Legislator Case Law & Legislation
894/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on Article 8 of Article 559 Civil Procedure Code grounds for inadmissibility and lack of merit.

Case Number 894/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by the appellants against the Thessaloniki Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court erred by considering facts not proposed or failing to consider proposed facts under Article 8 of Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court found the appeal inadmissible because the disputed facts were admitted by the appellants through their submissions and were essential to the judgment, while the specific legal argument regarding the unjust enrichment was deemed baseless and unnecessary for the final ruling.

Legislator headnote

AI generated

Article 8 of Article 559 of the Code of Civil Procedure; Article 269 of the Code of Civil Procedure: An appeal under Article 8 of Article 559 is inadmissible if the contested facts were admitted by the appellants through submissions and are essential to the judgment, and the appeal lacks merit as the lower court correctly assessed the evidence.

Keywords

AI generated
Article 8 Article 559 admissibility of appeal essential facts admission of facts unjust enrichment legal merit court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 8 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 269 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 894 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 894/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Μ. του Ι. για τον ιδιο ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα του ανηλίκου γιού του Ι. Μ., κατοίκου ..., 2. Μ. Κ. ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου γιού της Ι. Μ., κατοίκου ... και 3.Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Τομπαΐδη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδη - Γαλάνη, η οποία ανακάλεσε την από 29.04.2011 δήλωσή της για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουνίου 1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32991/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 868/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23.10.2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ` όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.

Εξάλλου, το άρθρο 269 ΚΠολΔ που έχει εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 527 του ίδιου Κώδικα, δεν εφαρμόζεται για την άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, δεδομένου ότι οι αρνητικοί ισχυρισμοί δεν αποτελούν μέσο άμυνας υπό την έννοια της διατάξεως αυτής και μπορούν να προβληθούν και αργότερα και ενώπιον του εφετείου ως λόγοι έφεσης, οπότε οι τελευταίοι είναι "πράγματα" και ορθώς το δικαστήριο τους λαμβάνει υπόψη.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 335 και 914 του ΑΚ προκύπτει, ότι η οφειλόμενη βάσει των διατάξεων αυτών αποζημίωση περιλαμβάνει τη διαφορά ανάμεσα στην τωρινή περιουσιακή κατάσταση αυτού που ζημιώθηκε και σε εκείνη, στην οποία θα βρισκόταν, αν το γεγονός που έφερε τη ζημία δεν είχε συμβεί.

Για το λόγο αυτό, όταν από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και κάποια ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με αυτό, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας (Ολ.ΑΠ 807/73, ΑΠ 1213/2001). Ο ισχυρισμός δε του υπόχρεου προς αποζημίωση από αδικοπραξία, ότι ο παθών δεν υπέστη ζημία ή ότι η ζημία του είναι μικρότερη, ενόψει της ωφέλειας αυτού, η οποία τελεί μεν σε αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο γεγονός, προέκυψε όμως από την παρεμβολή έκτακτων περιστατικών και όχι ως γεγονός πρόσφορο να παραγάγει την ωφέλεια, συνιστά άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση καταλυτική της αγωγικής αξιώσεως, και συνεπώς για την προβολή του δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 1781/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 23-6-1999 αγωγή που άσκησαν οι αρχικώς ενάγοντες, στην δικονομική θέση των οποίων υπεισήλθαν μετά το θάνατό τους οι αναιρεσείοντες, ισχυρίσθηκαν ότι στο αναφερόμενο υποκατάστημα της δεύτερης των εναγομένων (ήδη αναιρεσίβλητης), στη Θεσσαλονίκη, διατηρούσαν λογαριασμούς ταμιευτηρίου και προθεσμιακούς, είχαν επενδύσεις σε αμοιβαία κεφάλαια και διατηρούσαν πράξεις αγοραπωλησίας τίτλων με δικαίωμα επαναγοράς (REPOS).

Ότι, ο πρώτος εναγόμενος (δεν είναι πλέον διάδικος), Μ. Μ., ο οποίος τελούσε σε σχέση προστήσεως με τη δεύτερη των εναγομένων τραπεζική εταιρία, ως υπάλληλος και υποδιευθυντής του άνω υποκαταστήματός της, προέβαινε, λόγω της ιδιότητός του, σε επενδυτικούς χειρισμούς των κεφαλαίων τους. Ότι αυτός έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη τους, κατά το χρονικό διάστημα από 28-2-1994 έως 29-11-1996, κατόρθωσε είτε υφαρπάζοντας την υπογραφή τους είτε πλαστογραφώντας αυτήν στα σχετικά παραστατικά της τράπεζας, να αναλάβει από τους λογαριασμούς τους, με τις κατάλληλες τραπεζικές πράξεις και λογιστικές εγγραφές, το συνολικό ποσό των 262.257.399 δραχμών, ένα μέρος των οποίων υπεξήρεσε, το δε υπόλοιπο διέθεσε, εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεσή τους σε άγνωστους προς αυτούς τρίτους, με τους τρόπους που διαλαμβάνονται ειδικότερα στο δικόγραφο της αγωγής, σε τρόπον ώστε, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του άνω υπαλλήλου της Τράπεζας, η οποία συνιστά αδικοπραξία, να υποστούν αυτοί (ενάγοντες), ισόποση ζημία, για την αποκατάσταση της οποίας καθίσται υπόχρεη η δεύτερη των εναγομένων ως προστήσασα τον άνω μη διάδικο πλέον υπάλληλό της.

Ζήτησαν δε κατόπιν αυτών, και του περιορισμού του αιτήματος της αγωγής τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη των εναγομένων του οφείλει το ανωτέρω ποσόν των 262.257.399 δραχμών, ως αποζημίωση, και επίσης, το ποσόν των 10.000.000 δραχμών, στον καθένα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

Με τις από 3-4-2000 προτάσεις που κατέθεσε η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη τράπεζα, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, αρνήθηκε, εκτός των άλλων, και το ύψος της ζημίας των εναγόντων, ισχυριζόμενη ότι από την κίνηση των πάσης φύσεως λογαριασμών των εναγόντων στην Τράπεζα, και μετά τον καταλογισμό των ποσών που έγιναν σ' αυτούς, η απαίτησή τους ανέρχεται στο ποσόν των 39.143.488 δραχμών.

Ακολούθως, κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως, με τις από 23-5-2006 προτάσεις της, η εναγομένη τράπεζα, προέβαλε τον ισχυρισμό, που επανέφερε με το δεύτερο λόγο της έφεσής της και ενώπιον του Εφετείου, ότι οι αρχικοί ενάγοντες ουδεμία ζημία υπέστησαν από την παράνομη δραστηριότητα του υπαλλήλου της Μ.

Μ., διότι, εκτός από το ποσό των 129.626.471 δραχμών από επιταγές και κεφάλαια άλλων καταθετών της που καταλογίσθηκαν στους λογαριασμούς τους και περιόρισαν το έλλειμα αυτών στο ποσό των 34.652.557 δραχμών, ο εκ των εναγόντων, Ι. Μ., εισέπραξε επί πλέον και το ποσό των 70.000.000 δραχμών από την με αριθμό ... επιταγή αυτής (εναγομένης τράπεζας), που εκδόθηκε για λογαριασμό του καταθέτη της Β.

Χ., σε διαταγή τούτου, η οποία οπισθογραφήθηκε εν λευκώ από τον τελευταίο και παραδόθηκε από τον υπάλληλό της Μ. Μ., στα πλαίσια της παράνομης δραστηριότητός του, στον Ι. Μ. (αρχικώς ενάγοντα), ο οποίος εμφάνισε την επιταγή και πληρώθηκε το ποσόν αυτής από την Τράπεζα Εργασίας, με συνέπεια την πλήρη κάλυψη της ζημίας των εναγόντων.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι το Εφετείο, αφενός μεν παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ο οποίος συνιστά ένσταση, και απαραδέκτως προτάθηκε για πρώτη φορά με τις προτάσεις της κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε ακολούθως απαραδέκτως με την έφεσή της ενώπιον του Εφετείου, αφετέρου δε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον εν λόγω ισχυρισμό, που προβλήθηκε οψίμως με τις προτάσεις της εναγομένης κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως.

Όμως, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στον ισχυρισμό αυτό και όσα εκτίθενται στην αρχή της παρούσης σκέψεως, ο τελευταίος (ισχυρισμός), συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ζημίας των εναγόντων ως στοιχείου της ιστορικής βάσης της αγωγής τους που θεμελιώνεται στην αδικοπραξία του άνω προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης τράπεζας και επομένως μπορούσε να προβληθεί και αργότερα, ακόμη δε και ενώπιον του Εφετείου ως λόγος έφεσης, αφού στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου, ορθώς ελήφθη υπόψη από το Εφετείο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτονται στο Εφετείο οι παραπάνω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Από τη διάταξη του άρθρου 261 εδ.β του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνδυαζόμενη με την τυχόν άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων.

Επομένως, αν υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, υποπίπτει στην από το άρθρο 559 αριθ.11 β Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νόμιμα. (Α.Π. 848/06). Εξάλλου, κατά το άρθρο 352 Κ.Πολ.Δ, η ομολογία του διαδίκου προφορική ή γραπτή ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, αντικείμενο δε της ομολογίας μπορεί να είναι όσα πραγματικά γεγονότα έχουν ανάγκη απόδειξης (ΑΠ 956/04).

Εφόσον δε από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει τέτοια ομολογία, την οποία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, ο από το άρθρο 559 αρ. 11β ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος. Εξάλλου, σε περίπτωση που το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως ή επικουρικώς σε ομολογία που δεν υφίσταται, αλυσιτελώς πλήττεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 11β ΚΠολΔ μόνο η τελευταία αιτιολογία.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.β' Κ.Πολ.Δ, διότι παρά τη ρητή άρνηση των αναιρεσειόντων με την προσθήκη των προτάσεών τους κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και των προτάσεών τους ενώπιον του Εφετείου, παρά το νόμο συνήγαγε ομολογία αυτών περί του ότι η είσπραξη του ποσού των 70.000.000 δραχμών από το δικαιοπάροχό τους Ι.

Μ. έγινε χωρίς νόμιμη αιτία ώστε να υπερκαλύπτεται η από την ένδικη αγωγή ζημία τους, ενόψει του ισχυρισμού που προέβαλε η αναιρεσίβλητη κατά τα αναφερόμενα στην δεύτερη σκέψη της παρούσης. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την έρευνα του ως άνω ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Εν σχέσει με τον ισχυρισμό αυτό της εναγομένης τράπεζας αποδείχθηκε ότι, ο προστηθείς απ' αυτήν υπάλληλός της, Μ.

Μ., ως Διευθυντής, αρμόδιος για τη διαχείρηση των κεφαλαίων των μεγαλοκαταθετών του άνω υποκαταστήματός της, μεταξύ των οποίων και οι αρχικοί ενάγοντες αλλά και ο ποδοσφαιριστής του "Ηρακλή" Θεσσαλονίκης, Β. Χ., έπεισε τον τελευταίο να αναλάβει από τον με αριθμό ... προθεσμιακό λογαριασμό που τηρούσε στην εναγομένη τράπεζα, το ποσό των 70.000.000 δραχμών προκειμένου, με βάση απατηλές διαβεβαιώσεις του εν λόγω υπαλλήλου, να αγορασθούν κατ' εντολή του τίτλοι REPOS, ίσης αξίας, προς επωφελέστερη τοποθέτηση των χρημάτων του.

Καθ' υπόδειξη δε τούτου προς δήθεν εκτέλεση της εντολής, ο Β. Χ. οπισθογράφησε εν λευκώ την εκδοθείσα σε διαταγή του ισόποση με αριθμό ... επιταγή της εναγομένης τράπεζας και παρέδωσε αυτή στον Μ. Μ.. Αντί όμως αυτός να αγοράσει με το προϊόν της επιταγής τίτλους REPOS, για λογαριασμό του Β. Χ., παρέδωσε αυτήν στον εκ των εναγόντων, Ι.

Μ., ο οποίος στη συνέχεια την εμφάνισε και εισέπραξε το ποσό της ονομαστικής της αξίας, ήτοι των 70.000.000 δραχμών, από το κατάστημα της ... Θεσσαλονίκης της τράπεζας Εργασίας, διότι πεπλανημένως πίστευε ότι ενσωμάτωνε προϊόν ρευστοποίησης REPOS των εναγόντων που διατηρούσαν και αυτοί στην εναγομένη τράπεζα.

Εκ των υστέρων δε οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν ότι τα χρήματα της επιταγής προήρχοντο από λογαριασμό του Β. Χ., με τον οποίο αυτοί ουδέποτε είχαν συναλλαγή. Περί των ανωτέρω, τα οποία συνομολόγησαν οι εκκαλούντες-εφεσίβλητοι κληρονόμοι των αρχικών εναγόντων τόσο στην προσθήκη των προτάσεών τους, κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, κατέθεσαν αμφότεροι οι μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεως, ήτοι ο υιός των αρχικών εναγόντων και ήδη πρώτος των εκκαλούντων - εφεσιβλήτων, Π.

Μ., και ο Γ. Τ., επιθεωρητής της εναγομένης τράπεζας, η οποία μετ' επικλήσεως προσκόμισε και το σώμα της άνω επιταγής. Άλλωστε, εξαιτίας του περιστατικού αυτού αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης τράπεζας να καταβάλει στο Β. Χ., εκτός των άλλων, και το ποσό των 70.000.000 δραχμών με την υπ' αριθ. 18918/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που κατέστη τελεσίδικη, επικυρωθείσα με την υπ' αριθ. 1788/2006 απόφαση του δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Θεσσαλονίκης).

Συνεπώς, και ενόψει του ότι τόσο οι αρχικοί ενάγοντες όσο και οι εκκαλούντες - εφεσίβλητοι κληρονόμοι τους δεν προέβαλαν νόμιμο δικαίωμα επί του ποσού αυτού, καθίσταται σαφές ότι υπερκαλύφθηκε η προκληθείσα σ' αυτούς ζημία από την παράνομη δραστηριότητα του προστηθέντος υπαλλήλου της τράπεζας, Μ. Μ.".

Εξάλλου, από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), της προσθήκης των προτάσεών των αναιρεσειόντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως, καθώς και τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, προς αντίκρουση της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, αναφορικά με τα όσα επικαλέσθηκε η αναιρεσίβλητη για την είσπραξη από τον δεύτερο των αρχικώς εναγόντων της παραπάνω επιταγής, σαφώς συνομολογείται απ' αυτούς ότι η επιταγή αυτή εισπράχθηκε από τον τελευταίο και ότι επιδιώχθηκε δικαστικά και εις βάρος τους από τον Β.

Χ., ως αποζημίωση, η επιδίκαση του ενσωματούμενου σ' αυτήν ποσού των 70.000.000 δραχμών, αρνούνται όμως την κάλυψη με την είσπραξη της εν λόγω επιταγής της ζημίας τους, υποστηρίζοντες ότι η είσπραξη αυτής δεν έγινε από μη νόμιμη αιτία, ενόψει και της ζημίας που υπέστησαν από τα όσα δικαιούνταν να εισπράξουν οι δικαιοπάροχοί τους από τις προσδοκώμενες επενδύσεις τους, αν δεν ακυρώνονταν αυτές.

Σύμφωνα όμως με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου, έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα από ομολογία των αναιρεσειόντων, αυτά τα οποία συνομολογούν με την προσθήκη των προτάσεών τους, περί του ότι δηλαδή η επίμαχη επιταγή εισπράχθηκε πράγματι από το δικαιοπάροχό τους και ότι επιδιώχθηκε δικαστικά και από αυτούς η ζημία την οποία υπέστη συνεπεία τούτου ο Β.

Χ., όχι δε και ότι το εισπραχθέν κατά τον άνω τρόπο ποσό, εισπράχθηκε χωρίς νόμιμη αιτία, γεγονός το οποίο σαφώς αμφισβήτησαν οι αναιρεσείοντες, για στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλογίσει την ωφέλεια αυτή των αναιρεσειόντων στην επιδιωκόμενη με την ένδικη αγωγή ζημία τους, με την οποία δεν επεδίωκαν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της τελευταίας, αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη από την ακύρωση των επενδύσεων των δικαιοπαρόχων τους.

Επομένως, ο ερευνόμενος αναιρετικός λόγος, είναι προεχόντως απορριπτέος ως αβάσιμος. Πέραν όμως των ανωτέρω, και υπό την εκδοχή ότι αμφισβητείται το σύνολο των περιεχομένων στον άνω ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης πραγματικών γεγονότων, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι, από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την ωφέλεια των αναιρεσειόντων από την πιο πάνω αιτία, την οποία καταλόγισε στη ζημία τους, αφού συνεκτίμησε και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως, τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, και την προσκομισθείσα επίμαχη επιταγή, η αναφορά του δε στην ομολογία των αναιρεσειόντων, είναι επάλληλη-επικουρική.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-10-2008 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 868/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ