Legislator Case Law & Legislation
894/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision regarding employee's right to refuse work as external collaborator.

Case Number 894/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a labor court judgment concerning an employee's claim to refuse work as an external collaborator. The appellant argued the lower court improperly rejected their claim under Article 281 of the Civil Code, while the respondent contended the right did not exist. The court found the lower court's reasoning valid regarding the non-existence of the right but reversed the decision on the specific calculation of damages, remanding the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 281 of the Civil Code; The court must examine the substantive right to refuse work; rejection of the right does not preclude calculation of damages if the right existed.

Keywords

AI generated
Labor Law External Collaborator Civil Code Article 281 Right to Refuse Work Supreme Court Appeal Damages Calculation Labor Dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 44/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 894 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 894/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΝΤΥΠΟΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ..........., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ζάβαλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2236/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6508/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-1-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 6-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου, κατά το πρώτο και έκτο μέρη του, λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του έγγραφα και συγκεκριμένα α) την από 1-12-1998 έγγραφη αναγγελία προσλήψεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, β) την από 1-12-1998 αναγγελία όρων ατομικής συμβάσεως εργασίας αυτού και γ) την από 29-11-2002 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αυτού, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, από τα οποία προέκυπτε ο χρόνος προσλήψεως (1-12-1998) του αναιρεσιβλήτου και η έναρξη της ισχύος της συμβάσεως εργασίας αυτού ως δημοσιογράφου, ως και ο χρόνος καταγγελίας (29-11-2002) της εν λόγω συμβάσεως.

Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη και "τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, χωρίς αμφισβήτηση της γνησιότητάς τους", σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της αποφάσεως-στις οποίες γίνεται σαφής μνεία ότι α) στις 25-10-1997 οι διάδικοι κατάρτισαν προφορικά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσίβλητος, κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-1997 έως 30-11-1998, παρείχε στην αναιρεσείουσα την εργασία του, ως εξωτερικός συντάκτης στην εφημερίδα της "........" και β) τη 1-12-1998 οι διάδικοι κατάρτισαν εγγράφως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσίβλητος παρείχε σ' αυτή την εργασία του, ως εσωτερικός συντάκτης ύλης στην ίδια εφημερίδα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-1998 έως 6-3-2000, οπότε ανεστάλη η ισχύς της εν λόγω συμβάσεως, συνεπεία στρατεύσεως αυτού και από 15-11-2001 έως 29-11-2002, οπότε η αναιρεσείουσα κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση, καταβάλλοντας σ' αυτόν τη σχετική αποζημίωση, ποσού 2.130,34 ευρώ- συνάγεται αναμφίβολα ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονας προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου, που εφάρμοσε. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 416 Α.Κ., η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ενστάσεως εξοφλήσεως είναι το ποσό, που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής.

Ο δικαστικός έλεγχος, ως προς το αν η καταβολή ήταν πλήρης και έγινε απόσβεση του σχετικού χρέους, είναι ανέφικτος, εφόσον στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται μεν το συγκεκριμένο ποσό, που καταβλήθηκε και ο χρόνος της καταβολής του, πλην όμως δεν προσδιορίζεται η αιτία της καταβολής αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής:

Στις 25-10-1997 οι διάδικοι κατάρτισαν προφορικά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσίβλητος (δημοσιογράφος μη μέλος της ΕΣΗΕΑ, πτυχιούχος Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαιδεύσεως) παρείχε την εργασία του στην αναιρεσείουσα (μέλος της ΕΙΗΕΑ) με ελεύθερο ωράριο, κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-1997 έως 30-11-1998, ως εξωτερικός συντάκτης στην ημερήσια, απογευματινή, αθηναϊκή πολιτική εφημερίδα της ".......".

Συγκεκριμένα, ο αναιρεσίβλητος ως εξωτερικός συντάκτης κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, προσερχόταν στα γραφεία της εφημερίδας καθημερινά από τη Δευτέρα μέχρι και την Παρασκευή επί οκτώ ώρες ημερησίως (εκτός Σαββάτου), καθώς και την Κυριακή επί επτά ώρες, ελάμβανε οδηγίες από τον προϊστάμενο του αθλητικού "ρεπορτάζ" ........

για την παρακολούθηση συγκεκριμένων αθλητικών εκδηλώσεων ή για τη λήψη συνεντεύξεων από σημαίνοντα πρόσωπα της αθλητικής επικαιρότητας, ενώ στη συνέχεια παρακολουθούσε τις υποδειχθείσες αθλητικές εκδηλώσεις ή ελάμβανε τις προγραμματισμένες συνεντεύξεις και μετά το πέρας της αποστολής του επέστρεφε στα γραφεία της εφημερίδας, συνέλεγε πληροφορίες και τηλεφωνικώς και συνέτασσε τα σχετικά άρθρα, τα οποία μετά από έλεγχο και έγκριση του προϊσταμένου του και του αρχισυντάκτη δημοσιεύονταν στην εφημερίδα ενυπόγραφα.

Ο μηνιαίος μισθός του συμφωνήθηκε να καθορίζεται και να οφείλεται κατά τις οικείες ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής των συντακτών-μελών της ΕΣΗΕΑ, που προσλαμβάνονται για πρώτη φορά και απασχολούνται σε εφημερίδες-μέλη της ΕΣΗΕΑ. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο, ότι τη 1-12-1998 οι διάδικοι κατάρτισαν εγγράφως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσίβλητος παρείχε την εργασία του στην αναιρεσείουσα, ως εσωτερικός συντάκτης ύλης στην ίδια εφημερίδα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-1998 έως 6-3-2000 (οπότε ανεστάλη η ισχύς της συμβάσεως, συνεπεία στρατεύσεως αυτού, κατά το άρθρο 1 του ν.3514/1928) και από 15-11-2001 (μετά το τέλος της στρατιωτικής θητείας του) έως 29-11-2002, οπότε η αναιρεσείουσα κατάγγειλε τη σύμβαση εγγράφως και με την καταβολή της σχετικής αποζημιώσεως από 2.130,34 ευρώ.

Ο μηνιαίος μισθός αυτού, καθώς και η πρόσθετη αμοιβή του για την αναπλήρωση άλλων συντακτών της εφημερίδας κατά την κανονική ετήσια άδειά τους, συμφωνήθηκε να καθορίζεται και να οφείλεται κατά τις οικείες ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής των συντακτών-μελών της ΕΣΗΕΑ, που απασχολούνται σε εφημερίδες-μέλη της ΕΙΗΕΑ.

Ο αναιρεσίβλητος, ως εσωτερικός συντάκτης ύλης, προσερχόταν στα γραφεία της εφημερίδας καθημερινά από τη Δευτέρα μέχρι και την Παρασκευή, με ελεύθερο ωράριο, επί οκτώ ώρες ημερησίως (εκτός Σαββάτου), καθώς και την Κυριακή επί επτά ώρες και καθοδηγούσε τους εξωτερικούς συντάκτες του πολιτικού "ρεπορτάζ" στην καλύτερη αξιοποίηση και χρήση του δημοσιογραφικού υλικού τους.

Κατά τη μήνα Αύγουστο των ετών 1999 και 2002 ο αναιρεσίβλητος αναπλήρωσε τους συναδέλφους του, εσωτερικούς συντάκτες ύλης στην εφημερίδα, ....... και ........, αντίστοιχα, κατά την κανονική ετήσια άδειά τους. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε, ότι 1) στον εξωτερικό συντάκτη-μέλος της ΕΣΗΕΑ, που προσλαμβάνεται για πρώτη φορά και απασχολείται σε εφημερίδα-μέλος της ΕΙΗΕΑ, άγαμο, χωρίς προϋπηρεσία, ο βασικός μηνιαίος μισθός ανέρχεται α) για τους τρεις πρώτους μήνες στο μισό του βασικού μηνιαίου μισθού του πρώτου κλιμακίου εσωτερικού συντάκτη- "μισθός μαθητείας", ήτοι από 1-11-1997 έως 31-1-1998 σε 102.925 δρχ., β) μετά την πάροδο του "χρόνου μαθητείας" των τριών μηνών από την πρόσληψη και την ένταξη στη μισθολογική κλίμακα, από 1-2-1998 μέχρι 30-9-1998 σε 185.400 δρχ., γ) από 1-10-1998 έως 30-11-1998 σε 196.500 δρχ. (από 26-10-1989) και 2) στον εσωτερικό συντάκτη ύλης-μέλος της ΕΣΗΕΑ, που απασχολείται σε εφημερίδα-μέλος της ΕΙΗΕΑ, άγαμο, με προϋπηρεσία μέχρι δύο έτη και μέχρι τέσσερα έτη ο βασικός μηνιαίος μισθός με το επίδομα θέσεως συντάκτη ύλης 10% ανέρχεται (από 26-10-1989, 16-12-1997, 16-12-2001 και από 10-4-2002 ΣΣΕ) α) από 1-12-1998 έως 30-9-1999 σε 240.020 δρχ., β) από 1-10-1999 έως 31-10-1999 σε 252.020 δρχ., γ) από 1-11-1999 έως 6-3-2000 σε 306.020 δρχ., δ) από 15-11-2001 έως 31-12-2001 σε 322.850 δρχ.

και ε) από 1-1-2002 έως 29-11-2002 σε 1004,30 ευρώ. Ο συντάκτης, που τυχόν αναπληρώνει άλλο συντάκτη κατά την κανονική ετήσια άδειά του, δικαιούται να λάβει πρόσθετη αμοιβή ανάλογη με τις ημέρες αναπληρώσεως και η αμοιβή αυτή υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του αναπληρούντος, όπως καθορίζονται από τις οικείες ΣΣΕ, ήτοι βασικό μισθό και επιδόματα (άρθρ. 5 της από 26-10-1989 ΣΣΕ και 2 της από 16-11-1990 ΣΣΕ).

Μετά ταύτα δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται α) από 1-11-1997 έως 30-11-1998, ως δεδουλευμένες συμφωνημένες αποδοχές, το αναφερόμενο αναλυτικά χρηματικό ποσό, β) από 1-12-199 έως 6-3-2000 και από 15-11-2001 έως 29-11-2002, ως υπόλοιπο δεδουλευμένων συμφωνημένων αποδοχών το αναφερόμενο αναλυτικά χρηματικό ποσό, γ) για το μήνα Αύγουστο των ετών 1999 και 2002, ως πρόσθετη αμοιβή αναπληρώσεως, το επίσης αναλυτικά αναφερόμενο χρηματικό ποσό, δ) ως επίδομα εορτών Πάσχα 1998, υπόλοιπο επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 1998 και Νέου Έτους, υπόλοιπο επιδόματος εορτών Πάσχα 1999, υπόλοιπο επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 1999 και νέου Έτους, υπόλοιπο επιδόματος εορτών Πάσχα 2002, υπόλοιπο αναλογίας επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2002 και Νέου Έτους το αναφερόμενο λεπτομερώς για το καθένα χρηματικό ποσό, ε) ως αμοιβή- αποζημίωση άδειας και επίδομα άδειας 1998, υπόλοιπο αμοιβής-αποζημιώσεως άδειας και επιδόματος άδειας των ετών 1999, 2000 και 2002 το επίσης αναλυτικά αναφερόμενο για το καθένα χρηματικό ποσό και στ) ως υπόλοιπο αποζημιώσεως καταγγελίας το ποσό των 869,16 ευρώ.

Τέλος δέχθηκε το Εφετείο, ότι η ένσταση της αναιρεσείουσας περί εξοφλήσεως με καταβολή των ενδίκων απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 3-11-1997 έως 30-11-1998, είναι ουσιαστικά αβάσιμη, γιατί δεν αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας ούτε από την υπ' αριθ. 16/-10-12-1998 απόδειξη πληρωμής ποσού 3.059.000 δρχ., που προσκομίζει η πρώτη με τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του δευτέρου και αναφέρεται σε απαιτήσεις του αναιρεσιβλήτου από συνεργασία του με την αναιρεσείουσα κατά το χρονικό διάστημα από 3-11-1997 έως 30-11-1998 (όχι από την επίμαχη εργασιακή σχέση).

Κατόπιν των ανωτέρω το Εφετείο, αφού προηγουμένως απέρριψε την ένσταση εξοφλήσεως, ως αβάσιμη στην ουσία της, στη συνέχεια δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας τούτο κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον αφορά την ένσταση εξοφλήσεως, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων εφαρμογής της προαναφερόμενης ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 416 Α.Κ., αφού δεν διευκρινίζει στην εν λόγω απόφασή του την αιτία, για την οποία η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον αντίδικό της στις 10-12-1998 το ποσό των 3.059.000 δρχ., ενόψει του ότι δεν δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-1997 έως 30-11-1998, προσέφερε σ' αυτή και άλλη εργασία και ποια, για την οποία έλαβε το ως άνω χρηματικό ποσό, εκτός από εκείνη του εξωτερικού συντάκτη στην ανωτέρω εφημερίδα της.

Το εν λόγω ζήτημα ασκεί ουσιώδη επίδραση για την εκτίμηση της εξοφλήσεως ή μη των ενδίκων απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 3-11-1997 έως 30-11-1998. Επομένως, ο δεύτερος, κατά τα συναφή πρώτο και έκτο μέρη του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος της, που αφορά την ένσταση εξοφλήσεως των ενδίκων απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου του χρονικού διαστήματος από 3-11-1997 έως 30-11-1998 και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

Κατά τα λοιπά το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των προαναφερόμενων διατάξεων και εκείνων των άρθρων 648 επ. Α.Κ., που εφάρμοσε, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα της καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων των ως άνω συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, εις εκτέλεση των οποίων ο αναιρεσίβλητος προσέφερε στην αντίδικό του τις υπηρεσίες του στην πρώτη περίπτωση ως εξωτερικός συντάκτης και στη δεύτερη περίπτωση ως εσωτερικός συντάκτης ύλης, καθώς επίσης της αναπληρώσεως απ' αυτόν κατά το μήνα Αύγουστο των ετών 1999 και 2002 των αναφερομένων συναδέλφων του κατά την κανονική ετήσια άδεια αυτών, της παροχής απ' αυτόν εργασίας κατά τις Κυριακές επί επτά ώρες καθ' εκάστη, ως και κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-11-1997 έως 30-11-1998, από 1-12-1998 έως 6-3-2000 και από 15-11-2001 έως 29-11-2002, προσμετρουμένου του χρόνου της στρατιωτικής του θητείας από 7-3-2000 έως 14-11-2001 για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως καταγγελίας.

Επομένως, ο δεύτερος, κατά τα λοιπά μέρη του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Επειδή, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα είχε προτείνει παραδεκτώς ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, αρνηθείσα ειδικότερα την ύπαρξη του δικαιώματός του αυτού, αφού για την παροχή της εργασίας του ως εξωτερικού συνεργάτη είχε εισπράξει απ' αυτήν το ποσό των 3.059.000 δρχ.

και ουδέποτε προέβαλε οποιαδήποτε αντίρρηση ή επιφύλαξη σχετικά με τις ένδικες αξιώσεις του. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ένσταση αυτής περί καταχρηστικής ασκήσεως "ανυπάρκτου" δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου είναι μη νόμιμη, διότι η αναιρεσείουσα αρνείται το δικαίωμα του αντιδίκου της, η δε διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν έχει εφαρμογή όταν ο διάδικος αρνείται (απλά ή αιτιολογημένα) να δεχθεί την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου του.

Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν απέρριψε τούτο την αγωγή ή την ένσταση, ως νόμω αβάσιμη (Ολ.

Α.Π. 44/1990). Τέλος, ο αυτός, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.ΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια για μη λήψη υπόψη των ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντων ισχυρισμών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά αποτελούν μέρος των θεμελιούντων την ιστορική βάση της ως άνω ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, τα οποία το Εφετείο απέρριψε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 6.508/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος της αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων είκοσι (720) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ