Supreme Court dismisses appeal against bank director's liability for unpaid checks due to lack of causation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by the National Bank of Greece and its former director against the lower court's judgment. The plaintiffs, heirs of the original claimant, successfully argued that the bank director was liable for the unpaid checks based on his criminal complicity in fraud. The court upheld the finding of causation between the director's illegal conduct and the financial loss, rejecting the bank's claims of lack of causal link.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 914 of the Civil Code; Article 71, 922 of the Civil Code; Articles 559(1), 19 of the Code of Civil Procedure: Liability for tort requires fault, illegality, and causal connection, which must be proven by the claimant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 893 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 893/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ανώνυμης τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Φ. Γ., τέως Διευθυντού του Καταστήματος Καλαμάτας της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 2. Π. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ως καθολικών κατ' ισομοιρία εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος πατρός τους και αρχικώς ενάγοντος Δ. Ε. Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Παναγιωτόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-1998 αγωγή του Δ. Ε. Σ. τη δίκη του οποίου συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου μοναδικοί κληρονόμοι του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 122/2011 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-4-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 11-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 26-4-2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 122/2011 απόφαση του Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση και επικυρώθηκε η 40/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Με την τελευταία είχε γίνει δεκτή η από 22-6-1998 αγωγή του Δ. Σ., τη δίκη του οποίου, λόγω θανάτου του, συνεχίζουν οι αναιρεσίβλητοι ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
II) Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του φερομένου ως υπόχρεου, η παράνομη συμπεριφορά αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας, Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε όντως τούτο στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ, διότι είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, ενώ η κρίση περί του ότι πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικού γεγονότος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 703/2013, ΑΠ 203/2013, ΑΠ 128/2013).
Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ πρέπει να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως (Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 70/2013).
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης συντρέχει, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Η δεύτερη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "OSCAR -Π.Ν. και ΣΙΑ ΟΕ", νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της οποίας ήταν ο πρώτος εναγόμενος Κ. Ν., συναλλασσόταν για τη χρηματοδότηση της με την τέταρτη εναγομένη ανώνυμη Τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ AE" (σημ.
την εδώ πρώτη αναιρεσείουσα), διευθυντής της οποίας στο υποκατάστημα της στην Καλαμάτα ήταν ο τρίτος εναγόμενος Φ. Γ. (σημ. εδώ δεύτερος αναιρεσείων). Η δεύτερη εναγομένη, που είχε αντικείμενο εμπορίας την τυποποίηση και εξαγωγή ελαιολάδου είχε συνάψει με την τέταρτη εναγομένη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού με υψηλό πιστωτικό όριο (450.000.000 δρχ.).
Το καλοκαίρι του 1994 εξαιτίας τραπεζικών περιορισμών στις χρηματοδοτήσεις οφειλών προς το Δημόσιο και σφράγισης κάποιων επιταγών σταμάτησε η χορήγηση στελεχών (μπλοκ) επιταγών από την Τράπεζα προς την ομόρρυθμη εταιρεία. Επί πλέον η ΔΟΥ Καλαμάτας ζήτησε και πέτυχε την άρση του απορρήτου των τραπεζικών καταθέσεων της ομόρρυθμης εταιρείας και από τον έλεγχο που διενεργήθηκε επιβλήθηκαν φορολογικά πρόστιμα.
Μεταξύ των πρώτου και τρίτου των εναγομένων υπήρχε έως τότε άριστη επαγγελματική και προσωπική σχέση. Έτσι και προκειμένου να καλυφθούν οι υποχρεώσεις της ομόρρυθμης εταιρείας, χωρίς να καταγγελθεί ο αλληλόχρεος λογαριασμός ή να αρχίσει αναγκαστική εκτέλεση, συμφωνήθηκε μεταξύ των ανωτέρω να χορηγηθούν στελέχη επιταγών μέσω παρένθετου προσώπου.
Κατάλληλο πρόσωπο επιλέχθηκε ο Χ. Γ., επ' αδελφή γαμπρός του πρώτου εναγομένου, ο οποίος τηρούσε τα λογιστικά βιβλία της ομόρρυθμης εταιρείας. Στο δικό του πλέον όνομα ανοίχθηκε, στις 13-9-1994 ... τραπεζικός λογαριασμός, για την εξυπηρέτηση του οποίου χορηγήθηκαν στον πρώτο εναγόμενο, από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας κατ' εντολή του τρίτου εναγομένου, διακόσια (200) περίπου στελέχη επιταγών.
Ο πρώτος εναγόμενος παρέδιδε μεταχρονολογημένες τις επιταγές στους πωλητές των εμπορευμάτων που αγόραζε η δεύτερη εναγομένη προκειμένου να εξασφαλισθούν τα πιστωθέντα τιμήματα. Έτσι η δεύτερη εναγομένη παραλάμβανε τα εμπορεύματα, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσε και κατέθετε τα αντίστοιχα τιμήματα στον λογαριασμό όψεως που διατηρούσε η ίδια στο υποκατάστημα της τέταρτης εναγομένης στην Καλαμάτα με αποτέλεσμα να μειώνεται σταδιακά το χρεωστικό της υπόλοιπο ύψους 300.000.000 περίπου δραχμών.
Ωστόσο στις αρχές Μαρτίου 1995 η ΔΟΥ Καλαμάτας δέσμευσε τον λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης με αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η μεταφορά χρημάτων από αυτόν προς πληρωμή των επιταγών που σύρονταν από τον προαναφερόμενο λογαριασμό στο όνομα Χ. Γ. και να σφραγισθούν οι επιταγές. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο αρχικώς ενάγων Δ.
Σ., πατέρας των εφεσίβλητων (σημ. και εδώ αναιρεσιβλήτων) που απεβίωσε στις 13-6-2008, ήταν έμπορος ελαιολάδου και συναλλασσόταν με τη δεύτερη εναγομένη. Έτσι ο αρχικώς ενάγων, στις 25-2-1995, στην ..., πώλησε και παρέδωσε στη δεύτερη εναγομένη 8730 κιλά παρθένου ελαιολάδου έναντι συνολικού τιμήματος 6.863.000 δραχμών.
Προς εξόφληση του ανωτέρω τιμήματος ο αρχικώς ενάγων έλαβε από τον πρώτο εναγόμενο την με ημερομηνία εκδόσεως 3-3-1995 ... μεταχρονολογημένη επιταγή σε διαταγή του αρχικώς ενάγοντος, ποσού 6.863.000 δραχμών, η οποία ήταν πληρωτέα από την τέταρτη εναγομένη με χρέωση του.... προαναφερόμενου λογαριασμού του Χ. Γ. που ετηρείτο σ' αυτήν.
Η εν λόγω επιταγή δεν πληρώθηκε κατά την εμπρόθεσμη εμφάνιση της (8-3-1995) στην πληρώτρια Τράπεζα, διότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια του εκδότη, όπως τούτο βεβαιώνεται στο σώμα αυτής. Ο αρχικώς ενάγων παρασύρθηκε στην κατάρτιση της επίδικης συμβάσεως πωλήσεως του ελαιολάδου με απατηλές πράξεις του πρώτου εναγομένου, ο οποίος τον έπεισε να του πωλήσει το ελαιόλαδο με την εν γνώσει ψευδή παράσταση ότι είναι νόμιμος κομιστής της ένδικης επιταγής, ενώ το αληθές ήταν ότι ο Χ.
Γ. δεν ήταν εκδότης αυτής, οι υπογραφές του στη θέση του εκδότη και του οπισθογράφου ήταν πλαστές και εκείνος αγνοούσε το άνοιγμα του λογαριασμού από τον οποίο σύρθηκε η επιταγή. Στον πρώτο εναγόμενο παρέσχον συνδρομή ο τρίτος εναγόμενος και οι λοιποί προστηθέντες υπάλληλοι της τέταρτης εναγομένης με το να χορηγήσουν σ' αυτόν και για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης μπλοκ επιταγών, συρόμενες σε λογαριασμό τρίτου (Χ.
Γ.) που αγνοούσε το γεγονός αυτό, αφού δεν είχε υπογράψει τα σχετικά έγγραφα, ούτε είχε δώσει εντολή για το άνοιγμα του τραπεζικού λογαριασμού, με τη συμπεριφορά τους δε αυτή δημιούργησαν στους τρίτους, μεταξύ των οποίων και στον αρχικώς ενάγοντα, φαινόμενο φερεγγυότητας και πιστοληπτικής ικανότητας τόσο για τη δεύτερη εναγομένη όσο και για τον πρώτο εναγόμενο νόμιμο εκπρόσωπο της, η εντύπωση δε για τη φερεγγυότητα και την πιστοληπτική ικανότητα των παραπάνω ενισχύθηκε από τις ρητές περί τούτου, πριν από τη λήψη της ένδικης επιταγής, διαβεβαιώσεις του τρίτου εναγομένου.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου για το επίμεμπτο της συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων της Τράπεζας ενισχύεται και από το γεγονός ότι αυτοί κατ' εντολή πάντα του τρίτου εναγομένου, ενώ εγνώριζαν την πλήρη αλήθεια για το άνοιγμα και τη λειτουργία του παραπάνω λογαριασμού, περιορίσθηκαν να βεβαιώσουν στο σώμα της ένδικης επιταγής ως αιτία για τη μη πληρωμή της την έλλειψη υπολοίπου, κατά τα προρρηθέντα, παραλείποντας σκόπιμα να αναγράψουν επί του σώματος αυτής ότι ο λογαριασμός στον οποίο είχε συρθεί είχε κλείσει από την ίδια την Τράπεζα προγενέστερα καθώς επίσης και το γεγονός ότι τα στοιχεία του φερομένου ως κατόχου του εν λόγω λογαριασμού ήταν τελείως διάφορα από εκείνα του εκδότη αυτής.
Σε επίμετρο δε όλων αυτών πρέπει να προστεθεί ότι η περίπτωση του ανοίγματος του τραπεζικού αυτού λογαριασμού στο όνομα Χ. Γ. προς εξυπηρέτηση των αναγκών της δεύτερης εναγομένης με τη συνδρομή των προστηθέντων υπαλλήλων της τέταρτης εναγομένης και κυρίως του τρίτου εναγομένου απασχόλησε και τα πειθαρχικά όργανα της Τράπεζας, το πόρισμα των οποίων αποδίδει ευθύνη στον διευθυντή τρίτο εναγόμενο, ενώ από την πλευρά του ο νομικός σύμβουλος του οικείου υποκαταστήματος με σχετική επιστολή του προς τη διεύθυνση του δικαστικού εξέφραζε την άποψη ότι η Τράπεζα ενέχεται έναντι των κομιστών σε αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών για το λόγο ότι δια των οργάνων της, τα οποία παρότι γνώριζαν την κακή οικονομική κατάσταση της δεύτερης εναγομένης, χορήγησαν στον εκπρόσωπό της στελέχη επιταγών, χωρίς να καταρτισθεί νόμιμη και έγκυρη σύμβαση επιταγής.
Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι κατά του τρίτου εναγομένου και των λοιπών υπαλλήλων της Τράπεζας μετά από σχετικές εγκλήσεις διαφόρων κομιστών των ακάλυπτων επιταγών, που προήρχοντο από τα επίμαχα μπλοκ επιταγών, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος τους για άμεση συνεργεία σε απάτη κατά συναυτουργία από δράστες που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια (με αυτουργό τον πρώτο εναγόμενο).
Επί των εγκλήσεων αυτών εκδόθηκαν διαφορετικές σε κρίση αποφάσεις από τα αρμόδια ποινικά δικαστήρια, άλλες καταδικαστικές ... οι οποίες όμως δεν παράγουν δεδικασμένο στην προκείμενη υπόθεση, υπό την έννοια ότι δεν δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο ως προς την κρίση του, αλλά απλώς λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια...Επί πλέον πρέπει να σημειωθεί ότι κατά της τέταρτης εναγομένης-πρώτης εκκαλούσας Τράπεζας επιδικάστηκαν απαιτήσεις υπέρ ιδιωτών και εταιρειών ως αποζημίωση από την αδικοπραξία ακριβώς αυτή του διευθυντή της, συνισταμένη στην προαναφερόμενη συνεργεία στην απάτη του πρώτου εναγομένου-μη διαδίκου στην έκκλητη δίκη...Για την αδικοπραξία του τρίτου εναγομένου (συνεργεία στην απάτη του πρώτου εναγομένου) ευθύνεται πράγματι και δη εις ολόκληρον και η τέταρτη εναγομένη διότι η αξιόποινη πράξη του άνω καταστατικού της οργάνου που διοικούσε το υποκατάστημα της στην Καλαμάτα βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με την εκτέλεση των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί και έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση αυτών (αρθρ. 71 και 922 ΑΚ).
Τέλος αποδείχθηκε ότι ο αρχικώς ενάγων από την εκτιθέμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων-εκκαλούντων υπέστη ζημία ίση με το επιδικασθέν και πρωτοδίκως ποσό της επίδικης επιταγής, η οποία δεν πληρώθηκε κατά τα προεκτεθέντα, δηλαδή ίση με το ποσό των 6.863.000 δραχμών ή 20.140,86 ευρώ, ως προς το οποίο οι τελευταίοι δεν παραπονούνται με ειδικό λόγο εφέσεως ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την συνδρομή όλων των προαναφερομένων (υποκειμενικών και αντικειμενικών) στοιχείων της εξ αδικήματος ευθύνης των αναιρεσειόντων. Έτσι δε καθίσταται εφικτός ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το Δικαστήριο ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παρεβίασε.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι οι εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και με τους οποίους ειδικότερα αμφισβητείται η συνδρομή του στοιχείου της αιτιώδους συναφείας μεταξύ της ζημίας του (αρχικώς) ενάγοντος και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δευτέρου αναιρεσείοντος.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-4-2012 αίτηση της εταιρείας "Εθνική Τράπεζα Ελλάδος ΑΕ" και του Φ. Γ. για αναίρεση της 122/2011 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25η Φεβρουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29η Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ