Legislator Case Law & Legislation
893/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal on lawyer fees and costs, remanding case for retrial.

Case Number 893/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal regarding the admissibility of a lawyer's fee claim and the allocation of litigation costs. The court found the lower court erred in rejecting the fee claim based on the principle of good faith and the specific circumstances of the inheritance dispute. Consequently, the contested judgment was annulled, the case was remanded for retrial before a different judge, and the appellant was ordered to pay partial costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 91, 92, 98, 100 of the Lawyers Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A lawyer's fee claim is admissible if supported by evidence of work performed, and the court must assess the fee against the principle of good faith and the specific circumstances of the case, particularly in inheritance disputes.

Keywords

AI generated
lawyer fees admissibility inheritance dispute good faith principle litigation costs allocation appeal admissibility remand for retrial Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 91 paragraph 1 of Law 3026/1954
Article 92 paragraph 1 of the Lawyers Code
Articles 98 and 100 paragraph 1 of the Lawyers Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 178 paragraph 1, 183, and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 893 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 893/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. συζ. Γ. Τ., το γένος Κ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Φαρμακίδη - Μάρκου, που ανακάλεσε την από 3/2/2017 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Σ. συζ. Α. Μ., το γένος Α. Λ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/3/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και της 12/3/2013 ανταγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 86/2015 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/10/2015 αίτησή της και τους από 31/3/2016 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 6/5/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων του δικογράφου της αναίρεσης, την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου (κατά τα δύο πρώτα σκέλη) προσθέτων λόγων αναίρεσης και την απόρριψη του τρίτου σκέλους του πέμπτου πρόσθετου λόγου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 91 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 ''Περί του Κώδικος των Δικηγόρων'', που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση λόγω του χρόνου γενέσεως των επίδικων αξιώσεων, ''Ο Δικηγόρος δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης δικαστηριακής ή άλλης την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον''.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ''Τα της αμοιβής του Δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλης πάσης φύσεως εργασίας, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρ. 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής''.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 98 και 100 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων, συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ως άμισθος δημόσιος λειτουργός, που καθήκον έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση των υποθέσεων του εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και αρχής, δικαιούται να λάβει, εκτός από τη δικαστηριακή ή άλλη δαπάνη, και αμοιβή, το ύψος της οποίας κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέα του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ' ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση.

Και αν δεν καταρτίσθηκε συμφωνία για την αμοιβή, ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής, που ορίζονται από τα άρθρα 98 και επόμενα του Κώδικα περί Δικηγόρων. Το δικαίωμα του δικηγόρου να αξιώσει αμοιβή κατά τις διατάξεις του ως άνω Κώδικα, προϋποθέτει ολοκληρωμένη ενέργεια σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για την οποία προβλέπεται η καταβολή αμοιβής, διότι μόνο αφού τελειωθεί η ενέργεια του δικηγόρου διασφαλίζονται τα συμφέροντα του εντολέα, στην προστασία των οποίων αποβλέπει η ενέργεια αυτή (Ολ ΑΠ 14/2008, 2/2008, ΑΠ 122/2015).

Εξάλλου, η σύμβαση μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του, με την οποία ο δεύτερος αναθέτει στον πρώτο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μιας υπόθεσής του και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή, είναι καθαρά και δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως της δίκης, αφού η επίκληση και απόδειξη του στοιχείου αυτού, καθώς και η υποχρέωση διεξαγωγής της δίκης μέχρι τελεσιδικίας, είναι αναγκαία μόνο στην κατ' άρθρο 92 παρ. 3 και 5 του ίδιου Κώδικα συμφωνία περί εργολαβίας δίκης (ΑΠ 65/2010, 556/2009, 1579/2009).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 305 ΑΚ, διαζευκτική είναι η ενοχή, που παράγει ενιαία αξίωση και στην οποία από την αρχή της συστάσεώς της οφείλονται δύο ή περισσότερες αυτοτελείς παροχές, από τις οποίες όμως τελικά μόνο μία θα καταβληθεί, που θα καθορισθεί από το δικαιούμενο να κάνει την επιλογή, οπότε καταλύεται η όλη ενοχή.

Χαρακτηριστικό, δηλαδή, γνώρισμα της διαζευκτικής ενοχής είναι η αοριστία της. Ο παραγωγικός δε λόγος της διαζευκτικής ενοχής μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση, μονομερή δικαιοπραξία, δικαστική απόφαση ή νόμο (ΑΠ 251/2014, 255/1988). To δικαίωμα της επιλογής ανήκει σε αυτόν που ορίζεται στη σύμβαση, στο νόμο ή στη δικαστική απόφαση.

Αν, όμως, δεν ορίζεται σε ποιον ανήκει το δικαίωμα αυτό, τότε, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα της διάταξης του άρθρου 305 ΑΚ, ανήκει στον οφειλέτη, ο οποίος το ασκεί με μονομερή άτυπη, απευθυντέα και διαπλαστικής φύσεως δικαιοπραξία προς τον άλλο ενδιαφερόμενο, από της οποίας (επιλογής) η ενοχή γίνεται απλή και οφείλεται έκτοτε η επιλεγείσα παροχή, μη δικαιούμενου του επιλέξαντος να μεταβάλει γνώμη.

Απλοποίηση της διαζευκτικής ενοχής, δηλαδή συγκέντρωσή της ώστε να οφείλεται πλέον η μία παροχή, επέρχεται και με μεταγενέστερη συμφωνία των μερών, σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ (ΑΠ 1544/2007).

2. Κατά το άρθρο 559 αριθμός εδ. α' 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης (Ολ ΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006, 20/2005).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παραβάσεις δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία, ενώ αν πρόκειται για ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου και γενικότερα για παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του ως άνω άρθρου (Ολ ΑΠ 2/2001, 1/1999, ΑΠ 792/2015, 145/2014).

Στο πεδίο του τελευταίου ως άνω αναιρετικού λόγου εμπίπτει και η παράλειψη του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου να απορρίψει ως απαράδεκτη την κατά παράβαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 526 εδ. α' ΚΠολΔ μεταβολή της βάσης της αγωγής στην κατ' έφεση δίκη. Ως βάση της αγωγής νοείται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, τα οποία, κατ' άρθρο 216 παρ. 1α' ΚΠολΔ, θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της έννομης σχέσης που αποτελεί το αντικείμενο της δι' αυτής ανοιγείσας δίκης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας από τους διαδίκους. Εξάλλου, από τα άρθρα 591 παρ. 1β', 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ' ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο.

Επί πλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθεμένες προτάσεις, απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ''ως γενόμενα κατά τη συζήτηση'' σημειώνεται στα πρακτικά, τα οποία αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τη συζήτηση και το περιεχόμενο αυτής.

Η καταχώριση της προφορικής προβολής των ισχυρισμών στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως εκ του περί των προτάσεων και των δηλώσεων των διαδίκων τμήματος αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής αυτής εκ του περιεχομένου είτε των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων είτε των κατατεθεισών έγγραφων προτάσεων (Ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 127/2016, 206/2016, 243/2015, 220/2014, 9/2014).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε απ' αυτό να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 43/1990) ή να πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του.

Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. ''Πράγματα'', κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 8/2013, 14/2004, 25/2003).

Επίσης δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997, ΑΠ 177/2016, 190/2016), oύτε όταν το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος, και προσδίδει στην προβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, έστω και αν καταλήγει σε νομικό συμπέρασμα διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τον ενάγοντα, από τις σχετικές απόψεις του οποίου δεν δεσμεύεται (ΑΠ 315/2016, 108/2014, 1392/2014).

3. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με την ένδικη από 16-3-2012 αγωγή, όπως παραδεκτά επισκοπείται το δικόγραφό της από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε τα ακόλουθα: Ότι το Δεκέμβριο του έτους 2004 η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) ανέθεσε σ' αυτή, με την ιδιότητα της δικηγόρου, την εντολή να πραγματοποιήσει όλες τις αναφερόμενες αναγκαίες δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για την υποστήριξη των συμφερόντων της τελευταίας, όσον αφορά το κληρονομικό της δικαίωμα επί της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα της Κ.

Σ. και συγκεκριμένα επί ακινήτου που βρίσκονταν στην οδό … αρ. …, στην πολεοδομική ενότητα … του Δήμου Αμαρουσίου Αττικής, το οποίο είχε περιέλθει σ' αυτόν από κληρονομία της αδελφής του Μ. Λ.. Ότι ως αμοιβή της για τις πιο πάνω εργασίες συμφωνήθηκε να καταβληθεί στην ενάγουσα ποσοστό 10% επί της πραγματικής αξίας της ακίνητης περιουσίας που θα περιέλθει κατά κυριότητα στην εναγομένη από την ως άνω κληρονομία, ανεξάρτητα από την επιτυχή ή όχι έκβαση της υπόθεσης, επί πλέον δε συμφωνήθηκε να της προκαταβάλει και τα σχετικά έξοδα.

Άλλως συμφωνήθηκε να μεταβιβασθεί κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στην ενάγουσα ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί ενός εκ των οικοπέδων που θα περιέλθουν στην εναγομένη, αντίστοιχης αξίας με το προαναφερόμενο ποσοστό αμοιβής της (10%). Ότι η ενάγουσα αποδέχθηκε την ως άνω εντολή και στις 25-10-2005 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων ένα ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο αποτυπώθηκαν και γραπτά όσα είχαν προφορικά συμφωνήσει το Δεκέμβριο του έτους 2004.

Ότι, ακόμη, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι την ίδια αμοιβή θα λάβει η ενάγουσα και στην περίπτωση που παραιτείτο από την άσκηση της δικηγορίας είτε για λόγους υγείας είτε λόγω συνταξιοδότησης και εφόσον οι ανατεθείσες υποθέσεις διαρκούσαν περισσότερο από τέσσερα χρόνια από την ημερομηνία υπογραφής του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, το ποσοστό δε 10% θα υπολογισθεί επί της πραγματικής αξίας των ακινήτων που θα περιέρχονταν στην εναγομένη και όπως αυτά θα είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της συνταξιοδότησης της ενάγουσας.

Ότι η τελευταία πραγματοποίησε όλες τις αναγκαίες, δικαστικές και εξώδικες, ενέργειες προς εκτέλεση της εντολής και έλαβε από την εναγομένη εντολέα τα αναφερόμενα ποσά ως προκαταβολή έναντι εξόδων. Όμως η τελευταία αρνείται να της καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, έχοντας αντίρρηση ως προς το ύψος της πραγματικής αξίας των ακινήτων που απέκτησε λόγω κληρονομίας και συνακόλουθα ως προς το ύψος της οφειλόμενης δικηγορικής αμοιβής.

Ότι το Μάϊο του έτους 2010 ζήτησε από την εναγομένη, έναντι της αμοιβής της, το ποσό των 20.000 ευρώ, αλλά αυτή καθυστερούσε την εξόφλησή της, ισχυριζόμενη ότι ερευνούσε ακόμη το ζήτημα της πραγματικής αξίας των κληρονομιαίων ακινήτων. Ότι η εναγομένη, μετά την πάροδο ενός και ημίσεως έτους από τη λήξη της συμφωνημένης προθεσμίας καταβολής της αμοιβής, πρότεινε στην ενάγουσα να της καταβάλει προς εξόφληση της οφειλής της ποσό που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 10% επί της αξίας που είχαν τα κληρονομιαία ακίνητα κατά το θέρος του έτους 2011, όταν πλέον οι αξίες των ακινήτων είχαν μειωθεί σημαντικά λόγω της οικονομικής κρίσης, αποστέλλοντας στην ενάγουσα σχετικές εκθέσεις εκτίμησης της πραγματικής αξίας των κληρονομιαίων ακινήτων.

Ότι η εναγομένη δήλωσε στην πληρεξούσια δικηγόρο της ενάγουσας, Κ. Λ.- Κ., ότι δεν επιθυμούσε τη μεταβίβαση στην ενάγουσα ποσοστού συγκυριότητας επί των κληρονομιαίων ακινήτων για τον αναφερόμενο στην αγωγή λόγο και υποσχέθηκε να ρυθμίσει το θέμα της οφειλόμενης αμοιβής προς την ενάγουσα, πράγμα το οποίο δεν έγινε.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε η ενάγουσα να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 269.813,74 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τον συμφωνηθέντα χρόνο πληρωμής της αμοιβής της (19-1-2010), άλλως από την επίδοση της αγωγής, και όλως επικουρικώς ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου που περιήλθε σ'αυτή κατά ποσοστό 56,976% εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχης αξίας με το οφειλόμενο ποσό.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη μόνο ως προς το κύριο αίτημά της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 91 παρ. 1 και 92 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) και 305, 306 και 307 του ΑΚ, κρίνοντας ότι, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή, η διαζευκτική ενοχή απλοποιήθηκε με δήλωση της εναγομένης και με τις ενέργειες στις οποίες αυτή προέβη (αποστολή στην ενάγουσα εκθέσεις εκτίμησης της αξίας των ακινήτων), με συνέπεια το επικουρικό αίτημά της, περί μεταβίβασης συγκεκριμένου τμήματος ή ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί οικοπέδου, να είναι μη νόμιμο, διότι μετά την απλοποίηση της ενοχής εκ μέρους της εναγομένης οφειλέτριας η ενοχή συγκεντρώθηκε στη μία από τις διαζευκτικά οφειλόμενες παροχές (χρηματικό ποσό) και γι' αυτό η ενάγουσα δεν έχει πλέον δικαίωμα να ζητήσει την παροχή σε είδος.

Επίσης έκρινε ότι ο συμβατικός όρος, με τον οποίο συμφωνήθηκε η κατάρτιση της διαζευκτικής ενοχής, είναι, κατά τη ρηματική του διατύπωση, ασαφής κυρίως ως προς το ζήτημα σε ποιόν ανήκει το δικαίωμα επιλογής. Ερμηνευόμενος ο όρος αυτός βάσει των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και ελλείψει οποιασδήποτε άλλης ρυθμίσεως, το δικαίωμα επιλογής ανήκει στην εναγομένη και ότι η τελευταία, περί το μήνα Μάϊο του έτους 2010, δήλωσε ότι προτιμά να πληρώσει την αμοιβή της ενάγουσας σε χρήμα, πλην όμως θεωρούσε υψηλή την ανά τμ.

αξία των ακινήτων που είχε κληρονομήσει και στις 7-9-2011 απέστειλε στην ενάγουσα τις από 2-6-2011 και 26-8-2011 εκθέσεις εκτίμησης ακινήτου των Ι. Ν. και Ι. Ο., κτηματομεσίτη και αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, αντίστοιχα. Ότι η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος επέφερε την απλοποίηση της διαζευκτικής ενοχής, η οποία περιορίζεται πλέον σε ορισμένη, δηλαδή στην καταβολή στην ενάγουσα ποσοστού 10% επί της πραγματικής αξίας όλων συνολικά των ακινήτων που θα περιέλθουν στην εναγομένη.

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον έβδομο λόγο της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή υποστήριζε ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, άλλως ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, επειδή η ενάγουσα όφειλε να ζητήσει ή τη μία ή την άλλη παροχή και όχι και τις δύο και ότι το δικαίωμα επιλογής μόνο αυτή μπορούσε να το ασκήσει.

Με την παραπάνω κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 305, 306, 307, 308, 316 και 361 ΑΚ και, επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς το πρώτο μέρος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η εναγομένη υποστηρίζει ότι έσφαλε η προσβαλλόμενη απόφαση, που δεν απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, άλλως ως απαράδεκτη στο σύνολό της, διότι έτσι που είναι διατυπωμένη δημιουργείται ασάφεια και αοριστία, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο (επικουρικό) μέρος, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παραλείποντας να κηρύξει την ακυρότητα της αγωγής, υπέπεσε στην ως άνω ακυρωτική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός από την παραβίαση των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 305, 306, 307, 316 και 361 ΑΚ), που επικαλείται η αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 526 εδ. α' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 224 εδ. α', 522, 524 παρ. 1 και 525 του ίδιου Κώδικα, παρέλειψε να αποκρούσει και να απορρίψει ως απαράδεκτη την ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της κρινόμενης αγωγής, συνισταμένης στο γεγονός ότι με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της για πρώτη φορά η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι η ανωτέρω διαζευκτική ενοχή απλοποιήθηκε με δήλωση της εναγομένης και με τις αναφερόμενες ενέργειες στις οποίες αυτή προέβη.

Ο λόγος αυτός στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον, από το περιεχόμενο της αγωγής που προεκτέθηκε, προκύπτει ότι η ενάγουσα επικαλείται την απλοποίηση της ενοχής, με δήλωση της εναγομένης οφειλέτριας, με το δικόγραφο αυτής και δεν προέβη σε μεταβολή της βάσης της αγωγής της με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Mε τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι παρά το νόμο : α) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί ανεπιτρέπτου μεταβολής της βάσης της αγωγής από μέρους της ενάγουσας, ο οποίος προβλήθηκε με την προσθήκη στις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, β) δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η συμφωνημένη παροχή ήταν διαζευκτική και όχι απλή, που συνιστά δικαστική ομολoγία της ενάγουσας και γ) έλαβε υπόψη του την απλοποίηση της διαζευκτικής, κατά τα άνω, παροχής, ως θεμελιωτική της ευθύνης της αναιρεσείουσας, παρά το γεγονός ότι το αγωγικό αίτημα ήταν διατυπωμένο διαζευκτικώς.

Ο λόγος αυτός, ως προς το σκέλος υπ' αριθμ. γ', είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ώστε να δημιουργείται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά εφάρμοσε αυτεπαγγέλτως το νόμο και προσέδωσε τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό στην έννομη σχέση που προβλήθηκε με την ένδικη αγωγή, με βάση το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που εκτίθεντο σ' αυτή.

Ο ίδιος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι δεν υπήρξε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής και επομένως απέρριψε κατ' ουσία τον αντίθετο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας. Εξάλλου, το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου, που υπάγεται στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι εκείνη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται), είναι απορριπτέο πρωτίστως ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, διότι δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι επικαλέσθηκε την ως άνω δικαστική ομολογία ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και ότι παραδεκτά επαναφέρθηκε ο ισχυρισμός αυτός ενώπιον του Εφετείου.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 και 11 περ, γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται οι ανωτέρω αιτιάσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως προς την πρώτη απ' αυτές και ως απαράδεκτος ως προς τις λοιπές.

4. Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανελέγκτη κρίση του και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι στις 24-3-2003 απεβίωσε στην … η Μ. Σ. του Μ., χήρα Β. Λ., αφήνοντας ως πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τον αδελφό της Κ. Σ. του Μ., πατέρα της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, και τα τέκνα της προαποβιώσασας αδελφής της Ρ.

Σ. του Μ., σύζυγο Χ. Π., δηλαδή τους Δ. και Μ. Π.. Ότι δύο μήνες περίπου μετά το θάνατο της Μ. Σ. - Λ., στις 10-5-2003, απεβίωσε και ο αδελφός της Κ. Σ., αφήνοντας ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο του την εναγομένη θυγατέρα του. Ότι, με την .../27-5-2003 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Χίου Χ. Α.- Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, η εναγομένη αποδέχθηκε για λογαριασμό του πατέρα της την κληρονομιά της αδελφής του Μ.

Σ. και την κληρονομία του ίδιου. Η κληρονομία αυτή συνίστατο στο 1/2 εξ αδιαιρέτου τριών (3) ακινήτων, από τα οποία το ένα βρίσκεται στα … Χίου, το δεύτερο στη … Αττικής και το τρίτο στο … Αττικής. Ότι μετά την σύνταξη της ως άνω αποδοχής κληρονομίας βρέθηκε η από 10-8-1998 ιδιόγραφη διαθήκη της Μ. Σ. χήρας Β. Λ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα .../24-10-2003 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την …/17-9-2004 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

Ότι, με τη διαθήκη αυτή η ως άνω διαθέτης διένειμε μέρος των περιουσιακών της στοιχείων, μεταξύ των οποίων και το ακίνητο του Αμαρουσίου, που ήταν ένα αγροτεμάχιο, κείμενο στη θέση '…'' και ήδη …, της περιοχής …, του Δήμου Αμαρουσίου Αττικής, συνολικής έκτασης 11.621, 71 τ.μ. Με την προαναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη, η διαθέτης εγκαθιστούσε ως κληρονόμο της στο ανωτέρω ακίνητο του Αμαρουσίου τον πατέρα της εναγομένης, αλλά διένειμε πέντε (5) στρέμματα αυτού και σε άλλα πρόσωπα, με αποτέλεσμα τον περιορισμό του κληρονομικού δικαιώματος του πατέρα της εναγομένης.

Ότι, με την .../27-10-2003 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, κυρώθηκε η …/2003 πράξη εφαρμογής τμήματος της πολεοδομικής μελέτης της περιοχής … του Δήμου Αμαρουσίου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Κατόπιν της εν λόγω πράξης εφαρμογής το ως άνω αγροτεμάχιο διαχωρίσθηκε ως εξής :α) σε αγροτεμάχιο έκτασης 10.099, 91 τ.μ., με ΚΑΕΚ ...

και β) στο υπόλοιπο τμήμα αυτού, έκτασης 1.521,80 τ.μ., από το οποίο ρυμοτομήθηκε έκταση 1.476,62 τ.μ. και σε αντάλλαγμα δόθηκε, με την ίδια πράξη εφαρμογής, το … οικόπεδο του ... οικοδομικού τετραγώνου της πολεοδομικής ενότητας … του Δήμου Αμαρουσίου, έκτασης 1.043,96 τ.μ., με ΚΑΕΚ .... Ότι, προκειμένου η εναγομένη να επιλύσει το ζήτημα που ανέκυψε μετά τη δημοσίευση της πιο πάνω ιδιόγραφης διαθήκης, δεδομένου ότι εξ αυτής δημιουργήθηκε αβεβαιότητα για το κληρονομικό μερίδιο που περιήλθε στον πατέρα της, απευθύνθηκε κατά το μήνα Δεκέμβριο του 2004 στην ενάγουσα, που ήταν κατά το χρόνο αυτό εν ενεργεία δικηγόρος, και της ανέθεσε τη διενέργεια όλων των αναγκαίων δικαστικών και εξώδικων ενεργειών για την πλήρη και οριστική τακτοποίηση της κληρονομικής αυτής υπόθεσης.

Το ακριβές περιεχόμενο της μεταξύ τους συμφωνίας αποτυπώθηκε και εγγράφως στο από 25-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε από τις διαδίκους. Ότι το ως άνω συμφωνητικό έχει επί λέξει, κατά το ενδιαφέρον στην υπό κρίση υπόθεση μέρος, ως εξής: ''Στην Αθήνα σήμερα 25 Οκτωβρίου 2005 οι υπογραφόμενες αφενός Σ.

σύζυγος Γ. Τ., το γένος Κ. Σ., κάτοικος ...... και αφετέρου Σ. Λ. - Μ., δικηγόρος Αθηνών... συμφώνησαν, συνομολόγησαν και δέχθηκαν από κοινού τα παρακάτω: η πρώτη των συμβαλλομένων έχει αναθέσει στη δεύτερη από το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004 την εντολή και η δεύτερη έχει αναλάβει να διεκπεραιώσει είτε δικαστικώς είτε εξωδίκως όλες τις υποθέσεις που αφορούν το κληρονομικό δικαίωμα της πρώτης επί της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα της Κ.

Σ. και συγκεκριμένα αυτή που αφορά το ακίνητο επί της οδού …, στην πολεοδομική ενότητα … της περιοχής … του Δήμου Αμαρουσίου Αττικής, το οποίο αυτός κληρονόμησε από την αδελφή του Μ. Λ., πλην της υπόθεσης αγωγής του Β. Π. κατ' αυτής και λοιπών ομοδίκων της, για την οποία η δικηγόρος πληρώθηκε με το κατώτερο ποσό που ορίζει ο δικηγορικός κώδικας.

Ειδικότερα η πρώτη συμβαλλόμενη ανέθεσε στη δεύτερη και αυτή ανέλαβε να διεκπεραιώσει είτε δικαστικά είτε εξώδικα : α) την υπόθεση που αφορά την πράξη εφαρμογής του σχεδίου πόλεως με αριθμό …/2003, β) την υπόθεση ένταξης στο σχέδιο πόλης του υπόλοιπου τμήματος του άνω ακινήτου περιοχής …, γ) την υπόθεση του Εθνικού Kτηματολογίου και της δασικής έκτασης που είναι αποτυπωμένη στον κτηματολογικό πίνακα, εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται πρόβλημα μετά την τελική εφαρμογή των άνω σχεδίων και δ) την υπόθεση των κληροδοτημάτων της από 10-8-1998 ιδιόγραφης διαθήκης της Μ.

Λ.. Η διεκπεραίωση των πιο πάνω υποθέσεων θα γίνει με τους εξής όρους και συμφωνίες που έγιναν ανεπιφύλακτα δεκτοί από τις παραπάνω συμβαλλόμενες. Η Σ. Λ. - Μ. θα λάβει από την παραπάνω εντολέα της για αμοιβή της, ανεξαρτήτως της έκβασης των δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών, είτε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) επί της πραγματικής αξίας όλων συνολικά των ακινήτων που θα προέλθουν από τις παραπάνω εφαρμογές του σχεδίου πόλης και στο μερίδιο που θα ανήκει κατά κυριότητα στην πρώτη συμβαλλόμενη, είτε θα της μεταβιβασθεί από την εντολέα κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή συγκεκριμένο τμήμα ή ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί ενός εκ των ανωτέρω οικοπέδων που θα περιέλθουν στην εντολέα, αντίστοιχης αξίας.

Τη συμφωνούμενη ως άνω αμοιβή οφείλει η πρώτη συμβαλλόμενη να καταβάλει στην δεύτερη εντός ενός μηνός μετά την οριστική περαίωση των υποθέσεων. Με το ίδιο ποσοστό θα αμειφθεί η εντολοδόχος και στην περίπτωση που για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή της οι ανωτέρω υποθέσεις διαρκέσουν περισσότερο από τέσσερα χρόνια από σήμερα και εφόσον η εντολοδόχος θελήσει να παραιτηθεί λόγω συνταξιοδότησής της ή για λόγους υγείας, το ως άνω ποσοστό όμως θα υπολογίζεται επί της πραγματικής αξίας των ακινήτων που θα της ανήκουν και όπως αυτά θα έχουν εν δυνάμει διαμορφωθεί εκείνη την χρονική στιγμή.

Ειδικά για την υπόθεση των κληροδοτημάτων της ιδιόγραφης διαθήκης της Μ. Λ., συμφωνείται από τις συμβαλλόμενες ότι μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από το πρωτόδικο δικαστήριο ή μέχρι τον οριστικό εξώδικο συμβιβασμό με τους αντιδίκους, η εντολοδόχος θα αμείβεται με το ανωτέρω ποσοστό και η οποία αμοιβή θα συμπεριληφθεί και θα καταβληθεί μαζί με την αμοιβή επί των λοιπών υποθέσεων.

Σε περίπτωση, όμως, άσκησης εφέσεων από οποιαδήποτε πλευρά και μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης η εντολοδόχος δικηγόρος, εκτός από το ανωτέρω ποσοστό, θα αμειφθεί και σύμφωνα με το δικηγορικό κώδικα για κάθε δικαστική ενέργεια. Τα έξοδα που θα απαιτηθούν για τη διεκπεραίωση των άνω υποθέσεων, δικαστικών ή εξώδικων, όπως π.χ.

γραμμάτια, αγωγόσημο, επιδόσεις κ.λ.π, θα καταβάλει η πρώτη στη δεύτερη το αργότερο μία εβδομάδα πριν από κάθε δικαστική ενέργεια ή σε περίπτωση εξώδικων ενεργειών το αργότερο ένα μήνα μετά την κάθε ενέργεια... Το παρόν συντάχθηκε σε δύο αντίτυπα και αφού διαβάστηκε υπογράφτηκε και από τις δύο συμβαλλόμενες και πήρε η κάθε μία από ένα όμοιο".

Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο ότι, σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε η ενάγουσα με την πιο πάνω σύμβαση, προχώρησε, ευθύς αμέσως μετά τη λήψη της εντολής, στις απαραίτητες εξώδικες ενέργειες για τη διεκπεραίωσή της, δηλαδή υπέβαλε στις 22-12-2004 στον οικείο Δήμο την, κατ' άρθρο 12 του ν. 1337/1983, δήλωση ιδιοκτησίας για λογαριασμό της εναγομένης, συνυποβάλλοντας τον τίτλο κτήσης αυτής, πιστοποιητικά μεταγραφής, ιδιοκτησίας, βαρών, διεκδικήσεων και κατασχέσεων και αντίγραφα μερίδων της ίδιας της δικαιοπαρόχου της.

Στην πιο πάνω δήλωση ιδιοκτησίας η ενάγουσα περιέλαβε και δήλωση διαφωνίας με τα στοιχεία του κτηματολογίου που αναφέρονται στην ιδιοκτησία της και ειδικότερα για το χαρακτηρισμό έκτασης 1.300 τ.μ. περίπου ως δασικής. Ότι στη συνέχεια υπέβαλε την .../2005 αίτηση διόρθωσης της ως άνω .../2003 πράξης εφαρμογής σχεδίου πόλης στην περιοχή … του Δήμου Αμαρουσίου, μετά των συνυποβαλλόμενων δικαιολογητικών (τίτλων ιδιοκτησίας, πιστοποιητικών κλπ), επί της οποίας εκδόθηκε η .../2005 διορθωτική πράξη εφαρμογής, με την οποία διορθώθηκαν τα στοιχεία ιδιοκτήτη όσον αφορά το ...

οικόπεδο του ... ΟΤ, δηλαδή, αντί του ονόματος της Μ. Σ., χήρας Β. Λ., τέθηκε στον πίνακα της πιο πάνω πράξης εφαρμογής το όνομα της εναγομένης στα στοιχεία ιδιοκτήτη του πιο πάνω οικοπέδου, κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας της στο ακίνητο αυτό. Ακολούθησε η έκδοση ορθής επανάληψης της πιο πάνω αναφερόμενης διορθωτικής πράξης, επειδή σε αυτήν αναφέρονταν εσφαλμένα η απόφαση Νομάρχη, με την οποία κυρώθηκε η εν λόγω πράξη εφαρμογής.

Ότι, για την έκδοση της πιο πάνω διορθωτικής της πράξης εφαρμογής πράξης, απαιτήθηκαν από την ενάγουσα πολλές ώρες απασχόλησης για την συγκέντρωση των δικαιολογητικών, την επίσκεψη σε δημόσιες υπηρεσίες (Πολεοδομία, Δήμο κλπ), ενώ η ολοκλήρωση της εξώδικης αυτής ενέργειας καθυστέρησε και εξαιτίας της απώλειας των προσκομιζόμενων εγγράφων από υπάλληλο της αρμόδιας πολεοδομίας, οπότε και έπρεπε να συγκεντρωθούν εκ νέου τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

Παράλληλα, επειδή ένα τμήμα του επίμαχου ακινήτου εμφανίζονταν στο κτηματολόγιο ως δασική έκταση, η ενάγουσα πραγματοποίησε ενδελεχή έρευνα στα αρμόδια υποθηκοφυλακεία σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του εν λόγω ακινήτου, ανατρέχοντας σε τίτλους κτήσης του 19ου αιώνα, ώστε να προετοιμάσει την άμυνα της εναγομένης σε περίπτωση άσκησης διεκδικητικής αγωγής του Δημοσίου κατά αυτής ως προς την έκταση αυτή, δεδομένου ότι είχε πληροφορηθεί ότι το Δημόσιο θα διεκδικούσε την έκταση αυτή.

Από την έρευνα, όμως, που πραγματοποίησε διαπιστώθηκε ότι η πιο πάνω έκταση, που εμφανίζονταν στο στάδιο της κτηματογράφησης ως δασική, είχε χαρακτηριστεί δυνάμει της .../2002 πράξης χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πεντέλης, ως μη δασική. Περαιτέρω, συνέταξε και άσκησε για λογαριασμό της εναγομένης την από 12-2-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2008 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των προσώπων που αναγράφονταν ως τιμώμενοι, σε σχέση με το επίμαχο ακίνητο, στην πιο πάνω αναφερόμενη ιδιόγραφη διαθήκη.

Για την συζήτηση της αγωγής αυτής προσδιορίσθηκε δικάσιμος η 29-9-2008, η οποία ματαιώθηκε και επανήλθε με κλήση να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 16-3-2009 και κατόπιν αναβολής κατά τη δικάσιμο της 6-4-2009. Ότι με την αγωγή αυτή εζητείτο να αναγνωρισθεί ως εν μέρει έγκυρη η από 10-8-1998 ιδιόγραφη διαθήκη, δηλαδή κατά το μέρος που ορίζει και εγκαθιστά ως μοναδικό κληρονόμο της διαθέτιδας τον πατέρα της εναγομένης και να αναγνωρισθούν ως άκυρες οι αόριστες, ασαφείς, αδύνατες και παράνομες διατάξεις αυτής, που αφορούν κληροδοσίες προς τρίτους, κινητών και ακινήτων.

Επικουρικά, εζητείτο να προσδιορισθούν ερμηνευτικά τα πρόσωπα στα οποία η διαθέτης αφήνει τις κληροδοσίες κινητών και ακινήτων, ο χρόνος απόδοσης αυτών, το ακίνητο από το οποίο πρέπει να αποδοθούν οι οριζόμενες κληροδοσίες και το ποσοστό που πρέπει να αποδοθεί σε κάθε κληροδόχο, λαμβανομένης υπόψη της μείωσης του κληροδοτηθέντος ακινήτου, λόγω της επελθούσας ρυμοτομίας και αυτής που θα επέλθει στο υπό ένταξη ακίνητο, καθώς επίσης και το χρηματικό ποσό που πρέπει να αποδοθεί σε κάθε δικαιούχο.

Τέλος, εζητείτο να αναγνωρισθούν ως άκυρες οι πράξεις δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, με τις οποίες κάποιοι από τους τιμώμενους στην εν λόγω διαθήκη είχαν προβεί σε αποδοχή κληρονομίας για το ποσοστό που τους αναλογούσε στο επίμαχο ακίνητο, με βάση την έκταση που τους άφηνε η διαθέτης. Ότι επί της αγωγής αυτής, συνεκδικαζόμενης με άλλη συναφή αγωγή, άλλου συγκληρονόμου της εναγομένης, κατά την συζήτηση της οποίας παραστάθηκε η ενάγουσα ως πληρεξούσια δικηγόρος της εναγομένης, εκδόθηκε η 8034/9-9-2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε, κατά το ενδιαφέρον την υπό κρίση υπόθεση μέρος, ότι από την ερμηνεία του όλου περιεχομένου της διαθήκης προκύπτει ότι η διαθέτης ήθελε τους τιμώμενους ως κληρονόμους της και καθολικούς διαδόχους της στο ενεργητικό και παθητικό της περιουσίας της, δεδομένου, μεταξύ άλλων, ότι τα τμήματα του μοναδικού μεγάλης έκτασης ακινήτου της θανούσας, στο οποίο αφορά η επίμαχη διανεμητική διάταξη της διαθήκης της, αποτελούν σχεδόν το ήμισυ του ακινήτου αυτού.

Περαιτέρω κρίθηκε ότι, επειδή με τη διανεμητική αυτή διάταξη της διαθήκης, επέρχεται ανεπίτρεπτη, κατά το νόμο, κατάτμηση του συγκεκριμένου ακινήτου, αυτή (διανεμητική διάταξη) είναι άκυρη κατ' άρθρο 174 Α.Κ., ακυρότητα όμως που δεν επηρεάζει και το κύρος της εγκατάστασης των τιμημένων ως κληρονόμων, η οποία ισχύει, προδήλως κατά την αληθινή βούληση της διαθέτιδας, ως εγκατάσταση σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου της κληρονομίας, ανάλογο προς την αξία του καταλειφθέντος σε καθένα από τους κληρονόμους διαιρετού τμήματος, κρίθηκε έγκυρη η διαθήκη μετά από ερμηνεία της αληθινής βούλησης της κληρονομουμένης ως εγκατάσταση σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου, ενώ περαιτέρω απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα να προσδιορισθούν ερμηνευτικά τα πρόσωπα στα οποία η διαθέτης αφήνει τις κληροδοσίες κινητών και ακινήτων, ο χρόνος απόδοσης αυτών, το ακίνητο από το οποίο πρέπει να αποδοθούν οι οριζόμενες κληροδοσίες και το ποσοστό που πρέπει να αποδοθεί σε κάθε κληροδόχο.

Ότι κατά της πιο πάνω απόφασης η εναγομένη δεν θέλησε να ασκήσει κάποιο τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο, παρόλο που η ενάγουσα την ενημέρωσε ότι υπήρχαν βάσιμοι λόγοι ευδοκίμησης της ασκηθησομένης έφεσης, και έτσι η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη. Δέχεται ακολούθως το Εφετείο, ότι ο λόγος έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι από βαριά αμέλεια της ενάγουσας δεν ασκήθηκε έφεση κατά της ως άνω απόφασης, αφενός από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε, αφετέρου, σύμφωνα με τους όρους του από 25-10-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, σε περίπτωση άσκησης εφέσεων από οποιαδήποτε πλευρά και μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, η εντολοδόχος δικηγόρος, εκτός από το ανωτέρω συμφωνηθέν ποσοστό, θα αμειφθεί και σύμφωνα με το δικηγορικό κώδικα για κάθε δικαστική ενέργεια.

Ότι με βάση την προαναφερόμενη απόφαση, σε συνδυασμό και με την βούληση της διαθέτιδας, όπως αποτυπώνεται στη διανεμητική διάταξη της διαθήκης της, ο πατέρας της εναγομένης, και μετά τον θάνατο αυτού η εναγομένη, κληρονομεί από το επίμαχο γεωτεμάχιο, που βρίσκεται στο Μαρούσι Αττικής, συνολικής έκτασης 11.621,71 τμ, ποσοστό 56,976/100 εξ αδιαιρέτου επί του όλου γεωτεμαχίου, που αντιστοιχεί σε 6,621,71 τ.μ.

Επειδή όμως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, κατόπιν της ως άνω αναφερόμενης πράξης εφαρμογής, το πιο πάνω αγροτεμάχιο, συνολικής έκτασης 11.621,71 τ.μ., διαχωρίστηκε, διαμέσου της εγκεκριμένης δημοτικής οδού …, στο αγροτεμάχιο έκτασης 10.099,91 τμ μετά των επ' αυτού ισογείων κτισμάτων με ΚΑΕΚ ... και στο ... οικόπεδο του ...

οικοδομικού τετραγώνου της πολεοδομικής ενότητας ... του Δήμου Αμαρουσίου, έκτασης 1043,96 τ.μ., με ΚΑΕΚ ..., η εναγομένη κληρονομεί το ίδιο πιο πάνω ποσοστό στα πιο πάνω δύο γεωτεμάχια. Ότι η ενάγουσα επισκέφθηκε πολλές φορές τις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες (ΥΠΕΧΩΔΕ, Δήμο Αμαρουσίου κ.λ.π.) για να ενημερωθεί για την ένταξη στο σχέδιο πόλεως του υπολοίπου τμήματος του επίμαχου ακινήτου, ζήτημα για το οποίο της έλεγαν ότι θα καθυστερήσει πολλά χρόνια, ενώ και μέχρι σήμερα το αγροτεμάχιο έκτασης 10.099,91 τ.μ.

παραμένει εκτός σχεδίου του Δήμου Αμαρουσίου, αλλά εντός του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου, όπως συνομολογείται και από τις δύο διαδίκους. Ότι η ενάγουσα υπέβαλε στις 18-12-2009 προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών αίτηση παραίτησης λόγω συνταξιοδότησης, αίτηση που έγινε δεκτή με την από 13-1-2010 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του πιο πάνω Συλλόγου.

Ότι, παρά το γεγονός ότι είχε παραιτηθεί από τη δικηγορία, συνέχισε να απασχολείται με την υπόθεση της εναγομένης κυρίως ερχόμενη σε συνεννόηση με τους δικηγόρους των λοιπών συγκληρονόμων της, ώστε να προσδιορισθεί από κοινού το ποσοστό που κληρονομεί ο καθένας τους στο ακίνητο του Αμαρουσίου, τελικά δε, το ποσοστό που προέκυψε για κάθε ένα κληρονόμο ξεχωριστά (56,976/100), το έγραψε (η ενάγουσα) και το παρέδωσε στους δικηγόρους των λοιπών κληρονόμων, οι οποίοι το αποδέχθηκαν και το συνυπέγραψαν.

Ότι από όλα τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι η ενάγουσα εργάσθηκε πράγματι για τη διεκπεραίωση της εντολής που έλαβε από την εναγομένη, προβαίνοντας από το χρόνο λήψης της εντολής, το Δεκέμβριο του 2004, μέχρι την παραίτησή της, το Δεκέμβριο του 2009, καθώς και λίγο μετά από αυτήν, σε όλες τις ανωτέρω λεπτομερώς εκτιθέμενες εξώδικες και δικαστικές ενέργειες.

Αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών ήταν η διόρθωση της …/2003 πράξης εφαρμογής, η αποσαφήνιση ότι η έκταση των 1.300 τ.μ. του επίμαχου ακινήτου δεν είναι δασική, οπότε και δεν ετίθετο ζήτημα διεκδίκησής του εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ και μετά τη διεξαγωγή της πιο πάνω αναφερόμενης δίκης κρίθηκε τελεσιδίκως το ζήτημα της κληρονομικής διαδοχής της Μ.

Λ., αναφορικά με το επίμαχο ακίνητο. Ότι αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών ήταν να αποκτήσει η εναγομένη κληρονομικό δικαίωμα κατά ποσοστό 56,976/100 εξ αδιαιρέτου, επί δύο ακινήτων, δηλαδή: α) στο αγροτεμάχιο έκτασης 10.099,91 τ.μ. μετά των επί αυτού ισογείων κτισμάτων, με ΚΑΕΚ ... και β) στο υπ' αριθμ. ... οικόπεδο του ...

οικοδομικού τετραγώνου της πολεοδομικής ενότητας ... του Δήμου Αμαρουσίου, έκτασης 1043,96 τ.μ., με ΚΑΕΚ .... Η κτήση κυριότητας επί των πιο πάνω ακινήτων, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου, με τη μεταγραφή της αντίστοιχης διορθωτικής πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, εκκρεμεί εξαιτίας του γεγονότος ότι η εναγομένη και οι λοιποί συγκληρονόμοι δεν συνέπραξαν για την ορθή κατανομή μεταξύ τους των ποσοστών κυριότητας του καθενός στα ως άνω ακίνητα, με βάση υπολογισμού τα στρέμματα που ο καθένας τους λαμβάνει σύμφωνα με τη διανεμητική διάταξη της πιο πάνω διαθήκης, αλλά ο καθένας τους προέβη σε ξεχωριστή πράξη αποδοχής κληρονομίας, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση, με αποτέλεσμα, όταν η εναγομένη επιχείρησε να καταχωρίσει στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο την .../10-12-2012 πράξη διόρθωσης και συμπλήρωσης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Π., αυτή (αίτηση καταχώρισης) απορρίφθηκε, επειδή το ποσοστό της κληρονομούμενης Μ. Λ., από την αρχική εγγραφή, δεν συμφωνεί με το ποσοστό της πράξης προς καταχώριση. Συνεπεία των ανωτέρω, στο αντίστοιχο κτηματολογικό φύλλο των επίμαχων ΚΑΕΚ, η εναγομένη εμφανίζεται ότι έχει κυριότητα επί των πιο πάνω αναφερόμενων ακινήτων σε ποσοστό μικρότερο από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή ποσοστό 35,837/100 εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ...

και ποσοστό 50/100 εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., ενώ ως τίτλος κτήσης της και στις δύο περιπτώσεις αναγράφεται η αρχική πράξη δήλωσης αποδοχής της εξ αδιαθέτου κληρονομίας, δηλαδή η .../27-5-2003 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Χίου Χ. Α.-Κ.. Επομένως, όταν η εναγομένη και οι λοιποί συγκληρονόμοι της αποφασίσουν να προσέλθουν σε συνεννόηση για το πιο πάνω ζήτημα, η καταχώρηση της διορθωτικής πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο θα έχει ως αποτέλεσμα την κτήση εκ μέρους της εναγομένης δικαιώματος κυριότητας, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό 56,976/100 εξ αδιαιρέτου, αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου πατέρα της.

Ότι, από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι η ενάγουσα διεκπεραίωσε σχεδόν εξ ολοκλήρου την εντολή που έλαβε από την εναγομένη, πλην της ένταξης του αγροτεμαχίου με ΚΑΕΚ ... στο σχέδιο πόλης του Δήμου Αμαρουσίου, ενέργεια, όμως, που δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί από την ενάγουσα, λαμβανομένου υπόψη ότι χρειάζονται για την ένταξη αυτή συντονισμένες πράξεις πολλών δημοσίων υπηρεσιών, ενώ εξάλλου και μέχρι σήμερα, δέκα (10) χρόνια μετά την ανάθεση της εντολής, η ένταξη αυτή δεν έχει πραγματοποιηθεί.

Το γεγονός ότι εκκρεμεί η καταχώρηση της διορθωτικής πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο, ώστε η εναγομένη να αποκτήσει και δικαίωμα κυριότητας, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, στα εν λόγω ακίνητα, δεν μπορεί να οδηγήσει σε κρίση ότι η ενάγουσα δεν διεκπεραίωσε στο μεγαλύτερο μέρος της την εντολή που έλαβε, δεδομένου ότι, αφενός αντικείμενο της εντολής, σύμφωνα με το από 25-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, ήταν το κληρονομικό δικαίωμα της εναγομένης και ως εκ τούτου καμία υποχρέωση δεν είχε η ενάγουσα για τις ενέργειες αυτές της κτήσης κυριότητας, ώστε εάν δεν τις έκανε να μην δικαιούται την αμοιβή, ο όρος δε στο ανωτέρω συμφωνητικό ότι η ενάγουσα θα λάβει για αμοιβή της ποσοστό 10% επί της πραγματικής αξίας όλων συνολικά των ακινήτων που θα προέλθουν από τις εφαρμογές των σχεδίων πόλεως και στο μερίδιο που θα ανήκει κατά κυριότητα στην εναγομένη, αναφέρθηκε στα πλαίσια του τρόπου υπολογισμού της αμοιβής δίκης και όχι ως όρος προϋπόθεσης λήψης αυτής.

Αφετέρου η εκκρεμότητα αυτή οφείλεται στην αδυναμία της εναγομένης και των λοιπών συγκληρονόμων της να προσέλθουν σε συνεννόηση για την μεταξύ τους κατανομή των ποσοστών συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου. Άλλωστε, με βάση τη συμφωνία των διαδίκων, η αμοιβή της ενάγουσας συμφωνήθηκε να καταβληθεί ανεξαρτήτως της έκβασης των ενεργειών της, συμφωνία που δεν είναι αντίθετη, υπό τις παρούσες συνθήκες που προεκτέθηκαν, στη διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ., για το λόγο ότι η ενάγουσα πράγματι περαίωσε, σχεδόν οριστικά, τις υποθέσεις που ανέλαβε, ενώ οι εκκρεμότητες που απέμειναν (δηλαδή η μη ένταξη στο σχέδιο πόλης και η καταχώρηση της διορθωτικής πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο), δεν μπορούν να αποδοθούν σε δική της παράλειψη ή αμέλεια και επομένως δεν μπορούν να οδηγήσουν σε κρίση, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, ότι η συμφωνία για αμοιβή, ανεξάρτητα από την επιτυχή ή όχι έκβαση των υποθέσεων, είναι ιδιαιτέρως δυσβάστακτη για την εναγομένη και προκαλεί την αίσθηση βαρύτατης αδικίας σε βάρος της.

Με βάση την πιο πάνω συμφωνία η αμοιβή συμφωνήθηκε να καταβληθεί στην ενάγουσα εντός ενός (1) μήνα μετά την οριστική περαίωση των υποθέσεων, ενώ την ίδια αμοιβή συμφωνήθηκε να λάβει και στην περίπτωση που, για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή της, οι ανωτέρω υποθέσεις διαρκέσουν περισσότερο από τέσσερα (4) χρόνια και εφόσον η εντολοδόχος-ενάγουσα θελήσει να παραιτηθεί λόγω συνταξιοδότησης.

Επειδή η ενάγουσα δεν πρόλαβε να περαιώσει οριστικώς τις υποθέσεις, αφού κατά το Δεκέμβριο του 2009 υπέβαλε την παραίτησή της λόγω συνταξιοδότησης, και εργάσθηκε για χρονικό διάστημα άνω των τεσσάρων (4) ετών, για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς της, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι δικαιούται τη συμφωνηθείσα αμοιβή, όχι επειδή περαίωσε οριστικώς τις αναληφθείσες υποθέσεις, αλλά επειδή αυτές διήρκεσαν άνω των τεσσάρων (4) ετών.

Ότι για το ύψος της αμοιβής που πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα θα πρέπει να τεθεί ως βάση υπολογισμού, με βάση τη συμφωνία που περιέχεται στο από 25-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, η πραγματική αξία των ακινήτων που θα περιέλθουν στην εναγομένη κατά το χρόνο της παραίτησης της ενάγουσας από τη δικηγορία, δηλαδή κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2010.

Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους λόγους έφεσης της εναγομένης, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 1, 3 και 5 του ν.δ. 3026/1954 ''περί του Κώδικος των Δικηγόρων'', τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, η εντολή που δόθηκε στην ενάγουσα είναι έγκυρη, καθαρή και δεν τελούσε υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως των δικαστικών και εξώδικων ενεργειών της αναιρεσίβλητης, ώστε να πρόκειται για σύμβαση εργολαβικής αμοιβής.

Ούτε παραβίασε το Εφετείο τις διατάξεις των άρθρων 201, 281 και 288 ΑΚ, κρίνοντας ότι η σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων δεν τελεί υπό την αίρεση της επιτυχούς εκβάσεως των ενεργειών της ενάγουσας δικηγόρου και ότι, μη διαλαμβάνουσα η σύμβαση ότι όφειλε η ενάγουσα να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να δικαιούται αμοιβή, δεν είναι άκυρη, διότι δεν συνήφθη εργολαβικό δίκης μεταξύ των διαδίκων.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος του κυρίου αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο παραπονείται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 95 παρ. 1, 3 και 5 του Κώδικα Δικηγόρων (εννοεί το άρθρο 92 παρ. 1, 3 και 5) και 201, 281 και 288 του ΑΚ, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη αιτίαση αναφέρεται σε παραβίαση διατάξεων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου.

5. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία- Ολ ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Στην προκείμενη περίπτωση, με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 91, 92 παρ. 1, 98 και 100 του Κώδικα Δικηγόρων, διότι, παρά το γεγονός ότι δέχεται μη ολοκλήρωση όλων των αναγκαίων για τις ανωτέρω περιπτώσεις ενεργειών που όφειλε να εκτελέσει η ενάγουσα, ακολούθως δέχεται ότι αυτή δικαιούται να απαιτήσει από την εναγομένη το σύνολο της συμφωνημένης αμοιβής, ενώ αυτό (σύνολο) οφείλεται μόνο αφού τελειωθεί η ενέργεια του δικηγόρου, που διασφαλίζει τα συμφέροντα του εντολέα, στην προστασία των οποίων αποβλέπει.

Εξάλλου, με τις προαναφερόμενες παραδοχές το Εφετείο παραβίασε και εκ πλαγίου τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον:1) δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο η ενάγουσα δικαιούται ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, παρά το γεγονός ότι δεν ολοκλήρωσε το σύνολο των ανατεθεισών πράξεων, 2) δεν διευκρινίζει αν η ενάγουσα εντός της τετραετίας προέβη σε κάθε δυνατή ενέργεια προς εκτέλεση της εντολής και ειδικότερα για τη δικαστική αναγνώριση της κληρονομικής μερίδας της εναγομένης και την ένταξη στο σχέδιο πόλης του προαναφερόμενου ακινήτου και απέμεναν, μετά το πέρας της τετραετίας, μόνο ενέργειες που μπορούσαν να διενεργηθούν αποκλειστικά με πρωτοβουλία των δημόσιων υπηρεσιών, 3) δεν καθίσταται σαφές αν αρκεί για την αξίωση της επίμαχης δικηγορικής αμοιβής μόνο η πάροδος της τετραετίας, ανεξαρτήτως των δικαστικών και εξώδικων ενεργειών στις οποίες προέβη εντός αυτής η ενάγουσα ή αν αυτή όφειλε εντός της τετραετίας να εκτελέσει το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος αυτών, 4) δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με ποιο νόμιμο τρόπο περιήλθε στην εναγομένη το ιδανικό μερίδιο 56,976% επί των κληρονομιαίων ακινήτων της Μ.

Λ., εφόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, με την από 12-2-2008 αγωγή που άσκησε η ενάγουσα κατά των συγκληρονόμων της εναγομένης δεν ζήτησε τον προσδιορισμό κάποιου ποσοστού εξ αδιαιρέτου επ' αυτών, ούτε, άλλωστε, στην επ' αυτής εκδοθείσα απόφαση 8034/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προσδιορίζεται το ποσοστό εξ αδιαιρέτου που περιήλθε στην εναγομένη, καθώς και στους άλλους κληρονόμους, βάσει της από 10-8-1998 ιδιόγραφης διαθήκης της Μ.

Λ., 5) ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι το κληρονομικό μερίδιο της ενάγουσας στα ανωτέρω ακίνητα ανέρχεται σε ποσοστό 56, 976% εξ αδιαιρέτου, βάσει της ανωτέρω απόφασης και της πιο πάνω διαθήκης, στη συνέχεια, εντελώς αντιφατικά, δέχεται ότι το ποσοστό της κληρονομικής μερίδας της εναγομένης θα καθοριζόταν τελικά μεταξύ των συγκληρονόμων με βάση τα τετραγωγικά μέτρα που περιέρχονται σε καθένα απ' αυτούς και ότι στα βιβλία του κτηματολογίου η εναγομένη εμφανίζεται ως κυρία επί των επίδικων ακινήτων κατά ποσοστό 35,837% στο ένα εξ αυτών και 50% στο άλλο, 6) η ασάφεια ως προς το κρίσιμο ως άνω ζήτημα του ποσοστού συγκυριότητας της αναιρεσείουσας επιτείνεται εν όψει και των περαιτέρω αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η αναιρεσίβλητη μετά τη συνταξιοδότησή της, από κοινού με τους δικηγόρους των άλλων συγκληρονόμων, υπέγραψαν ένα έγγραφο, στο οποίο αναφέρεται ότι το ιδανικό μερίδιο της αναιρεσείουσας ανέρχεται σε ποσοστό 56, 976%, χωρίς να διευκρινίζει τι είδους έγγραφο είναι αυτό και ποια η έννομη επιρροή του και η δεσμευτικότητά του ως προς το κρίσιμο ζήτημα του ποσοστού συγκυριότητας της αναιρεσείουσας επί των κληρονομιαίων ακινήτων και 7) δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση γιατί, ενώ συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι για τον υπολογισμό της αξίας του 10% της δικαιούμενης δικηγορικής αμοιβής, αν η περαίωση των εκκρεμουσών ενεργειών διαρκέσει περισσότερο από τέσσερα έτη και παραιτηθεί η αναιρεσίβλητη, θα λαμβάνεται υπόψη η πραγματική αξία των ακινήτων που θα ανήκουν στην αναιρεσείουσα και ''όπως αυτά θα έχουν εν δυνάμει διαμορφωθεί εκείνη τη χρονική στιγμή'', υπολογίζει τη δικαιούμενη αμοιβή με ποσοστό συγκυριότητας 56,976% και όχι 50% και 35,837%, όπως εμφανιζόταν το ποσοστό συγκυριότητάς της κατά τον Ιανουάριο του έτους 2010, που λαμβάνει ως κρίσιμο χρόνο για τον ανωτέρω υπολογισμό.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους επισημαίνονται τα ανωτέρω, είναι βάσιμοι.

6. O λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ ιδρύεται και στην περίπτωση παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.

Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για την ερμηνευτική αποσαφήνιση του νοηματικού περιεχομένου της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ ΑΠ 26/2004, ΑΠ 71/2016, 1134/2015, 756/2014).

Οι διατάξεις των ως άνω άρθρων αποσκοπούν στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως και η μία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης βουλήσεως, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, καθώς και τη φύση της σύμβασης.

Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο. Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής άποψης (ΑΠ 776/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τις παραδοχές του Εφετείου, που αναφέρονται στη σκέψη υπ' αριθμ.3 της παρούσας, προκύπτει ότι αυτό διαπίστωσε κενό και ασάφεια στις σχετικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων ως προς τον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης όρο του από 25-10-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, ότι η ενάγουσα θα λάβει από την εναγομένη εντολέα για αμοιβή της, ανεξάρτητα από την έκβαση των δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών της, ποσοστό 10% επί της πραγματικής αξίας όλων συνολικά των ακινήτων που θα προέλθουν από τις εφαρμογές του σχεδίου πόλης και στο μερίδιο που θα ανήκει κατά κυριότητα στην εναγομένη.

Μετά τη διαπίστωση αυτή όφειλε το Εφετείο να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Παρά ταύτα, το Εφετείο προχώρησε στην ερμηνεία του ως άνω όρου της σύμβασης για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών, που δηλώθηκε με τον ανωτέρω ασαφή τρόπο στο από 25-10-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους και παραβίασε ευθέως με το να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι ''αντικείμενο της εντολής ήταν το κληρονομικό δικαίωμα της εναγομένης και ως εκ τούτου καμία υποχρέωση δεν είχε η ενάγουσα για τις ενέργειες εκείνες με τις οποίες η εναγομένη θα αποκτούσε κυριότητα επί των κληρονομιαίων ακινήτων, ώστε, αν δεν της έκανε, να μην δικαιούται αμοιβή, διότι ο ανωτέρω όρος αναφέρθηκε στα πλαίσια του τρόπου υπολογισμού της αμοιβής της ενάγουσας και όχι ως προϋπόθεση της λήψης αυτής''.

Το εν λόγω πόρισμα, έτσι όπως διατυπώθηκε, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, του μέσου συνετού και έντιμου κοινωνικού ανθρώπου. Περαιτέρω, το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον ως άνω ουσιώδη όρο της σύμβασης εντολής, εφόσον για το σχηματισμό της κρίσης του δεν παραθέτει πραγματικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ποια ήταν τα συμφέροντα των μερών στην συγκεκριμένη περίπτωση, ποιος ήταν ο δικαιοπρακτικός σκοπός του ανωτέρω όρου, γιατί η ενάγουσα δικηγόρος δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε ενέργειες που θα προσπόριζαν κυριότητα στην ενάγουσα επί των κληρονομιαίων ακινήτων, τι συνηθίζεται σε ανάλογες περιπτώσεις κληρονομικών διαφορών στις συναλλαγές ως προς τη δικαιούμενη αμοιβή του εντολοδόχου δικηγόρου και, τέλος, ποιες ήταν οι λοιπές συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως, έτσι ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, είναι ή όχι σύμφωνο με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών.

Επομένως, ο τρίτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τον οποίο επισημαίνονται οι ανωτέρω πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

7. Η αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω αναιρετικών λόγων που έγιναν δεκτοί καθιστά περιττή την έρευνα του τελευταίου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση :α) για ευθεία παραβίαση, με εσφαλμένη εφαρμογή, των άρθρων 46 παρ. 1 και 171 του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων κατά την απόρριψη της ένστασης που πρότεινε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τόσο με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, όσο και με αναφορά στις έγγραφες προτάσεις της, την οποία (ένσταση) επανέφερε ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο της έφεσής της και για τη στοιχειοθέτηση της οποίας είχε επικαλεσθεί τα αναλυτικά αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά β) για έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την απόρριψη της ανωτέρω νόμιμης και παραδεκτής ένστασης της εναγομένης και γ) για την παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη τη δικαστική ομολογία της ενάγουσας, η οποία περιέχεται στην αγωγή της και την οποία αυτή επικαλέσθηκε με την έφεσή της, σύμφωνα με την οποία (ομολογία) δεν άσκησε αγωγή εντός της τετραετίας από την κατάρτιση της σύμβασης εντολής για τον προσδιορισμό του ποσοστού της επί της κληρονομιαίας περιουσίας της Μ.

Λ., δεν την ενημέρωσε ότι στις 18-12-2009 απέβαλε τη δικηγορική ιδιότητα και ότι έκτοτε αδυνατούσε να ενεργήσει οτιδήποτε για την εκτέλεση της εντολής και ότι και τότε ακόμη επεδίωκε να αποφύγει την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής για τον προσδιορισμό του ιδανικού μεριδίου της επί της κληρονομιαίας ως άνω περιουσίας. 8.

Εν όψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω πρόσθετων λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.

Τέλος, πρέπει η αναιρεσίβλητη να καταδικασθεί σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178 παρ. 1,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 86/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια επτακόσια (1.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ