Supreme Court allows appeal against public land compensation ruling due to lower court's procedural error and failure to examine material facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the second appeal ground while dismissing the first, finding the High Court of Athens erred in law and fact. The State claimed compensation for unauthorized occupation of public land, but the High Court incorrectly exempted the tenant from liability despite the State's argument that the tenant derived no benefit from the unauthorized use. The Court ruled that the High Court violated substantive provisions by failing to properly assess the tenant's liability and procedural rules regarding the absence of a party. Consequently, the decision was quashed and the case remitted for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1), 568(4)(a), 576(1)-(3), 580(3), 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must quash a lower court decision if it violates substantive provisions by failing to examine material facts regarding liability, and remits the case for retrial with a new panel when procedural defects prevent a proper examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 893 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 893/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και ειδικώς στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Σ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27 Απριλίου 2001 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3277/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4491/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4 Ιουλίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 18 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να απορριφθεί δε ο πρώτος λόγος αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 568 παρ. 4 εδ. α' ΚΠολΔ, "Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα, και τουλάχιστον ενενήντα ημέρες, αν κάποιος από τους διαδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη".
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδαφ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδαφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή, της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσής της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η έγγραφη αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο, και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 3133Β/11-05-2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, μετά πράξεως ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 15-03-2010, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη (02-05-2011), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την αγνώστου διαμονής αναιρεσίβλητη Ε. Σ., όπως βεβαιώνεται από την από 10-3-2009 βεβαίωση της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, συγχρόνως δε δημοσιεύτηκε περίληψη του δικογράφου που κοινοποιήθηκε σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών, όπως προκύπτει από τα φύλλα της 27-05-2009 με αριθμό 38385 της εφημερίδας "ΕΣΤΙΑ" και της 30-05-2009 με αριθμό 10534 της εφημερίδας "Η ΑΥΓΗ", σύμφωνα προς τα συνδυασμένα άρθρα 134 παρ. 1, 135 παρ.1 και 136 παρ.1 ΚΠολΔ, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος. Επομένως εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την παρούσα δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σαν να ήταν αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζεται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσότερων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 40/1996, ΑΠ 503/2009, ΑΠ 765/2008).
Επομένως, κατά το μέρος που η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της αποφάσεως 3277/2001 του Ειρηνοδικείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 18 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους.
Τούτο γίνεται σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από το αν το Ειρηνοδικείο, η απόφαση του οποίου προσβλήθηκε με το ένδικο μέσο της έφεσης, είχε δικάσει αναρμόδια διότι η διαφορά υπάγονταν στην αρμοδιότητα ανωτέρου δικαστηρίου. Περαιτέρω, κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ., μόνο για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση του εδαφίου 3 , κατά την οποία το δικαστήριο δεν είχε καθ' ύλη αρμοδιότητα να δικάσει την υπόθεση.
Για να ιδρυθεί όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, θα πρέπει το σφάλμα να αναφέρεται σε παραδοχή καθ' ύλη αρμοδιότητας του ιδίου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Επομένως δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, επιλαμβανόμενο της εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 18 περ. 2 του ΚΠολΔ., στην καθ' ύλη αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το Ειρηνοδικείο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλη (Ολ.Α.Π. 3/1991 και 30/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4491/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό επί εφέσεως αυτού (αναιρεσείοντος) κατά της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθ. 3277/2001 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής της αναιρεσίβλητης κατά του υπ' αριθ. 4/2001 πρωτοκόλλου αποζημίωσης για χρήση δημοσίου κτήματος το οποίο εκδόθηκε εις βάρος της, την από το άρθρο 560 αρ.3 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, καθώς επίσης διότι το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την συμπροσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την ανακοπή, ενώ κατά νόμο, αρμόδιο καθ' ύλην, σε πρώτο βαθμό ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών προς το οποίο και οι δύο αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, εσφαλμένως δεν παρέπεμψαν την υπόθεση, κρίνοντας ότι έχουν καθ' ύλην αρμοδιότητα να δικάσουν αυτήν. Σύμφωνα με τα παραπάνω ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον το Πολυμελές Πρωτοδικείο είχε αρμοδιότητα καθ ύλην να δικάσει την έφεση κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου (άρθρ. 18.2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 115 παρ. 1 και 2 του από 11/12/-11-1929 Δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/1933 και περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 αν. ν. 1540/1938, 19 αν. ν 1919/1939, 2 αν. ν.1925/1951 και 5 παρ. 4 του αν.
ν. 268/1968, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση. Η αποζημίωση ορίζεται με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εξάλλου με το άρθρο 1 του β.δ. 619/1985 ανατίθεται στον Οικονομικό Έφορο να καθορίζει πλην άλλων (περ.
γ) την αποζημίωση η οποία κατά την κείμενη νομοθεσία βεβαιώνεται σε βάρος των οπωσδήποτε άνευ συμβατικής σχέσεως καρπουμένων ή ποιουμένων χρήση δημοσίων κτημάτων κατά το άρθρο 115 του από 11/12-11- 1929 Διατάγματος. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στις προϋποθέσεις της έκδοσης του ανωτέρω πρωτοκόλλου περιλαμβάνεται και η από τον καθού εκδίδεται αυτό κάρπωση ή χρήση δημόσιου κτήματος παρά την ανυπαρξία σχετικής σύμβασης μεταξύ αυτού και του Δημοσίου.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 574 Α.Κ. προκύπτει ότι κατά κανόνα κάθε μίσθωση είναι έγκυρη έστω και αν το πράγμα που κατέστη αντικείμενό της είναι αλλότριο, δηλαδή δεν ανήκει κατά κυριότητα στον εκμισθωτή, γιατί η σχέση είναι ενοχική και όχι εμπράγματη και επομένως η κυριότητα του μίσθιου πράγματος δεν είναι στοιχείο κρίσιμο για το κύρος της.
Όμως από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του αν 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων", κατά την οποία "επί των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιον έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ' αυτών πράξιν νομής", συνδυαζόμενη και με την διάταξη του άρθρου 23 παρ. 3 ίδιου νόμου συνάγεται ότι κατ' εξαίρεση του ανωτέρω κανόνα η μίσθωση δημοσίου κτήματος είναι άκυρη και κατ' άρθρο 180 Α.Κ.
θεωρείται σαν να μην έγινε όταν συναφθεί από τρίτο μη κύριο και όχι το Δημόσιο. Από την έγκυρη δε ή άκυρη πιο πάνω μίσθωση αλλότριου δεν θίγονται τα δικαιώματα του κυρίου επί του ακινήτου, που απορρέουν από την κυριότητα ή νομή του και μπορεί ο κύριος, και ειδικότερα το Δημόσιο, να επιδιώξει την απόδοσή του, ασκώντας είτε τη διεκδικητική αγωγή, είτε την αγωγή περί νομής, είτε να ζητήσει τον καθορισμό αποζημιώσεως χρήσεως εις βάρος των κατόχων, κατά το άρθρο 7 παρ. 3 του αν. 1539/1938.
Έτσι, όταν το αυθαιρέτως κατεχόμενο ακίνητο του Δημοσίου χρησιμοποιείται όχι αυτοπροσώπως από τον αυθαιρέτως καταλαβόντα, αλλά δι' εκμισθώσεως αυτού προς τρίτον, το πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης εκδίδεται σε βάρος αμφοτέρων, δηλαδή τόσον κατά του εκμισθωτή, όσον και κατά του μισθωτή, ευθυνόμενων εις ολόκληρον, κατ' άρθρο 926 ΑΚ, για την αποκατάσταση της εκ της αυθαιρέτου κατοχής δημοσίου κτήματος ζημίας του Δημοσίου κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (ΑΚ 914) .
Σε περίπτωση εκμίσθωσης του αυθαιρέτως καταληφθέντος δημοσίου κτήματος, ο μισθωτής ευρίσκεται στην κατοχή του ακινήτου επ' ονόματι του εκμισθωτή, εγκατασταθείς υπ' αυτού στην κατοχή του ακινήτου και ευθύνεται ως ποιούμενος χρήσιν του ακινήτου και καρπούμενος αυτό χωρίς συμβατική σχέση με το Δημόσιο.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και επί αναιρέσεων κατά αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων, που δικάζουν ως Εφετεία (άρθρο 566 Κ.Πολ.Δ.), αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ.Α.Π. 36/1988, Α.Π. 1399/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα ακόλουθα: "Το καθού η ανακοπή και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο (αναιρεσείον) έχει καταγεγραμμένη στα βιβλία της Κτηματικής του Υπηρεσίας ως δημόσιο κτήμα, με αριθμό Β.Κ. 1685, μία έκταση, συνολικού εμβαδού 684.389,25 τ.μ., που βρίσκεται στα Τουρκοβούνια, στο Αττικό Άλσος (Λόφος Πατατσού).
Η έκταση αυτή περιήλθε στο εκκαλούν από αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνάμει των Δ. 3477/4115/1979 και Δ. 5085/5817/31-8-1972 κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Δημοσίων Έργων, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την ανακόπτουσα. Τμήμα της έκτασης αυτής αποτελεί το επίδικο, που έχει έκταση 510 τ.μ. Το τμήμα αυτό, όπως διαπιστώθηκε από τη Κτηματική Υπηρεσία Αθηνών, καταπατήθηκε από 1-1-1996 από την Υ.
Ι.. Η τελευταία κατασκεύασε εντός αυτού ένα ισόγειο πλακοσκεπές κτίσμα, αποτελούμενο από τρία δωμάτια και βοηθητικούς χώρους, εμβαδού 67,50 τ.μ., καθώς και μία αποθήκη, σκεπασμένη με λαμαρίνες, εμβαδού 21,20 τ.μ., διαμόρφωσε δε το χώρο έμπροσθεν της οικίας και μέχρι τη ρυμοτομική γραμμή της οδού ..., σε αυλή, την οποία τσιμεντόστρωσε και κατασκεύασε σ' αυτήν κλιμακοστάσιο για την ταράτσα του ισογείου κτίσματος.
Εν συνεχεία, το ακίνητο αυτό η Υ. Ι. το εκμίσθωσε για δύο (2) χρόνια στην ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη, συνταχθέντος προς τούτο του υπ' αριθ. .../12-12-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού, που κατατέθηκε αρμόδια στην Κ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών. Μετά τα παραπάνω διαπιστωθέντα το εκκαλούν, διά των αρμοδίων οργάνων του εξέδωσε το υπ' αριθ. 4/2001 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης για την αυθαίρετη χρήση του παραπάνω δημόσιου κτήματος, σύμφωνα με το άρθρο 115 του π.
δ/τος της 11/12-11-1929 "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων" και επέβαλε ως αποζημίωση, στην μεν Υ. Ι., που καταπάτησε το ακίνητο από 1-1-1996 το ποσόν των 4.160.000 δραχμών που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 μέχρι την εκμίσθωσή του στην μισθώτρια ανακόπτουσα, δηλ. μέχρι 30-8-2000, στην δε μισθώτρια ανακόπτουσα επέβαλε το ποσό των 340.000 δραχμών, που αφορούσε τη χρησιμοποίηση από αυτή της ως άνω έκτασης δηλ.
από 1-9-2000 έως 31-12-2000. Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η ανακόπτουσα, ως μισθώτρια της επίδικης έκτασης, δεν κατέλαβε αυθαίρετα αυτήν αλλά βάσει της μισθωτικής σύμβασης που συνήψε με την Υ. Ι., καταβάλλοντας μάλιστα, σ' αυτήν και το συμφωνηθέν μίσθωμα και συνεπώς, ουδεμία ωφέλεια απεκόμισε από τη χρησιμοποίηση της επίδικης έκτασης, την οποία θα πρέπει να αποδώσει στο εκκαλούν".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη, ως κάτοχος της ανωτέρω εκτάσεως δεν ευθύνεται σε αποζημίωση έναντι του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση αυτού, και επεκύρωσε την προρρηθείσα απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών που δέχθηκε τα ίδια και ακύρωσε το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο αποζημιώσεως, ως προς την αναιρεσίβλητη.
Έτσι, όμως, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ και συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 4491/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ και 22 του ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4491/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ