιταγή προς πληρωμή.
Στις 27.10.2004 ο ανακόπτων υπέβαλε εμπρόθεσμα στην καθ'ής η αίτηση για επαναπροσδιορισμό της οφειλής του και ρύθμιση αυτής με βάση τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004. Η τελευταία όμως, με το από 28.12.2004 έγγραφο της, που κοινοποιήθηκε στον ανακόπτοντα, αρνήθηκε να προβεί σε επαναπροσδιορισμό της οφειλής του και στη ρύθμιση αυτής με βάση τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, ισχυριζόμενη ότι η οφειλή του δεν υπάγεται στις διατάξεις του νόμου, καθόσον, στις 5.7.1999, (ημερομηνία της τελευταίας εκταμίευσης), ανερχόταν στο ποσό των 155.797 ευρώ και το τριπλάσιο αυτής ανέρχεται στις 467.391 ευρώ, μετά δε από αφαίρεση των καταβολών, από την τελευταία εκταμίευση έως τις 4.8.2004, ποσού 69.465 ευρώ, το ανώτατο ποσό της οφειλής του, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, ανέρχεται στο ποσό των 397.926 ευρώ, ενώ η συμβατική του οφειλή στις 4.8.2004 ανερχόταν στο ποσό των 188.095, 10 ευρώ και ότι, συνεπώς, δεν μπορεί να υπαχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, γιατί η οφειλή του δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο του ληφθέντος κεφαλαίου, (της πίστωσης), όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού.
Στη συνέχεια, η καθ'ης προχώρησε, με τις προσβαλλόμενες πράξεις εκτέλεσης σε επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης και συγκεκριμένα με τις 1514/2006, 1545/2006 Α, 1577/2006 Β, 1612/2006 Γ και 1678/2006 περιλήψεις κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ………. Α. Τ. (οι πλειστηριασμοί ματαιώθηκαν) και, τέλος, με τη 46.882/8.2.2006 δήλωση επίσπευσης πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου ……..
Α.Κ.-Λ., δήλωσε τη συνέχιση του πλειστηριασμού του ακινήτου του ανακόπτοντος, το οποίο είχε κατασχεθεί με την 485/11.11.1999 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ……. Α. Τ., ενώ με την 1739/2007 Ε' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Τ. ορίστηκε ο πλειστηριασμός στις 16.5.2007. Η καθ' ης όμως ήταν υποχρεωμένη να ρυθμίσει την οφειλή αυτή του ανακόπτοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000 και 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, εφόσον, από τις ευεργετικές διατάξεις του νόμου δεν αποκλείονται οφειλές που δεν υπερβαίνουν το τριπλάσιο του ληφθέντος ποσού, όπως στην προκείμενη περίπτωση, και ο ανακόπτων είχε υποβάλει εμπρόθεσμα αίτηση για την υπαγωγή της οφειλής του στις παραπάνω διατάξεις.
Επομένως, η άρνηση της καθ' ης να προβεί στη χρονική ρύθμιση αποπληρωμής της οφειλής του ανακόπτοντος ήταν μη νόμιμη και, κατά συνέπεια, η συνέχιση της διαδικασίας της επισπευδόμενης, σε βάρος του ανακόπτοντος, αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση τις παραπάνω πράξεις εκτέλεσης είναι άκυρη. Δεν έσφαλε, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατιθέμενων νομικών διατάξεων, καθώς επίσης και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και κατά την παραδοχή του παραπάνω λόγου, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωση τη διαδικασία της επισπευδόμενης σε βάρος του ανακόπτοντος αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση τις προαναφερόμενες πράξεις εκτέλεσης.
Είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα, όσα αντίθετα υποστηρίζει η καθ' ης με τον πρώτο λόγο έφεσης......". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείσουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί ως βάσιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής του αναιρεσίβλητου και είχε ακυρώσει την επισπευδόμενη σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η οφειλή του αναιρεσίβλητου υπαγόταν στη ρύθμιση του ν.3259/2004, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (άρθ 39 παρ. 1, 2 και 12 του ν. 3259/2004, σε συνδ. με άρθρ. 30 παρ. 1, 2 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001) και όχι παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα, καθόσον σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη η οφειλή του αναιρεσιβλητου για την οποία επισπεύστηκε η προσβαλλόμενη αναγκαστική εκτέλεση δεν εξαιρείτο της ρύθμισης των προαναφερομένων διατάξεων και μη νομίμως η αναιρεσείουσα επέσπευσε σε βάρος του αναιρεσιβλητου αναγκαστική εκτέλεση.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ευθείας παραβιάσεως νόμου και παρά το νόμο κήρυξης ακυρότητας είναι αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, κατά την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16/12/2016 αίτηση αναίρεσης της "Τράπεζας ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 7471/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου, καθώς και του αρχαιοτέρου
Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων,
ο αμέσως αρχαιότερος
της σύνθεσης Αρεοπαγίτης