Legislator Case Law & Legislation
893/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appealable judgment due to vague grounds and lack of legal error.

Case Number 893/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding expert witness fees. The appellant failed to provide specific grounds for the appeal, and the court found the lower court's reasoning on fee amounts to be clear, complete, and legally sound. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and baseless, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 69, 106, 111, 115, 223 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if grounds are vague and fails to cite additional reasons, and baseless if the lower court's reasoning is clear and free of legal error.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds expert witness fees legal costs Code of Civil Procedure appealable judgment legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576, 69, 106, 111, 115, 223 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 22, 3 of Law 3693/1957
Articles 5, 12 of Law 1738/1987
Decision No. 134423/1992 of the Ministers of Finance and Justice

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 893 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 893/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον ….., που κατοικοεδρεύει στην ..., το οποίο δεν παραστάθηκε.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. συζ. Α. Μ., το γένος Α. Δ., 2) Ε. Μ. του Α., 3) Ε. Μ. του Α., 4) Σ. Κ. του Β. και 5) Ε. Β. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Παληογεώργου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2010 αγωγή των 4ου και 5ου των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Α. Μ. του Ι., στη θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει οι 1η, 2η και 3η των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2015 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-5-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη διάβασε την από 29-10-2020 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Ευστάθιου Νίκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 6-5-2015 αιτήσεως του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 17/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1, 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή, κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν τη συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575, 226 παρ. 4 εδ. α', γ' και δ' και 568 του ίδιου ως άνω Κώδικα, προκύπτει ότι, αν η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως αναβλήθηκε με επισημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών, κατά τη νέα μετά την αναβολή δικάσιμο, κάποιος από τους διαδίκους, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σε αυτή νομίμως και εμπροθέσμως, ή είχε παραστεί νομίμως κατ' αυτή, και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε τυχόν ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο, αν δε συντρέχει μία από τις εν λόγω προϋποθέσεις, είναι περιττή νέα κλήτευσή του κατά τη νέα μετά από αναβολή δικάσιμο.

Περαιτέρω, με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 "Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα" ορίζεται ότι "2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.

Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".

Με την προαναφερόμενη διάταξη, προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζητήσεως των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κάποιου διαδίκου κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπομένου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ο ίδιος, είτε να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.

Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 3087/2002 τα μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους "έχουν από τη θέση τους και χωρίς άλλο αποδεικτικό στοιχείο την πληρεξουσιότητα από το νόμο, για την παράσταση και υπεράσπιση, ενώπιον όλων των Δικαστηρίων και Αρχών, του Δημοσίου ...".

Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 6-5-2015 και με αρ. κατ. 7/2015 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 17/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε, κατ' άρθρ. 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, να συζητηθεί στη δικάσιμο της 20-3-2020.

Κατά τη δικάσιμο εκείνη ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, εξ αιτίας του κορωνοϊού COVID-19, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως για τη δικάσιμο της 6-11-2020, με πράξη της Προέδρου του Δ' τμήματος, και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020.

Κατά την εν λόγω δικάσιμο (6-11-2020), όπως προκύπτει από το οικείο πινάκιο, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπήθηκε νομίμως από τον Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χωρίς να απαιτείται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ύπαρξη πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η υπόθεση δε αναβλήθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4-3-2022), κατά την οποία το αναιρεσείον δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο ή με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Ενόψει τούτων και σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, εφόσον υπήρξε έγκυρη παράσταση του αναιρεσείοντος κατά την προγενέστερη δικάσιμο της 6-11-2020, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του.

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναιρέσεως κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα δεν είναι επιτρεπτή. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού της περιπτώσεως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διατάξεως, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που απαιτούνται σύμφωνα με αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει, ότι το δικαστήριο αποφάσισε για αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 823/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 138/2020).

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται (και) όταν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη στη διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 704/2011, ΑΠ 777/2010). Για να δημιουργηθεί ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει το δικαστήριο να άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος και όχι του αναιρεσιβλήτου, γιατί αν άφησε αδίκαστη αίτηση του τελευταίου ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον για προβολή του (ΑΠ 856/2018, ΑΠ 1623/2013, ΑΠ 835/2013).

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006). Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 2/2019 ). Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 535/2018, ΑΠ 2102/2014). Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 171/2020, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ Ολομ. 15/2000, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 386/2017).

Κατά συνέπειαν, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 94/2020, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 171/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η κατάληξη της υποθέσεως στο παρόν στάδιο είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 25-11-2011 (αριθμ. κατ. 3396/ΤΜ 340/2010) αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας κατά του εναγομένου- ήδη αναιρεσείοντος ..., α) ο τότε πρώτος ενάγων και αποβιώσας στις 8-9-2011 Α.

Μ., κληρονόμοι του οποίου είναι οι πρώτη, δεύτερος και τρίτος των τώρα αναιρεσιβλήτων, που συνέχισαν την δίκη υπό την (μη αμφισβητηθείσα από το εναγόμενο) ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτού, β) ο τότε δεύτερος ενάγων και ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος Σ. Κ. και γ) ο τότε τρίτος ενάγων και ήδη πέμπτος αναιρεσίβλητος Ε.

Β., εξέθεταν ότι με την υπ' αριθμ. 1/2007 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Λαμίας είχαν διοριστεί πραγματογνώμονες, προκειμένου να καθορίσουν την κατά τον κρίσιμο χρόνο αξία των ακινήτων, των συστατικών και των επικείμενων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, για την βελτίωση της Ε.Ο. Αθηνών - Θεσσαλονίκης, Τμήμα παράκαμψης Αγίου Κωνσταντίνου, την ιδιαίτερη αποζημίωση των εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων για την μείωση της αξίας τους, εξαιτίας όχι μόνο της απότμησης του μέρους τους που απαλλοτριώνεται, αλλά και της εκτέλεσης του έργου για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση, καθώς και το αν οι ιδιοκτήτες που αναφέρονταν στον οικείο κτηματολογικό πίνακα, στις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις, αποκτούσαν πρόσωπο στην διανοιγόμενη Εθνική Οδό, είχαν ή όχι ωφέλεια, όπως και αν είχαν υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες απαλλοτριώσεως.

Ότι μετά την εκ μέρους τους διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης κατέθεσαν νομίμως την έκθεσή τους και συνέταξαν τα αντίστοιχα πινάκια αμοιβής τους, η οποία, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα, ανερχόταν, για τον πρώτο ενάγοντα Α. Μ. (διπλωματούχο μηχανικό από το έτος 1975), στο ποσό των 31.980 ευρώ, για έκαστο δε από τους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων (διπλωματούχους μηχανικούς από το έτος 2003), στο ποσό των 22.386,00 ευρώ.

Ότι με την υπ' αριθμ. 10/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους ως άνω ενάγοντες την αμοιβή τους και ειδικότερα να καταβάλει το ποσό των 38.000 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα Α. Μ. και από 26.000 ευρώ σε έκαστο από τους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων. Ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους, δεν προέβη στην καταβολή της προαναφερθείσας αμοιβής τους.

Ζητούσαν δε οι ως άνω ενάγοντες να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει, ως υπόχρεο προς καταβολή αποζημιώσεως για την εν λόγω απαλλοτρίωση, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, α) το ποσό των 31.980 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα Α. Μ. και β) το ποσό των 22.386 ευρώ σε έκαστο από τους δεύτερο και τρίτο των ως άνω εναγόντων, πλέον Φ.Π.Α., όπως αυτό θα έχει αναπροσαρμοστεί κατά την ημερομηνία καταβολής από το εναγόμενο Δημόσιο των ως άνω οφειλόμενων ποσών, άλλως πλέον Φ.Π.Α. 19% (όπως ίσχυε στον χρόνο κατάθεσης της μελέτης τους).

Κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής, κατά την δικάσιμο της 2-2-2012, οι ενάγοντες δήλωσαν προφορικά, δια της πληρεξούσιας δικηγόρου των (όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 81/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως), αφενός μεν ότι απεβίωσε στις 8-9-2011 ο πρώτος ενάγων Α.

Μ., τη δίκη δε συνεχίζουν η Π. συζ. Α. Μ., η Ε. Μ. του Α. και της Π. και η Ε. Μ. του Α. και της Π. (ήδη πρώτη, δεύτερος και τρίτος των αναιρεσιβλήτων), αφετέρου δε ότι συμπληρώνουν "παραδεκτά το αίτημα της αγωγής, ώστε άλλως και σε κάθε περίπτωση το εναγόμενο να υποχρεωθεί να μας καταβάλει τα επιδικασθέντα με την υπ' αριθμ. 10/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας ποσά, ήτοι 38.000 ευρώ στις τρεις πρώτες από εμάς (σε ποσοστό 2/8 στην πρώτη από εμάς και σε ποσοστό 3/8 σε κάθε μια από τη δεύτερη και τρίτη από εμάς) για λογαριασμό του Α.

Μ., το ποσό των 26.000 ευρώ στον τέταρτο από εμάς και το ποσό των 26.000 ευρώ στον πέμπτο από εμάς, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας .....". Επί της ως άνω αγωγής εξεδόθη αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 81/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η αγωγή παραδεκτά διορθώθηκε με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου των εναγόντων που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, πριν την έναρξη της συζήτησης, έγινε αυτή εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκε το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει το συνολικό ποσό των 38.000 στις κληρονόμους του αποβιώσαντος πρώτου ενάγοντος, επιμεριζόμενο κατά το λόγο της κληρονομικής μερίδας καθεμιάς, και το ποσό των 26.000 ευρώ σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτο των αρχικώς εναγόντων.

Κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 81/2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) Ελληνικό Δημόσιο άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, την από 2-11-2012 έφεσή του, με τον μοναδικό λόγο της οποίας ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, για το λόγο ότι "το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρά το νόμο, παραβιάζοντας τη θεμελιώδη δικονομική αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) επιδίκασε στους αντιδίκους ποσά μεγαλύτερα των αιτηθέντων.

Ειδικότερα, παρότι με την ένδικη αγωγή αιτήθηκαν αφενός μεν ο Α. Μ., ως δικαιοπάροχος των 1ης , 2ης και 3ης των εφεσίβλητων, το ποσό των 31.980 ευρώ, αφετέρου δε καθένας από τους 4ο και 5ο των εφεσίβλητων το ποσό των 22.386 ευρώ, το δίκασαν Δικαστήριο επιδίκασε α) το ποσό των 38.000 ευρώ στις 1η , 2η και 3η των εφεσίβλητων, ήτοι ποσό εκ 6.020 ευρώ πλέον του αντίστοιχου αιτηθέντος και β) το ποσό των 26.000 ευρώ σε καθένα από τους 4ο και 5ο των εφεσιβλήτων, ήτοι ποσό εκ 3.614 ευρώ πλέον του αντίστοιχου αιτηθέντος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η εκκαλούμενη έσφαλε στην κρίση της, καθότι, παραβιάζοντας την προαναφερθείσα αρχή, επιδίκασε στους αντιδίκους πέραν των δια της ενδίκου αγωγής αιτηθέντων και πρέπει για το λόγο τούτο να εξαφανιστεί.... ". Επί της ως άνω από 2-11-2012 εφέσεως, συζητήσεως γενομένης κατά την δικάσιμο της 11-11-2014, εξεδόθη αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 17/2015 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία έγινε αυτή τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.

Ειδικότερα το Εφετείο με την ως άνω υπ' αριθμ. 17/2015 προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον μέρος της, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "......... Με την υπ' αριθμ. 1/2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας και στα πλαίσια εκδικάσεως αιτήσεως καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας μεταξύ των ιδιοκτητών των απαλλοτρωθεισών εκτάσεων και του εναγόμενου ...

διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, σχετικά με την αξία των απαλλοτρωθεισών εκτάσεων και των επικείμενων τους που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικώς με την υπ' αριθμ. 1051527/4823/0010/26-6-2003 κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 673/2-7-2003, για λόγους δημοσίας ωφελείας και ειδικότερα για την βελτίωση της εθνικής οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης, Τμήμα παράκαμψης Αγίου Κωνσταντίνου, εκτάσεως συνολικού εμβαδού 987.124,88 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Αγίου Κωνσταντίνου Νομού Φθιώτιδας καθώς και για την αξία, το μέγεθος και την τοποθεσία των εναπομεινασών εκτάσεων.

Πραγματογνώμονες ορίσθηκαν ο ήδη αποθανών Α. Μ. και οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων. Από αυτούς ο πρώτος ήταν διπλωματούχος αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός, απόφοιτος του Εθνικού Μετσόβου Πολυτεχνείου το έτος 1975, ο δεύτερος είναι διπλωματούχος αγρονόμος και τοπογράφος μηχανικός, απόφοιτος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το έτος 2003 και ο τρίτος είναι διπλωματούχος αγρονόμος, τοπογράφος μηχανικός, απόφοιτος του Εθνικού Μετσόβου Πολυτεχνείου το έτος 2001.

Οι ανωτέρω πραγματογνώμονες ορκίσθηκαν στο Εφετείο Λαμίας στις 13 Ιουνίου 2007 και διενήργησαν αυτοί την πραγματογνωμοσύνη, συντάσσοντας και την από 5 Οκτωβρίου 2007 σχετική έγγραφη έκθεσή τους, αποτελούμενη από 271 σελίδες, μετά της συνταχθείσας από τους ίδιους οριζοντιογραφίας. Για τη διενέργεια της ορισθείσας πραγματογνωμοσύνης και την σύνταξη της παραπάνω εκθέσεως, ο μεν Α.

Μ. εργάσθηκε 50 ημέρες, οι δε λοιποί ενάγοντες εργάσθηκαν από 70 ημέρες ο καθένας αυτών. Κατά το διάστημα αυτό συνέλεξαν και μελέτησαν τα αναφερόμενα στην έκθεσή τους έγγραφα, διενήργησαν αυτοψίες σε όλο το μήκος της κηρυχθείσας απαλλοτριώσεως και φωτογράφησαν όλα τα κρίσιμα για την μελέτη τους σημεία αυτής.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 10/2008 οριστική απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, με την οποία καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας επί των απαλλοτρωθεισών εκτάσεων και των επικειμένων τους καθώς και η αξία των εναπομεινασών εκτάσεων, ενώ καταδικάσθηκε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως, υπέρ ου η απαλλοτρίωση, στην καταβολή της αμοιβής του Α.

Μ., την οποία καθόρισε στο χρηματικό ποσό των 38.000 ευρώ, καθώς και της αμοιβής καθενός των λοιπών εναγόντων, την οποία καθόρισε στο ποσό των 26.000 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η υπ' αριθμ. καταθέσεως 33/2008 αναίρεση του ως άνω εναγομένου, με την οποία, μεταξύ άλλων, πλήττονταν και το μέρος της υπ' αριθμ. 10/2008 αποφάσεως, με το οποίο καθορίσθηκε η παραπάνω αμοιβή των πραγματογνωμόνων.

Επί της αιτήσεως αναιρέσεως αυτής εκδόθηκε η από 9-2-2011 εισηγητική έκθεση του Εισηγητή Αρεοπαγίτη Βασιλείου Λαμπρόπουλου, με την οποίαν ο τελευταίος εισηγείται ότι δεν εισάγεται προς κρίση ο σχετικός 5ος λόγος της αναιρέσεως, που αφορά τον καθορισμό της αμοιβής των πραγματογνωμόνων, ύστερα από την υπ' αριθμ. 1.138/2008 Γνωμοδότηση του Γ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Πράγματι, με την γνωμοδότηση αυτή το Νομικό Συμβούλιο, κατά πλειοψηφίαν, γνωμοδότησε ότι ο σχετικός 5ος λόγος αναιρέσεως ελέγχεται αβάσιμος, καθόσον η καθορισθείσα αμοιβή από το δίκασαν Δικαστήριο είναι δίκαιη και εύλογη και η κρίση αυτή δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Εν τω μεταξύ ο Α. Μ. και οι λοιποί ενάγοντες όχλησαν το εναγόμενο προς καταβολή της αμοιβής τους, υποβάλλοντας προς το Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.

την υπ' αριθμ. πρωτ. 4358/12-11-2008 αίτησή τους, με την οποία ζήτησαν την καταβολή της ορισθείσας με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 10/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας αμοιβής τους. Το εναγόμενο, όμως, αρνήθηκε την καταβολή του ορισθέντος σε καθένα ποσού. Ενόψει τούτων, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την κατά τόπον, χρόνο, διάρκεια και είδος απασχόληση των εναγόντων, τις επιστημονικές γνώσεις που απαιτήθηκαν καθώς και την έκταση και το είδος της πραγματογνωμοσύνης, καθορίζει την αμοιβή του Α.

Μ. στο ποσό των 38.000 ευρώ και σε καθένα των λοιπών εναγόντων στο ποσό των 26.000 ευρώ. Ο πρώτος ενάγων Α. Μ. με την αγωγή του ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει ως αμοιβή του 31.980 ευρώ και συνολικώς μαζί με τον Φ.Π.Α. εκ 19% ποσό 38.056,20 ευρώ, ενώ καθένας των λοιπών εναγόντων ζήτησε να τους καταβάλει το εναγόμενο, για τον ίδιο λόγο, ποσό 22.386 ευρώ και συνολικώς μαζί με τον Φ.Π.Α.

εκ 19% ποσό 26.639,34 ευρώ. Τελικώς το Τριμελές Εφετείο Λαμίας με την υπ' αριθμ. 10/2008 απόφασή του υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει ως αμοιβή στον μεν Α. Μ. ποσό 36.000 ευρώ, σε καθένα δε των λοιπών εναγόντων ποσό 26.000 ευρώ. Οι ανωτέρω ενάγοντες στο ιστορικό του δικογράφου της αγωγής τους, αφού αναφέρονται στις ενέργειές τους στα πλαίσια της πραγματογνωμοσύνης που διατάχθηκαν να διενεργήσουν, την αμοιβή που προκύπτει από τον επικαλούμενο απ' αυτούς μαθηματικό τύπο και το επιδικασθέν υπέρ καθενός αυτών χρηματικό ποσό με την υπ' αρ. 10/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, ζητούν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλλει το μεγαλύτερο ποσό, ήτοι στον πρώτο αυτών ποσό 38.056,20 ευρώ, και σε καθένα των λοιπών ποσό 26.639,34.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όμως, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα αυτών τα επιδικασθέντα για καθένα ποσά δυνάμει της ανωτέρω αποφάσεως. Τούτων δοθέντων δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε επιδίκασε στους ενάγοντες ποσά υψηλότερα των αιτηθέντων, αλλά, ορθώς εφάρμοσε τον Νόμο και εκτίμησε τις ενώπιον του προσαχθείσες αποδείξεις.

Γι' αυτό και ο σχετικός λόγος της κρινόμενης εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν......". Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση το Εφετείο, παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη γενομένη, με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 81/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, συμπλήρωση του αιτήματος της αγωγής, με το αυτολεξεί περιεχόμενο "...

να υποχρεωθεί να μας καταβάλει τα επιδικασθέντα με την υπ' αριθμ. 10/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας ποσά, ήτοι 38.000 ευρώ στις τρεις πρώτες από εμάς (σε ποσοστό 2/8 στην πρώτη από εμάς και σε ποσοστό 3/8 σε κάθε μια από τη δεύτερη και τρίτη από εμάς) για λογαριασμό του Α. Μ., το ποσό των 26.000 ευρώ στον τέταρτο από εμάς και το ποσό των 26.000 ευρώ στον πέμπτο από εμάς .....", παρότι τούτο συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή του αιτήματος της αγωγής.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προέχοντος διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός (ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του ή όχι) είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, σε κάθε δε περίπτωση, διότι, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ισχυρισμός με το ανωτέρω περιεχόμενο (της ανεπίτρεπτης, κατ' άρθρο 223 Κ.Πολ.Δ., μεταβολής του αιτήματος της αγωγής), δεν είχε προβληθεί με την έφεση του εναγομένου - ήδη αναιρεσείοντος, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές, αναφερόμενες στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., γεγονός άλλωστε που δεν επικαλείται το αναιρεσείον.

Επίσης, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την ατίαση ότι το Εφετείο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και άφησε αίτηση αδίκαστη. Συγκεκριμένα α) δεν υπολόγισε ποιος ο, κατά την ημερομηνία καταβολής από το Δημόσιο, αναλογούν Φ.Π.Α., επί των αρχικώς αιτηθέντων ποσών (των 31.980, 22.386 και 22.386 ευρώ αντιστοίχως), αφήνοντας αδίκαστο το κύριο αίτημα της αγωγής και δεχόμενο το επικουρικό αίτημα αυτής και β) ενώ αίτημα της ένδικης αγωγής ήταν να υποχρεωθεί το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει, στον μεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των 31.980 ευρώ, σε έκαστο δε από τους δεύτερο και τρίτο των εναγόντων, το ποσό των 22.386 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α., όπως αυτό θα έχει αναπροσαρμοστεί κατά την ημερομηνία καταβολής από το Δημόσιο, άλλως πλέον Φ.Π.Α. 19% (όπως ίσχυε στον χρόνο κατάθεσης της μελέτης τους), επιδίκασε σε βάρος του, με την ενσωματωθείσα στην απόφασή του, μετά την απόρριψη της κατ' αυτής εφέσεως, υπ' αριθμ. 81/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, το συνολικό ποσό των 38.000 στις κληρονόμους του αποβιώσαντος πρώτου ενάγοντος (και δη κατά ποσοστό 2/8 στην τώρα 1η αναιρεσίβλητη, και κατά ποσοστό 3/8 σε κάθε μία από τις ήδη 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων), καθώς και το ποσό των 26.000 ευρώ σε έκαστο από τους δεύτερο και τρίτο των τότε εναγόντων και ήδη 4ο και 5ο των αναιρεσιβλήτων, ήτοι επιδίκασε ποσά πέραν των αιτηθέντων.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το ανωτέρω υπό στοιχείο α' σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός, θεμελιωτικός τούτου ισχυρισμός είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα, σε κάθε δε περίπτωση, διότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ισχυρισμός με το ανωτέρω περιεχόμενο [δηλαδή ισχυρισμός με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέτασε απ' ευθείας το επικουρικό αίτημα της αγωγής περί καταβολής Φ.Π.Α. 19% επί των ποσών των 31.980, 22.386 και 22.386 ευρώ που ζητούσαν (αντιστοίχως) οι ενάγοντες ως αμοιβή τους, χωρίς προηγουμένως να έχει εξετάσει το πρώτο και κύριο αίτημα της αγωγής, περί καταβολής του Φ.Π.Α.

που θα αντιστοιχεί στο ποσό αναπροσαρμογής αυτού κατά την ημερομηνία καταβολής από το Δημόσιο των ως άνω οφειλομένων ποσών, κατ' εφαρμογή του άρθρου 69 παρ. 1 περ. ε' του Κ.Πολ.Δ.] δεν είχε προβληθεί με την έφεση του εναγομένου - ήδη αναιρεσείοντος, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές πιο πάνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ., γεγονός που άλλωστε ουδόλως υποστηρίζει το αναιρεσείον.

Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το προαναφερθέν πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος για την προβολή του, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, καθόσον το εν λόγω, φερόμενο ως αδίκαστο, αγωγικό κύριο αίτημα, ήταν αίτημα των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων και όχι του αναιρεσείοντος - εναγομένου.

Επίσης, με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν επιδίκασε στους ενάγοντες ποσά μεγαλύτερα των αιτηθέντων, καθόσον, όπως ανωτέρω εξετέθη, με το επικουρικό αίτημα της ένδικης αγωγής τους οι ενάγοντες ζητούσαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει, συνυπολογιζομένου και του Φ.Π.Α.

εκ 19%: α) στον (ήδη αποβιώσαντα) Α. Μ. το συνολικό ποσό 38.056,20 ευρώ [31.980 η αμοιβή + 6.076,20 ο Φ.Π.Α. (31.980 x 19%) ] και β) σε καθένα των λοιπών εναγόντων το συνολικό ποσό 26.639,34 ευρώ [22.386 η αμοιβή + 4.253,34 Φ.Π.Α. (22.386 x 19%)], τα οποία ποσά περιόρισαν, με δήλωσή τους στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε 38.000, 26.000 και 26.000 ευρώ αντιστοίχως, δηλαδή σε ποσά ίσα με τα επιδικασθέντα, στα οποία επίσης συμπεριλαμβάνεται Φ.Π.Α.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το ανωτέρω υπό στοιχείο β' σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., επικαλούμενο εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 69 παρ. 1 περ.

ε, 106, 111 παρ. 2, 115 παρ. 1 και 223 του Κ.Πολ.Δ., λόγω ελλιπών και ανεπαρκών ατιολογιών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν επικαλείται το αναιρεσείον ποιες είναι οι επιπλέον αιτιολογίες που έπρεπε να περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Σε κάθε περίπτωση, με αυτά που διέλαβε στο αιτιολογικό της η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 17/2015 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, ανέφερε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, με συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί του έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματος του ύψους της αμοιβής των εναγόντων και της, ως προς την αμοιβή αυτή, επιδίκασης ή μη πλέον του αιτηθέντος, δεχόμενο ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την κατά τόπον, χρόνο, διάρκεια και είδος απασχόληση των εναγόντων πραγματογνωμόνων, τις επιστημονικές γνώσεις που απαιτήθηκαν καθώς και την έκταση και το είδος της πραγματογνωμοσύνης, καθόρισε την αμοιβή στο ποσό των 38.000 ευρώ για τον Α.

Μ. και στο ποσό των 26.000 ευρώ για καθένα των λοιπών εναγόντων, και έκρινε ότι η εν λόγω αμοιβή τους ήταν μικρότερη της αιτηθείσας με την αγωγή τους, που ανερχόταν στο ποσό των 38.056,20 [συνολικώς μαζί με τον Φ.Π.Α. εκ 19%] για τον πρώτο ενάγοντα Α. Μ. και στο ποσό των 26.639,34 ευρώ [συνολικώς μαζί με τον Φ.Π.Α. εκ 19%] για καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες (ήδη τέταρτο και πέμπτο αναιρεσίβλητους), καταλήγοντας έτσι στο σαφές αποδεικτικό πόρισμα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν επιδίκασε στους ενάγοντες ποσά μεγαλύτερα των αιτηθέντων, και ότι ο υποστηρίζων τα αντίθετα (μοναδικός) λόγος εφέσεως ήταν απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Συνεπώς, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 69 παρ. 1 περ. ε, 106, 111 παρ. 2, 115 παρ. 1 και 223 του Κ.Πολ.Δ., και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ανωτέρω ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το ηττώμενο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52 παρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.5.2015 και με αριθμό καταθέσεως 7/2015 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 17/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 20 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 25 Μαΐου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ