Legislator Case Law & Legislation
893/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt assumption ruling due to lack of substantive grounds and insufficient reasoning.

Case Number 893/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's decision rejecting its appeal. The appellant argued that the lower court failed to properly justify why a payment of 9,000 euros constituted debt assumption rather than debt release, and claimed the debt had already been partially paid. The court rejected these arguments, stating that the lack of detailed reasoning did not constitute a valid ground for appeal under the Civil Procedure Code, and that the lower court's findings were not contradictory. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 471 and 477 of the Civil Code; Article 560, paragraph 6 of the Civil Procedure Code: A defect in reasoning or contradiction in the lower court's decision does not constitute a valid ground for appeal if the decision is substantively correct and the appellant's arguments are addressed.

Keywords

AI generated
debt assumption debt release appeal admissibility insufficient reasoning legal costs Civil Procedure Code contractual assumption

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Civil Procedure Code
Article 577 paragraph 1 of the Civil Procedure Code
Article 577 paragraph 3 of the Civil Procedure Code
Articles 471 and 477 of the Civil Code
Article 560 number 6 of the Civil Procedure Code
Articles 176, 184, 191 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 893 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 893/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "....., που εδρεύει στο 4ο χλμ. Ε.Ο. Τρικάλων - Καρδίτσας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παναγιώτου.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Γ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ποντίκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 153/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-7-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 7/7/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθ.153/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Γρεβενών, που είχε κάνει δεκτή ως ουσία βάσιμη την σε βάρος της από 30.10.2018 αγωγή του αναιρεσίβλητου. Η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, στις 8/7/2021, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.1 ΚΠολΔ, αφού από την επομένη ημέρα της επίδοσης της απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 9/6/2021, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των τριάντα ημερών, μέχρι την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στις 8/7/2021, δεν είχε συμπληρωθεί η προθεσμία αυτή. Είναι επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 471 και 477 ΑΚ, που ρυθμίζουν τη σύμβαση αναδοχής χρέους, προκύπτει ότι αναδοχή χρέους συνιστά η με σύμβαση αναδοχή από τρίτο πρόσωπο ξένου χρέους, χωρίς μεταβολή της ταυτότητας της αρχικής ενοχής. Η αναδοχή χρέους διακρίνεται σε στερητική (άρθρ.471 ΑΚ) και σε σωρευτική αναδοχή (άρθρ.477 ΑΚ).

Στερητική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται με τον δανειστή, με την οποία κάποιος αναδέχεται ξένο χρέος, έτσι ώστε να υπεισέλθει αυτός στη θέση του οφειλέτη και ο τελευταίος αποξενώνεται πλήρως από την υποχρέωσή του (ΑΠ 770/2021). Εξ'ετέρου σωρευτική αναδοχή χρέους (477 ΑΚ) είναι η σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και ενός τρίτου, με την οποία ο τρίτος αναλαμβάνει, έναντι του δανειστή, την υποχρέωση να εκπληρώσει ξένο χρέος, χωρίς όμως να απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτης, προστίθεται δηλαδή στον αρχικό οφειλέτη και άλλος οφειλέτης.

Έτσι, παράγεται μία πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος (αναδοχέα), παράλληλη με αυτήν του αρχικού οφειλέτη, και δημιουργείται μεταξύ του αναδεχόμενου και του παλαιού οφειλέτη παθητική εις ολόκληρον οφειλή, κατά την έννοια των άρθρων 481 επ.ΑΚ (ΑΠ 934/2023, ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 426/2022, ΑΠ 770/2021, ΑΠ 1175/2021).

Κατά συνέπεια ο δανειστής δικαιούται να ενάγει οποιονδήποτε από τους συνοφειλέτες, όλους μαζί ή χωριστά, συγχρόνως ή διαδοχικά, για το σύνολο ή μέρος της οφειλής (ΑΠ 52/2022). Η αναδοχή χρέους (στερητική ή σωρευτική) είναι βάσει της γενικής αρχής του ατύπου των δικαιοπραξιών (αρ. 158 ΑΚ), άτυπη, ενόψει της μη αναφοράς στο νόμο περί τύπου της αναδοχής (ΟλΑΠ 176/76, ΑΠ 1770/2014) και αναιτιώδης, υπό την έννοια ότι η σχέση ανάμεσα στον αναδεχόμενο και τον δανειστή είναι ανεξάρτητη από τη σχέση του αναδεχόμενου με τον παλαιό οφειλέτη.

Μόνη προϋπόθεση κατά την υπόψη διάταξη είναι η κατάρτιση της προς τούτο σύμβασης μεταξύ του δανειστή και του τρίτου (αναδοχέα) ο οποίος αναδέχεται την εξόφληση ξένου χρέους, χωρίς να απαιτείται σύμπραξη ή σύμφωνη γνώμη του παλαιού οφειλέτη ή σύμβασης μεταξύ παλαιού οφειλέτη και τρίτου, εφόσον, στην περίπτωση αυτή, προκύπτει σαφής βούληση των μερών για κατάρτιση σωρευτικής αναδοχής, δηλαδή για θεμελίωση άμεσου δικαιώματος του δανειστή να στραφεί και κατά του τρίτου για την εκπλήρωση του χρέους, χωρίς να απαιτείται στην περίπτωση αυτή συναίνεση του δανειστή.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η αναδοχή ξένου χρέους είτε ως στερητική (άρθ.471 ΑΚ) είτε ως σωρευτική (άρθ. 477 ΑΚ) προϋποθέτει, καταρχήν, σύμβαση που καταρτίζεται κατά τους προαναφερόμενους τρόπους. Επίσης, η έννοια της αναδοχής χρέους αναγκαία προϋπόθεση έχει την ύπαρξη χρέους του οφειλέτη, το οποίο αναλαμβάνει ο αναδοχέας.

Ο νέος οφειλέτης δεν συνάπτει νέο χρέος, αλλά αναδέχεται εκείνο που υφίσταται από πριν. Η αναδοχή επομένως, αφορά χρέος του οφειλέτη, εφόσον τούτο πραγματικά υπάρχει (ΑΠ 1729/2019, ΑΠ 640/2016).Αν τέτοιο χρέος δεν υπάρχει η αναδοχή είναι χωρίς αντικείμενο. Επομένως για να είναι ορισμένη, κατ'άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή του δανειστή εναντίον εκείνου που αναδέχθηκε σωρευτικώς το χρέος του παλαιού οφειλέτη απαιτείται ν' αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, εκτός από τα περιστατικά συνάψεως της περί στερητικής ή σωρευτικής αναδοχής του χρέους συμβάσεως, και τα περιστατικά τα θεμελιωτικά, κατά νόμο, του προς αυτόν χρέους του παλαιού οφειλέτη και η έκταση του χρέους αυτού (ΑΠ 1154/1998).

Η σύμβαση αναδοχής χρέους που μπορεί να καταρτιστεί ακόμη και σιωπηρά, είναι ετεροβαρής σύμβαση και δεν έχει χαρακτήρα αναγνωρίσεως χρέους από τον αναδεχόμενο, αλλά αναλήψεως του. Δύναται δε να αφορά και σε χρέος που είναι υπό αίρεση ή προθεσμία, ή απορρέει από φυσική ενοχή ή είναι επίδικο. Μπορεί να αφορά και σε μελλοντικό χρέος, ως τέτοιου νοουμένου τόσο εκείνου του χρέους, που ο νομικός λόγος παραγωγής του υπάρχει κατά την κατάρτιση της συμβάσεως αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), όσο και εκείνου του οποίου, ούτε ο λόγος παραγωγής ούτε η απαίτηση υπάρχει κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, υπό την προϋπόθεση όμως ότι, και στις δύο περιπτώσεις, το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιορισθεί, κατά το χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση κατά του οφειλέτη (ΑΠ 288/2021, ΑΠ 733/2021, ΑΠ 729/2019).

Η ευθύνη του αναδοχέα έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση με την ευθύνη του παλαιού οφειλέτη. Έτσι, μεταξύ των δύο αυτών προσώπων δημιουργείται, έναντι του δανειστή, παθητική εις ολόκληρον ενοχή (481 ΑΚ), δικαιουμένου του δανειστή να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής μία μόνο φορά, κατ' επιλογή του, είτε από τον τρίτο που αναδέχθηκε το χρέος του οφειλέτη, με βάση τη σύμβαση αναδοχής, είτε από τον οφειλέτη με βάση την μεταξύ δανειστή και οφειλέτη έννομη σχέση (ΑΠ 306/2009, ΑΠ 230/2014, ΑΠ 127/2018).

Περαιτέρω, από το άρθρο 478 ΑΚ που ορίζει ότι "αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, ο δανειστής σε περίπτωση αμφιβολίας δεν αποκτά δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή", προκύπτει ότι η υπόσχεση τρίτου προς τον οφειλέτη ότι θα καταβάλει αυτός το χρέος του (παρόν ή μελλοντικό) προς τον δανειστή (που δεν συμμετέχει), συνιστά σύμβαση ελευθερώσεως.

Η σύμβαση αυτή (478 ΑΚ) είναι κατά κανόνα είναι άτυπη, (εκτός αν η τήρηση τύπου επιβάλλεται από το αντικείμενό της (ΑΚ 367, 369) ή την αιτία της), υποσχετική, και γι' αυτό δεν επιφέρει διάθεση του χρέους, και σε αντίθεση με τη στερητική και σωρευτική αναδοχή χρέους είναι αιτιώδης, μπορεί δε να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, οπότε εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών (361 ΑΚ) το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εκάστου (ΑΠ 480/2018 ΑΠ 1230/2010, ΑΠ 1752/2014).

Η παραπάνω διάταξη (478 ΑΚ) θέτει ερμηνευτικό κανόνα (εν αμφιβολία). Όταν λοιπόν δεν προκύπτει από τη σύμβαση τι θέλησαν τα μέρη, τότε η σχέση λειτουργεί μόνο μεταξύ του οφειλέτη και του τρίτου και ο δανειστής δεν αποκτά άμεσο δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή (απλή υπόσχεση ελευθερώσεως), γεννάται δηλαδή αξίωση μόνον υπέρ του οφειλέτη κατά του τρίτου να καταβάλει το χρέος στον δανειστή, οπότε φέρει τα (χαρακτηριστικά της μη γνήσιας συμβάσεως υπέρ τρίτου.

Δανειστής έτσι στη συγκεκριμένη μορφή σύμβασης είναι ο παλαιός οφειλέτης, ο οποίος είναι ο μόνος που μπορεί να ζητήσει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του υποσχόμενου. Κύρια επομένως γνωρίσματα της απλής υποσχέσεως ελευθερώσεως είναι : α) ότι αυτή γεννά ενοχή μόνο μεταξύ του υποσχεθέντα και του οφειλέτη (υπέρ του οποίου η υπόσχεση) κατά την έννοια της ΑΚ 410 (μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου) και β) ότι ο τρίτος που υποσχέθηκε δεν υπεισέρχεται στη σχέση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, ήτοι δεν δημιουργείται δεσμός του τρίτου με τον δανειστή (ΑΠ 1562/2022, ΑΠ 288/2021, ΑΠ 204/2021).

Μπορούν όμως τα μέρη (οφειλέτης και τρίτος) να συμφωνήσουν έτσι ώστε ο δανειστής να αποκτά άμεσο δικαίωμα κατά του υποσχεθέντος να απαιτήσει την οφειλόμενη παροχή. Τότε πρόκειται για την κατ'ΑΚ 411 γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, η οποία έχει ενέργεια σωρευτικής αναδοχής χρέους (477 ΑΚ) (ΑΠ 10/1963). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ αναίρεση αποφάσεως Ειρηνοδικείου επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά.

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 956/2022, ΑΠ 770/2021, ΑΠ 43/2021).? Στην προκειμένη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών, δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος), ο οποίος είναι αγρότης συνήψε με τον Κ.

Π. του Β. στους ... κατά το χρονικό διάστημα από 02.03.2015 έως 11.12.2015 διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, δυνάμει των οποίων πώλησε με πίστωση του τιμήματος και παρέδωσε στον τελευταίο αγροτικά προϊόντα και δη μαλακό σιτάρι, αντί του εκάστοτε, παρακάτω αναφερόμενου, για κάθε πώληση, συμφωνηθέντος τιμήματος, εκδιδομένων προς τούτο αντίστοιχων τιμολογίων πωλήσεως-δελτίων αποστολής των εκάστοτε εμπορευμάτων.

Συγκεκριμένα, βάσει των κατ' ιδίαν τιμολογίων πώλησης-δελτίων αποστολής, ο ενάγων πώλησε και παρέδωσε στον ανωτέρω με συμφωνηθείσα τιμή μονάδας το ποσό των 0,22 ευρώ ανά κιλό: 1).... 2)... [ακολουθεί η περιγραφή των τιμολογίων και η αξία τους]. Επομένως, βάσει των ανωτέρω, ο ενάγων πώλησε και παρέδωσε στον Κ. Π., εμπορεύματα συνολικής αξίας (10.130,45 + 7.719,03 + 2.486,00 + 9.070,51) 29.405,99 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος Φ.Π.Α.

και όχι 28.405,99 €, όπως εκθέτει από εσφαλμένο υπολογισμό ο ενάγων στην κρινόμενη αγωγή του (παραθέτοντας ωστόσο ορθώς άπαντα τα επιμέρους στοιχεία), ενώ περαιτέρω, συμφωνήθηκε η πίστωση του μερικότερου τιμήματος, που αντιστοιχούσε σε κάθε πώληση..., με απώτατο χρόνο εκπλήρωσης την 31.12.2015... Παρά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα και τις συνεχείς οχλήσεις του ενάγοντος, ο ως άνω δεν του κατέβαλε το σύνολο του παραπάνω τιμήματος, καθιστάμενος υπερήμερος με μόνη την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρονικού διαστήματος.

Τον Μάιο του έτους 2016, ο ως άνω οφειλέτης (Κ. Π.), κατόπιν συνεχών οχλήσεων του ενάγοντος, μετέβη στους ..., μαζί με τον Ι. Ν. του Γ. και Θ., ο οποίος εμφανίστηκε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης, η οποία προτίθετο να αγοράσει τις εγκαταστάσεις κυλινδρόμυλου που διατηρούσε ο ανωτέρω οφειλέτης του ενάγοντος στην ...

δήμου Τρικκαίων, μετά των κινητών στοιχείων αυτού. Ο τελευταίος (Ι. Ν.), υπό τα ανωτέρα πραγματικά δεδομένα και ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης εταιρείας (άρθρ. 67, 68, 70 ΑΚ), υποσχέθηκε στον ενάγοντα την εκπλήρωση του χρέους του παλαιού οφειλέτη του, Κ.Π., με την περαιτέρω συμφωνία μεταξύ τους να μην απαλλαγεί ο παλαιός οφειλέτης (Κ.Π.) από την υποχρέωση του προς εκπλήρωση, δημιουργούμενης τοιουτοτρόπως μίας πρόσθετης, αυτοτελούς και διακεκριμένης ενοχής -της αναλαμβάνουσας αλλότριο χρέος εναγόμενης-, με σκοπό την ενίσχυση της θέσεως του δανειστή ενάγοντος, η οποία τελούσε αναγκαίως και αυτονοήτως υπό την αίρεση σύναψης της προαναφερθείσας σύμβασης πώλησης μεταξύ του παλαιού και του νέου οφειλέτη (βλ.

αρ. 16/05.02.2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ν. Μ., ο οποίος ήταν παρών κατά τη σύναψη της σύμβασης και κατέθεσε, ως αυτήκοος μάρτυρας, κατά πιστή απόδοση "Την Άνοιξη του 2016 ο Κ.Π. μετά από συνεχείς οχλήσεις του Γ. ήρθε στους ... μαζί με τον Ι.Ν. του Γ., νόμιμο εκπρόσωπο της παραπάνω εταιρείας... Αυτός είχε έρθει σε προσυμφωνία με τον Π.

προκειμένου να αγοράσει τον κυλινδρόμυλό του και ολόκληρη την επιχείρηση που διατηρούσε στην περιοχή των Τρικάλων. Στη συνάντηση αυτή που έγινε στο καφενείο του χωριού ..., παρουσία των Γ. , Ν., Π., εμού και του Κ. , ο Ν. υποσχέθηκε, για λογαριασμό της εταιρείας που εκπροσωπούσε την πληρωμή του υπολοίπου χρέους του Π., που εκείνη την ημέρα ήταν 24.400 € και υποσχέθηκε την πληρωμή του μέχρι στις 31-12- 2016, καθότι μέχρι τότε υπολογίζονταν ότι θα γινότανε η μεταβίβαση της επιχείρησης, όπως και έγινε, όπως αργότερα πληροφορήθηκα.

Μάλιστα μας είπε ότι έχει αναλάβει όλα τα χρέη του Π. τα οποία είχαν συνεννοηθεί μεταξύ τους να αφαιρεθούν από το συνολικό τίμημα που θα πωλούνταν η επιχείρηση του Π...." και αρ. 16/05.02.2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Κ. Β., ο οποίος ήταν παρών κατά τη σύναψη της σύμβασης και κατέθεσε, ως αυτήκοος μάρτυρας, κατά πιστή απόδοση:

ο κατέθεσε ότι "Μία ημέρα του Μαΐου 2016 καθόμουνα στο καφενείο του χωριού ... παρέα με τον Γ. και τον Ν.Μ. Τότε ήρθανε δύο άτομα, που μετά έμαθα ότι ο ένας ήταν ο Κ. Π.ς και ο άλλος ο I. Ν.. Από την κουβέντα που ακολούθησε μεταξύ των δύο αυτών προσώπων και του Γ. κατάλαβα ότι ο Ν. είχε έρθει σε προσυμφωνία με τον Π.

προκειμένου να αγοράσει τον κυλινδρόμυλο του και ολόκληρη την επιχείρηση που διατηρούσε, στην περιοχή των Τρικάλων. Όμως ο Π.ς χρωστούσε στον Γ. 24.400 € από αγορές δημητριακών που είχε κάνει για τον μύλο του και τότε ο Ν. υποσχέθηκε την πληρωμή του χρέους μέχρι τέλη του έτους 2016... Μάλιστα είπε ότι έχει αναλάβει όλα τα χρέη του Π.

τα οποία είχαν συνεννοηθεί μεταξύ τους να αφαιρεθούν από το συνολικό τίμημα που θα πωλούνταν η επιχείρηση του Π...."). Η κατάθεση δε του μάρτυρα ανταπόδειξης, Α. Μ. του Β., στην αρ. 346/06.02.2019 ένορκη βεβαίωση του ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Μ.Α.-Σ., ο οποίος αναφέρει ότι ουδέποτε συναντήθηκε ο εκπρόσωπος της εναγόμενης με τον ενάγοντα και ουδέποτε του υποσχέθηκε για λογαριασμό της εναγόμενης ότι θα αποπλήρωνε το οποιοδήποτε χρέος του κ.

Π. προς τον ίδιο, δεν κρίνεται πειστική, καθόσον αφενός συνομολογεί τη μετάβαση του ως άνω νόμιμου εκπροσώπου της εναγόμενης στους ... Γρεβενών με τον Κ. Π., ισχυριζόμενος ότι μετέβη εκεί, στα πλαίσια επαφών με κάποιους συνεργάτες του Π., με τους οποίους ενδεχομένως συνεργάζονταν μελλοντικά λόγω της δραστηριότητάς του, τους οποίους ωστόσο δεν κατονομάζει, αφετέρου, ο ίδιος δε συνόδεψε τον τελευταίο κατά τη μετάβαση του στους ..., ώστε να καταθέτει με βεβαιότητα αν πράγματι συναντήθηκαν με τον ενάγοντα και το ακριβές περιεχόμενο της συνομιλίας τους, όπως οι μάρτυρες απόδειξης, οι οποίοι ήταν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες, σχετικά με τα όσα ειπώθηκαν κατά τα προαναφερθέντα.

Περαιτέρω, την 11.07.2016 συνήφθη πράγματι μεταξύ του Κ. Π. και του Ι. Ν. ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης του κυλινδρόμυλου ιδιοκτησίας του πρώτου επί αγροτεμαχίου του έκβασης 9.452 τ.μ., κείμενου στο 4ο χλμ της Εθνικής Οδού Τρικάλων - Καρδίτσας αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 500.000 ευρώ, έναντι δε του τιμήματος τούτου ο αγοραστής υποσχέθηκε να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο που όρισε ο πωλητής (άρθρ. 417 ΑΚ), το ποσό των 50.000 ευρώ, προς εξόφληση οφειλής του ανωτέρω πωλητή προς αυτόν (βλ.

τα προσκομιζόμενα από 11.07.2016 ιδιωτικά συμφωνητικά, σύμφωνα με τα οποία συμφωνήθηκε α) η κατάθεση ποσού 25.000 ευρώ σε τραπεζικό λογαριασμό του Κ. Κ. (δανειστή του πωλητή, Κ. Π.) ή η παράδοση σε αυτόν τραπεζικής επιταγής εκδόσεως Εθνικής Τράπεζας ποσού 25.000 ευρώ με αριθμό ΓΔ 56468118-1, πληρωτέα σε διαταγή Ι.Ν., οπισθογραφημένη προς τον Κ.Κ.

και β) η παράδοση της αρ. 36114744-9 μεταχρονολογημένης επιταγής της Εθνικής Τράπεζας, εκδόσεως Ι. Ν. την 31.01.2017 ποσού 25.000 ευρώ, πληρωτέα σε διαταγή Κ.Π., οπισθογραφημένη στον Κ. Κ.). Την 15.07.2016 δε, συνήφθη μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό-προκαταβολή για εξαγορά κυλινδρόμυλου, σύμφωνα με το οποίο συμφώνησαν τον τρόπο πληρωμής του τιμήματος των 500.000 ευρώ ως εξής: 1) ποσό 250.000 ευρώ θα καταβαλλόταν από τον αγοραστή στη Συνεταιριστική Τράπεζα Θεσσαλίας έναντι οφειλής δανειακών υποχρεώσεων του πωλητή προς αυτήν, με δάνειο, το οποίο θα ελάμβανε ο αγοραστής εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", 2) ποσό 50.000 ευρώ είχε καταβληθεί ήδη από τον αγοραστή έναντι υποχρέωσης του πωλητή από εργατικό ατύχημα του πρώην εργαζόμενου στον κυλινδρόμυλο, Κ.Κ., σύμφωνα με το προαναφερθέν από 11.07.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό, 3) ποσό 100.000 ευρώ θα καταβαλλόταν από τον αγοραστή σε μηνιαίες δόσεις των 1.500 ευρώ, καταβλητέες την τελευταία ημέρα κάθε μήνα, 4) ποσό 20.000 ευρώ είχε καταβληθεί αυθημερόν (την 15.07.2016) με την αρ.

ΓΔ 56468125-3 τραπεζική επιταγή, 5) το υπόλοιπο ποσό των 80.000 ευρώ θα καταβαλλόταν από τον αγοραστή στον πωλητή προς εξόφληση οικονομικών υποχρεώσεων του πωλητή έναντι του Δημοσίου και λοιπών τρίτων μερών, σημειούμενου ότι έναντι του ανωτέρω ποσού των 80.000 ευρώ ο αγοραστής θα κατέβαλε α) ποσό 6.794,48 ευρώ για οφειλές του πωλητή προς ΔΟΥ ...

β) ποσό 7.084,32 ευρώ για οφειλές του πωλητή προς ΔΟΥ ... γ) ποσό 1828,70 ευρώ για οφειλές του πωλητή προς το ΙΚΑ ... δ) ποσό 104,75 ευρώ για οφειλή του πωλητή προς ΔΟΥ Τρικάλων και ε) ποσό 7.340 ευρώ για νομιμοποίηση αυθαιρέτων προκειμένου να εξασφαλιστεί η χορήγηση φορολογικής, ασφαλιστικής ενημερότητας και πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ και να καταστεί έτσι δυνατή η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης του ως άνω ακινήτου, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 58.675 ευρώ θα καταβαλλόταν με τον τρόπο που θα αναφερόταν στο οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας ή σε νεότερο ιδιωτικό συμφωνητικό.

Εν συνεχεία, την 19.07.2016 συνήφθη ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης και μεταβίβασης κυριότητας κινητών πραγμάτων ιδιοκτησίας του Κ. Π. αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 104.230,81 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε εν μέρει σε τρίτα πρόσωπα που όρισε ο πωλητής (άρθρ. 417 ΑΚ), προς εξόφληση οφειλών του προς αυτά και εν μέρει στον ίδιο (βλ.

το από 19.07.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης κινητών πραγμάτων, σύμφωνα με το οποίο ο αγοραστής πλήρωσε για λογαριασμό του πωλητή οφειλές του προς τρίτους και δη α) προκαταβολή 50.000 ευρώ, όπως αναφέρεται στο από 11.07.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό, β) για οφειλές προς ΙΚΑ και ΔΟΥ ποσό 26.890,81 ευρώ και γ) για τακτοποίηση αυθαιρέτων στον μύλο ποσό 7.340 ευρώ και κατέβαλε ποσό 20.000 ευρώ, στον ίδιο τον πωλητή με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα) και έτερο ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης κινητών πραγμάτων ιδιοκτησίας του Κ.

Π. αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 45.769,19 ευρώ καταβλητέου μέχρι την 30.09.2016 -οπότε θα χωρούσε και η μεταβίβαση της κυριότητας των κινητών πραγμάτων τρίτα μη διευκρινισθέντα πρόσωπα, προς εξόφληση οφειλών του πωλητή προς αυτά (βλ. από 19.07.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό), προς εξασφάλιση της οποίας, ο αγοραστής αποδέχθηκε ισόποση συναλλαγματική εκδόσεως του πωλητή με ημερομηνία λήξεως την 30.09.2016.

Εν συνεχεία την 21.07.2016 συνήφθη μεταξύ των προαναφερθέντων το αρ. 5426 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου ... Ε.Τ.-Γ. και την 30.10.2016 συνήφθη μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό πλήρους εξόφλησης του τιμήματος διά της καταβολής του υπολοίπου των 45.769,19 ευρώ, κατά τον ορισθέντα στο από 19.07.2016 συμφωνητικό τρόπο, ήτοι με πληρωμή χρεών του πωλητή προς τρίτους, παραδιδόμενων σε αυτόν των σχετικών αποδείξεων πληρωμής, και επιστροφής της προαναφερθείσας συναλλαγματικής λόγω εξόφλησής της.

Την 18.10.2016 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης, Ι. Ν., κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος ποσό 9.000 ευρώ με αιτιολογία κατάθεσης "ΓΙΑ ΕΞΌΦΛΗΣΗ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ Π.Κ. ΣΕ Γ.Ν." (βλ.προσκομιζόμενο αντίγραφο κίνησης λογαριασμού) προς μερική μόνο εκπλήρωση, κατά τα προαναφερθέντα, του αναδεχθέντος χρέους.

Ο διαλαμβανόμενος στις κατατεθειμένες προτάσεις της ισχυρισμός της εναγόμενης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι η καταβολή αυτή έγινε στα πλαίσια ιδιωτικού δανείου και φιλικής εξυπηρέτησης, μεταξύ Ι. Ν. και Κ. Π., ο οποίος επιχειρείται να αποδειχθεί της προσκομιζόμενης αρ. 346/06.02.2019 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Α.

Μ. (βλ. σχετική ένορκη βεβαίωση, σύμφωνα με την οποία, κατά πιστή απόδοση "...η καταβολή και εξόφληση του ποσού των 9.000ευρώ έγινε από τον κ. Ι. Ν. στα πλαίσια ιδιωτικής συμφωνίας και φιλικής εξυπηρέτησης προς τον Κ. Π. και κυρίως λόγω της επαγγελματικής σχέσης που διατηρούσε ο κ. Ν. με τον αποθανόντα πατέρα του Κ.

Π. επί πολλά έτη, Η ως άνω κατάθεση έγινε μέσω κατάθεσης από τον ίδιο τον κ. Ν. ως ιδιώτη και σε καμία περίπτωση ως διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας την 18.10.2016 μέσω της Τραπέζης Πειραιώς..."), παρίσταται ανακριβής, καθόσον ανατρέπεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από την ίδια την εναγόμενη, ισχυριζόμενη οψίμως διά των κατατεθειμένων προτάσεών της ότι η ως άνω κατάθεση του ποσού των 9.000 ευρώ δεν εχώρησε στα πλαίσια ιδιωτικού δανείου μεταξύ του Ι.

Ν. και του Κ. Π., αλλά σε εκτέλεση της προαναφερθείσας έγγραφης συμφωνίας μεταξύ τους για πληρωμή συγκεκριμένων οφειλών προς τρίτους, καθ' υπόδειξη και για λογαριασμό του Κ. Π., ο οποίος χορήγησε στον νόμιμο εκπρόσωπο της λίστα χρεών του, στην οποία αναγραφόταν ότι η οφειλή του προς τον ενάγοντα ανερχόταν στο ποσό των 9.000 ευρώ, ισχυρισμός, ο οποίος, ερχόμενος σε σύγκρουση με τον πρωτοδίκως προβληθέντα, οδηγεί αναπόφευκτα σε αλληλοαναίρεση αμφοτέρων, σε κάθε δε περίπτωση, η αντιφατικότητά τους, καθόσον λογικά αποκλείεται να ισχύουν και οι δυο, έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο του κατά σειράν προβολής μεταγενέστερου ισχυρισμού (ΑΠ 771/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Επιπροσθέτως, η συναφθείσα μεταξύ του ενάγοντος και του νόμιμου εκπροσώπου της εναγόμενης σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους, η οποία τελούσε κατά τα προαναφερθέντα υπό την αίρεση της σύναψης της προπεριγραφείσας σύμβασης πώλησης μεταξύ του παλαιού και νέου οφειλέτη, πληρούμενης της αιρέσεως διά της συνάψεως της συμβάσεως πώλησης, άρχισε να αναπτύσσει τη δικαιοπρακτική της ενέργεια, δεσμεύοντας τα συμβαλλόμενα μέρη, η νέα δε οφειλέτιδα δε δύναται να αντιτάξει κατά του ενάγοντος τυχόν ενστάσεις από την σχέση της τον παλαιό οφειλέτη (άρθρ. 474 ΑΚ), απορριπτόμενου σε κάθε περίπτωση του ανωτέρω ισχυρισμού της εκκαλούσας εναγόμενης ότι η καταβολή του ποσού των 9.000 ευρώ έγινε σε εκτέλεση της προαναφερθείσας έγγραφης συμφωνίας μεταξύ αυτής και του Κ.

Π. για πληρωμή συγκεκριμένων οφειλών προς τρίτους, καθ' υπόδειξη και για λογαριασμό του τελευταίου, ο οποίος χορήγησε στον νόμιμο εκπρόσωπο της λίστα χρεών του, στην οποία αναγραφόταν ότι η οφειλή του προς τον ενάγοντα ανερχόταν στο ποσό των 9.000 ευρώ, και ότι τοιουτοτρόπως εξόφλησε ολοσχερώς την οφειλή της από τη σύμβαση πώλησης, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενου ως αναγόμενου στις μεταξύ τους σχέσεις και ως εκ τούτου ως απαράδεκτου, σημειούμενου περαιτέρω, ότι ως εκ της ιδρυθείσας παθητικής ενοχής εις ολόκληρον ο ενάγων δικαιούτο, κατ' επιλογή του, να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής είτε από τον παλαιό οφειλέτη είτε από την αναδοχέα του χρέους εναγόμενη...

Άλλωστε, σχετικά με τις ενστάσεις που γεννιούνται μετά την αναδοχή ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 483-486 ΑΚ περί παθητικής εις ολόκληρον ενοχής. Ως εκ τούτου ο νέος οφειλέτης μπορεί να προβάλλει κατά του δανειστή μόνο τις ενστάσεις που δρουν αντικειμενικά, ήτοι γεγονότα που επιφέρουν την ελάφρυνση της θέσης ενός συνοφειλέτη, ενεργούν όμως υπέρ όλων, όχι όμως κι εκείνες που ενεργούν υποκειμενικά, ήτοι γεγονότα που επιβαρύνουν τη θέση των λοιπών συνοφειλετών, αλλά ενεργούν μόνο σε βάρος του προσώπου στο οποίο αναφέρονται, όπως το πταίσμα και η αδυναμία παροχής ορισμένων συνοφειλετών, εν προκειμένω του αρχικού οφειλέτη.

Περαιτέρω, όπως ομολογεί καθ' υποφορά ο ενάγων στην αγωγή (άρθρ. 261, 352 ΚΠολΔ), έναντι του συνολικού τιμήματος των 29.405,99 ευρώ, η εναγόμενη του κατέβαλε το ποσό των 9.000 ευρώ, το οποίο καταλογίστηκε στην οφειλή εκ του τιμολογίου πώλησης αρ. 135/02.03.2015, ύψους 10.130,45 ευρώ, επιφέροντας πλήρη απόσβεση αυτής, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, ο παλαιός οφειλέτης του, Κ.

Π., του είχε καταβάλει σε προγενέστερο χρόνο το εναπομείναν ποσό των 1.130,45 ευρώ, όπως επίσης, ο παλαιός οφειλέτης του κατέβαλε και ποσό 3.875,54 ευρώ, το οποίο καταλογίστηκε σε μέρος της οφειλής του εκ του τιμολογίου πώλησης αρ. 138/29.03.2015, ύψους 7.719,03 ευρώ, επιφέροντας μερική απόσβεση αυτής, διαμορφούμενου του ποσού της οφειλής εκ του ανωτέρω τιμολογίου πώλησης στο ποσό των (7.719,03 - 3.875,54 =) 3.843,49 ευρώ και του συνολικού ποσού της οφειλής στο ποσό των (3.843,49 + 2.486 + 9.070,51 =) 15.400 ευρώ.

Ως εκ τούτου, η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω ποσό, με το νόμιμο τόκο από την 01.01.2017 (επομένη της συμφωνηθείσας ημέρας προς εξόφληση), καθόσον από την ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 529 ΑΚ συνάγεται ότι, αν πιστώθηκε το τίμημα, η τοκοδοσία (νόμιμος τόκος) αρχίζει να τρέχει από τότε που παρήλθε η ορισμένη προθεσμία της πίστωσης, μη απαιτούμενης, ως εκ τούτου, κατά το άρθρο 341 ΑΚ, οχλήσεως, ενώ περαιτέρω, το χρέος του αναδεχόμενου αλλότριο χρέος νέου οφειλέτη έχει το ίδιο περιεχόμενο και την ίδια φύση όπως το χρέος του αρχικού οφειλέτη και ο αναδοχέας έχει απέναντι στον δανειστή τις ίδιες υποχρεώσεις που είχε και ο παλαιός οφειλέτης (άρθρ. 472 ΑΚ), ευθυνόμενος και για τους τόκους πριν την αναδοχή .

Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και έκανε δεκτή την αγωγή του εφεσίβλητου ως βάσιμη κατ' ουσίαν, έστω και με διάφορη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα απόφαση, ουδόλως έσφαλε αλλά αντιθέτως ορθώς εκτίμησε τις προσαχθείσες ενώπιόν του αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους λόγους έφεσης κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο, απέρριψε την έφεση της εναγομένης (αναιρεσείουσας) επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ως ουσία βάσιμη την ερειδόμενη στην ΑΚ 477 αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου.

Έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της προδιαληφθείσας διατάξεως που εφαρμόσθηκε, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα (δια του νομίμου εκπροσώπου της) συνήψε με τον αναιρεσίβλητο σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους (477 AK) δεδομένου ότι, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα περιστατικά, υποσχέθηκε προς αυτόν να εκπληρώσει το χρέος του οφειλέτη του Κ.

Π., με τις επιστηρίζουσες το πόρισμα αυτό ειδικότερες παραδοχές α) ότι ο I.Ν. υποσχέθηκε στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) την εκπλήρωση του χρέους του οφειλέτη του, Κ. Π., με την περαιτέρω συμφωνία μεταξύ τους να μην απαλλαγεί ο παλαιός οφειλέτης (Κ. Π.ς) από την υποχρέωση του προς εκπλήρωση, β) ότι η αναδοχή από την αναιρεσείουσα του χρέους του οφειλέτη του αναιρεσίβλητου Κ.Π.

έλαβε χώρα στα πλαίσια της συμφωνηθείσας μεταξύ αναιρεσείσουσας και Κ.Π. συμβάσεως πωλήσεως της επιχείρησης του Κ.Π. στην αναιρεσείουσα, το τίμημα της οποίας συμφωνήθηκε να καταβληθεί εν μέρει με μετρητά και εν μέρει με την εξόφληση από την αναιρεσείουσα χρεών του πωλητή Κ.Π. προς τρίτους γ) ότι πλην του χρέους του Κ.Π.

προς τον αναιρεσίβλητο, η αναιρεσείουσα εξόφλησε και άλλα χρέη αυτού (Κ.Π.) δ) ότι συνήφθη έγγραφη συμφωνία για την πληρωμή από την αναιρεσείουσα των οφειλών του Κ.Π. προς τρίτους και δ) ότι η αναιρεσείουσα κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό του αναιρεσίβλητου ποσό 9.000 ευρώ προς μερική εκπλήρωση του αναδεχθέντος χρέους.

Η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αρ.6 πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι α) δεν αιτιολογείται γιατί η καταβολή των 9.000 ευρώ έγινε σε εκτέλεση συμβάσεως αναδοχής χρέους και όχι σε εκτέλεση υπόσχεσης ελευθερώσεως όπως έγινε για τα άλλα χρέη του Κ.Π.

και γιατί η αναιρεσείουσα συνήψε ειδικά με τον αναιρεσίβλητο αναδοχή χρέους και όχι υπόσχεση ελευθερώσεως και β) γιατί ο Κ. Π.ς πλήρωσε μέρος του χρέους, αφού το χρέος αυτό το είχε αναδεχθεί η αναιρεσείουσα από τον Μάιο του 2016. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος καθόσον οι ως άνω ελλείψεις αφορών την πληρέστερη αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που εκτίθεται σαφώς, και επίσης σχετίζονται με επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, για τα οποία η έλλειψη ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης.

Ούτε είναι αντιφατικές οι παραδοχές της προσβαλλομένης ότι το τίμημα για τον κυλινδρόμυλο (500.000 ευρώ) συμφωνήθηκε να εξοφληθεί εν μέρει με μετρητά και εν μέρει με την εξόφληση των προς τρίτους χρεών του πωλητή (Κ.Π.) και ότι η καταβολή από την αναιρεσείουσα των 9.000 ευρώ έγινε προς εξόφληση του προς τον αναιρεσίβλητο χρέους του Κ.Π., το οποίο (χρέος) είχε αναδεχθεί η αναιρεσείουσα.

Επομένως ο από το άρθρο 560 αρ.6 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, καθ'όλα τα σκέλη του, με τον οποίο η αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατάθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 184, 191 ΚΠολΔ) σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση της ετερόρρυθμης εταιρείας "Ν.I. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ