Legislator Case Law & Legislation
894/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against murder attempt conviction citing insufficient grounds and improper sentencing reduction.

Case Number 894/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's conviction for attempted murder. The appellant argued the lower court failed to properly address mitigating circumstances and applied the law incorrectly regarding sentencing reductions. The court found these arguments inadmissible due to lack of specific factual basis and ruled that the sentencing reduction was legally permissible despite multiple mitigating factors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 299, 42, 83, 85 of the Penal Code; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: An appeal based on vague assertions without specific factual support is inadmissible, and a court is not obligated to address unsubstantiated claims in its reasoning.

Keywords

AI generated
attempted murder conviction inadmissible appeal grounds sentencing reduction rules mitigating circumstances insufficient factual basis

Cited Legislation

AI generated
Article 299 of the Penal Code
Article 42 of the Penal Code
Article 83 of the Penal Code
Article 85 of the Penal Code
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 894 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 894/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρύσανθο Παπούλια, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη-Εισηγητή, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Μιχαήλ Δέτση, Κωνσταντίνο Κούκλη και Γρηγόριο Μάμαλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Τ. του Γ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στις Δικαστικές Φυλακές Κέρκυρας που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Ραγκούση, περί αναιρέσεως της 532-534/2004 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείο Αθηνών. Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 31 Μαρτίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 731/2005.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 299 παρ. 1 και 2 του Π.Κ.: ‘ ‘ 1. Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη (η ποινή του θανάτου έχει καταργηθεί με το άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 2172/1993, αλλά και την τελευταία τροποποίηση του Συντάγματος). 2. Αν η πράξη αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης (από πέντε μέχρι είκοσι χρόνια)’ ‘ .

Αν υπάρχει απόπειρα, υπό την έννοια ότι η πράξη του υπαίτιου περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος (άρθρο 42 παρ. 1 του Π.Κ.), το οποίο όμως δεν ολοκληρώθηκε (και παρέμεινε κόλουρο), κατά την αντικειμενική του υπόσταση, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 83 του Κώδικα, δηλαδή χωρίς μεν βρασμό ψυχικής ορμής, πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, με βρασμό δε ψυχικής ορμής, φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών μέχρι κάθειρξη δώδεκα ετών.

Ως αρχή τέλεσης του εγκλήματος νοείται κάθε ενέργεια του υπαίτιου, η οποία αποτελεί μέρος της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και άγει ευθέως και με βεβαιότητα στην πραγμάτωσή του ή τελεί σε σχέση με αυτό, σε τέτοια άμεση και αναγκαία συνάφεια, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται τμήμα της αντικειμενικής του υπόστασης, προς την οποία οδηγεί αμέσως, αν δεν ανακοπεί από οποιοδήποτε λόγο, ανεξάρτητο βέβαια από τη θέληση του υπαίτιου.

Η σκόπευση πάντως και ο πυροβολισμός του θύματος, αποτελεί αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, εφόσον δε υπάρχει και ανθρωποκτόνος πρόθεση, τιμωρείται ως απόπειρα ανθρωποκτονίας από πρόθεση. Η ίδια ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών μέχρι κάθειρξη δώδεκα ετών, επιβάλλεται και στην περίπτωση αναγνωρίσεως καταστάσεως ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, του άρθρου 36 του Π.Κ.

ή ελαφρυντικού ή ελαφρυντικών, του άρθρου 84 παρ. 2 του Κώδικα. Σε περίπτωση δε υπάρξεως απόπειρας και συνδρομής ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό και ελαφρυντικής ή ελαφρυντικών περιστάσεων ή συνδρομής πλειόνων ελαφρυντικών περιστάσεων, η ποινή μειώνεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 85 του Π.Κ., μία μόνο φορά, αφού όμως συνεκτιμηθούν όλοι μαζί οι λόγοι μειώσεως της ποινής και δεν γίνεται, επανειλημμένη διαδοχικά μείωση.

Το έγκλημα προϋποθέτει αντικειμενικά την αφαίρεση της ζωής άλλου, με θετική ενέργεια ή ακόμη και με παράλειψη ενέργειας που οφείλεται από το νόμο και υποκειμενικά δόλο, που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση των στοιχείων της πράξεως, της θανάτωσης δηλαδή του άλλου. Αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, με την έννοια ότι ο δράστης δεν θέλει μεν, αποδέχεται όμως ως ενδεχόμενο, το αποτέλεσμα της θανατώσεως του άλλου.

Η ανθρωποκτόνος πρόθεση του δράστη αποδεικνύεται εμμέσως, από τον τρόπο με τον οποίο αυτός ενήργησε, το μέσο που χρησιμοποίησε και τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και δεν είναι αντικείμενο χωριστής απόδειξης. Η ύπαρξη βρασμού ψυχικής ορμής προϋποθέτει, αιφνίδια υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος από υποκειμενική άποψη, δηλαδή έστω και αν δεν δικαιολογείται αντικειμενικά (η υπερδιέγερση), που όμως οδηγεί αναγκαία σε τέτοια ψυχική κατάσταση, η οποία χωρίς να φθάνει σε διατάραξη συνειδήσεως, που να αποκλείει ή να μειώνει τον καταλογισμό, αποκλείει ωστόσο τη δυνατότητα του δράστη, να σταθμίσει τα αίτια που ωθούν στην πράξη και εκείνα που απωθούν από αυτή.

Δεν αρκεί δηλαδή, οποιαδήποτε αιφνίδια υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματος. Η κατάσταση δε βρασμού ψυχικής ορμής, πρέπει να υπάρχει τόσο κατά το χρόνο που αποφασίσθηκε η πράξη, όσο και κατά το χρόνο που εκτελέσθηκε, διαφορετικά, αν δηλαδή υπάρχει μόνον κατά τον ένα χρόνο και η πράξη αποφασίσθηκε ή εκτελέσθηκε, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, δεν ασκεί επιρροή και δεν μπορεί να γίνει λόγος για βρασμό ψυχικής ορμής.

Η ύπαρξη καταστάσεως ελαττωμένου καταλογισμού προϋποθέτει, κατά το άρθρο 36 του Π.Κ., σημαντική μείωση της ικανότητας για καταλογισμό, της ικανότητας δηλαδή αντιλήψεως του αδίκου της πράξεως και της ενέργειας κατά την περί αυτού αντίληψη, εξαιτίας νοσηρής διαταράξεως των πνευματικών λειτουργιών ή διαταράξεως της συνειδήσεως.

Και η ύπαρξη τέλος των ελαφρυντικών περιστάσεων της επιδείξεως ειλικρινούς μετάνοιας και επιδιώξεως άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεως (άρθρο 84 παρ. 2 περ. δ’ του Π.Κ. ) και της καλής για σχετικά μεγάλο διάστημα συμπεριφοράς του υπαίτιου μετά την πράξη του (άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε’ του Π.Κ.) προϋποθέτει, η πρώτη, ειλικρινή και έμπρακτη μετάνοια, συνδυαζόμενη με περιστατικά που δείχνουν ότι ο υπαίτιος επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, με συγκεκριμένη συμπεριφορά έναντι των παθόντων, μη αρκούσης της απλής συγγνώμης ή μεταγενέστερης καλής διαγωγής, εντός ή εκτός της φυλακής και η δεύτερη, καλή συμπεριφορά του υπαίτιου, υπό την έννοια όχι μόνον του ζην νομοταγώς, αλλά και της εκδηλώσεως θετικών ενεργειών, επί μακρό χρόνο μετά την πράξη του.

Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ’ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), περίπτωση που δεν συντρέχει επί ανθρωποκτονίας από πρόθεση, τετελεσμένης ή σε απόπειρα.

Ιδιαίτερα όμως πρέπει να αιτιολογείται η απόρριψη των αυτοτελών του κατηγορούμενου ισχυρισμών. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής.

Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί, για τέλεση της πράξεως της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βρασμό ψυχικής ορμής ή για ανυπαρξία καταλογισμού ή ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό ή για την αναγνώριση της ύπαρξης στο πρόσωπο του κατηγορούμενου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως.

Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία, ενώ η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό, συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και ιδρύεται εκ τούτου, ο ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Β’ του Κ.Π.Δ., για έλλειψη ακρόασης. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που αναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε’ του Κ.Π.Δ. και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη, διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

II. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμό 532-534/2004 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος σε δεύτερο βαθμό και με την παρουσία του, για τις πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή και της οπλοχρησίας, αφού αναγνωρίσθηκε η συνδρομή στο πρόσωπό του, της ελαφρυντικής περίστασης της επιδείξεως ειλικρινούς μετάνοιας και επιδιώξεως άρσεως ή μειώσεως των συνεπειών της πράξεώς του (άρθρο 84 παρ. 2 περ.

δ’ του Π.Κ.), σε συνολική ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης έντεκα (11) ετών και ενός (1) μηνός. Στην αιτιολογία της καταδικαστικής αυτής απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται ότι από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορούμενου και όλη γενικά τη διαδικασία, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:

Ο κατηγορούμενος στη ... την 18-1-2002 και ενώ καταδιωκόταν μαζί με άλλους που είχαν από κοινού διαπράξει ληστεία, από περιπολικό αυτοκίνητο του Α/Τ Ζεφυρίου που δεν ήταν θωρακισμένο και επιχειρούσε, κινούμενος με το υπ’ αριθμό ... Ι.Χ.Ε. κλεμμένο αυτοκίνητο μάρκας Ford, ιδιοκτησίας Χ. Π., να διαφύγει τη σύλληψη, έθραυσε το πίσω παρμπρίζ του αυτοκινήτου του οποίου επέβαινε και αφού σκόπευσε πυροβόλησε με ανθρωποκτόνο πρόθεση, πέντε ή έξι φορές, με την υπ’ αριθμό ...

κυνηγετική καραμπίνα μάρκας ‘‘ BREDA ’’ , ιταλικής κατασκευής, από απόσταση 4 - 5 μέτρων, εναντίον και των δύο αστυνομικών που επέβαιναν του περιπολικού αυτοκινήτου, η πράξη του όμως δεν ολοκληρώθηκε, για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή του και ειδικότερα γιατί τον μεν ειδικό φρουρό Δ. Π., δεν κατόρθωσε να πετύχει, τον δε αστυνομικό Α.

Α., ο οποίος προσπαθούσε να πυροβολήσει το καταδιωκόμενο αυτοκίνητο στα λάστιχα, με το δεξί χέρι του έξω από το αυτοκίνητο, πέτυχε στο δεξί χέρι, σε όχι δηλαδή καίριο σημείο του σώματός του και του προκάλεσε, κυκλοτερές τραύμα στην πρόσθια έσω επιφάνεια της φαλαγγοφαλαγγικής άρθρωσης του αντίχειρα και τη ραχιαία επιφάνεια της δεύτερης φάλαγγας του μέσου δακτύλου, ενώ τα σκάγια πέτυχαν το περιπολικό αυτοκίνητο στη μάσκα και το παρμπρίζ και το ανάγκασαν να εγκαταλείψει την καταδίωξη.

Από τα περιστατικά αυτά αποδεικνύεται, αναφέρεται στη αιτιολογία και η θέληση του κατηγορούμενου να σκοτώσει τους δύο αστυνομικούς, πράγμα που αυτός αποφάσισε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Είναι δε αβάσιμος ο ισχυρισμός του, ότι αυτός πυροβόλησε για εκφοβισμό, όπως επίσης είναι αβάσιμος και ο ισχυρισμός του για την ύπαρξη βρασμού ψυχικής ορμής, αφού δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσο, αιφνίδια υπερδιέγερση κάποιου συναισθήματός του, που να εμπόδισε τη σκέψη του και τη στάθμιση των αιτίων που ωθούσαν στη τέλεση της πράξεως.

Περαιτέρω αναφέρεται στην αιτιολογία, ότι ο κατηγορούμενος ήταν μεν τοξικομανής, δεν είναι όμως βάσιμος ο ισχυρισμός του ότι εξαιτίας της τοξικομανίας του είχε διαταραχθεί η συνείδησή του και δεν είχε αυτός την ικανότητα ή ικανότητά του είχε μειωθεί σημαντικά, να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, να διακρίνει δηλαδή το δίκαιο από το άδικο και να ενεργήσει λογικά, γιατί μόνη η τοξικομανία, δεν επιφέρει και διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών ή της συνείδησης και δεν επηρεάζει την ικανότητα προς καταλογισμό, όπως δέχεται και ο ιατροδικαστής που τον εξέτασε Χ.

Β., στην έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του, ούτε αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατά την τέλεση των πράξεών του βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών ή σε κατάσταση στέρησης ή ότι εμφάνιζε στερητικό σύνδρομο. Ενισχυτικό δε της ήρεμης ψυχικής του κατάστασης είναι και το γεγονός, ότι μόλις ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο του οποίου επέβαινε από σύγκρουση, αμέσως αυτός έσπευσε να εξαφανισθεί, όταν δε την επόμενη ημέρα συνελήφθη, φαινόταν ήρεμος, όπως κατατέθηκε από τους μάρτυρες αστυνομικούς.

Τα συμπεράσματα δε αυτά δεν αναιρούνται, αναφέρεται τέλος στην αιτιολογία, από το γεγονός ότι αυτός είχε παρακολουθήσει εθελοντικά πριν από τις πράξεις του θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης και ότι μετά από αυτές, κατά τη διάρκεια της κρατήσεώς του, μεταφέρθηκε στα εξωτερικά ιατρεία της Ψυχιατρικής Κλινικής του Νοσοκομείου, επικαλούμενος χρήση τοξικών ουσιών και στερητικού τύπου συμπτώματα.

Με βάση δε τα αποδειχθέντα αυτά περιστατικά, το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο κρίση, για τις αναφερόμενες πράξεις της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή και της οπλοχρησίας, που του αποδίδονταν και του επέβαλε την επίσης αναφερόμενη συνολική ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης.

III. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των διωκόμενων εγκλημάτων της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή και της οπλοχρησίας, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1 και 299 παρ. 1 του Π.Κ.

και 14 του ν. 2168/1993, τις οποίες εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα δε αναφέρονται στην αιτιολογία, οι συγκεκριμένες ενέργειες του αναιρεσείοντος - κατηγορούμενου, συνιστώσες αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, η σκόπευση δηλαδή και ο πυροβολισμός επανειλημμένως με κυνηγετική καραμπίνα και από μικρή απόσταση των δύο αστυνομικών, η ανθρωποκτόνος πρόθεσή του, με τη μορφή μάλιστα του απλού δόλου (από παραδρομή γίνεται αναφορά σε άμεσο δόλο), η θέληση δηλαδή σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (κατά την απόφαση και την εκτέλεση) του εγκληματικού αποτελέσματος, το οποίο δεν επήλθε από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του.

Αναφέρονται επίσης τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, δεν υπάρχει δε ανάγκη αναφοράς και του τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε της αξιολογήσεώς του. Τέλος με πληρότητα αιτιολογίας το δικαστήριο απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς για την ύπαρξη βρασμού ψυχικής ορμής και ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό, εκθέτοντας ειδικότερα, ότι η πράξη αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και ότι μόνη η τοξικομανία του κατηγορούμενου, δεν μπορούσε να τον οδηγήσει ούτε τον οδήγησε σε κατάσταση μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό.

Σε σχέση τέλος με την απόρριψη του φερόμενου ως αυτοτελούς ισχυρισμού της αναγνώρισης στο πρόσωπο του κατηγορούμενου της ελαφρυντικής περίστασης, της επί μακρό μετά την πράξη του χρόνο, καλής συμπεριφοράς, ο ισχυρισμός αυτός έτσι όπως είχε προβληθεί, με μόνη την αναφορά της σχετικής διατάξεως και του περιεχομένου αυτής, χωρίς την αναφορά οιουδήποτε περιστατικού, εκ του οποίου να προκύπτει η καλή του κατηγορούμενου συμπεριφορά, ήταν αόριστος και απαράδεκτος και το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει, μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα σε απαράδεκτο ισχυρισμό, εκ περισσού δε προέβη στην απόρριψή του.

Επομένως οι συναφείς, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ και Ε’ του Κ.Π.Δ., πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ειδικότερα προβάλλεται, η ελλιπής αιτιολογία της απόφασης, σε σχέση με την ενοχή και την απόρριψη των αυτοτελών του κατηγορούμενου ισχυρισμών και η έλλειψη νομίμου βάσεως αυτής, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Εξάλλου και η αιτίαση που προβάλλεται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, για εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 85 του Π.Κ., αφού επί απόπειρας και παραδοχής ελαφρυντικού, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γίνεται επανειλημμένη μείωση της ποινής, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, γιατί εκ της αναφερόμενης διατάξεως προκύπτει, ότι η επανειλημμένη μείωση είναι ανεπίτρεπτη όπως αναφέρθηκε αρχικά, όχι μόνο σε περίπτωση συνδρομής πλειόνων ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 του Π.Κ., αλλά σε περίπτωση συνδρομής πλειόνων λόγων μειώσεως της ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του Κώδικα.

Ενώ και η αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε επιβάλλει στον αναιρεσείοντα, για κάθε πράξη απόπειρας ανθρωποκτονίας, χωρίς την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, την ίδια ποινή κάθειρξης δέκα ετών, που του επέβαλε και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναγνώριση όμως της ελαφρυντικής περιστάσεως της επιδείξεως ειλικρινούς μετάνοιας και επομένως παράλειψε παρά το νόμο τη μείωση της ποινής, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αβάσιμη, αφού το δικαστήριο μείωσε τόσο την ποινή που επιβλήθηκε για την πράξη της οπλοχρησίας (από έξι σε τρεις μήνες), όσο και τη συνολική ποινή (από δέκα πέντε έτη και τρεις μήνες, σε έντεκα έτη και ένα μήνα).

Κατά τα λοιπά και καθόσον με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως προβάλλεται, η αντίθεση των αναφερόμενων περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο, με τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και αποσπάσματα ορισμένων μαρτυρικών καταθέσεων των οποίων γίνεται επίκληση, η αδυναμία αντικειμενικά πραγματώσεως του εγκληματικού αποτελέσματος εκ της ακαταλληλότητας του μέσου που χρησιμοποιήθηκε, η έλλειψη ανθρωποκτόνου από μέρους του κατηγορούμενου προθέσεως και η απλή επιδίωξή του να αποφύγει τη σύλληψη, οι λόγοι αυτοί, πλήττουν απαραδέκτως (είτε άμεσα, είτε έμμεσα και συγκαλυμμένα) τις αποδείξεις και είναι εκ τούτου απαράδεκτοι.

IV. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31ης Μαρτίου 2005 αίτηση του Σ. Τ. του Γ., για αναίρεση της υπ’ αριθμό 532-534/2004 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Απριλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ