Supreme Court dismisses appeal on lease dispute, upholding lower court's rejection of tenant's claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a commercial lease dispute. The tenant argued that the landlord failed to provide necessary documents and that the lease was invalid due to lack of consent, but the court found these arguments unsupported by evidence. Consequently, the court ruled that the tenant remained liable for rent and rejected the appeal on procedural and substantive grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal where the appellant fails to substantiate claims regarding procedural defects or factual errors, and where no grounds for retrial exist.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 894 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 894/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Χριστίνας Τσέτσου και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Γεώργιος Βουκελάτος, ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε, για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 8/3/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 363/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/6/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 19/2/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η διάταξη του άρθρου 280 παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία θεωρείται, ότι δεν εμφανίζεται, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ο διάδικος, που ζητεί μόνο αναβολή, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, καίτοι δεν αναφέρεται στις διατάξεις που παραπέμπει το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι η με αυτό παραπομπή σε ορισμένες διατάξεις του ΚΠολΔ δεν είναι περιοριστική, ενόψει και του γεγονότος ότι ούτε χρήση του στερητικού μορίου "μόνο" γίνεται με το εν λόγω άρθρο 573 παρ. 1, ούτε η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 280 παρ. 2 είναι ασυμβίβαστη προς την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία, αφού στο άρθρο 575 ΚΠολΔ προβλέπεται η δυνατότητα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης, όπως και κατά τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (άρθρ. 241 ΚΠολΔ), ούτε η ρύθμιση εκείνης προσκρούει στις περί ερημοδικίας διατάξεις ενώπιον του Αρείου Πάγου (576 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, εάν κατά την προσδιορισμένη δικάσιμο της υπόθεσης ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την στην αρχή αναφερόμενη δικάσιμο (5-3-2010), ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Γεώργιο Βουκελάτο, ο οποίος παραστάθηκε μόνον για να ζητήσει από το Δικαστήριο τούτο την αναβολή της συζήτησης της αναίρεσης, η οποία δεν έγινε δεκτή από αυτό και, επομένως, ο εν λόγω διάδικος θεωρείται ότι δεν εμφανίσθηκε.
Περαιτέρω, προκύπτει ότι τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης επέσπευσε ο απολειπόμενος αυτός διάδικος (αναιρεσείων), με επίδοση, ύστερα από σχετική παραγγελία της πληρεξούσιου δικηγόρου του Αναστασίας Γιόγλη, (η οποία υπέγραψε και κατέθεσε την αίτηση αναιρέσεως), προς τον αναιρεσίβλητο, ακριβούς αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης, με τις υπάρχουσες σ' αυτήν πράξεις, κατάθεσης και ορισμού δικασίμου αυτής την 8-5-2009, και κλήση προς συζήτηση κατ' αυτήν, από την οποία αναβλήθηκε αυτή για την ως άνω δικάσιμο (5-3-2010).
Πρέπει, συνεπώς, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρών και ο διάδικος αυτός (ΑΠ 506/2009).
ΙΙ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ. 1, 580 και 581 ΑΚ, ο εκμισθωτής δεν ευθύνεται για πραγματικά ελαττώματα, που ο μισθωτής γνώριζε ή αγνοούσε από βαριά αμέλεια κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης ή αν παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο γνωρίζοντας το ελάττωμα. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι ο εκμισθωτής δεν ευθύνεται για πραγματικά ελαττώματα του μισθίου, που εμποδίζουν μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση του, συνεπώς και για το ότι το μίσθιο είναι ακατάλληλο για τη χρήση που συμφωνείται, γιατί δεν έχει την απαιτούμενη άδεια ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας του μισθωτή στο μίσθιο, αν ο μισθωτής κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης μισθώσεως γνώριζε ή από βαριά του αμέλεια αγνοούσε το ελάττωμα αυτό ή αν παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο εν γνώσει του ελαττώματος, (ΑΠ 923/2004).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, (ΟλΑΠ 36/1988). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτει πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται σε συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώ- νεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνούμενης διάταξης του άρθρ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά "Δυνάμει του από 28.1.2005 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης ο Χ1, ενάγων της δεύτερης και εναγόμενος της πρώτης αγωγής, μίσθωσε από τον Ψ1, ενάγοντα της πρώτης και εναγόμενο της δεύτερης αγωγής, ένα ισόγειο κατάστημα της πολυκατοικίας, η οποία βρίσκεται στα ...
και στην οδό ..., εμβαδού 106 τ.μ., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί, κατά τον 6ο όρο του συμφωνητικού αυτού, "για κατάστημα εμπορίας φυτοφαρμάκων, φυτών, ανθέων και γεωργικών ειδών γενικότερα". Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε εξαετής, με έναρξη την 1.2.2005 και λήξη την 31.12.2010, το δε μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 725 ευρώ, με το χαρτόσημο.
Για τη λειτουργία της παραπάνω εμπορικής επιχείρησης απαιτείται έκδοση σχετικής άδειας, σύμφωνα δε με το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. Δ. 220/1973 "περί εμπορίας γεωργικών και κτηνιατρικών φαρμάκων", απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση τέτοιας άδειας-μεταξύ άλλων είναι το ανενόχλητο των περιοίκων, γεγονός το οποίο γνώριζε ο Χ1 κατά την κατάρτιση της μίσθωσης, λόγω της επαγγελματικής δραστηριότητάς του στο ίδιο αντικείμενο επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών.
Παρά ταύτα ο εν λόγω μισθωτής, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων με τον Ψ1, δεν ενδιαφέρθηκε να πληροφορηθεί αν βάσει του Κανονισμού της πολυκατοικίας, όπου βρισκόταν το ένδικο κατάστημα, επιτρεπόταν η χρήση του ως κατάστημα εμπορίας φυτοφαρμάκων ή αν οι ένοικοι της πολυκατοικίας αυτής θα συναινούσαν στη λειτουργία τέτοιας επιχείρησης.
Άλλωστε, οι διαπραγματεύσεις αυτές δεν έγιναν με τον ίδιο τον Ψ1, ιδιοκτήτη του καταστήματος, αλλά με άλλο πρόσωπο, το Φ1, που λειτουργούσε για λογαριασμό του, όπως προκύπτει τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα του μισθωτή, όσο και από όλες τις ένορκες βεβαιώσεις. Και ναι μεν ο γιος του μισθωτή στην προανα- φερόμενη ένορκη βεβαίωσή του, ενώπιον συμβολαιογράφου, ανέφερε ότι ο πατέρας του (μισθωτής) από την αρχή είχε πει στο Φ1 και στον Ψ1 ότι θα χρησιμοποιήσει το κατάστημα για εμπορία φυτοφαρμάκων, για την οποία απαιτείται συναίνεση των ενοίκων της πολυκατοικίας και κανονισμός, που να την επιτρέπει και ότι αυτοί (Φ1 και Ψ1) εγγυήθηκαν για το ότι κανένα πρόβλημα δεν υπήρχε γι' αυτό, ούτε από τους ενοίκους της πολυκατοικίας, ούτε από τον κανονισμό, πλην όμως κρίνεται ότι τα παραπάνω δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ενόψει και της αναφοράς του ίδιου στην ίδια ένορκη βεβαίωση ότι ο πατέρας του έπρεπε να παραδώσει το κατάστημα, όπου στεγαζόταν η επιχείρησή του προηγου- μένως, στον ιδιοκτήτη του και γι' αυτό αναγκάστηκε να βρει άλλο κατάστημα (επίδικο).
Πράγματι, όπως προκύπτει από την, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, προσκομιζόμενη, σε αντίγραφο, υπ' αριθμ. κατάθεσης 875/2003, αγωγή της εταιρίας "... Ο.Ε.", κατά του Χ1 και τα υπ' αριθμ. 5/2004 πρακτικά συνεδρίασης του παραπάνω Δικαστηρίου, ο Χ1, δυνάμει δικαστικού συμβιβασμού, ήταν υποχρεωμένος να αποδώσει στην παραπάνω αντίδικό του εταιρία, μέχρι τις 30.12005, το κατάστημα, που προηγουμένως μίσθωνε, στη συμβολή των οδών ...και ..., για την άσκηση της επιχείρησής του.
Έτσι, υπό την πίεση της ανάγκης εξεύρεσης νέου χώρου, ήρθε σε επαφή με το Φ1, που εκπροσωπούσε τον Ψ1 και, αφού, μέσω αυτού παρέλαβε το κλειδί του ένδικου καταστήματος, μία εβδομάδα πριν ακόμη καταρτιστεί το μισθωτήριο συμβόλαιο, μετέφερε σ' αυτό τα εμπορεύματά του από το κατάστημα που αποχώρησε, (βλ. ένορκες βεβαιώσεις των Ε1 και Ε2).
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι, στην άσκηση επιχεί- ρησης εμπορίας φυτοφαρμάκων στο μίσθιο αντέδρασαν οι ένοικοι της πολυκατοικίας, οι οποίοι στην από 9.2.2005 έκτακτη γενική συνέλευσή τους αποφάσισαν να προβούν στις νόμιμες ενέργειες για την απομάκρυνση της επιχείρησης αυτής από την πολυκατοικία τους και, με την υπ' αριθμ.
πρωτ. ... αίτησή τους, προς τη Διεύθυνση Γεωργίας Ν. Ιωαννίνων, ζήτησαν να διενεργηθεί ο σχετικός νόμιμος έλεγχος της εν λόγω επιχείρησης. Μετά τον έλεγχο, ο οποίος διενεργήθηκε στο μίσθιο στις 22.3.2005 και κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι α) λειτουργούσε αυτό ως κατάστημα εμπορίας φυτοφαρμάκων, χωρίς τη νόμιμη άδεια, β) δεν υπήρχε σύστημα εξαερισμού και λοιπός εξοπλισμός και γ) υπήρχαν ληγμένα φυτοφάρμακα, γνωστοποιήθηκε στο Χ1, με το υπ' αριθμ.
πρωτ. ... έγγραφο της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης Ιωαννίνων, ότι εξαιτίας της έλλειψης της προϋπόθεσης περί του ανενόχλητου των περιοίκων δεν θα του χορηγηθεί άδεια εμπορίας γεωργικών φαρμάκων και κλήθηκε να σταματήσει την εμπορία φυτοφαρμάκων από το συγκεκριμένο κατάστημα. Κατόπιν αυτών και μετά από ανεπιτυχή προσπάθεια να προμηθευτεί άδεια εγκατάστασης εξαερισμού στο μίσθιο, ο Χ1 απομάκρυνε τα φυτοφάρμακα από το μίσθιο, συμμορφούμενος με το προαναφερόμενο έγγραφο της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης και κατόπιν επανελέγχου που διενεργήθηκε δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη γεωργικών φαρμάκων στα ράφια του καταστήματος, κλήθηκε δε αυτός, με το υπ' αριθμ.
πρωτ. ... έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας, να γνωστοποιήσει το χώρο εναπόθεσής τους. Τελικά, επειδή παρά την έλλειψη άδειας εξακολουθούσε να λειτουργεί η εν λόγω επιχείρηση στο μίσθιο, σφραγίστηκε αυτό, κατά- σχέθηκαν τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, επιβλήθηκε στο Χ1 πρόστιμο 3.000 ευρώ και στερήθηκε αυτός για δύο έτη του δικαιώματος απόκτησης άδειας εμπορίας, (βλ.
την υπ' αριθμ. πρωτ. ... του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Γεωργίας). Οι παραπάνω δυσμενείς για την επαγγελματική δραστηριότητα του Χ1 εξελίξεις υπήρξαν αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του ίδιου, ο οποίος λειτουργούσε παράνομα το μίσθιο ως κατάστημα εμπορίας γεωργικών προϊόντων, χωρίς, δηλαδή, να διαθέτει την απαιτούμενη από το νόμο άδεια γι' αυτό.
Εξ άλλου, όπως προαναφέρθηκε, κατά τη σύναψη της ένδικης σύμβασης μίσθωσης επέδειξε αυτός βαρεία αμέλεια, καθόσον αφορά στη συνδρομή της προαναφερόμενης βασικής προϋπόθεσης για την έκδοση της άδειας αυτής, δηλαδή της συναίνεσης των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, την οποία (προϋπόθεση) γνώριζε προδήλως λόγω της πολύχρονης εμπειρίας του στο συγκεκριμένο επάγγελμα, αλλά κυρίως λόγω του ότι στο παρελθόν άσκησε όμοια επιχείρηση σε άλλα καταστήματα, με νόμιμη άδεια, που προμηθεύτηκε με την υποβολή στις αρμόδιες υπηρεσίες των απαιτούμενων δικαιολογητικών, ενώ γνώριζε και τη μη ύπαρξη συστήματος εξαερισμού στο μίσθιο.
Παρά ταύτα, μετέφερε στο μίσθιο κατάστημα τα εμπορεύματά του από το προηγούμενο κατάστημα, από το οποίο ήταν αναγκασμένος να αποχωρήσει, πριν ακόμα καταρτιστεί εγγράφως η ένδικη μίσθωση, και άρχισε να εμπορεύεται γεωργικά φάρμακα παράνομα, δραστηριότητα που συνέχισε για χρονικό διάστημα μερικών μηνών και μετά την έκτακτη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας (9.2.2005) και την προειδοποίηση, που του έγινε από την επόμενη κιόλας ημέρα από τις αρμόδιες αρχές, για το παράνομο της πράξης του αυτής.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, με δεδομένη τη γνωστή στο Χ1 θέση των ενοίκων της πολυκατοικίας να μη επιτρέψουν τη λειτουργία στο μίσθιο επιχείρησης εμπορίας γεωργικών φαρμάκων, είναι αλυσιτελής ο ισχυρισμός του ότι ανέμενε από τον εκμισθωτή να του δώσει τα απαιτούμενα για την έκδοση της άδειας έγγραφα. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο τελευταίος, εκμισθωτής, ούτε κατά την κατάρτιση της σύμβασης, ούτε πριν από αυτή, κατά την παράδοση των κλειδιών του μισθίου καταστήματος, διαβεβαίωσε το Χ1 ότι κανένα πρόβλημα δε θα αντιμετώπιζε από τους συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας ή ότι ο κανονισμός της πολυκατοικίας δεν απαγορεύει τη λειτουργία του μισθίου.
Τέτοια διαβεβαίωση-υπόσχεση ούτε στο μισθωτήριο συμβόλαιο διαλαμβάνεται, ούτε προφορικά δόθηκε ποτέ, είτε από τον εκμισθωτή Ψ1, με τον οποίο άλλωστε δεν ήρθε σε επαφή όταν μετέφερε τα εμπορεύματά του στο μίσθιο, είτε από το Φ1, από τον οποίο παρέλαβε τα κλειδιά. Κατά συνέπεια, είναι βάσιμη η κατ' άρθρο 580 του ΑΚ η ένσταση του Ψ1, ως εναγομένου στη δεύτερη αγωγή, για απαλλαγή του από την ευθύνη για το πραγματικό ελάττωμα του μισθίου περί αδυναμίας έκδοσης άδειας λειτουργίας της επιχείρησης, για την οποία μισθώθηκε αυτό, ώστε δεν οφείλει στον ενάγοντα αποζημίωση για την οποιαδήποτε ζημία του από τη μη εκτέλεση της σύμβασης και ως εκ τούτου η αγωγή ως προς το κεφάλαιο αυτό είναι αβάσιμη.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την παραπάνω καταλυτική της δεύτερης αγωγής ένσταση και δέχθηκε την αγωγή αυτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, ώστε είναι βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της έφεσης (2ος, 3ος, 4ος και 5ος). Περαιτέρω, καθόσον αφορά στην πρώτη αγωγή, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος μισθωτής παρέμεινε στο μίσθιο μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2005, οπότε και απομάκρυνε τα εμπορεύματά του και παρέδωσε στον ενάγοντα τα κλειδιά του μισθίου, χωρίς όμως να καταβάλει τα μισθώματα των μηνών Ιουνίου έως και Σεπτεμβρίου του 2005, (βλ.
ένορκες βεβαιώσεις των Ε1 και Ε2 και την από 30.8.2005 ταχυδρομική επιστολή της πληρεξούσιας δικηγόρου του ενάγοντος προς τον εναγόμενο). Και ισχυρίζεται μεν ο εναγόμενος ότι την 1.6.2005 κατήγγειλε τη σύμβαση μίσθωσης, λόγω του προαναφερόμενου πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, πλην όμως, και αν ακόμη η καταγγελία αυτή πράγματι έγινε, κανένα έννομο αποτέλεσμα δεν επέφερε, αφού δεν εδικαιούτο σε τέτοια καταγγελία, λόγω της έλλειψης ευθύνης του ενάγοντος εκμισθωτή, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν (άρθρο 586 του ΑΚ).
Επομένως, ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το αιτούμενο με την εν λόγω αγωγή ποσό των 2.900 ευρώ (725 Ε χ 4 μήνες), που αντιστοιχεί στους παραπάνω μισθωτικούς μήνες, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, έσφαλε, ώστε είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης (1ος).
Ύστερα από αυτά, εφόσον είναι βάσιμοι οι λόγοι της έφεσης, που αφορούν στην έλλειψη ευθύνης του εκκαλούντος για αποζημίωση του εφεσίβλητου, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως προς το κεφάλαιο αυτό και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το μέρος της με το οποίο έγινε δεκτή η δεύτερη αγωγή ως προς το κονδύλιο της αποζημίωσης για μη εκτέλεση της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, εφόσον δε είναι βάσιμος ο λόγος της έφεσης, που αφορά στο αντικείμενο της πρώτης αγωγής (καταβολή μισθωμάτων), πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως προς το κεφάλαιο αυτό και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή αυτή".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574 έως 578, 586, 173 και 200 ΑΚ, που επικαλείται ο αναιρεσείων, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Το δικαστήριο της ουσίας διατύπωσε σαφές αποδεικτικό πόρισμα, ότι, για τους αναφερόμενους στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση λόγους, ο εκμισθωτής δεν ευθύνεται για την μη έκδοση αδείας λειτουργίας καταστήματος εμπορίας φυτοφαρμάκων, φυτών, ανθέων και γεωργικών ειδών γενικότερα. Το Εφετείο δέχεται, ότι ο μισθωτής, κατά τη σύναψη της ένδικης σύμβασης μισθώσεως, επέδειξε βαρεία αμέλεια, καθόσον αφορά στη συνδρομή της βασικής προϋπόθεσης για την έκδοση της αδείας αυτής, δηλαδή της συναίνεσης των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, την οποία γνώριζε προδήλως, λόγω της πολύχρονης εμπειρίας του στο συγκεκριμένο επάγγελμα,...
ενώ γνώριζε και τη μη ύπαρξη συστήματος εξαερισμού στο μίσθιο. Παρά ταύτα μετέφερε στο μίσθιο κατάστημα τα εμπορεύματά του από το προηγούμενο κατάστημα, από το οποίο ήταν αναγκασμένος να αποχωρήσει, πριν ακόμα καταρτισθεί εγγράφως η ένδικη μίσθωση. Ότι ο μισθωτής παρέμεινε στο μίσθιο μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2005, οπότε απομάκρυνε τα εμπορεύματά του και παρέδωσε στον εκμισθωτή τα κλειδιά του μισθίου, χωρίς να καταβάλλει τα μισθώματα των μηνών Ιουνίου έως και Σεπτεμβρίου 2005.
Το Εφετείο, δέχτηκε ακόμη ότι, η από 1-6-2005 καταγγελία του μισθωτή δεν επέφερε έννομο αποτέλεσμα, λόγω της έλλειψης ευθύνης του εκμισθωτή, που προαναφέρθηκε. Ο αναιρεσείων επικαλείται αδυναμία χρήσεως, λόγω σφραγίσματος, το Μάϊο του 2005, από δημόσια αρχή. Δεν αιτιολογεί, όμως, το λόγο που παρακρατούσε το μίσθιο το επίδικο χρονικό διάστημα.
Κατόπιν τούτου το δικαστήριο της ουσίας ανέλεγκτα δέχτηκε, ότι ο μισθωτής παρέμεινε στο μίσθιο μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2005, παρά την έλλειψη της αδείας λειτουργίας του μισθίου και παρά την έλλειψη ευθύνης του εκμισθωτή, οπότε ο εκμισθωτής δικαιούται τα μισθώματα και ο μισθωτής κωλύεται στην άσκηση υπέρ του των δικαιωμάτων του άρθρου 576 ΑΚ.
Αφού ο μισθωτής παρέμεινε στο μίσθιο το ως άνω χρονικό διάστημα και δεν το απέδιδε στον εκμισθωτή, δεν μπορεί να στηρίξει δικαίω- μα στην τοιαύτη άρνηση έγκαιρης αποδόσεώς του. Το Εφετείο δέχεται, ότι ο εκμισθωτής δεν υποσχέθηκε, ούτε κατά την κατάρτιση της σύμβασης, ούτε πριν από αυτήν, κατά την παράδοση των κλειδιών του μισθίου καταστήματος, ότι κανένα πρόβλημα δεν θα αντιμετώπιζε από τους συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας ή ότι ο κανονισμός της πολυκατοικίας δεν απαγορεύει τη λειτουργία του μισθίου.
Κατά παραδοχή δε της ένστασης του άρθρου 580 ΑΚ, απέρριψε την αξίωση του μισθωτή περί αποζημιώσεώς του. Οι όποιες δε ελλείψεις στην περαιτέρω ανάλυση του αποδεικτικού του πορίσματος, όπως ότι δεν αναφέρει η απόφαση εάν στα δύο προηγούμενα μίσθια καταστήματα, οι ιδιοκτήτες τον προμήθευσαν με όλα τα απαραίτητα έγγραφα και τη συναίνεση των συνιδιοκτητών κλπ, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Τέλος, εφόσον το Εφετείο δέχτηκε, ότι οι όροι του μισθωτηρίου, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ήταν σαφείς, ορθώς δεν προέβη στην ερμηνεία τους, κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως και συγκεκριμένα ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, οι δεύτερος και τρίτος από τον αριθ. 1 και ο τέταρτος από τον αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι.
Τέλος, όλες οι αιτιάσεις του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ενόψει όλων αυτών, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 363/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Μαίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ