Legislator Case Law & Legislation
894/2023 AI generated

Supreme Court dismisses EFGKA's appeal against the Supreme Court's decision on unjust enrichment claims by private individuals.

Case Number 894/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the EFGKA's appeal against the First Instance Court's judgment in favor of private individuals claiming unjust enrichment. The court found the lower court correctly applied civil code provisions regarding the return of benefits derived from work performed without a valid employment contract. Consequently, the appeal was rejected, and the EFGKA was ordered to pay the plaintiffs' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904 and 908 of the Civil Code; The court held that an employer must return benefits derived from the work of an employee hired under an invalid contract, provided the employer would have paid similar wages to a qualified candidate.

Keywords

AI generated
unjust enrichment invalid employment contract civil code provisions employer liability work benefits return supreme court appeal legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 904 and 908 of the Civil Code
Articles 648 and following of the Civil Code
Article 6 of Law 765/1945
Articles 20(1)(a) and (b) and 15(a) and (b) of Law 2639/1998
Article 14(2)(ca) of Law 2190/1994
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180(1), 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 894 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 894/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του, ως καθολικού διαδόχου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Τζίμα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Π. Χ. του Ι., 2) Ι. Χ. συζ. Π., κατοίκων ... Αττικής και 3) Δ. Χ. του Π., κατοίκου ..., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιώσασας Δ. Χ., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βερβεσού , ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-2011 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας Δ. Χ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3542/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4925/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-10-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 22.10.2019 και με αριθμό κατάθεσης 9986/960/23.10.2019 στο Εφετείο Αθηνών, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 4925/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 20.5.2016 και με αριθμό εκθ.

καταθ. 1547/2016 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)", ως καθολικού διαδόχου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά της υπ' αριθμ. 3542/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την από 29.6.2011 και με αριθμό εκθ. καταθ. 127501/3947/2011 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας Δ.

Χ. και εξ αδιαθέτου κληρονομούμενη από τους εκκαλούντες και ήδη αναιρεσιβλήτους και μετά από εξαφάνιση αυτής - αποφάσεως, δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την ως άνω αγωγή κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904 και 908 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οποιοδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου ή της από τον τελευταίο γνώσης της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας αυτού, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι των επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας και των αποδοχών αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 907/2017, 879/2017, 509/2016, 131/2015, 1113/2013).

Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οποιοδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη, δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός, αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ (ΑΠ 509/2016, 933/2015, 126/2015, 885/2014) και, συγκεκριμένα, της ωφέλειας που αυτός αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, αφού αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης και, επομένως, δεν υφίσταται νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί τη διατήρηση της ωφέλειας στο λήπτη της εργοδότη, στο βαθμό που αυτός έτσι καθίσταται πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του εργαζόμενου από αιτία μη αναγνωριζόμενη από το νόμο (ΑΠ 1690/2018).

Πλουτισμό δηλαδή του εργοδότη αποτελεί αυτή καθ' εαυτή η παρασχεθείσα από το μισθωτό εργασία, η οποία έχει οικονομική αξία, αποτιμώμενη κατά το χρόνο της παροχής της, είτε παρέχεται με έγκυρη είτε με άκυρη σύμβαση και μάλιστα ανεξάρτητα αν επέφερε το επιδιωκόμενο από τον εργοδότη επιθυμητό αποτέλεσμα.

Όπως δε αναφέρθηκε, η υποχρέωση του λήπτη συνίσταται, κατ' αρχήν, στην απόδοση αυτούσιου του (ενσώματου ή ασώματου) αντικειμένου που λήφθηκε αδικαιολόγητα. Επειδή, όμως, η εργασία του μισθωτού, ως περιουσιακή αξία, ενσωματώθηκε κατά τρόπο μη διακριτό στην περιουσία του εργοδότη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί εξ αντικειμένου να αναζητηθεί, η ωφέλεια, την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο υπολογίζεται και είναι ίση με την αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (ΑΠ 106/2020, 1766/2017).

Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις (ΑΠ 907/2017, 58/2015, 131/2015, 760/2003), σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης εργασίας και, κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης από οικονομικούς ή άλλους λόγους δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 186/2019, 1242/2018).

Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 186/2019, 1387/2019, 131/2015, 1022/2015, 535/2014).

Εξαίρεση υπέρ αυτών δεν εισάγεται ούτε και με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του Ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Και τούτο διότι, η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του Δημοσίου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του ακύρως προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο, και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 1242/2018, 578/2018, 41/2017, 131/2015, 1293/2015, 1022/2015, 535/2014).

Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας), στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη, από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου (ΑΠ 186/2019).

Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 εδ. α' και β' και 15 εδ. α' και β' Ν. 2639/1998, εκ των οποίων το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 8 Ν. 2956/2001, αντιστοίχως "1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.

και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και "15.

Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. κα' Ν. 2190/1994, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ. 4 Ν. 2738/1999, "Το προσωπικό που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. Η πρόσληψη του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά", κατά δε την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 12 Ν. 3232/2004, ως αντικαταστάθηκε δια της διατάξεως του άρθρου 13 Ν. 3302/2004, "Το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε.

και λοιποί φορείς κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ. ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα Προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας) ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών.

Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο", ενώ η αυτή διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 Ν. 3552/2007, έχει ως εξής: "Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.

Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο. Κατ' εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα του προσλαμβανομένου βάσει των προπαρατιθεμένων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ.

προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδικεύσεως αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιώτερα, υποχρεούνται κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.

α' και 908 εδ. α' ΑΚ στην απόδοση της ωφελείας, την οποία απεκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού (Ολ.ΑΠ 4/2021, ΑΠ 106/2020, 1213/2019, 1063/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκείμενης υπόθεσης και της προσβαλλομένης απόφασης και τις ανέλεγκτες παραδοχές αυτής, προκύπτουν τα εξής: "Ότι στις 28.9.2009 μεταξύ της αρχικώς ενάγουσας Δ. Χ., στη θέση της οποίας έχουν ήδη υπεισέλθει οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, και του τρίτου εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)", καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)", καταρτίσθηκε το νομίμως προσκομιζόμενο συμφωνητικό συνεργασίας, στο πλαίσιο του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης και του ΟΑΕΔ (stage Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης), το οποίο υπογράφηκε μεταξύ του ΟΑΕΔ, ως υπεύθυνου φορέα του προγράμματος, του τρίτου εναγομένου, ως φορέα υλοποίησης αυτού, και της αρχικώς ενάγουσας, διάρκειας 18 μηνών, με έναρξη την 28.9.2009 και λήξη την 28.3.2011.

Ότι η αρχικώς ενάγουσα τοποθετήθηκε στο ΙΚΑ Αθηνών, επί της οδού ..., και απασχολήθηκε στις εκεί υπηρεσίες του, προκειμένου, όπως αναγράφεται σχετικά στο άνω συμφωνητικό, να αποκτήσει εργασιακή εμπειρία στο γνωστικό της αντικείμενο και συγκεκριμένα στην ειδικότητα ΠΕ Διοικητικού, με ημερήσιο ωράριο που, κατά τα αναφερόμενα στο συμφωνητικό συνεργασίας, δεν θα υπερέβαινε τις επτά (7) ώρες, από Δευτέρα έως και Παρασκευή.

Ο φορέας υλοποίησης του προγράμματος (ΟΑΕΔ), που είχε αναλάβει και τη χρηματοδότησή του, με το ίδιο ως άνω συμφωνητικό, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στην αρχικώς ενάγουσα το ποσό των 35 Ευρώ για κάθε ημέρα και όχι πλέον των 22 ημερών για κάθε μήνα. Η αρχικώς ενάγουσα, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα της απασχόλησής της στο τρίτο εναγόμενο, παρά τον αναγραφόμενο στο από 28.9.2009 συμφωνητικό σκοπό κατάρτισής του, ο οποίος, κατά τα προαναφερθέντα, συνίστατο στην εκ μέρους αυτής απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, απασχολήθηκε, όχι ως μαθητευόμενη, αλλά υπό τους ίδιους ακριβώς όρους που εργάζονταν και οι μόνιμοι διοικητικοί υπάλληλοι αυτού, με τους οποίους ασκούσε τα ίδια καθήκοντα, τελούσε δε υπό τις δεσμευτικές για εκείνους οδηγίες του τρίτου εναγομένου σχετικά με τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας της.

Συγκεκριμένα η αρχικώς ενάγουσα κατά το διάστημα της απασχόλησής της μετέβαινε από Δευτέρα έως και Παρασκευή στο "ΙΚΑ Αθήνας", στην οικονομική Διεύθυνση του συναλλακτικού τμήματος, και ασκούσε, με την ανωτέρω ειδικότητά της, απασχολούμενη ημερησίως από ώρα 07.30 μέχρι 14.30 τα ανατιθέμενα καθήκοντά της, συνιστάμενα στην έγκριση ενταλμάτων πληρωμής ιατρών, διαγνωστικών κέντρων, φαρμακευτικών εταιρειών και δημοσίων νοσοκομείων, στην έκδοση τραπεζικών επιταγών για την πληρωμή των ενταλμάτων πληρωμής ιατρών, διαγνωστικών κέντρων κλπ, στην απόδοση και πληρωμή του εφάπαξ στους συνταξιούχους του ΙΚΑ, στην καταχώριση ενταλμάτων πληρωμής, στην ενταλματοποίηση και πληρωμή των φαρμάκων, στην απόδοση ενταλμάτων για εξωτερικούς συνεργάτες (εταιρείες πετρελαίου, χαρτικής ύλης κλπ), στην απόδοση νοσηλείων εξωτερικού, στην αναζήτηση μέσω συστήματος OPS για μεταγενέστερες πληρωμές, στον έλεγχο τιμολογίων του ΟΤΕ για την ενταλματοποίησή τους, στην τηλεφωνική εξυπηρέτηση του ασφαλιστικού κοινού, στην ημερήσια καταγραφή επιταγών και απόδοσή τους στον Προϊστάμενο για να συμφωνηθεί το τελικό ποσό με τους ταμίες, στην απόδοση υπερωριών και εξόδων μετακίνησης των ιατρών του ΙΚΑ, στην πληρωμή συντάξεων και στις παρακρατήσεις φόρου από Δημόσια Νοσοκομεία και διαγνωστικά κέντρα, τα οποία είχαν οφειλές προς το Δημόσιο.

Από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των ανωτέρω καθηκόντων της αρχικώς ενάγουσας καθίσταται προφανές ότι η σχέση που συνέδεε αυτήν με το τρίτο εναγόμενο είχε τα χαρακτηριστικά, όχι μαθητείας, αλλά εξαρτημένης εργασίας. Επομένως, η ένδικη σύμβαση της αρχικώς ενάγουσας λειτουργούσε στην πραγματικότητα, ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι μαθητείας, η οποία όμως, όπως αναφέρεται στη σκέψη που πιο πάνω εκτίθεται, είναι άκυρη.

Λόγω της ακυρότητας της ένδικης σύμβασης εργασίας, μεταξύ των διαδίκων υπήρχε, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, απλή σχέση εργασίας, για την οποία το τρίτο εναγόμενο δεν οφείλει να καταβάλει στην αρχικώς ενάγουσα τη νόμιμη αμοιβή της, αλλά αποζημίωση κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, ίση με την ωφέλεια που αυτό αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία της.

Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στη νόμιμη αμοιβή που θα κατέβαλε το τρίτο εναγόμενο σ' άλλο εργαζόμενο, με τα ίδια με την αρχικώς ενάγουσα επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες, που θα προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1α, 2, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 7, 9 παρ. 1-4 και 12 παρ. 1-2 Ν. 3205/2003 και 6 παρ. 1 και 3 Ν. 3670/2008 (βασικός μισθός και κίνητρο απόδοσης), χωρίς να υπολογίζονται, παροχές που οφείλονται σε ιδιαίτερες προσωπικές ιδιότητες της αρχικώς ενάγουσας (πολυετία και επιδόματα), ούτε το ποσό των 176 Ευρώ, ως προσωπική διαφορά του άρθρου 14 Ν. 3026/2002, καθόσον η αρχικώς ενάγουσα (ως προς την τελευταία παροχή) δεν επικαλείται ότι η εν λόγω παροχή καταβάλλεται στους μόνιμους υπαλλήλους του ΙΚΑ και ότι χορηγήθηκε σ' αυτούς νομίμως (άρθρο 14 Ν. 3016/2002, άρθρο 24 παρ. 2, 28 παρ. 4 Ν. 3205/2003 και άρθρ. 2 παρ. 3 Ν. 3336/ 2005).

Επομένως, η εν λόγω ωφέλεια του τρίτου εναγόμενου από την εργασία της αρχικώς ενάγουσας κατά το επίδικο διάστημα (από 29.9.2009 μέχρι 28.3.2011) ανέρχεται στα ακόλουθα ποσά, που προκύπτουν από τη διαφορά μεταξύ των νομίμων αποδοχών που προβλέπουν οι ανωτέρω διατάξεις και αυτών που καταβλήθηκαν στην αρχικώς ενάγουσα, τα οποία οφείλει να καταβάλει το τρίτο εναγόμενο στην αρχικώς ενάγουσα, καθώς επίσης οφείλει να της καταβάλει για το ίδιο χρονικό διάστημα και τα επιδόματα εορτών και αδείας...".

Υπό τις άνω παραδοχές εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία μετά από εξαφάνιση της ως άνω απόφασης με αριθμό 3542/2014 του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή στο σύνολό της ως μη νόμιμη, δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού και επιδίκασε στους αναιρεσείοντες για διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 29.9.2009 έως 28.3.2011 και επιδόματα εορτών και αδείας, τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά.

Έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι νόμιμη κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού και δέχθηκε αυτή εν μέρει κατ' ουσίαν, ως προαναφέρθηκε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 904 και 908 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.

του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1945, και τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 εδ. α' και β' και 15 εδ. α' και β' Ν. 2639/1998, 14 παρ. 2 περ. κα' Ν. 2190/1994, επιδικάζοντας τα ανωτέρω, καθ' όσον σύμφωνα με τις προρρηθείσες διατάξεις, το αναιρεσείον, ως καθιστάμενο αδικαιολόγητα πλουσιότερο, υποχρεούται στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισε από την εργασία των αναιρεσιβλήτων και η οποία συνίσταται στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα αυτών, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικά στην προσωπική κατάσταση των εργαζομένων και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος - εναγομένου ΝΠΔΔ ότι δεν είναι νόμιμη η αγωγή κατά την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, με τον οποίο προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 180 παρ. 1, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, δοθέντος ότι η δικαστική δαπάνη δεν θα επιδικαστεί μειωμένη γιατί η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος δεν διεξάγεται από το ΝΣΚ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.10.2019 αίτηση αναίρεσης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία " Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)" Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ