Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy ruling due to lack of specific contradiction between unrelated legal proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the anonymous company's request for retrial against a final bankruptcy decision. The appellant argued for a contradiction between two prior judgments, but the court found the proceedings arose from distinct legal causes involving different factual scenarios. Consequently, the court ruled that no legal contradiction existed to warrant a retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495(3) and 176 of the Code of Civil Procedure; A retrial request based on alleged contradiction between judgments is inadmissible if the judgments concern different legal relationships and factual bases, rendering the contradiction argument baseless.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 893 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 893/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αιτούσας την αναψηλάφηση: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε με τον νόμιμο εκπρόσωπό της Π. Δ., ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Γρηγόριο Λαγομάτη.
Της καθής η αίτηση αναψηλάφησης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", πρώην "...", "...", πρώην "... ΑΕ", πρώην "...", πρώην "... ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βαρότσο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με: 1) την από 5-2-1999 αγωγή της ήδη αιτούσας την αναψηλάφηση και του Π. Δ., 2) την από 6-10-1999 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε παρέμβαση της ήδη καθής η αίτηση αναψηλάφησης και 3) την με αριθ. έκθεσης κατάθεσης 40706/2000 κύρια παρέμβαση που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20435/2001 εν μέρει οριστική, 33124/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 2554/2007 εν μέρει οριστική και 1/2010 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 19-5-2010 αίτησή της και τους από 23-3-2012 πρόσθετους λόγους.
Εκδόθηκε η 1563/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε την από 19-5-2010 αίτηση για αναίρεση της 2554/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αναίρεσε μερικώς την 1/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές, το οποίο εξέδωσε την 590/2014 απόφασή του. Την αναίρεση της εφετειακής αυτής απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2014 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1047/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 590/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και διακράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε δικάσιμο που θα οριζόταν με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 662/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 5 Δεκεμβρίου 2006 έφεση και τους από 24 Ιανουαρίου 2007 πρόσθετους λόγους εφέσεως κατά της 33124/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναψηλάφηση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αιτούσα με την από 23-3-2018 αίτησή της και τους από 11-12-2018 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αιτούσας την αναψηλάφηση ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της καθής η αίτηση αναψηλάφησης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 539 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων που περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ή έφεση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 544 του ιδίου Κώδικα αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο για τους επακριβώς καθορισμένους σ' αυτό λόγους (ΑΠ 1845/2005).
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 538 επ. Κ.Πολ.Δ. το έκτακτο ένδικο μέσο της αίτησης αναψηλάφησης ασκείται με δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και εκδικάζεται από το ίδιο δικαστήριο, αφού η άσκηση της αναψηλάφησης δεν έχει μεταβιβαστικό αποτέλεσμα (ΑΠ 245/2017, ΑΠ 870/2013).
Η δίκη ενώπιον του δικαστηρίου της αναψηλαφήσεως διέρχεται συνολικά τέσσερα στάδια. Στο πρώτο το δικαστήριο εξετάζει το παραδεκτό της αναψηλαφήσεως, αν δηλαδή αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις. Στο δεύτερο στάδιο εξετάζει το παραδεκτό και νόμιμο καθενός από τους λόγους της αναψηλαφήσεως, ενώ στο τρίτο εξετάζει την ουσιαστική βασιμότητα τους.
Μετά ταύτα, αν κάποιος λόγος κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, επακολουθεί η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και το τελευταίο στάδιο, κατά το οποίο το δικαστήριο εξετάζει την ουσία της υποθέσεως μέσα στα όρια που καθορίζονται από την αναψηλάφηση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 538 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 παρ.1 του ίδιου πιο πάνω ν. 3994/2011 και ισχύει από τις 25-7-2011, "Με αναψηλάφηση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων και του Αρείου Πάγου εφόσον δικάζει κατ' ουσίαν, σε κάθε δε περίπτωση εφόσον πρόκειται για στηριζόμενο στον αριθμό 10 του άρθρου 544 λόγο".
Η ως άνω διάταξη, κατά το σκέλος της που αναφέρεται σε αποφάσεις του Αρείου Πάγου που δικάζει κατ' ουσίαν, ήταν αρχικώς ανεφάρμοστη. Τούτο διότι, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 31 παρ.1 ν. 2172/1993, ο Άρειος Πάγος, αν αναιρούσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παρέπεμπε την υπόθεση στο ίδιο ή σε άλλο δικαστήριο, ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο που την εξέδωσε, με συνέπεια να μη δικάζει κατ' ουσίαν και να μην υπόκεινται σε αναψηλάφηση οι αποφάσεις του ως ακυρωτικού (Ολ.Α.Π. 16/ 2003).
Στη συνέχεια, όμως, μετά την εκ νέου αντικατάσταση του άρθρου 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 12 παρ.4 ν.4055/2012 (που σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού ισχύει από τις 2-4-2012), τη μεταγενέστερη αντικατάστασή του με το άρθρο 65 παρ.1 ν.4139/2013 (που σύμφωνα με το άρθρο 104 αυτού ισχύει από τις 20-3-2013), και, στη συνέχεια, με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (που σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 αυτού ισχύει από 1-1-2016), ο Άρειος Πάγος μπορεί να δικάσει κατ' ουσίαν την υπόθεση στις αναφερόμενες σ' αυτήν περιπτώσεις και οι σχετικές αποφάσεις του υπόκεινται σε αναψηλάφηση.
Με βάση τα ανωτέρω, για να είναι παραδεκτή αίτηση αναψηλαφήσεως κατ' αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που δημοσιεύθηκε μετά τις 2-4-2012 (αφότου άρχισε η ισχύς του ν.4055/2012), πρέπει είτε ο Άρειος Πάγος να έχει δικάσει κατ' ουσίαν είτε ο λόγος αναψηλαφήσεως να στηρίζεται στον αριθμό 10 του άρθρου 544 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1122/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση από 23-3-2018 αίτηση, που κατατέθηκε στον αρμόδιο γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου στις 26-3-2018, ζητείται η αναψηλάφηση της 662/2017 αποφάσεως του Α2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, που δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους του άρθρου 544 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αφενός μεν διότι στην ίδια υπόθεση εκδόθηκαν, μεταξύ των ίδιων διαδίκων που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά δικαστήρια, αποφάσεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους, αφετέρου δε διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα, το ψεύδος της οποίας αναγνωρίστηκε με αμετάκλητη απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.
Η αίτηση είναι παραδεκτή διότι: α) ασκείται κατά αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που δίκασε κατ' ουσίαν, β) ασκείται από την εκκαλούσα, της οποίας απορρίφθηκε η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως κατά της 33124/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και η οποία έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή της, καθόσον με αυτή επιδιώκει την κατ` ουσίαν παραδοχή της εφέσεως και, συνακόλουθα, την παραδοχή της αγωγής της, η οποία απορρίφθηκε πρωτοδίκως, γ) ασκείται για λόγους από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 544 ΚΠολΔ και δ) ασκείται εμπροθέσμως, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αιτούσα στις 25-1-2018, οπότε και άρχισε η προθεσμία των εξήντα ημερών για την άσκησή της (άρθρ. 545 παρ.1, 3 περ.
α' και δ και 4 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό, νόμιμο και βάσιμο των λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 547 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. "Πρόσθετοι λόγοι αναψηλάφησης ως προς τα ίδια κεφάλαια της απόφασης, όπως και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται μαζί τους, ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η αναψηλάφηση και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από αυτό, κοινοποιείται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτησή της".
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/12.5.1981, η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας.
Από την αδιάσειστη διατύπωση της εν λόγω διάταξης, όπως και των όμοιων διατάξεων του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενεργείας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα ή Σάββατο αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, 7 μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 266/1985).
Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών οι οποίες πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και επίδοση των πρόσθετων λόγων αναψηλάφησης μέχρι την ημέρα της συζήτησης της αίτησης. Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (ΑΠ 240/2010, Ολ.ΑΠ 654/1984), ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται, και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 33/1996, ΑΠ 672/2017 ΑΠ 890/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αιτούσα άσκησε προσθέτους λόγους με το από 11-12-2018 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 13-12-2018 (βλ. την 142/13-12-2018 πράξη καταθέσεως του αρμοδίου γραμματέως του Αρείου Πάγου), και επιδόθηκε στην καθής στις 14-12-2018, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ.
….43 ΣΤ'/14-12-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Η. Ζ.. Ενόψει όμως των προαναφερθέντων και δεδομένου ότι ως ημέρα συζήτησης της αίτησης ορίσθηκε η 14-1-2019 [Δευτέρα] μεταξύ αυτής και της ημέρας επίδοσης [που δεν λαμβάνονται υπόψη] δεν μεσολαβούν 30 πλήρεις ημέρες, αφού η τελευταία ημέρα της εν λόγω προπαρασκευαστικής προθεσμίας είναι κατά νόμο εξαιρετέα [Κυριακή] και, ως εκ τούτου λήγει την επόμενη εργάσιμη ημέρα που είναι αυτή της δικασίμου.
Συνεπώς οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναψηλάφησης είναι εκπρόθεσμοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι.
Με τον αριθμό 1 του άρθρου 544 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνον αν στην ίδια υπόθεση εκδόθηκαν, μεταξύ των ίδιων διαδίκων που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά δικαστήρια, αποφάσεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση του άνω λόγου της αναψηλάφησης, με την οποία πάντοτε προσβάλλεται η δεύτερη αντιφάσκουσα απόφαση, δηλαδή η νεότερη (ΑΠ 1010/1994), είναι:
α) Να υπάρχουν δύο τουλάχιστον τελεσίδικες αποφάσεις του ιδίου ή περισσοτέρων δικαστηρίων, που εκδόθηκαν στην ίδια δίκη ή σε δύο διαφορετικές δίκες επί διαφορετικών υποθέσεων που παράγουν δεδικασμένο για την ίδια έννομη σχέση, β) Οι εν λόγω αποφάσεις να αντιφάσκουν μεταξύ τους, ώστε το διατακτικό της μίας να αναιρεί εκείνο της άλλης εν όλω ή εν μέρει (ΑΠ 2071/2006, ΑΠ 1010/1994).
Αντίφαση στις αιτιολογίες δεν αρκεί, εκτός αν έχουν "προσόντα διατακτικού" (ΑΠ 616/2011, ΑΠ 43/1995, ΑΠ 1086/1992). γ) Οι αποφάσεις να εκδόθηκαν μεταξύ των ίδιων διαδίκων και εξ απόψεως ορίων δεδικασμένου να ταυτίζονται τόσο υποκειμενικά όσο και αντικειμενικά και δ) Η προεκτεθείσα αντίφαση πρέπει να προήλθε εκ του ότι, ενώ κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση συνέτρεχαν όλες οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, με βάση τις οποίες μπορούσε να προβληθεί επιτυχώς η ένσταση του ουσιαστικού δεδικασμένου, η ένσταση αυτή δεν προβλήθηκε από υπαίτια ή όχι συμπεριφορά των διαδίκων, ούτε λήφθηκε οπωσδήποτε υπόψη από το Δικαστήριο. (ΑΠ 616/2011, ΑΠ 909/2011, AΠ 1010/1994).
Ο σκοπός του λόγου αυτού αναψηλαφήσεως είναι να γίνει σεβαστό το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από την προηγούμενη απόφαση και να καταργηθεί το δεδικασμένο από τη νεότερη απόφαση, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 549 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν γίνει δεκτός αυτός ο λόγος, εξαφανίζεται (ΑΠ 2071/2006). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία.
Το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση, βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης. Συγκεκριμένα καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσεως, και γ) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε (ΑΠ 1599/2017, ΑΠ 1137/2006).
Ειδικότερα, έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες (ΑΠ 563/2017). Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι απ' αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό (ΑΠ 1559/2017, ΑΠ 298/2004).
Ειδικότερα, ταυτότητα νομικής αιτίας υπάρχει, όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει ως νομικό γεγονός παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσης, αυτό που στηρίζει ήδη τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή απαιτείται ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή, ενώ ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης (ΑΠ 1198/1997).
Η ταυτότητα, εξ άλλου, των προσώπων ως αναγκαία υποκειμενική προϋπόθεση για τη λειτουργική ενέργεια του δεδικασμένου είναι επακόλουθο του ισχύοντος στην πολιτική δίκη κατά το άρθρ. 106 ΚΠολΔ συζητητικού συστήματος και σημαίνει ότι το δεδικασμένο δεσμεύει μόνον τα πρόσωπα μεταξύ των οποίων κατά τα άρθρ. 325 - 329 ΚΠολΔ ισχύει και πάντως μόνον εφόσον αυτά βρίσκονται σε σχέση αντιδικίας και όχι ομοδικίας (ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 1025/1993).
Στην περίπτωση αδικοπραξίας, η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε σε προηγούμενη αγωγή αποζημίωσης του παθόντος, στηριζόμενη στην ίδια αδικοπραξία, αποτελεί δεδικασμένο στη νέα δίκη, με την οποία ζητείται η επιδίκαση αποζημίωσης για μεταγενέστερο χρόνο, ως προς τις συνθήκες τέλεσης αυτής, την υπαιτιότητα του εναγόμενου, τη συνδρομή ή μη συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και τις ζημίες (θετικές και διαφυγόν κέρδος) που αυτός υπέστη, για το χρονικό διάστημα, που αναφέρεται στην αγωγή (ΑΠ 591/2017).
Επί απορρίψεως αγωγής, προκειμένου να εξεταστεί αν υπάρχει δεδικασμένο, από την απόφαση που απέρριψε αυτήν, κωλύον την έρευνα του και ήδη με νέα αγωγή φερομένου προς κρίση, με βάση ορισμένη ιστορική αιτία, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης αναφορικά με την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε καθώς και ο λόγος της απόρριψης (Ολ.
ΑΠ 15/1998, ΑΠ 1061/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 561§2 του ΚΠολΔ., για την εκτίμηση της βασιμότητας των εδώ ερευνώμενων λόγων αναψηλάφησης, προκύπτουν τ' ακόλουθα: Η αιτούσα την αναψηλάφηση, με την από 5-2-1999 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης εξέθετε α) ότι είχε εμπορική συνεργασία με την εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "...
AE", στη θέση της οποίας αργότερα υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος αυτής, η καθής η αίτηση αναψηλάφησης, και από την οποία αγόραζε προς μεταπώληση με κέρδος ηλεκτρικές οικιακές συσκευές, β) ότι στο πλαίσιο της εν λόγω συνεργασίας τους παράγγειλε στην εναγομένη εμπορεύματα και έναντι του τιμήματος μετεβίβασε προς αυτήν και παρέδωσε στον αρμόδιο εκπρόσωπό της τέσσερις (4) συναλλαγματικές αποδοχής της, των 750.000 δρχ.
εκάστη, με την συμφωνία, ότι εάν η εναγομένη δεν παρέδιδε τις παραγγελθείσες ηλεκτρικές οικιακές συσκευές, θα ήτο υποχρεωμένη να επιστρέψει στην ενάγουσα τις συναλλαγματικές, γ) ότι, πράγματι, η εναγομένη δεν παρέδωσε στην ενάγουσα τα παραγγελθέντα εμπορεύματα, αλλά παρ' όλα αυτά, αντί να επιστρέψει σε αυτήν τις τέσσερις συναλλαγματικές, εζήτησε και εκδόθηκαν σε βάρος της τέσσερις (4) διαταγές πληρωμής, εξαπατώντας τον αρμόδιο δικαστή, ότι δήθεν τα εν λόγω αξιόγραφα αντιπροσώπευαν αντίστοιχες απαιτήσεις, και δ) ότι, ακολούθως, η εναγομένη κατέθεσε κατ' αυτής στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης αίτηση, με την οποία εζήτησε να κηρυχθεί (η ενάγουσα) σε κατάσταση πτωχεύσεως, ισχυριζόμενη εν γνώσει της ψευδώς και κατά παράβαση των χρηστών ηθών, ότι όντως είχε την ως άνω απαίτηση από τις ως άνω διαταγές πληρωμής κατ' αυτής (ενάγουσας), η οποία είχε παύσει τις πληρωμές, και έτσι εξαπατώντας το δικαστήριο επέτυχε να εκδοθεί η υπ' αριθμ. 4024/1994 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία η ενάγουσα κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως, αυτό δε είχε σαν αποτέλεσμα να θιγεί η προσωπικότητα, η φήμη, η πίστη, το επάγγελμα και το μέλλον της εταιρείας και να υποστεί τις αναφερόμενες ζημίες και ηθική βλάβη.
Ενόψει αυτών, η ήδη αιτούσα ζήτησε με την ανωτέρω αγωγή της από την καθής αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ανωτέρω αγωγή και ύστερα από έφεση της ενάγουσας (ήδη αιτούσας) εκδόθηκε η 1/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, τα εξής: "...
Η αντιδικία των διαδίκων αφορούσε κυρίως την ύπαρξη ή μη της επίδικης απαίτησης της εναγομένης (ήδη καθής η αίτηση) κατά της ενάγουσας εταιρίας (ήδη αιτούσας την αναψηλάφηση), ποσού 3.000.000 δραχμών, προερχόμενη από τέσσερις συναλλαγματικές [4X750.000 δρχ.], με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής, καθ' όσον η μεν εναγομένη θεωρεί ότι αυτές δόθηκαν για την εξόφληση ισόποσης οφειλής της, ενώ η ενάγουσα ότι δόθηκαν στα πλαίσια της λειτουργούσας μεταξύ τους συμβάσεως αλληλοχρέου λογαριασμού και προς ταμειακή διευκόλυνση της εναγομένης, προκειμένου αυτή να δυνηθεί να της παραδώσει τις παραγγελθείσες ηλεκτρικές συσκευές, τις οποίες όμως δεν παρέδωσε, ούτε επέστρεψε τα ως άνω αξιόγραφα.
Επί των ανακοπών που άσκησε η ενάγουσα κατά των προαναφερθεισών διαταγών πληρωμής, εκδόθηκαν οι 7999/1995 και 7914/1995 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι ανακοπές, μετά δε την άσκηση εφέσεων κατ' αυτών εκδόθηκαν οι 2169/1999 και 2171/1999 μη οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού, οι οποίες απέρριψαν τις ανακοπές, επικύρωσαν τις ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής και παρέπεμψαν τους προαναφερθέντες ισχυρισμούς της ενάγουσας σε ιδιαίτερη συζήτηση.
Με την 2967/2006 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού απορρίφθηκε ο παραπεμφθείς ισχυρισμός της ενάγουσας που αφορούσε την επιταγή για την οποία εκδόθηκε η 701/1991 διαταγή πληρωμής. Αντίθετα έγινε δεκτός ο παραπεμφθείς ισχυρισμός της ενάγουσας και ακυρώθηκαν οι υπ' αριθμ. …72/1991, ….05/1991, …36/1991 και …75/1991 διαταγές πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκαν με βάση τις 4 συναλλαγματικές [ποσού 750.000 εκάστη].
Οι παραπάνω αποφάσεις κατέστησαν αμετάκλητες, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναίρεσης που άσκησαν οι διάδικοι, με τις 1623/2008 και 1624/2008 αποφάσεις του Αρείου Πάγου. Στο μεταξύ η ενάγουσα (αιτούσα) άσκησε κατά της εναγομένης (καθής η αίτηση) α] την υπ' αρ. καταθ. 14587/1997 αγωγή με την οποία ζητούσε να της καταβάλει το ποσό των 3.293.479 δραχμών ως αποζημίωση λόγω υπαίτιας μη εκπληρώσεως της από 20-10-1990 σύμβασης πώλησης και β] την υπ' αριθμ.
καταθ. ….621/1997 αγωγή με την οποία ζητούσε να της καταβάλει το ποσό των 1.326.933 δραχμών ως χρεωστικό κατάλοιπο του μεταξύ τους αλληλοχρέου λογαριασμού καθώς και το ποσό των 1.127.936 δρχ. ως οφειλόμενη ποιοτική έκπτωση [BONUS], ισχυρισμοί που συνέχονται με την ύπαρξη ή μη απαίτησης που απορρέει από τις προαναφερθείσες συναλλαγματικές, βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι ανακοπτόμενες διαταγές πληρωμής, και με βάση τις οποίες ζητήθηκε η πτώχευση της ενάγουσας.
Οι αγωγές αυτές απορρίφθηκαν με τις 294/2001 και 295/2001 αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού, αντίστοιχα, οι αποφάσεις δε αυτές έγιναν αμετάκλητες, μετά την απόρριψη των αιτήσεων αναίρεσης με τις 1003/2002 και 1266/2002 αποφάσεις του Αρείου Πάγου. Παρά ταύτα η ενάγουσα με την υπ' αριθμ. καταθ. 4861/2006 αίτηση αναψηλάφησης κατά της 295/2001 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, ζήτησε την αναψηλάφησή της, για τους λόγους που ανέφερε σ' αυτή.
Η παραπάνω αίτηση αναψηλάφησης όμως απορρίφθηκε με την 2554/2007 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού ως απαράδεκτη. Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη [... Α.Ε.], κατά παράβαση των χρηστών ηθών και του καθήκοντος αληθείας προέβαλε αναληθείς πραγματικούς ισχυρισμούς, γνωρίζοντας την αναλήθειά τους κατά την κατάθεση της υπ' αριθμ. 2051/ΕΙ 136/22-1-1992 αίτησης πτώχευσης της ενάγουσας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, καθ' όσον, όσον αφορά την ύπαρξη της επίδικης απαίτησης της κατά της ενάγουσας [...
ΑΒΕΕ], εύλογα η εναγομένη είχε την πεποίθηση ότι η ενάγουσα της οφείλει μεταξύ άλλων και το ποσό των 3.000.000 δραχμών, που επιδικάσθηκε σ' αυτήν με τις υπ' αριθμ. ….05/1991, …57/2001, …36/1991 και …72/1991 διαταγές πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προερχόμενο από τέσσερις συναλλαγματικές, ποσού 750.000 δραχμών εκάστη, αποδοχής της ενάγουσας, οι οποίες ενσωμάτωναν πραγματική απαίτηση αυτής κατά της ενάγουσας και έγιναν αποδεκτές από την ενάγουσα για την κάλυψη της οφειλής της προς την εναγομένη και όχι ως προκαταβολή, στα πλαίσια της λειτουργούσας σύμβασης αλληλοχρέου λογαριασμού, για την διευκόλυνση της, προκειμένου να δυνηθεί αυτή να της παραδώσει τα παραγγελθέντα εμπορεύματα, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα.
Η εδραία πεποίθηση αυτή δημιουργήθηκε στην εναγομένη με βάση όσα ανέφερε σ' αυτήν ο πωλητής της εναγομένης [...] στη …. Ι. Κ., ο οποίος μάλιστα εξετασθείς ως μάρτυρας κατά την εκδίκαση της ως άνω αίτησης πτώχευσης, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στις 17-12-1993, βεβαίωσε τα παραπάνω καταθέτοντας "...
οι συναλλαγματικές δεν πληρώθηκαν, ήταν υπόλοιπο από τιμολόγια για είδη που πουλούσε η ... στην καθ' ης (ενάγουσα) ... . Στις 4-3-1991 πήρα τις τελευταίες συναλλαγματικές [επίδικες] έναντι υπολοίπου 3.000.000 δραχμών. Οι συναλλαγματικές δεν δόθηκαν έναντι παραγγελίας αλλά για το κλείσιμο. Τον λογαριασμό τον είχα εγώ ... .
Δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός ...". Η ενάγουσα παρά ταύτα, ενώ ισχυρίζεται ότι αυτά είναι αναληθή, ουδέποτε κατηγόρησε τον προαναφερθέντα μάρτυρα [Ι. Κ.] για ψευδορκία για τα παραπάνω και όσα άλλα κατέθεσε σε βάρος της σχετικά με τα χρέη της προς τρίτους. Τήρησε επομένως το καθήκον της αλήθειας αναφέροντας στην αίτησή της για την ύπαρξη της παραπάνω οφειλής της ενάγουσας προς αυτήν.
Ενισχυτικό της κρίσης αυτής είναι και το γεγονός ότι επί των προαναφερθεισών δύο αγωγών της ενάγουσας κατά της εναγομένης για καταβολή σ' αυτήν αποζημίωσης, που απορρίφθηκαν με τις 294/2001 και 295/2001 αποφάσεις του Δικαστηρίου και κατέστησαν αμετάκλητες, μετά την έκδοση των 1266/2002 και 1003/2002 αποφάσεων του Αρείου Πάγου, γίνεται δεκτό με την 295/2001 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού ότι οι προαναφερθείσες συναλλαγματικές [που αποδέχθηκε η ενάγουσα] δόθηκαν για την κάλυψη της οφειλής της προς την εναγομένη και δεν αφορούσαν σε προκαταβολές για παραγγελθέντα εμπορεύματα, που δεν εκτελέσθηκαν.
Το γεγονός ότι μεταγενέστερα, μετά την απόρριψη των ανακοπών που άσκησε η ενάγουσα, επί του παραπεμφθέντος ισχυρισμού, εκδόθηκε η 2980/2006 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, που κατέστη αμετάκλητη με την 1623/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, δεχθείσα αντίθετα ότι οι συναλλαγματικές αυτές αφορούσαν προκαταβολές για παραγγελθέντα εμπορεύματα, που, δεν εκτελέσθηκαν, και ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων εταιριών, περί αφέσεως χρέους για την περίπτωση μη παράδοσης των πωληθέντων εμπορευμάτων, ακυρώνοντας τις προαναφερθείσες τέσσερις [4] διαταγές πληρωμής, δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο σε βάρος της εναγομένης που να δείχνει ότι αυτή ενήργησε, όταν κατέθεσε την αίτηση πτώχευσης [22-1-1992] και κατά τη συζήτηση αυτής στις 17-12-1993 κατά παράβαση των χρηστών ηθών και του καθήκοντος αληθείας, γνωρίζοντας την αναλήθεια των όσων ανέφερε στην ως άνω αίτηση για την ύπαρξη της ως άνω απαίτησης της, αφού με βάση τα προαναφερθέντα καλόπιστα πίστευε για την υποκείμενη αιτία έκδοσης και αποδοχής των παραπάνω συναλλαγματικών, [αποδοχή από την ενάγουσα για την κάλυψη της οφειλής της], γι' αυτό και ζήτησε την έκδοση διαταγών πληρωμής ....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν, με την ανωτέρω υπ' αριθμ. 1/2010 απόφασή του, την έφεση της ενάγουσας (αιτούσας) κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η αγωγή. Ωστόσο, με την υπ' αριθμ. 1563/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι το Εφετείο, με την προαναφερόμενη κρίση του, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ερμήνευσε εσφαλμένα τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914 και 920 Α.Κ., επειδή ερεύνησε μόνον την περίπτωση της υπάρξεως δόλου στο πρόσωπο της εναγομένης ως προς την τέλεση από αυτήν των αδίκων πράξεων που της αποδίδονταν σε βάρος της ενάγουσας και αγνόησε την περίπτωση της αμελείας και, έτσι, η απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε μερικώς κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία φέρεται να προκάλεσε εξ αμελείας η εναγομένη (καθής η αίτηση) στην ενάγουσα (αιτούσα).
Κατόπιν αυτού, εκδόθηκε μετ' αναίρεση η υπ' αριθμ. 590/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, όμως, αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 1047/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, καθόσον κρίθηκε, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη δικαστικές αποφάσεις και έγγραφα, αν και δεν είχαν προσκομισθεί από τους διαδίκους.
Στη συνέχεια, ενόψει της αναιρέσεως της απόφασης του Εφετείου, ως δικαστηρίου της παραπομπής, ο Άρειος Πάγος δίκασε την ουσία της υπόθεσης, ήτοι την από 5-12-2006 έφεση και τους από 24-1-2007 πρόσθετους λόγους της ενάγουσας κατά της 33124/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την αίτηση αναψηλάφησης 662/2017 απόφασή του, με την οποία, μεταξύ των άλλων, έγιναν δεκτά και τα εξής: "Κατ' ακολουθίαν τούτων από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εταιρεία αυθαίρετα και ενεργώντας αμελώς συμπεριέλαβε στην ως άνω αίτηση περί κηρύξεως της ενάγουσας σε κατάσταση πτωχεύσεως ανακριβή περιστατικά ως προς το ότι όφειλε αυτή μεγάλα χρηματικά ποσά στους δανειστές της και ότι γενικότερα είχε παύσει τις πληρωμές της προς τρίτους, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της.
Αντιθέτως, από όλα όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, πιστεύοντας καλόπιστα ότι διατηρεί απαίτηση σε βάρος της ενάγουσας, απορρέουσα από τις ως άνω τέσσερις συναλλαγματικές και τις αντίστοιχες διαταγές πληρωμής, και μη μπορώντας να ικανοποιήσει τη σχετική της απαίτηση, ποσού 3.000.000 δρχ.
λόγω οικονομικής αδυναμίας της, καθόσον οι πληροφορίες που είχε για την ενάγουσα εταιρεία ήταν ότι η τελευταία δεν κατέβαλε τα μισθώματα και για το λόγο αυτό είχε αποβληθεί από τα καταστήματα που είχε μισθώσει για να ασκεί σ' αυτά την εμπορική της δραστηριότητα, ότι είχε εγκατασταθεί πλέον εκτός της πόλεως της Θεσσαλονίκης σε χώρο που χρησιμοποιούσε μέχρι τότε ως αποθήκη, χωρίς μάλιστα να χρησιμοποιεί προσωπικό για τις λειτουργικές της ανάγκες, και ότι ορισμένοι από τους δανειστές της, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους, είχαν προβεί σε κατασχέσεις περιουσιακών της στοιχείων, αναγκάσθηκε (η εναγομένη), προκειμένου να ικανοποιήσει την παραπάνω απαίτησή της, να υποβάλει τη σχετική αίτηση, ώστε να κηρυχθεί η ενάγουσα σε κατάσταση πτωχεύσεως, επειδή η ικανοποίησή της με αναγκαστική εκτέλεση ήταν αδύνατη λόγω μη ανευρέσεως περιουσιακών της στοιχείων.
Η ενέργειά της αυτή αντικειμενικώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έλαβε χώρα με πρόθεση, όπως κρίθηκε ήδη αμετάκλητα με την 1563/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά ούτε βεβαίως μπορεί να γίνει δεκτό ότι επέδειξε αυτή αμελή συμπεριφορά, καθόσον κατά το χρόνο της εκ μέρους της υποβολής της ως άνω αιτήσεως πτωχεύσεως δεν ήταν δυνατό να προβλέψει ότι οι διαταγές πληρωμής που εκδόθηκαν σε βάρος της ενάγουσας θα ακυρώνονταν, ενόψει και της εκδόσεως αντίθετων αποφάσεων ως προς την αιτία εκδόσεως και αποδοχής των αντίστοιχων συναλλαγματικών, με βάση τις οποίες είχαν εκδοθεί αυτές.
Εξάλλου, το γεγονός ότι η απόφαση με την οποία η ενάγουσα κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως ανακλήθηκε μεταγενεστέρως λόγω μη επαληθεύσεως των απαιτήσεων πλέον του ενός δανειστών δεν μπορεί να θεμελιώσει σε καμιά περίπτωση αμέλεια της εναγομένης στην υποβολή της αιτήσεως, και συνακόλουθα αξίωση για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως σε βάρος της, εφόσον η αίτηση πτωχεύσεως που είχε υποβάλει η εναγομένη έγινε τελεσιδίκως δεκτή ως βάσιμη".
Με τις σκέψεις αυτές, ο Άρειος Πάγος απέρριψε την έφεση και τους προσθέτους λόγους της ενάγουσας και ήδη αιτούσας, κατά το μέρος που ήσαν ερευνητέοι στα όρια που είχε θέσει η 1563/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με συμπλήρωση εν μέρει των αιτιολογιών αυτού, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη.
Σύμφωνα λοιπόν με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, στην ίδια υπόθεση, ήτοι επί της από 5-2-1999 αγωγής της ήδη αιτούσας, εκδόθηκαν μεταξύ των ίδιων διαδίκων, οι οποίοι παρέστησαν με την ίδια ιδιότητα, δύο αμετάκλητες αποφάσεις, ήτοι οι υπ' αριθμ. 1563/2012 και 662/2017 του Αρείου Πάγου, οι οποίες, όμως, δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, δεδομένου ότι με την πρώτη υπ' αριθμ. 1563/2012 απόφαση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό αυτής, επικυρώθηκε η 1/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και, συνακόλουθα, η 33124/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ως προς την απόρριψη της ένδικης αγωγής μόνον καθό μέρος αυτή θεμελιωνόταν σε δόλο της εναγομένης, και έτσι κρίθηκε αμετάκλητα ότι η εναγομένη (καθής η αίτηση) δεν ενήργησε με δόλο κατά την υποβολή της αίτησης πτώχευσης κατά της ενάγουσας (ήδη αιτούσας την αναψηλάφηση), ενώ η προσβαλλόμενη 662/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου αποφάνθηκε μόνον ως προς την μη ύπαρξη αμέλειας στο πρόσωπο της εναγομένης (καθής η αίτηση) και, συνακόλουθα, αδικοπρακτικής συμπεριφοράς από αμέλεια αυτής κατά την υποβολή της ανωτέρω αίτησης, με αποτέλεσμα από το συνδυασμό αυτών να παράγεται ένα ενιαίο και μη αντιφατικό δεδικασμένο για την ένδικη έννομη σχέση, σύμφωνα με το οποίο κατά την υποβολή της αίτησης πτώχευσης η εναγομένη ούτε με δόλο ενήργησε ούτε με αμέλεια, η συμπεριφορά της αυτή δεν συνιστά αδικοπραξία και, επομένως, δεν υφίσταται η ένδικη αξίωση της αιτούσας που ασκήθηκε με την από 5-2-1999 αγωγή της.
Εξάλλου, κατά το μέρος που ο Άρειος Πάγος αναίρεσε με την 1563/2012 απόφασή του, κατά παραδοχή συγκεκριμένων λόγων αναίρεσης, την 1/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης όσον αφορά την από αμέλεια της καθής τέλεση αδικοπραξίας σε βάρος της αιτούσας, δεν αποφαίνεται επί της ουσίας της υπόθεσης και ως εκ τούτου η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, ότι δεν στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά από αμέλεια της καθής, δεν δημιουργεί αντίφαση μεταξύ των δύο αποφάσεων.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναψηλάφησης από τον αρ. 1 του άρθρου 544 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 544 αρ. 6 ΚΠολΔικ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, αναψηλάφηση επιτρέπεται, εκτός άλλων, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου ή ενόρκως βεβαιώσαντος ή σε πλαστά έγγραφα, εφόσον το ψεύδος ή η πλαστότητα αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ομολογία του.
Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι μήνες από αυτήν". Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, η αναγνώριση του ψεύδους, είτε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου είτε με αναγνωριστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, δεν είναι ανάγκη να αφορά ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρικής κατάθεσης, διότι και το εν μέρει ψευδές αυτής κλονίζει την εμπιστοσύνη για όλη την κατάθεση, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη με αναψηλάφηση απόφαση.
Ο λόγος δε της ψευδούς κατάθεσης είναι αδιάφορος, διότι η διάταξη δεν κάνει διακρίσεις, ενώ, εξ άλλου, δεν έχει σημασία αν η κατάθεση έγινε ενώπιον δικαστηρίου ή εκτός δίκης, εφόσον τούτο επιτρέπεται από το νόμο, ούτε αν εκτιμήθηκε προς άμεση απόδειξη ή ως δικαστικό τεκμήριο. Ενόψει τούτων, το επιλαμβανόμενο της ψευδορκίας δικαστήριο (ποινικό ή το δικάζον την ως άνω κύρια αναγνωριστική αγωγή) περιορίζεται στην αναγνώριση του ψεύδους της μαρτυρικής κατάθεσης, η οποία θεμελιώνει το δικαίωμα του διαδίκου, που επιδίωξε την αναγνώριση της ψευδορκίας, να ασκήσει στη συνέχεια αίτηση αναψηλάφησης και δεν επεκτείνει την έρευνά του στην επίδραση που είχε η ψευδής κατάθεση στην έκβαση της δίκης, διότι τούτο αποτελεί αντικείμενο έρευνας του μέλλοντος να δικάσει την αναψηλάφηση δικαστηρίου.
Για τη θεμελίωση, όμως, κατά νόμο, του προπαρατεθέντος λόγου αναψηλάφησης, πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση, ότι η ψευδής κατάθεση του μάρτυρα είχε αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση αυτή‚ δηλαδή το διατακτικό της προσβαλλομένης με την αναψηλάφηση απόφασης να στηρίχθηκε αποκλειστικά στην εν λόγω κατάθεση (ΑΠ 568/2017, ΑΠ 760/2016, AΠ 1019/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αιτούσα με το δεύτερο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αρ. 6 του άρθρου 544 ΚΠολΔ, ζητεί την αναψηλάφηση της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι στηρίχθηκε σε κατάθεση του μάρτυρα Ι. Κ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πλην, όμως, όπως αναφέρει, "για τους ψευδείς αυτούς ισχυρισμούς του μάρτυρα των αντιδίκων" άσκησε την υπ' αριθμό 3419/2005 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έγινε δεκτή, επικυρώθηκε δε η πρωτόδικη αυτή απόφαση με την 1754/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και αυτή με την 1885/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 662/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου προκύπτει ότι με αυτή έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, και ενόψει των όσων έγιναν δεκτά παραπάνω η εναγομένη ευλόγως πίστευε ότι η ενάγουσα της οφείλει το ως άνω χρηματικό ποσό των 3.000.000 δρχ., για το οποίο εκδόθηκαν οι ως άνω διαταγές πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προερχόμενο από τέσσερις συναλλαγματικές, ποσού 750.000 δρχ.
εκάστης εξ αυτών, αποδοχής της ενάγουσας, που ενσωμάτωναν πραγματική απαίτηση κατ' αυτής για την κάλυψη οφειλής της προς την εναγομένη, και όχι, όπως ισχυρίσθηκε η ενάγουσα, ως προκαταβολή στα πλαίσια συμβάσεως αλληλόχρεου λογαριασμού που λειτουργούσε μεταξύ τους και προκειμένου να είναι σε θέση η εναγομένη να της παραδώσει τα παραγγελθέντα εμπορεύματα.
Η εύλογη αυτή πεποίθηση δημιουργήθηκε στην εναγομένη, πλην των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και με βάση την ενημέρωση που είχε από τον πωλητή της στη ….Ι. Κ., ο οποίος μάλιστα, εξεταζόμενος ως μάρτυρας στο ακροατήριο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατέθεσε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "...
Οι συναλλαγματικές δεν πληρώθηκαν, ήταν υπόλοιπο από τιμολόγια για είδη που πουλούσε η ... στην καθής ... Στις 4-3-1991 πήρα τις τελευταίες συναλλαγματικές έναντι υπολοίπου 3.000.000 δρχ. Οι συναλλαγματικές δεν δόθηκαν έναντι παραγγελίας αλλά για το κλείσιμο. Τον λογαριασμό τον είχα εγώ ... Δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός ...".
Η ενάγουσα εταιρεία, παρότι ισχυρίζεται ότι τα παραπάνω δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αμφισβήτησε την ειλικρίνεια των όσων κατέθεσε ο εν λόγω μάρτυρας, ωστόσο ουδέποτε τον καταμήνυσε για ψευδορκία, παρά την πληθώρα των διαδικαστικών ενεργειών στις οποίες έχει προβεί σχετικά με τις εν λόγω συναλλαγματικές, αλλά και για τα χρέη της προς τρίτους".
Από το ως άνω περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση 662/2017 του Αρείου Πάγου στήριξε την κρίση της για την ανυπαρξία αμέλειας της καθής η αίτηση κατά την υποβολή της αίτηση πτώχευσης κατά της αιτούσας την αναψηλάφηση, μεταξύ άλλων, και στην ένορκη κατάθεση του Ι. Κ., που εξετάστηκε ως μάρτυρας της καθής κατά την εκδίκαση της ανωτέρω αίτησης πτώχευσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία περιέχεται στα υπ' αριθμ.
…24/17-12-1993 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού. Όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που αναφέρθηκαν και παραπάνω, η αιτούσα την αναψηλάφηση είχε ασκήσει κατά της καθής η αίτηση δύο αγωγές αποζημιώσεως (υπ' αριθμ. εκθ. κατ. …..87/1997 και …21/1997), οι οποίες, αντιστοίχως, έγιναν εν μέρει δεκτές με τις 15324/1997 και 15.325/1999 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που όμως εξαφανίστηκαν, κατόπιν άσκησης έφεσης από την καθής (τότε εναγόμενη), με τις 294/2001 και 295/2001 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, το οποίο απέρριψε τις ανωτέρω αγωγές, οι δε αιτήσεις αναιρέσεως, που άσκησε κατ' αυτών η αιτούσα, απορρίφθηκαν με τις 1266/2002 και 1003/2002 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα.
Παράλληλα, η αιτούσα την αναψηλάφηση (...) και ο διευθύνων σύμβουλος αυτής Π. Δ. άσκησαν σε βάρος του Ι. Κ. και της καθής η αίτηση αναψηλάφησης την από 25-1-2005 αγωγή, με την οποία ζήτησαν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης λόγω αδικοπραξίας συνεπεία ψευδούς καταμήνυσης, που τέλεσε σε βάρος τους ο ανωτέρω Ι.
Κ. με ηθικό αυτουργό της καθής η αίτηση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 10639/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κατά μερική παραδοχή της ανωτέρω από 25/1/2005 αγωγής, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση, μεταξύ άλλων και της καθής, να καταβάλει, αλλά και υποχρεώθηκε να καταβάλει στους ενάγοντες (αιτούσα και Π.
Δ.), τα αναφερόμενα για καθένα ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση και χρηματική τους ικανοποίηση, σε αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης, λόγω της ιστορούμενης στην αγωγή τους αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, μεταξύ άλλων, και της καθής. Η πρωτόδικη αυτή απόφαση κατέστη τελεσίδικη, αφού η έφεση που άσκησε κατ' αυτής η καθής απορρίφθηκε με την 1754/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, αφού αναφέρθηκε στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ της καθής η αίτηση αναψηλάφησης (τότε 2ης εναγομένης) και της αιτούσας την αναψηλάφηση (τότε 1ης ενάγουσας) και τις εξ αυτών προκύψασες δικαστικές διενέξεις, στη συνέχεια, μεταξύ άλλων, δέχτηκε τα ακόλουθα: "....Η πρώτη ενάγουσα (...) στις αντίστοιχες δίκες προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών της μεταξύ άλλων είχε επικαλεστεί και προσκομίσει:1) το υπ' αριθμ...
ένταλμα πληρωμής... 2) το υπ' αριθμ... ένταλμα πληρωμής της ιδίας... 3) την υπ' αριθμ... απόδειξη παράδοσης αξιόγραφων... 4) την υπ' αριθμ... απόδειξη παράδοσης αξιογράφων... 5) το υπ' αριθμ... πινάκιο εκχώρησης συναλλαγματικών....Ο πρώτος εφεσίβλητος - εκκαλών - εναγόμενος Ι. Κ. του Κωνσταντίνου, ήταν ο υπάλληλος της δεύτερης εναγομένης (καθής η αναψηλάφηση), στον οποίο η τελευταία μεταξύ άλλων είχε αναθέσει να εκπροσωπεί την επιχείρηση της στις συναλλακτικές σχέσεις με την πρώτη ενάγουσα.
Κατά τη συζήτηση των δύο παραπάνω αναφερομένων αγωγών με επιμέλεια της δεύτερης εναγομένης στο ακροατήριο του δικαστηρίου ως μάρτυρας εξετάστηκε ο πρώτος εναγόμενος, προς τον οποίο επιδείχθηκαν τα συγκεκριμένα έγγραφα και ο τελευταίος αποδέχθηκε, ότι έχει θέσει την υπογραφή του σε αυτά. Περαιτέρω όμως ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στην αποτύπωση ή στην διαμόρφωση του περιεχομένου όσων κειμένων εμφανίζονται στα ως άνω έγγραφα.
Από το περιεχόμενο όσων είχαν κατατεθεί εκ μέρους του πρώτου εναγομένου, προέκυπτε ότι τα προαναφερόμενα έγγραφα είχαν νοθευτεί, κατά τρόπο ώστε να εμφανίζονται σε αυτά όσες δηλώσεις του ως άνω διαδίκου ήταν αναγκαίες, προκειμένου να τεκμηριωθούν οι προβαλλόμενοι με τις αγωγές και τις ανακοπές ισχυρισμοί της πρώτης ενάγουσας.
Ο πρώτος εναγόμενος κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο επέλεξε να μην υποβάλλει σχετική έγκληση. Αντιθέτως, αφού είχαν εκδοθεί σε πρώτο βαθμό οι υπ' αριθμ. 15325/1999 και 15324/1997 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με τις οποίες αντιστοίχως οι υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 14621/1997 και 14587/1997 αγωγές έγιναν δεκτές ως κατά ένα μέρος βάσιμες από ουσιαστική άποψη, η δεύτερη εναγομένη, η οποία άσκησε εφέσεις ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά των ανωτέρω αποφάσεων, προκειμένου να γίνουν δεκτές οι εφέσεις της....ενεργώντας δια του αρμοδίου οργάνου της με πρόθεση προκάλεσε στον πρώτο εναγόμενο πρώην υπάλληλό της, ο οποίος έπαψε να απασχολείται στην επιχείρηση από το έτος 1994.....να υποβάλλει την από 3-9-1999....
έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης. Με την έγκλησή του αυτή απέδιδε στον δεύτερο ενάγοντα ότι υπό την ιδιότητά του ως μετόχου και διευθύνοντος συμβούλου της πρώτης ενάγουσας ήταν το πρόσωπο που νόθευε τα ανωτέρω έγγραφα θέτοντας ο ίδιος, χωρίς τη συγκατάθεση του, το περιεχόμενο του κειμένου που εμφανίζεται σε καθένα από αυτά.
Ειδικότερα σε σχέση με το υπ' αριθμ. ... πινάκιο εκχώρησης συναλλαγματικών ισχυρίστηκε, ότι σε αυτό, όπως είχε νοθευτεί και χρησιμοποιήθηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης πτώχευσης που είχε υποβάλει η δεύτερη εναγομένη εναντίον της πρώτης ενάγουσας, ακολούθως σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο ο δεύτερος ενάγων μετέβαλε το έτος παραγγελίας της Δ.
Ι. που εμφανίζεται στο κείμενο κατά τρόπο, ώστε να αναφέρεται 1990 αντί του αρχικώς αναγραφομένου 1991. Εναντίον του δεύτερου ενάγοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις αποδιδόμενες σε αυτόν αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση και της απάτης στο δικαστήριο. Κατά τη διάρκεια της προανάκρισης ο πρώτος εναγόμενος καταθέτοντας ως μάρτυρας ενώπιον του πταισματοδίκη του IB' τμήματος του Πταισματοδικείου Θεσσαλονίκης, με την από 21-5-2001 ένορκη εξέταση του επιβεβαίωσε ότι είναι αληθές το περιεχόμενο της έγκλησής του...
Μετά ταύτα το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. 16.659/2003 απόφαση του, κήρυξε τον δεύτερο ενάγοντα ένοχο πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και απάτης στο δικαστήριο κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης 15 μηνών.....Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση ο δεύτερος ενάγων.
Με την υπ' αριθμ. 2586/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης έγινε δεκτή η έφεση του και ο δεύτερος ενάγων κηρύχθηκε αθώος των ως άνω πράξεων που του αποδόθηκαν με αφορμή την προαναφερθείσα έγκληση του πρώτου εναγόμενου, επειδή αποδείχτηκε ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα δεν είχαν νοθευτεί, δεδομένου ότι ο πρώτος εναγόμενος ενεργώντας για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης και έχοντας την εξουσία προς τούτο είχε συμφωνήσει να αποτυπωθεί από την υπάλληλο του λογιστηρίου της πρώτης ενάγουσας το κείμενο που εμφανίζεται σε καθένα από αυτά και στη συνέχεια έθεσε την υπογραφή του.
Με τα δεδομένα αυτά όπως αποδεικνύεται ο πρώτος εναγόμενος με την έγκληση που έχει υποβάλει και με την ένορκη κατάθεση του που μνημονεύεται παραπάνω εξέθεσε περιστατικά που ο ίδιος γνώριζε πως δεν ήταν αληθή. Η έγκληση αυτή με το συγκεκριμένο περιεχόμενο της, αποφασίστηκε από το αρμόδιο όργανο της δεύτερης εναγομένης να υποβληθεί από τον προαναφερόμενο υπάλληλο της, στον οποίο με πρόθεση προκάλεσε την απόφαση να την υποβάλει, γνωρίζοντας ότι η έγκληση ήταν ψευδής, αφού η αλήθεια την οποίαν γνώριζαν και οι δυο ήταν ότι τα παραπάνω έγραφα δεν ήταν πλαστά κατά το περιεχόμενο τους, προκειμένου η δεύτερη εναγομένη να επικαλεστεί ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης ότι τα έγγραφα αυτά ήταν πλαστά κατά το περιεχόμενο τους, τα είχε δε πλαστογραφήσει ο δεύτερος ενάγων, ώστε να μην απορριφθούν οι εφέσεις που είχε ασκήσει εναντίον των ανωτέρω υπ' αριθμ. ...
και ... αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Στις ως άνω παράνομες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα, καθώς και της συκοφαντικής δυσφήμησης του δευτέρου ενάγοντος προέβη ο πρώτος εναγόμενος, κατόπιν προτροπής του αρμοδίου οργάνου της δεύτερης εναγομένης, το οποίο με πρόθεση προκάλεσε σ' αυτόν την απόφαση να εκτελέσει τις ως άνω άδικες πράξεις που διέπραξε, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του μηνυομένου για την εκτιθέμενη στην έγκληση αξιόποινη πράξη, γνωρίζοντας ότι οι ως άνω ένορκες καταθέσεις του ήταν ψευδείς.
Ακόμη, ότι τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα που διέδωσε ο πρώτος εναγόμενος σε βάρος του πρώτου ενάγοντος αφορούσαν το χρονικό διάστημα που αυτός ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης. Υποστήριξε δε ότι τα διέπραξε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί και συνεπώς, με τον τρόπο αυτόν θεμελίωσε υποχρέωση αποζημίωσης τους, για την οποία να ευθύνεται ο δεύτερος ενάγων σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο, ήτοι την πρώτη ενάγουσα.
Τα ψευδή αυτά γεγονότα τα ισχυρίστηκε ο πρώτος εναγόμενος, εν γνώσει του ότι ήταν ψευδή, ενώπιον τρίτου όπως των δικαστικών λειτουργών, γραμματέων και πληρεξούσιων δικηγόρων που ασχολήθηκαν με την υπόθεση, και ότι ήταν δυνατόν να βλάψουν, την τιμή και την υπόληψη του δευτέρου ενάγοντος ως ατόμου και ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης ενάγουσας, αλλά και της τελευταίας, η οποία έχει δικαίωμα επί της προσωπικότητας της στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης και της φήμης της επιχείρησης της.......Από την ως άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του πρώτου και της δεύτερης των εναγομένων, η οποία συνιστά αδικοπραξία, οι ενάγοντες υπέστησαν προσβολή στην προσωπικότητα τους και ειδικότερα, η πρώτη ενάγουσα ανώνυμη εταιρία στην έκφανση της πίστης, της υπόληψης, της φήμης και του κύρους της, και ο δεύτερος ενάγων ως άτομο, στην τιμή και την υπόληψη του, και εξ αυτής ηθική ζημία προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε ευθύνη, μεταξύ άλλων και της καθής η αίτηση σε αποκατάσταση της προκληθείσας ηθικής βλάβης των τότε εναγόντων, με καταβολή χρηματικής ικανοποίησης. Η ανωτέρω απόφαση κατέστη αμετάκλητη, αφού η αίτηση αναιρέσεως, που άσκησε κατ' αυτής η καθής, απορρίφθηκε με την 1885/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Έτσι, με την απόφαση 1754/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι υφίσταται ευθύνη της καθής η αίτηση αναψηλάφησης από αδικοπρακτική συμπεριφορά προσώπου αντιπροσωπεύοντος και εκφράζοντος τη βούληση αυτής, με τη μορφή της ηθικής αυτουργίας στις επίμαχες άδικες πράξεις του Ι. Κ., και συγκεκριμένα διότι αυτή, ενεργώντας διά του αρμοδίου οργάνου της, με πρόθεση προκάλεσε στον ως άνω πρώην υπάλληλό της την απόφαση, να υποβάλει την επίμαχη έγκληση, γνωρίζοντας ότι η έγκληση ήταν ψευδής, αφού η αλήθεια την οποία γνώριζαν και οι δύο (αρμόδιο όργανο και αυτουργός) ήταν ότι τα παραπάνω έγραφα δεν ήσαν πλαστά κατά το περιεχόμενο τους, προκειμένου ακολούθως η δεύτερη εναγομένη να επικαλεστεί ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης την κατά το περιεχόμενο πλαστότητά τους.
Από το περιεχόμενο, όμως, της ανωτέρω απόφασης σαφώς προκύπτει, ότι με αυτή δεν αναγνωρίστηκε αμετακλήτως ως ψευδής η κατάθεση του μάρτυρα Ι. Κ. ενώπιον του Δικαστηρίου, που δίκασε την αίτηση πτωχεύσεως, στην οποία, μεταξύ άλλων, στηρίχθηκε κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα η προσβαλλόμενη 662/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά θεωρήθηκε ως ψευδής η μήνυση για πλαστογραφία, την οποία ο ανωτέρω Ι.
Κ. υπέβαλε κατά του διευθύνοντος συμβούλου της αιτούσας Π. Δ., καθώς και η ένορκη επιβεβαίωση της εν λόγω μήνυσης από αυτόν κατά την επακολουθήσασα ποινική διαδικασία. Επίσης, ούτε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου αναγνωρίστηκε ως ψευδής η αμέσως ανωτέρω κατάθεση του μάρτυρα Ι. Κ. κατά την εκδίκαση της αίτησης πτώχευσης.
Εξάλλου, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης 662/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου ουδόλως προκύπτει, ότι η εν λόγω κατάθεση του μάρτυρα είχε αποφασιστική, έστω και κατά ένα μέρος, επίδραση στο σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου, δηλαδή ότι το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίχθηκε αποκλειστικά στην εν λόγω κατάθεση και χωρίς αυτή θα ήταν διαφορετικό, καθόσον απλώς αυτή συνεκτιμήθηκε και με άλλα αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες, έγγραφα κλπ).
Κατόπιν όλων αυτών, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος της αίτησης αναψηλάφησης (κατά το πρώτο σκέλος αυτού) από τον αρ. 6 του άρθρου 544 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος,
Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω δεύτερος λόγος αναψηλάφησης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, από τον αρ. 1 του άρθρου 544 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αιτούσα επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη 662/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου αντιφάσκει με την 1885/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που επικύρωσε την 1754/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι αόριστος, δεδομένου ότι η αιτούσα δεν επικαλείται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο σε τι συνίσταται η επικαλούμενη αντίφαση, δηλαδή αν αναφέρεται στο διατακτικό των αποφάσεων και στην περίπτωση αυτή, γιατί το διατακτικό της μιας αναιρεί το διατακτικό της άλλης, ή αναφέρεται στις αιτιολογίες και ποιες συγκεκριμένα, ώστε να διαπιστωθεί, αν αυτές έχουν προσόντα διατακτικού.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ανωτέρω 1754/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης εκδόθηκε, όπως αναφέρεται παραπάνω, επί άλλης, της από 25-1-2005, αγωγής της αιτούσας, που είχε διαφορετική ιστορική αιτία, και ειδικότερα με την απόφαση αυτή κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι υφίσταται ευθύνη της καθής η αίτηση αναψηλάφησης από αδικοπρακτική συμπεριφορά προσώπου αντιπροσωπεύοντος και εκφράζοντος τη βούληση αυτής, με τη μορφή της ηθικής αυτουργίας σε άδικες πράξεις του Ι.
Κ., συνισταμένη, ειδικότερα, στο ότι η καθής, ενεργώντας διά του αρμοδίου οργάνου της, με πρόθεση προκάλεσε στον ως άνω πρώην υπάλληλό της την απόφαση, να υποβάλει έγκληση για πλαστογραφία σε βάρος του διευθύνοντος συμβούλου αυτής Π. Δ., γνωρίζοντας ότι η έγκληση αυτή ήταν ψευδής, ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζαν και οι δύο (αρμόδιο όργανο και αυτουργός) ήταν ότι τα επίμαχα έγραφα δεν ήσαν πλαστά κατά το περιεχόμενο τους.
Επομένως, προκύπτει σαφώς, ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές έννομες σχέσεις και το διατακτικό εκάστης των αποφάσεων αυτών δεν αναιρεί εκείνο της άλλης, ειδικότερα δε, ο δόλος της καθής σχετικά με το περιεχόμενο της έγκλησης του Ι. Κ., καθώς και η ψευδορκία αυτού στο πλαίσιο της ποινικής δίκης σχετικά με την πλαστογραφία εγγράφων, ως στοιχείο της ιστορικής αιτίας της υπόθεσης (από 27-1-2005 αγωγής), επί της οποίας εκδόθηκε η 1754/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και του προκύπτοντος από αυτή δεδικασμένου, δεν σχετίζεται, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, με την αμέλεια ή μη της καθής κατά την υποβολή της αίτησης πτώχευσης, καθώς και με το περιεχόμενο της κατάθεσης του ανωτέρω μάρτυρα στη δίκη επί της αίτησης πτωχεύσεως, που ερευνήθηκε ως στοιχείο της ιστορικής αιτίας της έτερης διαφοράς (από 5-2-1999 αγωγής) με την προσβαλλόμενη 662/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναψηλαφήσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ' άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα της καθής η αίτηση, κατά παραδοχή του αιτήματός της κατ' άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-3-2018 αίτηση αναψηλαφήσεως και τους από 11-12-2018 πρόσθετους λόγους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ" κατά της 662/2017 αποφάσεως του Α2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου. Και,
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αιτούσα την αναψηλάφηση, στα δικαστικά έξοδα της καθής, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ