Supreme Court dismisses appeal against one player but allows second player's supplementary claim for compensation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the first plaintiff, X. K., regarding a labor contract termination dispute. While the court rejected the argument that sworn witness statements were invalid due to the witnesses' past membership in the opposing union, it found the second plaintiff, X. R., had valid grounds for a supplementary claim. Consequently, the court annulled the lower court's rejection of the second plaintiff's request for compensation and remanded the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 5 § 3 of Law 3198/1955; Articles 174, 180, 281, 288, 349, 350, 361, 648, 652, 656, 669 of the Civil Code; Article 7 of Law 2112/1920; Article 561 § 2 of the Code of Civil Procedure: A sworn witness statement remains admissible even if the witness was not a member of the opposing party's board at the time of the oath, provided they held no relationship to the board at that specific moment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 893 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 893/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Χ. Κ. του Χ., κατοίκου …, και 2)Χ. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Κανελλόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "Πανελλήνιος Σύνδεσμος Αμειβομένων Ποδοσφαιριστών" (Π.Σ.Α.Π.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Αλαφραγκή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/2/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 656/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 6533/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/12/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 § 3 του ν. 3198/1955 η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 174, 180, 281, 288, 349, 350, 361, 648, 652, 656, 669 ΑΚ και 7 εδ. α' του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από τον καταγγέλλοντα.
Αποτελεί, όμως, άσκηση δικαιώματος και, κατά συνέπεια, είναι απαγορευμένη, όταν γίνεται καταχρηστικά, δηλαδή υπό περιστάσεις, οι οποίες στοιχειοθετούν προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Σε μία τέτοια περίπτωση, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να δεχθεί τις υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή του μισθού προς αυτόν.
Η καταγγελία είναι καταχρηστική και όταν γίνεται εκ λόγων εκδίκησης ή εχθρότητας, συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζομένου νόμιμης μεν, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια εμφανής ή αληθής αιτία, διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης, εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει.
Ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη (ΑΠ 725/2020, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1672/2018, ΑΠ 1584/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 § 1 ν. 2112/1920 "δύναται ο εργοδότης να καταγγείλει την σύμβασιν άνευ τηρήσεως προθεσμίας τινός, εάν εναντίον του υπαλλήλου υπεβλήθη μήνυσις δι' αξιόποινον πράξιν, διαπραχθείσαν εν τη εξασκήσει της υπηρεσίας του ή απηγγέλθη κατ' αυτού κατηγορία δι' αδίκημα εν γένει φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος", κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου "υπάλληλος απαλλαγείς δια βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως των ως άνω κατηγοριών, δικαιούται να ζητήσει την κατά το άρθρον 3 αποζημίωσιν".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 ν. 3198/1955 "αι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών απολυομένων συνεπεία υποβολής μηνύσεως, συμφώνως προς τα υπό της παρ. 1 του άρθρου 5 ν. 2112 ή της παρ. 1 του άρθρου 6 του Β.Δ. της 16/18 Ιουλ. 1920 οριζόμενα. Εάν όμως επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού δια βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως, αι διατάξεις του παρόντος έχουσι εφαρμογήν και επ' αυτού από της εις τον εργοδότην κοινοποιήσεως υπό του ενδιαφερομένου του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αποφάσεως".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση εργασίας είχε καταγγελθεί από τον εργοδότη, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απολύσεως, επειδή είχε υποβληθεί εναντίον του εργαζομένου μήνυση, τότε, μετά την απαλλαγή του τελευταίου, αναβιώνει η υποχρέωση του εργοδότη προς καταβολή της αποζημίωσης, ώστε η (χωρίς αποζημίωση) καταγγελία να καταστεί έγκυρη.
Η υποχρέωση αυτή του εργοδότη δεν επέρχεται αυτοδικαίως αλλά απαιτείται προηγούμενη όχληση από τον εργαζόμενο, η οποία συντελείται με κοινοποίηση στον εργοδότη του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής απόφασης και την ταυτόχρονη δήλωση του εργαζομένου ότι επιθυμεί να εισπράξει την αποζημίωση απολύσεως.
Για να διατηρήσει το κύρος της καταγγελίας και να αποτρέψει την περιέλευσή του σε υπερημερία, ο εργοδότης πρέπει να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση αμέσως ή πάντως μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από την περιέλευση σ' αυτόν της, κατά τα προαναφερόμενα, όχλησης του εργαζομένου, εκτός αν επιθυμεί τη συνέχιση της εργασιακής σύμβασης, με επαναπρόσληψή του (ΑΠ 991/2015, ΑΠ 1106/2000).
Η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του ν. 3198/1955, ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της παραπάνω εργασιακής συμβάσεως έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, όπως από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νόμιμων δικαιωμάτων του, οπότε η απόλυσή του είναι άκυρη από τον ανεξάρτητο αυτό λόγο (ΑΠ 1272/2010, ΑΠ 2259/2009).
Δεν αποτελεί δε αναγκαίο στοιχείο της εν λόγω καταγγελίας η αναγραφή σ' αυτήν των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες κατηγορείται ο εργαζόμενος αλλά αρκεί να γνωστοποιείται εγγράφως ότι η απόλυσή του γίνεται μετά από μήνυση ή απαγγελία κατηγορίας για αξιόποινες πράξεις (ΑΠ 1722/2008, ΑΠ 1511/2008, ΑΠ 1237/2003). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 59 ΑΚ προκύπτει ότι ο προσβαλλόμενος στην προσωπικότητά του μπορεί να απαιτήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ένεκα της προσβολής κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών.
Αδικοπραξία αποτελεί και η κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ άσκηση από τον εργοδότη του δικαιώματος της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης του μισθωτού, οπότε παρέχεται τον τελευταίο το δικαίωμα να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη απ' αυτή (ΑΠ 958/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλομΑΠ 1/2016, ΟλομΑΠ 7/2006).
Ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 24/1992).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, η υπόθεση ακολούθησε την εξής δικονομική πορεία: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 4/2/2014 αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δικάζον κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, σε βάρος του εναγομένου σωματείου και ήδη αναιρεσιβλήτου, ισχυρίσθηκαν, κατά το μέρος που αφορούν οι αναιρετικοί λόγοι, ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και απασχολήθηκαν ως υπάλληλοι γραφείου.
Ότι στις 9/12/2013 ο Πρόεδρος του τότε ΔΣ του εναγομένου αρνήθηκε να δεχθεί την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία τους και ότι την επομένη τους κοινοποίησε σχετική καταγγελία σύμβασης εργασίας λόγω υποβολής μήνυσης. Ότι η ως άνω καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους ήταν άκυρη και καταχρηστική, διότι έγινε ψευδώς και προσχηματικά από λόγους εκδίκησης και εχθρότητας προς το πρόσωπό τους επειδή στις 16/10/2013 προσέφυγαν στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας για τη μη καταβολή μέρους των δεδουλευμένων τους για το έτος 2013.
Ότι εξαιτίας της ακυρότητας της καταγγελίας, το εναγόμενο κατέστη υπερήμερος οφειλέτης περί την αποδοχή της εργασίας τους και τους οφείλει μισθούς υπερημερίας, ενώ η κατά τα άνω καταχρηστική απόλυσή τους και ο τρόπος που αυτή τους αναγγέλθηκε από τα όργανα του εναγομένου πρόσβαλαν την προσωπικότητά τους ώστε να δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ζήτησαν δε α) να κριθεί άκυρη η απόλυσή τους ως παράνομη και καταχρηστική, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να δέχεται την εργασία τους, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 90.141,98 € για δεδουλευμένα Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου, επίδομα Πάσχα, έξοδα κίνησης έτους 2013, για μισθούς υπερημερίας από 10/12/2013 έως 31/1/2015 και για ηθική βλάβη, εντόκως, δ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 57.732,29 € για μισθούς υπερημερίας από 10/12/2013 έως 31/1/2015 και για ηθική βλάβη, εντόκως, και ε) επικουρικά, σε περίπτωση που απαλλαγούν από κάθε κατηγορία δια βουλεύματος ή αποφάσεως, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει για τη νόμιμη αποζημίωσή τους λόγω απροειδοποίητης καταγγελίας το ποσό των 77.656,56 € στον πρώτο και το ποσό των 29.989,63 € στον δεύτερο, νομιμοτόκως.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσία βάσιμη και κήρυξε άκυρη την από 10/12/2013 καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ως καταχρηστική, υποχρέωσε δε το εναγόμενο να καταβάλει εντόκως από την επίδοση της αγωγής, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 44.781,94 € και στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 37.732,29 €, για μισθούς υπερημερίας, καθώς και το ποσό των 2000 € σε έκαστο για την ηθική βλάβη που υπέστησαν.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο σωματείο και επί της εφέσεως εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μεταξύ άλλων, δέχθηκε τα εξής: "Το εναγόμενο αποτελεί σωματείο εργαζομένων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, το οποίο έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα με την εγγραφή του στο βιβλίο των σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Μέλη του είναι ποδοσφαιριστές των συλλόγων της Α' Εθνικής (Super League) και Β' Εθνικής (Football League), ενώ παλαιότερα και της Γ' Εθνικής κατηγορίας και αυτό είναι μέλος της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ποδοσφαιριστών (FIFPro). Στα πλαίσια λειτουργίας του το εναγόμενο προσέλαβε τους ενάγοντες δυνάμει αποφάσεων των τότε Διοικητικών Συμβουλίων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθούν ως υπάλληλοι γραφείου και δη τον πρώτο την 1/2/1980 και τον δεύτερο την 1/1/1997 έναντι του προβλεπόμενου από τις οικείες σ.σ.ε.
μισθού, για 8ωρη ημερήσια και 5ήμερη εβδομαδιαία απασχόληση. Ο πρώτος ενάγων Χ. Κ., ήταν ο αρχαιότερος υπάλληλος του εναγομένου και με την από 24/5/2004 απόφαση του Δ.Σ. ορίστηκε Γενικός Διευθυντής και του ανατέθηκε ουσιαστικά η διαχείριση των οικονομικών του εναγομένου, καθότι τα κατά καιρούς μέλη του Δ.Σ. του εναγομένου, ως ενεργοί ή παλαίμαχοι ποδοσφαιριστές, δεν είχαν τη γνώση και τη δυνατότητα να ασχοληθούν με τα οικονομικά θέματα.
Έτσι με τον διορισμό του αυτόν ο πρώτος ενάγων εκτός από υπάλληλος κατέστη και οιονεί "παράγοντας" της διοικήσεως, αφού μπορούσε νομίμως να υποκαθιστά αυτή, να θέτει υπογραφές και να αναλαμβάνει ευθύνες για το εναγόμενο, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι πάντα ενημέρωνε τη διοίκηση σύμφωνα με την ανωτέρω εξουσιοδότηση.
Ο δεύτερος ενάγων Χ. Ρ. ήταν υπεύθυνος της γραμματειακής υποστήριξης και του τηλεφωνικού κέντρου του εναγομένου, ταυτόχρονα δε εκτελούσε τις εξωτερικές εργασίες του σωματείου, εντός και εκτός Αττικής. Όμοιες σχέσεις είχε και αυτός με τα πρόσωπα της διοίκησης που είχε και ο πρώτος ενάγων. Οι ως άνω, όμως, σχέσεις και αρμοδιότητες είχαν και άμεση επίδραση στα οικονομικά των εναγόντων, με αποτέλεσμα κατά το έτος 2013 οι τελευταίες μικτές μηνιαίες αποδοχές του πρώτου ενάγοντος να ανέρχονται στο ύψος των 3.235,69 € και του δευτέρου στο ύψος των 2.726,33 €, ενώ, το ίδιο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η Ελλάδα πλήττονταν από την οικονομική κρίση, οι μισθοί είχαν καθηλωθεί σε χαμηλά επίπεδα και οι οικείες ΕΓΣΣΕ προέβλεπαν ύψος μισθού για τους ενάγοντες 820,51 € (κατηγορία 9-35 έτη προϋπηρεσίας).
Την κατάσταση αυτή θέλησε να ελέγξει η διοίκηση του προέδρου του εναγομένου Α. Χ. αρχικά και κατόπιν του Δ. Δ., προκειμένου να μειώσει τις λειτουργικές δαπάνες του εναγομένου, άμα τη αναλήψει των καθηκόντων της. Ενόψει της ως άνω αναφερομένης οικονομικής κρίσεως, που είχε ανάλογο αντίκτυπο στο εναγόμενο και στα μέλη του, ζήτησε από τους ενάγοντες επανειλημμένα τα έγγραφα των συμβάσεων εργασίας τους που προέβλεπαν τα ανωτέρω υψηλά ποσά μισθών, το βιβλίο αδειών των εργαζομένων και το ειδικό βιβλίο νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού.
Μετά την παρέλευση περίπου επτά μηνών ο πρώτος ενάγων απάντησε ότι ουδέν των ανωτέρω υπάρχει. Το ως άνω Δ.Σ. του εναγομένου ενέτεινε τον έλεγχο των εναγόντων, γεγονός το οποίο προκάλεσε την έντονη δυσφορία τους, αλλά και την έλλειψη συνεργασίας με αυτό. Στις 16/10/2013 οι ενάγοντες προσέφυγαν στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.) Ανατολικού Τομέα Αθηνών και κατήγγειλαν το εναγόμενο για την μη καταβολή δεδουλευμένων και δη ο πρώτος των μηνών Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2013 και ο δεύτερος των μηνών Αυγούστου και Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, καλώντας αυτό να προσέλθει σε αυτήν για την επίλυση της διαφοράς στις 04/11/2013 και ώρα 11.00 π.μ.
Κατά την ημερομηνία αυτή το εναγόμενο δεν παραστάθηκε με κάποιο αντιπρόσωπό του και η συζήτηση για τη διευθέτηση της διαφοράς αναβλήθηκε για τις 25/11/2013 και για τον ίδιο λόγο για τις 6/12/2013, οπότε ο πρώτος ενάγων αιτήθηκε αναβολής και η συζήτηση αναβλήθηκε για τις 17/12/2013. Σημειωτέο ότι τις προσκλήσεις για τη συζήτηση της διαφοράς που απέστελνε η ως άνω Επιθεώρηση Εργασίας στο εναγόμενο, παραλάμβανε ο πρώτος ενάγων από τον σχετικό υπάλληλο των ΕΛΤΑ, πλην όμως δεν πληροφορούσε γι' αυτήν τα αρμόδια όργανα του εναγομένου.
Λόγω της συνεχιζόμενης άρνησης των εναγόντων να επιτρέψουν στα όργανα του ΔΣ του εναγομένου να έχουν πρόσβαση στα γραφεία του (οδός Πατησίων, αριθ. 128), με ότι αρνητικές συνέπειες τούτο είχε, στις 6/12/2013 ο Πρόεδρος του ΔΣ του εναγομένου Δ. Δ. προσπάθησε να αλλάξει την κλειδαριά. Βρήκε όμως την άρνηση και την αντίσταση του πρώτου ενάγοντος με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί φραστικό επεισόδιο και ο πρώτος να καλέσει τηλεφωνικά τα όργανα του Αστυνομικού Τμήματος Κυψέλης Αττικής να επέμβουν.
Κατά τον έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στο ως άνω γραφείο, που είχε ανοιχθεί κατά τον παραπάνω περιγραφόμενο τρόπο, ανευρέθηκαν αποδεικτικά στοιχεία για παράνομη συμπεριφορά των εναγόντων απέναντι στο εναγόμενο. Υπό το βάρος των ανωτέρω, το ΔΣ του εναγομένου υπό οκταμελή σε απαρτία σύνθεση (πέντε παρόντα μέλη και τρία σε τηλεδιάσκεψη) συνήλθε εκτάκτως στις 6/12/2013 και ώρα 21:30' με θέμα μόνο: "Σύνταξη και κατάθεση μήνυσης εις βάρος των εργαζόμενων του Συνδέσμου κυρίου Χ.
Κ. και κυρίου Χ. Ρ. για ποινικά κολάσιμες συμπεριφορές, όπως προσδιορίζονται αναλυτικά στη συνεδρίαση και απόλυσή τους μετά τις σημερινές αποκαλύψεις" και μετά τον προσδιορισμό των πράξεων που αποτέλεσαν και σώμα της κατωτέρω αναφερομένης μηνύσεως, αποφάσισε ομόφωνα και για τους δυο ενάγοντες (κατά λέξη κατά το ως άνω πρακτικό) "Α) Να προβεί ο εν λόγω εργαζόμενος σε παράδοση όλων των εγγράφων του Συνδέσμου στις 09-12-2013, να παραδώσει όλα τα έγγραφα στην ειδική προς τούτο συνεργάτη του Συνδέσμου κυρία Μ.
Α. και να αποχωρίσει από τα γραφεία του Συνδέσμου χωρίς να αναλάβει κανένα καθήκον και καμία εργασία, Β) Να κατατεθεί ήδη στις 09-12-2013 μήνυση εις βάρος του εν λόγω εργαζόμενου για τα παραπάνω αδικήματα και Γ) Να καταγγελθεί η σχέση εργασίας του Συνδέσμου με τον εργαζόμενο την επομένη ημέρα στις 10-12-2013. Στις 10/12/2013 και ώρα 12.33' ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου και των οργάνων αυτού Δ.
Δ. και Σ. Σ., Εμμανουήλ Αλιφραγκής, κατέθεσε την από 9/12/2013 μήνυση σε βάρος των εναγόντων και δη σε βάρος του πρώτου ενάγοντος για τις πράξεις της ψευδούς κατάθεσης σε δημόσια αρχή (άρθ. 225 ΠΚ), της ψευδούς καταμήνυσης (άρθ. 229 ΠΚ), της ψευδούς ανακοίνωσης σε αρχή περί τελέσεως του εγκλήματος της μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών για τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο του έτους 2013 (άρθ. 230 ΠΚ), της δυσφήμησης του ΔΣ και της συκοφαντικής του δυσφήμησης (άρθ. 362-363 ΠΚ) με την εργατική διαφορά στο ΣΕΠΕ την οποία απέκρυψε από το ΔΣ, το οποίο και δεν παραστάθηκε στις 04.11.2013, όπως είχε κληθεί, της κρυφής αποστολής ηλεκτρονικά επιστολής στην Παγκόσμια Ένωση Ποδοσφαιριστών για το ΔΣ του εναγομένου, της υπεξαίρεσης χρημάτων του εναγομένου (άρθ. 375 ΠΚ), της απιστίας εργαζόμενου υπαλλήλου (άρθ. 390 ΠΚ), της πλαστογραφίας εγγράφων του Συνδέσμου και υπογραφών άλλων προσώπων (άρθ. 216 ΠΚ), της υπεξαγωγής εγγράφων του εναγομένου (άρθ. 222 δ' ΠΚ), καθώς και της απάτης (άρθ. 386 ΠΚ) και σε βάρος του δεύτερου ενάγοντος για τις πράξεις της κακόβουλης βλασφημίας (άρθ. 198 ΠΚ), της ψευδούς κατάθεσης σε δημόσια αρχή (άρθ. 225 ΠΚ), της ψευδούς καταμήνυσης (άρθ. 229 ΠΚ), της εξύβρισης του Προέδρου και του Ταμία του εναγομένου (άρθ. 361 ΠΚ), της δυσφήμησης όλου του ΔΣ και της συκοφαντικής του δυσφήμησης στο ΣΕΠΕ και στην Παγκόσμια Ένωση Ποδοσφαιριστών (άρθ. 362-363 ΠΚ), της άμεσης συνδρομής σε υπεξαίρεση του πρώτου ενάγοντος (άρθ. 46 §1 β' ως ίσχυε, 375 ΠΚ), της απιστίας (άρθ. 390 ΠΚ), της υπεξαγωγής εγγράφων με την απόκρυψη του εγγράφου του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (άρθ. 222 δ' ΠΚ), καθώς και της απάτης (άρθ. 386 ΠΚ), τόσο για την εμφάνιση σύμβασης υψηλών αποδοχών, όσο και για την παραπλάνηση δημόσιας αρχής με την κατάθεση ότι το ΔΣ έχει απρεπή συμπεριφορά, αλλά και την απόκρυψη διενέργειας εργατικής διαφοράς.
Σε εκτέλεση των ως άνω αποφάσεων το εναγόμενο δια των αρμοδίων του οργάνων κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων και δη του πρώτου από αυτούς στην ίδια ως άνω ημερομηνία (10/12/2013) και ώρα 15.25' και του δευτέρου στην ίδια ημερομηνία και ώρα 15.45', χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης λόγω άσκησης μήνυσης (σχ.
υπ' αριθ. 6298 και 6299/10-12-13 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Μ. Μ. -Τ.). Επακολούθησε προκαταρκτική εξέταση από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, μετά το πέρας της οποίας παραγγέλθηκε η διενέργεια κύριας ανάκρισης με την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος πλην των άλλων κατηγορουμένων και των εναγόντων για α) συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση (1ος - 2ος ενάγοντες), β) υπεξαγωγή εγγράφων κατ' εξακολούθηση (1ος), γ) υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα από υπαίτιο που μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 150.000 € σε βάρος νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθ. 263Α ΠΚ την εκτέλεση της οποίας ο δράστης εξακολούθησε επί μακρό χρόνο το δε αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (1ος), δ) πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια από κοινού και κατά μόνας σε βάρος νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθ. 263Α ΠΚ με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 150.000 € την εκτέλεση της οποίας ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο το δε αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (1ος), ε) άμεση συνέργεια κατ' εξακολούθηση στην ως άνω υπό στοιχείο γ' πράξη (2ος), στ) ηθική αυτουργία κατ' εξακολούθηση σε υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση με χρήση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων από την οποία το όφελος που πέτυχε ο δράστης και η ζημία που προξενήθηκε σε νομικό πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263Α ΠΚ υπερβαίνει το ποσό των 30.000 € (2ος), ζ) ηθική αυτουργία κατ' εξακολούθηση σε απιστία σχετική με την υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, με τη χρήση ιδιαιτέρων τεχνασμάτων, από την οποία το όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει το ποσό των 30.000 € (2ος).
Μετά την περάτωση της κύριας ανάκρισης με τη λήψη των απολογιών όλων των κατηγορουμένων και τη γνωστοποίηση του πέρατος της ανάκρισης σε αυτούς, εκδόθηκε το υπ' αριθ. 548/3-4-2017 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απάλλαξε τον πρώτο ενάγοντα εν μέρει και τον δεύτερο ενάγοντα εξ ολοκλήρου για λόγους ουσίας από όλες τις αποδιδόμενες σε βάρος του κατηγορίες.
Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκε από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου η με αριθ. πρωτ. 104/25.05.2017 αίτηση αναίρεσης και επί αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1826/2017 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), η οποία αναίρεσε το υπ' αριθ. 548/2017 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μόνον όσον αφορά τις διατάξεις εκείνες με τις οποίες αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία:
α) κατά του πρώτου ενάγοντος για υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από υπαίτιο που μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 30.000 € σε βάρος Ν.Π.Ι.Δ. από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263Α ΠΚ και β) κατά του δεύτερου ενάγοντος για ηθική αυτουργία σε υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσα από υπαίτιο που μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 30.000 € σε βάρος Ν.Π.Ι.Δ.
από τα αναφερόμενα στο άρθ. 263Α ΠΚ. Η υπόθεση παραπέμφθηκε εκ νέου στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο υπό άλλη σύνθεση, εξέδωσε το υπ' αριθ. 78/1-2-2018 Βούλευμά του, με το οποίο αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία κατά των εναγόντων για τις πιο πάνω μετ' αναίρεση ερευνώμενες πράξεις. Έτσι μόνο ο πρώτος ενάγων παραπέμφθηκε αμετάκλητα ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τις πράξεις που απέμειναν, ήτοι, σύμφωνα με το 548/2017 βούλευμα, υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση τελεσθείσα από υπαίτιο που μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 150.000 € (612.489,75 €) σε βάρος νομικού προσώπου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 263Α ΠΚ (όπως ίσχυε πριν το ν.4619/11-6-2019), την εκτέλεση της οποίας ο δράστης εξακολούθησε επί μακρό χρόνο, το δε αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βάρος του ΠΣΑΠ με συνολικό όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω των 30.000 € (93.200 €).
Από το σύνολο των ανωτέρω αποδειχθέντων καταδεικνύεται ότι τα όργανα του εναγομένου υπέβαλαν την ένδικη μήνυση και, ακολούθως, κατήγγειλαν τις εργασιακές συμβάσεις των εναγόντων, στηριζόμενοι αποκλειστικά στα στοιχεία που είχαν προκύψει έως τις 6/12/2013 και με μόνο σκοπό να προασπίσουν το συμφέρον του σωματείου, ενόψει της φύσης, της σοβαρότητας και της έκτασης των αξιοποίνων πράξεων που φερόταν ότι αποκαλύπτονταν και με την πεποίθηση ότι οι ενάγοντες έδρασαν ή συνέδραμαν στην τέλεση των πράξεων αυτών και όχι για λόγους εμπίπτοντες στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Έτσι φερόμενο, δεν αποδεικνύεται ότι η απόλυση των εναγόντων έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα των οργάνων του εναγομένου προς αυτούς, αφού κανένα περιστατικό που να καταδεικνύει τέτοιες προθέσεις των τελευταίων δεν προέκυψε. Το ότι ο δεύτερος ενάγων απαλλάχθηκε των κατηγοριών που του προσάψαν τα όργανα του εναγομένου, δεν αναιρεί το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, αφού η ως άνω μήνυση δεν κρίθηκε ψευδής, ούτε τέθηκε εξ αρχής στο αρχείο ως προφανώς αβάσιμη.
Αντίθετα διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση και κύρια ανάκριση, η οποία περατώθηκε με απολογίες των κατηγορουμένων -εναγόντων και όχι με τυπικές κλήσεις. Μάλιστα στον πρώτο ενάγοντα επιβλήθηκε και περιοριστικός όρος (απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα). Τα γεγονότα αυτά καταδεικνύουν ότι τα όργανα του εναγομένου δεν υπέβαλαν την από 9/12/2013 μήνυση όλως αβασίμως, αλλά διότι προέκυπταν ενδείξεις ενοχής των εναγόντων και ουδόλως προκειμένου να αποφύγουν την εφαρμογή των διατάξεων του εργατικού δικαίου περί αποζημιώσεως αυτών λόγω καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους.
Ούτε, σαφώς, προσχηματικότητα του λόγου απόλυσης αποδείχθηκε, ούτε και εκδικητικότητα των οργάνων του εναγομένου, αφού όπως ανωτέρω εκτίθεται η συμπεριφορά των εναγόντων προς τα όργανα του εναγομένου χαρακτηρίζεται λίαν επιεικώς "απαράδεκτη" και επικίνδυνη για την εσωτερική λειτουργία και την προς τα έξω καλή εικόνα του.
Ειδικά δε η ενέργειά τους να αποστείλουν έγγραφο στην Παγκόσμια Ένωση Ποδοσφαιριστών (FIFPro) αναφέροντας σε αυτό ότι το ΔΣ του εναγομένου αδιαφορεί για τη διευθέτηση της εργατικής διαφοράς, ότι έπαυσε κάθε ενημέρωση προς αυτούς και το νομικό σύμβουλο του εναγομένου Α. Μ., έβλαψε την πίστη και την καλή εικόνα του εναγομένου διεθνώς, πράξη που δεν συνάδει με την υποχρέωση εκτέλεσης της εργασίας τους κατά τις αρχές της καλής πίστης και της εμπιστοσύνης.
Ούτε επίσης συνδέεται η ως άνω καταγγελία με το γεγονός της προσφυγής των εναγόντων στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.) Ανατολικού Τομέα Αθηνών, προς αναζήτηση των δεδουλευμένων τους, ως ανωτέρω εκτίθεται, αφενός διότι δεν υπάρχει χρονική εγγύτητα των δυο πράξεων (απέχει η μία από την άλλη περίπου δυο μήνες), αφετέρου διότι αποδείχθηκε ότι τα όργανα του εναγομένου έλαβαν γνώση της προσφυγής αυτής στις 6/12/2013, ημερομηνία κατά την οποία αποφασίσθηκε εκτάκτως από το ΔΣ αυτού η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων λόγω της αποκάλυψης των φερόμενων ως διαπραχθέντων ποινικά κολάσιμων πράξεων από αυτούς, σε συνδυασμό με την πλημμελή άσκηση των συμβατικών καθηκόντων και της συμπεριφοράς τους που δημιουργούσε προβλήματα στην ομαλή λειτουργία του εναγομένου και είχαν κλονίσει την εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό τους, και όχι λόγω της ως άνω προσφυγής.
Το ότι η γνώση των οργάνων του εναγομένου επήλθε στις 6/12/2013 και μετά, ενισχύεται, πλην των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και από το γεγονός ότι στις προηγούμενες χρονικά της 6/12/2013 συνεδριάσεις του ΔΣ του εναγομένου, ουδείς λόγος γίνεται για προσφυγή των εναγόντων στο Σ.ΕΠ.Ε. Ένα δε τόσο σημαντικό εργασιακό θέμα δεν θα περνούσε απαρατήρητο από τα όργανα του εναγομένου και θα είχε συζητηθεί σε κάποια συνεδρίαση, δεδομένου ότι οι ενάγοντες ουδέποτε εξέλειπαν της "ημερησίας διατάξεως" συζητήσεως θεμάτων στο ΔΣ.
Τα ως άνω δε ισχύουν και για τον πρώτο ενάγοντα, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος της ποινικής δίκης που εκκρεμεί και χωρίς τούτο να παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας που υφίσταται υπέρ και των δυο, δεδομένου ότι για τον πρώτο ενάγοντα δεν υφίσταται αμετάκλητη περί ενοχής κρίση Ποινικού Δικαστηρίου". Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτούς τους σχετικούς λόγους έφεσης του εκκαλούντος -αναιρεσιβλήτου και αφού δέχθηκε την έφεση κατ' ουσίαν εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το μέρος που έκανε δεκτή την αγωγή και απέρριψε αυτή.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, ότι τα όργανα του αναιρεσίβλητου υπέβαλαν την ένδικη μήνυση και, ακολούθως, κατήγγειλαν τις εργασιακές συμβάσεις των αναιρεσειόντων, στηριζόμενοι αποκλειστικά στα στοιχεία που είχαν προκύψει έως τις 6/12/2013 και με μόνο σκοπό να προασπίσουν το συμφέρον του σωματείου, ενόψει της φύσης, της σοβαρότητας και της έκτασης των αξιοποίνων πράξεων που φερόταν ότι αποκαλύπτονταν και με την πεποίθηση ότι οι αναιρεσείοντες έδρασαν ή συνέδραμαν στην τέλεση των πράξεων αυτών και όχι για λόγους εμπίπτοντες στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ειδικότερα εκ λόγων εκδίκησης ή εχθρότητας, συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζομένου νόμιμης μεν, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, και κατόπιν τούτων, ότι η από 10/12/2013 ένδικη αζήμια καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων από τα αρμόδια όργανα του αναιρεσίβλητου, λόγω μηνύσεως είναι έγκυρη και δεν συνιστά αδικοπραξία και συνεπώς αυτοί δεν δικαιούνται ούτε μισθούς υπερημερίας, ούτε και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για προσβολή της προσωπικότητάς τους, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 281, 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 5 § 1 ν. 2112/1920 και 7 εδ.
α' του ν. 3198/1955, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα αυτά, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης εκ των αριθμών 1 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Έσφαλε όμως το Εφετείο ως προς την ερμηνεία και ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 5 § 2 ν. 2112/1920 και 7 εδ. β' του ν. 3198/1955, καθώς, δεχόμενο, στη συνέχεια, την απαλλαγή του δεύτερου αναιρεσείοντος δια βουλεύματος, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών αυτών διατάξεων απέρριψε το επικουρικό αγωγικό αίτημα αυτού, κατά το οποίο, σε περίπτωση που απαλλαγεί από κάθε κατηγορία δια βουλεύματος ή αποφάσεως, να υποχρεωθεί το εναγόμενο -αναιρεσίβλητο να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωσή του λόγω απροειδοποίητης καταγγελίας, ως αβάσιμο και συνακόλουθα δεν ερεύνησε την ουσιώδη προϋπόθεση για την καταβολή της αποζημίωσης, αν προηγήθηκε όχληση από τον εργαζόμενο, η οποία συντελείται με κοινοποίηση στον εργοδότη του απαλλακτικού βουλεύματος και την ταυτόχρονη δήλωση του εργαζομένου ότι επιθυμεί να εισπράξει την αποζημίωση απολύσεως. Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι σχετικοί πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης εκ των αριθμών 1 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (αληθώς μόνο εκ του αριθ. 1) ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς το τμήμα αυτό.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ των αριθμών 1 & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1 & 5 του ν. 2112/1920 δέχθηκε ως έγκυρη την αζήμια καταγγελία λόγω μηνύσεως, χωρίς να προηγηθεί η μήνυση και να ακολουθήσει η καταγγελία, αλλά με την ταυτόχρονη υποβολή της μήνυσης εναντίον τους και την επίδοση σ' αυτούς της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους.
Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, τη μήνυση σε βάρος των αναιρεσειόντων κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου Εμμανουήλ Αλαφραγκής στις 10-12-2013 και ώρα 12,33, το αναιρεσίβλητο δε, δια των αρμοδίων του οργάνων, κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των αναιρεσειόντων, του πρώτου από αυτούς στην ίδια ως άνω ημερομηνία (10-12-2013) και ώρα 15.25' και του δευτέρου στην ίδια ημερομηνία και ώρα 15.45', χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης λόγω άσκησης μήνυσης.
Οι αναιρεσείοντες αρνήθηκαν να παραλάβουν τις ως άνω καταγγελίες, για αυτό έλαβε χώρα επίδοση με θυροκόλληση (βλ. υπ' αριθ. 6298 και 6299/10-12-13 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Μ. Μ. - Τ.). Ήτοι, η κατάθεση της μήνυσης προηγήθηκε της επιδόσεως των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων από το αναιρεσίβλητο.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 § 2, 339, 409 §§ 1 & 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανικάνου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοίκησης αυτού.
Τα ανωτέρω, για την ταυτότητα του λόγου, ισχύουν και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 671 § 1 ΚΠολΔ, με τις οποίες ο ενόρκως βεβαιών τρίτος καταθέτει ό,τι γνωρίζει για τα αποδεικτέα πραγματικά περιστατικά. Η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά τον χρόνο της ένορκης βεβαίωσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης βεβαίωσης (ή κατάθεσης) ως ανυπόστατης ((ΑΠ 715/2013, ΑΠ 1010/2009, 248/2009, 1492/2006, 1361/2005, 814/2005).
Κατά συνέπεια, ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, πρώην νομίμου εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου ή μέλους της διοίκησης αυτού, το οποίο στερείται την ιδιότητα αυτή κατά τον χρόνο της ένορκης βεβαίωσης δεν αποτελεί ανυπόστατο αλλά επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και λαμβάνεται υπόψη.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης μέμφονται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί για τη μόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος έλαβε υπόψη και τις υπ' αριθμ. … και …/2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των μαρτύρων ανταποδείξεως (αναιρεσίβλητου) Ι. Ξ. και Μ. Β., που ήταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσίβλητου κατά το χρόνο λήψης αυτών. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων, ως διαδικαστικά έγγραφα, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, οι μάρτυρες Ι. Ξ. και Μ. Β. κατά τον χρόνο της ένορκης βεβαίωσής τους (24-3-2015), ουδεμία σχέση είχαν με το διοικητικό συμβούλιο του αναιρεσίβλητου, καθώς ο μεν Ι. Ξ. είχε εκλεγεί ως μέλος του ΔΣ αυτού τις χρονιές από 22-5-1998 έως Μάιο 2001, ενώ ο Μ. Β. είχε εκλεγεί ως μέλος του ΔΣ από 28-5-2001 έως 24-5-2004 και επανεκλεγεί από 24-5-2004 μέχρι 14-5-2007. Επομένως και ο λόγος αυτός αναίρεσης (5ος) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Μετά από όλα αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση ως προς το πρώτο αναιρεσείοντα και να καταδικαστεί αυτός λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, και να γίνει δεκτή αυτή ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα, κατά παραδοχή ως βάσιμων του πρώτου και τέταρτου των λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε το επικουρικό περί αποζημίωσης αγωγικό αίτημα του δεύτερου αναιρεσείοντος, όπως προσδιορίζεται πιο πάνω, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ως προς αυτό το ζήτημα στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 § 3). Τέλος, πρέπει το αναιρεσίβλητο που ηττήθηκε στη δίκη να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δεύτερου αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-12-2019 και με αριθμό καταθέσεως 12351/1224/27-12-2019 αίτηση ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Χ. Κ. του Χ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6533/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα αυτόν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Αναιρεί την 6533/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα Χ. Ρ. του Σ. κατά το μέρος που απέρριψε το επικουρικό περί αποζημίωσης αγωγικό αίτημα αυτού.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ως προς αυτό το τμήμα της στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του δεύτερου αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ