Supreme Court partially allows appeal against labor court award, ordering partial payment of leave allowance and costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a second-instance labor court decision. The court found the lower court erred in evaluating evidence regarding the employer's refusal to grant annual leave, deeming the witness testimony insufficient to prove the leave was denied. Consequently, the court set aside the lower court's dismissal of the claim for additional leave pay and ordered the employers to pay the appellant €1,688 plus a lump sum of €3,054.20, while also assigning partial liability for legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 535, 559, 178, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially set aside a lower court judgment if the evidence evaluation was erroneous, allowing the case to be retried on specific claims while ordering partial payment of damages and costs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 894 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 894/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Ράπτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 857/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4350/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 22-12-2008 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1322/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε κατά τα αναφερόμενα κεφάλαιά της την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση κατά τα κεφάλαια αυτά, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 5902/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-5-2013 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1211/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρεί την ανωτέρω απόφαση και κρατεί την υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 22-7-2014 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 4-3-2014 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Στυλιανή Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση, και την απόρριψη του πρώτου λόγου, της από 8-5-2013 αίτησης, για αναίρεση της 5902/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 22-7-2014 κλήση του ενάγοντος-εκκαλούντος Δ. Χ. νόμιμα φέρεται προς ουσιαστική εκδίκαση η κρινόμενη υπόθεση επί της από 26-5-2005 έφεσης του εκκαλούντος, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1211/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αφ' ενός μεν αναιρέθηκε, κατά τα ανωτέρω, ειδικότερα, εκτιθέμενα, η υπ' αριθμ. 5902/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που είχε δικάσει μετά από αναίρεση της 4350/2006 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, αφ' ετέρου δε παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικ. με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4055/2012, ενόψει του ότι επρόκειτο για παραδοχή δεύτερης αναίρεσης στο παρόν δικαστήριο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη καλών-εκκαλών, με την από 9-3-2004 αγωγή του ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον εκάστη, οφείλουν να του καταβάλουν το συνολικό ποσό των 222.819 ευρώ εκ του οποίου, καταψηφιστικά, το ποσό των 12.050 ευρώ, για τις αναφερόμενες σ' αυτή διαφορές από την παροχή εργασίας του, κατά το χρονικό διάστημα, από 2-6-1999 μέχρι 30-11-2001.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 857/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επί ασκηθείσας δε εφέσεως και προσθέτων λόγων εφέσεως, από τον ενάγοντα κατ' αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4350/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που μετά παραδοχή αυτών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε τις εναγόμενες εις ολόκληρον εκάστη, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 10.362 ευρώ και επί ασκηθείσας αιτήσεως αναιρέσεως από τον τελευταίο κατ' αυτής εκδόθηκε η 1322/2010 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αίτηση αναιρέσεως αναιρέθηκε κατά το μέρος αυτό η ρηθείσα απόφαση του Εφετείου για λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
και παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Ειδικότερα, με την αναιρετική απόφαση έγινε δεκτό ότι το Εφετείο, δεχόμενο ανέλεγκτα ότι: Ο ενάγων, προσελήφθη από τις εναγόμενες στις 2-6-1999, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως χειριστής εκσκαπτικών μηχανημάτων, με τόπο εργασίας το ...
και με αποδοχές τις από το νόμο προβλεπόμενες, πραγματοποίησε δε έως 30-11-2001, που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του (εκτός των άλλων): Α) Εργασία σε 67 Κυριακές για την οποία δικαιούται συνολικό ποσό 2.920,30 ευρώ. 'Ότι, για όλες τις αιτίες που αναφέρονται στην απόφαση, δικαιούται για το επίδικο χρονικό διάστημα το ποσό των 47.115,62 ευρώ, αντί του οποίου καταβλήθηκε στον ενάγοντα το υπέρτερο συνολικό ποσό των 56.586 ευρώ. 'Ότι με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, επειδή το συνολικό καταβληθέν ποσό ήταν ανώτερο του συνολικού δικαιουμένου ποσού, δέχθηκε κατά παραδοχή σχετικής ένστασης των εναγομένων ότι με την καταβολή αυτή εξοφλήθηκε και το δικαιούμενο ποσό για προσαύξηση εργασίας 75% κατά Κυριακές και απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγική αυτή αξίωση. 'Ότι κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες αυτό ζήτημα της πληρωμής της προσαύξησης 75% των Κυριακών και ωρών εργασίας του, κατά μήνα.
Ειδικότερα, ότι, α) δεν αναφέρει το ποσό που κατά μήνα καταβαλλόταν στον αναιρεσείοντα για προσαύξηση 75% για την εργασία του που δέχθηκε ότι παρείχε κατά τις Κυριακές ούτε, έστω εκείνο που καταβλήθηκε συνολικώς για την ίδια αιτία, ώστε να κριθεί εάν επήλθε μερική ή ολική απόσβεση με καταβολή της αξίωσης αυτής, β) ενώ έκρινε ότι το ποσό των 2.990,30 ευρώ, που δέχθηκε ότι ο ενάγων (αναιρεσείων) δικαιούται για προσαύξηση 75% εξοφλήθηκε με την καταβολή υπέρτερου συνολικού ποσού 56.586 ευρώ, δεν καθίσταται σαφές αν καταβλήθηκε συγκεκριμένο ποσό και ποίο απ' το συνολικό ποσό των 56.586 ευρώ που να αφορούσε την καταβολή προς εξόφληση των 2.990,30 ευρώ, ούτε αναφέρει αν υπήρξε συμφωνία καταλογισμού της προσαύξησης αυτής στις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές. 'Ότι, περαιτέρω ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του ισχυρίσθηκε (μεταξύ άλλων) ότι δεν του χορηγήθηκε η προβλεπόμενη ετήσια άδεια τόσο κατά το έτος 2000, όσο και κατά το έτος 2001, ζήτησε δε εκ του λόγου αυτού τα κατά νόμο οφειλόμενα (μισθό αδείας, προσαυξημένο καθώς και διαφορά του καταβληθέντος επιδόματος αδείας).
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε αυτούσια την άδειά του, για τα δύο αυτά έτη και απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμη την αγωγική αυτή αξίωση χωρίς όμως να διαλαμβάνει αιτιολογίες αν έλαβε και αποδοχές αδείας, το αίτημα των οποίων επίσης απορρίφθηκε σιωπηρώς, πότε έλαβε τις άδειές του, ούτως ώστε να ελεγχθεί η ορθότητά του αποδεικτικού του πορίσματος σχετικά με τους ως άνω αγωγικούς ισχυρισμούς (για μη χορήγηση της ετήσιας άδειάς του των αποδοχών και αποζημίωσης άδειας), τους οποίους απέρριψε, στέρησε από την προσβαλλόμενη την αναγκαία νόμιμη βάση με ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 3 ΑΝ 539/45 και 1 παρ. 2 Ν. 4504/1966 που εφήρμοσε τις οποίες έτσι παραβίασε (βλ. 1211/2014 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου).
Ακολούθως το Εφετείο δικάζοντας ως δικαστήριο της παραπομπής την ένδικη υπόθεση κατά το μέρος που αναιρέθηκε, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα: Α) Σε όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σύμβασης ο ενάγων εργάσθηκε 67 Κυριακές. Για την εργασία του αυτή για την οφειλόμενη προσαύξηση ποσοστού 75% για την οκτάωρη απασχόλησή του στις ημέρες Κυριακής δικαιούται:
α) για το χρονικό διάστημα από 2-6-1999 έως 31-12-1999 (403.795 δρχ. μηνιαίος μισθός: 25 x 75%) x 15 Κυριακές = 181.707 δρχ. (533,26 ευρώ), β) από 1-1-2000 μέχρι 30-6-2000 (415.960 δρχ. μηνιαίος μισθός: 25 x 75%) x 15 Κυριακές = 187.182 δρχ. (549,32 ευρώ), γ) από 1-7-2000 έως 31-12-2000 (429.149 δρχ. μηνιαίος μισθός: 25 x 75%) x 13 Κυριακές = 164.638 δρχ. (483,16 ευρώ) και δ) από 1-1-2001 έως 31-11-2001 (443.257 δρχ.
μηνιαίος μισθός: 25 x 75 %) x 24 Κυριακές = 319.145 δρχ. (936,60 ευρώ), ήτοι ο ενάγων δικαιούται από την πιο πάνω αιτία το συνολικό ποσό των 2.502,34 ευρώ. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έχει εξοφληθεί κάθε απαίτηση του ενάγοντος από την εργασία του κατά τις Κυριακές, καθόσον αυτός για όλες τις αγωγικές αξιώσεις του συμπεριλαμβανομένης και της πληρωμής της προσαύξησης 75% των Κυριακών έχει λάβει συνολικά ?56.292,90 ευρώ, ενώ δικαιούταν να λάβει 47.115,62 ευρώ, ήτοι έλαβε επί πλέον 9.177,28 ευρώ.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι οι επικαλούμενες καταβολές δεν αποδεικνύονται από κάποιο πειστικό αποδεικτικό μέσο ούτε από τις αποδείξεις πληρωμής, στις οποίες δεν έχει καταχωρηθεί κανένα ποσό για τις Κυριακές. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι έχει εξοφληθεί η ένδικη απαίτηση χωρίς να αναφέρει ποιό είναι εκείνο ακριβώς το ποσό που καταβλήθηκε συνολικά , ώστε να κριθεί αν επήλθε μερική ή ολική απόσβεση με καταβολή της αξίωσης (416 ΑΚ) εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις.
Β) Ο ενάγων εργαζόταν κατά το σύστημα της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και δικαιούταν λόγω του χρόνου προϋπηρεσίας του κανονική άδεια ανάπαυσης 30 εργασίμων ημερών για καθένα των ετών 2000 και 2001. Η εναγομένη δεν χορήγησε στον ενάγοντα την άδεια ανάπαυσης για τα έτη 2000 και 2001 και δεν κατέβαλε σ' αυτόν τις αποδοχές αδείας για αυτά και ως εκ τούτου του οφείλονται:
α) για το έτος 2000: 415.960 δρχ. βασικός μισθός:2=207.98 δρχ. (0,61 ευρώ) και β) για το έτος 2001: 443.257 δρχ. βασικός μισθός:2=221.62 δρχ (0,65 ευρώ) και συνολικά (0.61+0,65=) 1,26 ευρώ. Επίσης, όσον αφορά το επίδομα αδείας των παραπάνω ετών, ο ενάγων, για το έτος 2000 δικαιούταν το ποσό των 266.34 δραχμών και έναντι αυτών έλαβε 219.221 δρχ., ήτοι 47.123 δρχ.
λιγότερο απ' αυτό που δικαιούταν και για το έτος 2001, δικαιούταν να λάβει 333.607 δρχ. και έλαβε 220.659 δρχ. καθώς και 109.575 δρχ., ως αποζημίωση αδείας που δεν έλαβε, λόγω της απόλυσής του και συνολικά 330.234 δρχ. και συνεπώς έλαβε 3.373 δρχ. λιγότερο απ' αυτό που δικαιούταν. Επομένως ο ενάγων δικαιούται να λάβει, για την παραπάνω αιτία το συνολικό ποσό των (47.123 + 3.373 δρχ. =) 50.946 δρχ. (0,15 ευρώ).
Με βάση τα ανωτέρω ο ενάγων για τις προαναφερθείσες αιτίες δικαιούται να λάβει το συνολικό ποσό των (1,26 Ε + 0,15 Ε=) 1,41 ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε την άδειά του για τα δύο αυτά έτη, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, δεχόμενο όμως τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι έλαβε το επίδομα αδείας των ετών 2000 και 2001 και απορρίπτοντας σιωπηρά το αίτημα για επιδίκαση των αποδοχών αδείας των ανωτέρω ετών, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις.
Κατάληξε δε το Εφετείο, ως δικαστήριο παραπομπής (με την 5902/2012 απόφασή του) ότι, κατά παραδοχή της εφέσεως του ενάγοντος, πρέπει να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση κατά τις άνω διατάξεις της, δικάζοντας δε επί της αγωγής, κατά το άνω μέρος, δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη αυτή και υποχρέωσε τις εναγόμενες, εις ολόκληρον εκάστη, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των (2.502,34+1,41=) 2.503.75 ευρώ.
Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, καθόσον αφορά το, ως άνω, υπό στοιχ. Α ) σκέλος της προσβαλλόμενης δεχόμενο ότι η αξίωση του ενάγοντος για προσαύξηση 75% λόγω παροχής εργασίας κατά Κυριακή, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 2.502,34 ευρώ, .. παραβίασε τη δεσμευτικότητα της αναιρετικής απόφασης, αφού μ' αυτήν αναιρέθηκε η 4350/2006 εφετειακή απόφαση, μόνον καθόσον αφορά τη γενομένη δεκτή ένσταση εξοφλήσεως του δικαιουμένου ποσού των ... 2.990.30 ευρώ, που δέχθηκε το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων δικαιούται για προσαύξηση εργασίας 75% κατά τις Κυριακές, για λόγο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19, διότι δεν καθίστατο σαφές αν καταβλήθηκε συγκεκριμένο ποσό και ποιό, από το συνολικό ποσό των 56.586 ευρώ που να αφορούσε την καταβολή προς εξόφληση των 2.990,30 ευρώ, ούτε ανέφερε αν υπήρξε συμφωνία καταλογισμού της προσαύξησης αυτής, ώστε να κριθεί αν επήλθε μερική ή ολική απόσβεση με καταβολή της αξίωσης αυτής ..." ενώ και από την παραδεκτή επισκόπηση της από 22-12-2008 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά της 4350/2006 απόφασης, προκύπτει ότι ο σχετικός αναιρετικός λόγος αφορούσε μόνο την παραδοχή της ένστασης αυτής και όχι το επιδικασθέν για την αιτία αυτή ποσό, ως προς το οποίο η απόφαση αυτή είχε καταστεί αμετάκλητη.
Δεχόμενο το Εφετείο με την προσβαλλόμενη ότι για την αιτία αυτή ο αναιρεσείων δικαιούται διαφορετικό ποσό και δη εκείνο των 2,502, 34 ευρώ υπέπεσε στις αποδιδόμενες αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 16 και 19 και κατά συνέπεια ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, καθόσον αφορά το ως άνω υπό στοιχ.
Β) σκέλος της προσβαλλόμενης, το Εφετείο, προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα στις εφαρμοσθείσες διατάξεις του ν. 539/1945 και της ισχύουσας ΕΓΣΣΕ, τις οποίες παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς τη βασιμότητα ή μη του αγωγικού κονδυλίου, που αφορά την επιδίκαση αξιώσεων για μη χορήγηση της ετήσιας άδειας των ετών 2000 και 2001, των αποδοχών αδείας των ίδιων ετών, της από υπαιτιότητα των εναγομένων μη χορήγησής της, κατά το έτος 2000 και της διαφοράς του καταβληθέντος επιδόματος αδείας, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του αντιφατικώς το μεν ότι: "Ομοίως αποδεικνύεται, δυνάμει δεδικασμένου, ότι ο ενάγων εργαζόταν κατά το σύστημα της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και δικαιούταν, σύμφωνα με το νόμο, λόγω του χρόνου προϋπηρεσίας του κανονική άδεια ανάπαυσης τριάντα (30) εργασίμων ημερών, για καθένα των ετών 2000 και 2001" καθώς και ότι "η εναγομένη δεν χορήγησε στον ενάγοντα την άδεια ανάπαυσης 2000 και 2001 και δεν κατέβαλε σ' αυτόν τις αποδοχές αδείας για τα έτη αυτά", το δε κατά τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας επιμερίζει το βασικό μισθό διά 2, ήτοι για αποδοχές αδείας που αντιστοιχούν σε 15 ημέρες.
Επίσης, ενώ δέχεται ότι: " Ο μισθωτός, κατά τη διάρκεια της άδειας δικαιούται να λάβει από τον εργοδότη τις συνήθεις αποδοχές του, ήτοι τις αποδοχές που θα ελάμβανε εάν πραγματικά απασχολείτο στην επιχείρηση, κατά τον αντίστοιχο χρόνο της άδειάς του" κατά την εξεύρεση των ίδιων αποδοχών, συνυπολογίζει το "βασικό μισθό", χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση, ως προς το αν αποτελούσε ή όχι αυτός και μόνο τις συνήθεις αποδοχές του.
Ομοίως, ενώ δέχεται ότι, "Αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν χορήγησε στον ενάγοντα την άδεια ανάπαυσης για τα έτη 2000 και 2001", ακολούθως διαλαμβάνει ότι "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε την άδειά του για τα δύο αυτά έτη, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις..".
Τέλος, καθόσον αφορά τις αξιώσεις αποδοχών αδείας και διαφοράς επιδόματος αδείας, διέλαβε ελλιπείς κατά τούτο αιτιολογίες, ως προς τον υπολογισμό αυτών και την αναγωγή των δικαιουμένων σε ευρώ, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη των διατάξεων των άρθρων 3 ΑΝ 539/1945 και 1 του ΝΔ 4504/1966, που εφάρμοσε.
Συνακόλουθα ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως με την οποία, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη, η εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες διατάξεις που αναφέρθηκαν και στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή των άνω λόγων να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. 'Ηδη με την από 22-7-2014 κλήση του ενάγοντος-εκκαλούντος νόμιμα φέρεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου της παραπομπής προς ουσιαστική εκδίκαση η κρινόμενη υπόθεση, όπως αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσης, μετά την έκδοση της 1211/2014 αναιρετικής κατά τα παραπάνω, απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που περιέχονται στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο ενάγων προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 2-6-1999, από την κοινοπραξία τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΣΗΡΑΓΓΑΣ ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΟΥ" "ΕΡΓΟΤΑΞΙΟ ΚΑΤΩ ΤΙΘΟΡΕΑΣ ΦΙΘΩΤΙΔΑΣ", της οποίας κοινοπρακτούντα μέλη ήταν οι εταιρείες, α) "Κ.Ι Σ. Α.Ε." που συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως από την πρώτη εναγομένη, καθολική διάδοχό της και β) "ΙΡΙΣ ΑΕ" "ΟΔΩΝ ΚΑΙ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑΤΩΝ" που συγχωνεύθηκαν από την δεύτερη εναγομένη καθολική διάδοχο αυτών και τις ιταλικές εταιρείες "TODINI CONSTRUZIONI GENERALI SA" και "ITINERA CONSTRUZIONI GENERALI SA", με την ειδικότητα του χειριστή εσκαπτικών μηχανημάτων στο έργο των δύο σηράγγων που η κοινοπραξία κατασκεύαζε στο όρος Καλλίδρομο για την διέλευση σιδηροδρομικών τροχιών απ' αυτές.
Σε εκτέλεση της παραπάνω σύμβασης ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στη πρώτη εναγομένη μέχρι την 30-11-2001 οπότε και απολύθηκε. Σε όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σύμβασης, ο ενάγων πραγματοποίησε εργασία σε 67 Κυριακές για τις οποίες δεν του χορηγήθηκε αναπληρωματική ημέρα αναπαύσεως. Ειδικότερα από 2-6-1999 μέχρι 31-12-1999 εργάσθηκε 15 Κυριακές, από 1-1-2000 έως 31-12-2000, 28 Κυριακές και από 1-1-2001 έως 31-11-2001, 24 Κυριακές.
Για την εργασία του αυτή για την οφειλόμενη προσαύξηση ποσοστού 75% δικαιούται το ποσό των 2990,30 ευρώ, όπως δέχθηκε το Εφετείο με την υπ' αριθμ. 4350/2006 απόφασή του, η οποία δεν αναιρέθηκε κατά τούτο και αποτελεί δεδικασμένο. Πρέπει όμως εκ του προαναφερομένου ποσού των 2.990,30 ευρώ, να αφαιρεθεί ποσό 2.503,75 ευρώ που κατέβαλαν οι εναγόμενες, στις 7-6-2013, στον ενάγοντα (2.502,34 ευρώ από προσαύξηση 75% της εργασίας του σε Κυριακές συν 1,41 ευρώ αποδοχές αδείας, όπως ο ενάγων συνομολογεί στην προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεών του και να επιδικασθεί σ' αυτόν για την αιτία αυτή το ποσό των 486,55 (2.990,30 - 2.503,75) ευρώ.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων εργαζόταν κατά το σύστημα της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και δικαιούταν λόγω του χρόνου υπηρεσίας του (πάνω από 15 έτη) κατά την πρόσληψή του, κανονική άδεια ανάπαυσης τριάντα εργασίμων ημερών για καθένα των επιδίκων ετών 2000 και 2001. Επίσης αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν χορήγησε στον ενάγοντα την άδεια ανάπαυσης για τα έτη 2000 και 2001 και δεν κατέβαλε σ' αυτόν τις αποδοχές αδείας για τα δύο αυτά έτη και ως εκ τούτου του οφείλονται τα παρακάτω ποσά:
α) αποδοχές αδείας για το έτος 2000: 30 ημερομίσθια x 21.940 δρχ. ημερήσιες αποδοχές - 445.368 καταβαλλόμενος μισθός + 62.000 δρχ. επίδομα ενοικίου + 6.000 δρχ. το αντίτιμο του γάλακτος + 35.097 δρχ. (προσαύξηση 75% τακτικής εργασίας 2 Κυριακών το μήνα, ήτοι 2.990,30 ευρώ η δικαιούμενη συνολική προσαύξηση 75% στο επίδικο διάστημα δια 29 μήνες πραγματικής εργασίας ίσον 103 ευρώ το μήνα x 340,75 ευρώ ίσον 35.097 δρχ.
δια 25 ίσον 658.200 ή 1.931 ευρώ, β) για αποδοχές αδείας για το έτος 2001: 30 ημερομίσθια x 22.506 δρχ. ημερήσιες αποδοχές - 456.564 καταβαλλόμενος μισθός συν 65.000 δρχ. ευρώ επίδομα ενοικίου συν 6.000 δρχ. αντίτιμο του γάλακτος + 35.097 δρχ. προσαύξηση 75% τακτικής εργασίας του 2 Κυριακών το μήνα δια 25 ίσον 675.180 ή 1981 ευρώ. γ) για επίδομα αδείας έτους 2000 965,5 ευρώ (1931 ευρώ δια 2) - 219221 δρχ.
ή 643,3 ευρώ που έλαβε ίσον 322,2 ευρώ, δ) για επίδομα αδείας 2001 990,5 ευρώ (1981:2) - 220.659 δρχ. + 109.575=330.234 δρχ. ή 969 ευρώ που έλαβε ίσον 21,5 ευρώ.
Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται για όλες τις παραπάνω αιτίες (486,55 + 1931 + 1981 + 322,2 + 21,5) το συνολικό ποσό των 4.742,2 ευρώ. Πρέπει να σημειωθεί ότι το ποσό των 62.000 δρχ. (επίδομα ενοικίου), 6.000 δρχ. (αντίτιμο γάλακτος) και 35.057 δρχ. (προσαύξηση ποσοστού 75% για εργασία κατά Κυριακές, αποτελούσαν συνήθεις αποδοχές, που καταβάλλονταν στον ενάγοντα κατά τη διάρκεια της εργασίας του κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο (βλ. και υπ' αριθμ. 4350/2006 απόφαση του Εφετείου, η οποία δεν αναιρέθηκε κατά τούτο), θεωρούνται πρόσθετες τακτικές αποδοχές που επαυξάνουν το μισθό και ως εκ τούτου συνυπολογίζονται για την εξεύρεση των αποδοχών και του επιδόματος αδείας. Περαιτέρω δεν απεδείχθηκε ότι ο ενάγων ζήτησε από τον εργοδότη την άδεια του έτους 2000 και ότι από υπαιτιότητα αυτού, αρνήθηκε να χορηγήσουν σ' αυτόν την άδεια αυτή, διότι μόνη η ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου Ι. Μ., ο οποίος καταθέτει: "άδεια δεν έπαιρνε ποτέ τη ζήταγε στον εργοταξιάρχη. Του έλεγε ότι έπρεπε να τελειώνει το έργο", η οποία είναι αόριστη και δεν κρίνεται πειστική, διότι ο μάρτυρας αυτός δεν καταθέτει το χρόνο που ζήτησε την άδεια ο ενάγων, ο οποίος σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να ζητήσει τη άδεια αυτή εγγράφως και για τη διαπίστωση της παράλειψης της χορήγησής της από τον εργοδότη να απευθυνθεί σε αρμόδιο υπάλληλο της επιθεώρησης εργασίας.
Συνεπώς απορριπτέο ελέγχεται ως αβάσιμο το σχετικό αγωγικό κονδύλιο αυξημένων αποδοχών αδείας κατά 100%, για τον παραπάνω λόγο, λόγω αστικής ποινής. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε την άδεια και το επίδομα αδείας για τα έτη 2000 και 2001, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις. Για το λόγο αυτό πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμου του πρώτου σκέλους του 10ου λόγου της έφεσης να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τις προεκτεθείσες στο σκεπτικό διατάξεις της που προβλήθηκαν βάσιμα, μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί η από 9-3-2004 αγωγή κατά το προαναφερόμενο μέρος από το παρόν Δικαστήριο (αρθ. 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και σύμφωνα με την παραδεκτή τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα εις ολόκληρον εκάστη ποσό 1688 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες υποχρεούνται να καταβάλλουν εις ολόκληρον εκάστη, στον ενάγοντα, το ποσό των τριών χιλιάδων πενήντα τεσσάρων ευρώ και δύο λεπτών (3054,2) + με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα που έκαστο επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό.
Τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος των εναγομένων, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθ. 178, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων επί της από 26-5-2005 εφέσεως. Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη 857/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό της παρούσης κεφάλαια. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 9-3-2004 αγωγή.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει τις εναγόμενες, εις ολόκληρον την καθεμία να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των χιλίων εξακοσίων ογδόντα οκτώ (1688) ευρώ.
Αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενες είναι υποχρεωμένες εις ολόκληρον η καθεμία, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων πενήντα τεσσάρων (3054,2) ευρώ και δύο λεπτών, όλα δε τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα που κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό.
Καταδικάζει τις εναγόμενες στην πληρωμή ενός μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ