Supreme Court dismisses appeal against single-member court ruling on jurisdictional competence and procedural economy.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the State's appeal against a single-member court decision regarding jurisdictional competence and procedural economy. The State argued that the lower court erred by hearing an appeal that should have been filed with the multi-member court, claiming a procedural defect. The court ruled that the defect was not attributable to the State's own act and that the lower court correctly exercised jurisdiction based on the law at the time of the referral. Consequently, the appeal was dismissed as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561, 562, 573, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a jurisdictional defect is not attributable to the appellant if it stems from the lower court's exercise of authority, and the court of first instance may rule on the appeal if the conditions for jurisdiction were met at the time of referral.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 894 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 894/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Β. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Δεκεμβρίου 2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 201/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 72/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 22 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την 1755/18.10.2012 έκθεση επιδόσεως της δικ. επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χίου ..., προκύπτει ότι με εντολή της πληρεξούσιας του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου Εμμανουέλας Πανοπούλου, Παρέδρου ΝΣΚ, το οποίο επισπεύδει την κρινόμενη 12/14-11-2011 αίτηση για αναίρεση της 72/11-4-2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (4.3.2013), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (4.3.2013). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
Με την κρινόμενη 12/14-11-2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 72/11-4-2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την απευθυνόμενη κατά του καθού Ελληνικού Δημοσίου 16/26-12-2007 ανακοπή ο δι' αυτής ανακόπτων και ήδη αναιρεσίβλητος εδίωκε την ακύρωση (α) του 1346/2006 Πρωτοκόλλου Διοικητικής Αποβολής και (β) του 1347/2006 Πρωτοκόλλου Καθορισμού Αποζημιώσεως Αυθαίρετης Χρήσεως Αιγιαλού της Κτηματικής Υπηρεσίας Χίου.
Επί των εν λόγω αντικειμενικώς σωρευομένων (ΚΠολΔ 218§1) και με στοιχ. (α) και (β) χαρακτηριζομένων ανακοπών εκδόθηκε, κατά παραδοχή τους, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η 201/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χίου και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 14/21.01.2009 έφεση του καθού Ελληνικού Δημοσίου, η 72/11-4-2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, με την καταληκτική αιτιολογία ότι δεν συνέτρεξαν οι νόμιμες προϋποθέσεις της κυριότητας, νομής ή κατοχής δυνάμει εννόμου σχέσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου ακινήτου, το οποίο ουδέποτε αποτελούσε τμήμα του αιγιαλού, και η αυτογνώμων κατάληψη του από το αναιρεσίβλητο.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως και ειδικότερα κατά του οριοθετούμενου από τη με στοιχ. (β) ανακοπή κεφαλαίου αυτής εναντιώνεται το ηττηθέν εκκαλούν με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται ο διατυπούμενος δι' αυτής μοναδικός λόγος αναιρέσεως.
Ειδικότερα, κατά την έννοια και τους ορισμούς του άρθρου 560 αρ.3 περ.β' ΚΠολΔ, ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος στοιχειοθετείται επί αναιρέσεως κατά αποφάσεως Πρωτοδικείου, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε εσφαλμένα την ιδία αυτού αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα, σε αντιδιαστολή με την αυτή πλημμέλεια του αναφορικά με την αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έστω και αν απέρριψε σχετικό λόγο εφέσεως.
Ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός αφορά την δημοσία τάξη και επομένως παραδεκτά προτείνεται το πρώτον κατά την αναιρετική διαδικασία, εφόσον τα θεμελιωτικά αυτού πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση ή τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας. Ο χαρακτήρας αυτός των περί της καθύλη αρμοδιότητας διατάξεων επιτάσσει στο δικαστήριο την υποχρέωση αυτεπάγγελτης έρευνας της ιδίας αυτού αρμοδιότητας και σε αρνητική περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως στο αρμόδιο καθύλη προς εκδίκαση της δικαστήριο.
Η υποχρέωση αυτή ατονεί όταν, προκειμένου περί ενδίκου μέσου, στη συγκεκριμένη περίπτωση η παραπομπή αυτή είναι προφανώς άσκοπη και έτσι, προς εξυπηρέτηση της αρχής της οικονομίας της δίκης, από την οποία αυτή διέπεται και την πραγμάτωση της οποίας αποσκοπούν οι ρυθμίσεις του ΚΠολΔ, επιτρέπεται η άμεση και χωρίς περαιτέρω έρευνα απόρριψη του ενδίκου μέσου.
Εξάλλου, κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν.5895/33, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 αν.ν. 1540/38, 19 αν.ν. 1919/39, 2 αν.ν. 1925/51 και 5 παρ.4 του αν.ν. 263/1968, σε βάρος εκείνων, που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιων κτημάτων, βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση (παρ.1).
Η αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντες εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση.
Παρά την κατά τις διατάξεις των άρθρων 115§2 του δ/τος της 11/12-11-1929 και 699 ΚΠολΔ απαγόρευση ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου ή του Προέδρου Πρωτοδικών, που εκδίδεται επί πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως και εκείνων που εκδίδονται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατά την οποία εκδικάζονται οι εν λόγω υποθέσεις κατ' επιταγή του άρθρου 3§§ 1, 2 ΕισΝΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου στις περιπτώσεις που ειδικοί νόμοι παραπέμπουν σε διατάξεις οι οποίες καταργούνται με το νόμο αυτό, από την εισαγωγή του ΚΠολΔ εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του, ενώ στις περιπτώσεις που διατάξεις του Αστικού Κώδικα ή άλλου νόμου παραπέμπουν στην αρμοδιότητα και στην επ' αναφορά διαδικασία γενικά του Προέδρου Πρωτοδικών, από την εισαγωγή του ΚΠολΔ είναι αρμόδιο το Μονομελές Πρωτοδικείο δικάζοντας κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ.
ΚΠολΔ, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, είναι επιτρεπτή η άσκηση των ενδίκων μέσων της εφέσεως και της αναιρέσεως, προεχόντως για τον λόγο ότι πρόκειται για αποφάσεις, με τις οποίες κατά τρόπο οριστικό, με δύναμη δεδικασμένου, επιλύεται η διαφορά και η αξίωση του Ελληνικού Δημοσίου για αποζημίωση κατ' εκείνων οι οποίοι καρπώθηκαν ή έκαναν χρήση δημοσίων κτημάτων, χωρίς συμβατική σχέση, προβλέπεται δε η εκδίκαση των διαφορών αυτών κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων για την ταχύτερη εκδίκαση τους.
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 18 περ.2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 4§1 του ν.3994/2011, στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, κατά την αυτεπάγγελτη έρευνα της καθύλη αρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προς εκδίκαση της με στοιχ. (β) ανακοπής, έκρινε ότι απαραδέκτως σωρεύθηκαν οι με στοιχ. (α) και (β) ανακοπές, ως υπαγόμενη η με στοιχ. (β) ανακοπή στην καθύλη αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και η έφεση του αναιρεσείοντος υπάγεται στην καθύλη αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου.
Παρά ταύτα, το δικαστήριο της ουσίας δεν κηρύχθηκε καθύλη αναρμόδιο και προχώρησε στην εκδίκαση της εφέσεως, και ορθώς, με την απόρριψη της ως κατ' ουσίαν αβάσιμης και κατά την απεύθυνσή της κατά του προσβαλλόμενου με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως με στοιχ. (β) κεφαλαίου της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, ως προφανώς αβάσιμης, σε συνέπεια με τις ουσιαστικές παραδοχές της για την κατ' ουσίαν απόρριψη της εφέσεως κατά την κατεύθυνση της κατά του με στοιχ. (α) κεφαλαίου, για το οποίο αμετακλήτως αποφάνθηκε.
Το προφανές αβάσιμο της εφέσεως αυτής (κατά του Πρωτοκόλλου αυθαίρετου χρήσεως) προκύπτει ως άμεση και αναγκαία συνέπεια της εφέσεως που κρίθηκε αρμοδίως και αμετακλήτως (κατά του Πρωτοκόλλου Διοικητικής αποβολής) ότι, δηλαδή, δεν συνέτρεξαν οι νόμιμες προϋποθέσεις της κυριότητας, νομής και κατοχής δυνάμει εννόμου σχέσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου ακινήτου, το οποίο δεν αποτελούσε τμήμα αιγιαλού ούτε καταλήφθηκε αυτογνωμόνως από τον αναιρεσίβλητον.
Είναι, επομένως προφανές ότι η παραπομπή της υποθέσεως στο αρμόδιο Δικαστήριο προκειμένου να κριθεί η ανακοπή κατά του Πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως για την δήθεν αυθαίρετη χρήση, είναι παντελώς άσκοπη, αφού προϋπόθεση για τον καθορισμό της αποζημιώσεως αυτής είναι η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου και η οικονομία της δίκης επιτρέπει την συμπερασματική αυτή κρίση, που έχει ως συνέπεια την απόρριψη της εφέσεως, να κριθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο.
Άλλωστε δεν συντρέχει λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και παραπομπής της υποθέσεως στο δικαστήριο το οποίο είναι αρμόδιο κατά τον χρόνο της παραπομπής αν το αναρμόδιο δικαστήριο κατέστη ήδη αρμόδιο, όπως στην ερευνώμενη υπόθεση κατά το άρθρο 17Α εδ.1 ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3994/2011, κατά τους ορισμούς του οποίου στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείου υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων της περιφερείας τους.
Επομένως η προβαλλόμενη με το μοναδικό λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 560 αρ.3 περ.β' ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η έφεση του αναιρεσείοντος κατά την απεύθυνσή της κατά του με στοιχ. (β) κεφαλαίου της πρωτοβάθμιας αποφάσεως υπαγόταν στην καθύλη αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου, χωρίς παράλληλα η αποδιδόμενη πλημμέλεια να μπορεί να αποδοθεί σε ίδια αυτού πράξη, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πρόκειται για λόγο που αφορά την δημόσια τάξη (ΚΠολΔ 562§3), ενόψει της δικονομικής του αδυναμίας να ασκήσει παράλληλα εφέσεις κατά των με στοιχ (α) και (β) κεφαλαίων, αντίστοιχα, (ΚΠολΔ 514), ελέγχεται ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 12/14-11-2011 αίτηση για αναίρεση της 72/11-4-2011 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ