Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision rejecting annulment of payment order due to vague contract terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final appellate decision that rejected their annulment of a payment order. The appellants argued that specific clauses in their mortgage loan contract were void, yet the appellate court dismissed their additional annulment grounds as vague and inadmissible under procedural law. The Supreme Court upheld this ruling, noting that since the appellate court had already rejected the substantive argument regarding the contract's invalidity, the appellants' procedural claim regarding the burden of proof could not be examined separately.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111, 585, 632 of the Code of Civil Procedure; Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a decision rejecting annulment grounds as inadmissible due to vagueness is inadmissible if the substantive argument was already rejected on the merits, as no new ground for review exists.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 892 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 892/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. - Α. Σ. του Μ., 2) Μ. Π. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Νίκου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANΚ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANΚ ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANΚ ERGASIAS" η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 12272/2015 απόφαση του ίδιου Δικστηρίου, με την οποία κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε ην υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1123/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1448/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/10/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1448/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 20-3-2017 και με αριθμό κατάθεσης 1180/20-3-2017 έφεση της αναιρεσίβλητης, κατά της με αριθμό 11223/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε κάνει δεκτή την από 8-7-2013 και με αριθμό κατάθεσης 18090/2013 ανακοπή των αναιρεσειόντων, καθώς και τους από 10-11-2014 και με αριθμό κατάθεσης 23641/2014 πρόσθετους λόγους της ανακοπής αυτής και είχε ακυρώσει την ανακοπτόμενη με αριθμό 11069/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η έκδοση της οποίας βασίστηκε σε σύμβαση στεγαστικού τοκοχρεολυτικού δανείου και με την οποία οι αναιρεσείοντες - ανακόπτοντες υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν, σε ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 986.982,37 ελβετικών φράγκων, που αντιστοιχεί σε ποσό 833.107,43 ευρώ, κατά την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης, πλέον των τόκων υπερημερίας και της δικαστικής δαπάνης.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 623 Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το ν.4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ένεκα του χρόνου έκδοσης της με αριθμό 11069/2013 διαταγής πληρωμής, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του ίδιου κώδικα μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Κατά δε την παρ.2 του άρθρου 626 Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν.4335/2015, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 117 ή 118 και η παράγραφος 1 του άρθρου 119 του Κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου, στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.
Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών, που να εξατομικεύουν την απαίτηση, καθόσον αφορά το αντικείμενο, το είδος και τον τρόπο γέννησής της και που να δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου, κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 88/2021, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 15/2007).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 444 παρ.1 εδ.α' και 448 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015, ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και τα βιβλία που έμποροι και επαγγελματίες τηρούν κατά τον εμπορικό νόμο ή άλλες διατάξεις, τα δε βιβλία αυτά, εφόσον είναι συνταγμένα με τους νόμιμους τύπους, αποτελούν μεταξύ εμπόρων ή άλλων προσώπων υποχρεουμένων να τηρούν όμοια βιβλία πλήρη απόδειξη για όσα αναφέρονται σε αυτά, αλλά επιτρέπεται η ανταπόδειξη.
Κατά προσώπων όμως που δεν έχουν υποχρέωση να τηρούν αυτά τα βιβλία αποτελούν πλήρη απόδειξη για το μέγεθος της απαίτησης, όταν η ύπαρξή της είναι αποδεδειγμένη με άλλο τρόπο και μόνο για ένα έτος αφότου γίνει η εγγραφή, εκτός αν ο υπόχρεος αναγνώρισε με την υπογραφή του το περιεχόμενο. Περαιτέρω, στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρ. 361 ΑΚ) είναι έγκυρη η δικονομική σύμβαση μεταξύ πιστώτριας τράπεζας και πιστούχου, ότι η οφειλή του θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας (ΑΠ 88/2021, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 84/2014, ΑΠ 35/2011).
Στην περίπτωση των μηχανογραφικώς τηρούμενων εμπορικών βιβλίων, η εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων αυτών, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή εντός του υπολογιστή, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τον υπάλληλο που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο που έχει εις χείρας της η τράπεζα, προς απόδειξη του περιεχομένου του εξαχθέντος από τον Η/Υ αποσπάσματος των βιβλίων της και δεν απαιτείται βεβαίωση της ακρίβειας τούτου από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, αφού δεν πρόκειται περί αντιγράφου (ΑΠ 84/2014, ΑΠ 1421/2013, ΑΠ 27/2010, ΑΠ 441/2007, ΑΠ 1902/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Με το λόγο αυτό κρίνεται και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που, κατά παράβαση του άρθρου 623 Κ.Πολ.,Δ, δεν αποδεικνύει αμέσως την απαίτηση και το ποσό αυτής, ώστε να δημιουργείται διαδικαστικό απαράδεκτο (Ολ.ΑΠ 10/1997, ΑΠ 88/2021, ΑΠ (574/2020, ΑΠ 1087/2019, ΑΠ 1850/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους και τον συναφή, πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, προέβαλαν ότι ακύρως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, καθόσον η καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα, στη σχετική αίτησή της για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, επισύναψε φωτοτυπικό αντίγραφο του αποσπάσματος από τα μηχανογραφικώς τηρούμενα βιβλία της, το οποίο απόσπασμα, προβλεπόμενο από την επίδικη σύμβαση δανείου, φέρει τη βεβαίωση του αρμοδίου υπαλλήλου που έκανε την εκτύπωση για τη γνησιότητα αυτού, πλην όμως δεν φέρει την απαιτούμενη από το νόμο βεβαίωση από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο, ότι η φωτοτυπία είναι ακριβής και έτσι δεν αποδεικνύεται η απαίτηση της αναιρεσίβλητης και δη η εκταμίευση του δανείου.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον πρώτο λόγο της ανακοπής, καθώς και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, με τη νομική παραδοχή ότι η εκτύπωση του αντιγράφου της κίνησης του δανειακού λογαριασμού, που έχει εξαχθεί με μηχανογραφικό σύστημα από τους Κ/Υ της Τράπεζας, με τη σχετική βεβαίωση γνησιότητας της εκτύπωσης από τους κατονομαζόμενους δύο υπαλλήλους της τράπεζας, που ενήργησαν την εκτύπωση, αποτελεί το πρωτότυπο έγγραφο και δεν απαιτείται επιπλέον επικύρωσή του από δικηγόρο.
Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, που ενάριθμα παραθέτουν, αιτιώνται ότι το Εφετείο με την ως άνω κρίση της προσβαλλόμενης απόφασής του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 623, 624, 626 παρ.3, 444 παρ.1 και 448 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, ορθά εκτιμώμενος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, αφού επί παραβιάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αριθ.1, ούτε άλλωστε από τον αριθ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1687/2013, ΑΠ 668/2008, ΑΠ 1140/2005), η δε διάταξη του άρθρου 623 Κ.Πολ.Δ είναι δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1689/2013), είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο, με όσα πιο πάνω δέχθηκε, ως προς το χαρακτήρα του πρωτοτύπου εγγράφου της εκτύπωσης αντιγράφου της κίνησης του δανειακού λογαριασμού, που έχει εξαχθεί με μηχανογραφικό σύστημα από τους Κ/Υ της Τράπεζας, με σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης, χωρίς να απαιτείται επιπλέον επικύρωσή του από δικηγόρο, δεν παραβίασε τις παραπάνω δικονομικές διατάξεις, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες στην παρούσα απόφαση νομικές σκέψεις, δηλαδή ορθά δεν κήρυξε διαδικαστικό απαράδεκτο έκδοσης της επίδικης διαταγής πληρωμής.
ΙΙΙ. Με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-1998 "σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη", το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες.
Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ' αρ. Ζ1-178/13.2.2001 των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 255 Β/9.3.2001) και την ΥΑ υπ' αρ. Ζ1-798/25.6.2008 του υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ.1 περ.
στ' της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων (ΑΠ 1331/2012). Στη συνέχεια, εκδόθηκε ή Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 "για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου", με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β' 917/23-6-2010), σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, "η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου".
Όσον αφορά στο πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της ανωτέρω ΚΥΑ ορίζεται, ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και "οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως "καταναλωτής" θεωρείται "κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα του".
Εξάλλου, με το άρθρο 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξης ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση Φ1983/1991 (ΦΕΚ 172 Β'), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ15353/1994 (ΦΕΚ 947 Β') και Ζ1178/2001 (ΦΕΚ 255 Β'). Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι και η ανωτέρω ΚΥΑ αφορά μόνον καταναλωτικά δάνεια, με την προϋπόθεση μάλιστα οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής, και όχι επαγγελματικά, όπως είναι σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν.2251/1994, που έχει τίτλο "προστασία καταναλωτών" όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το ν. 3587/2007, ως έχει ήδη κωδικοποιηθεί με την ΥΑ 5338/2018 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (Ολ.
Α.Π. 15/2007), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται.
Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω όρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ' αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών (ΑΠ 1463/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ.
α' του ιδίου ως άνω ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.
Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητος του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 999/2019, 828/2018).
Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους.
Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών.
Στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές.
Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους.
Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους.
Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών.
Περαιτέρω, ο Γ.Ο.Σ. που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, είναι δυνατόν να προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.
Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του όρθρου 243 παρ.3 ΑΚ.
Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ' απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών.
Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ' επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών -Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β' 917/23-6-2010) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ' αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005).
Όταν, όμως, Γενικός Όρος Συναλλαγών (Γ.Ο.Σ.) που προβλέπει ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, είναι διατυπωμένος κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή και αποτελεί ρητό συμβατικό όρο, τον οποίο αποδέχθηκε ο καταναλωτής δια της υπογραφής της σύμβασης, τότε η Τράπεζα, προδήλως, δεν διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ' απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή το χρονικό διάστημα του έτους, δημιουργώντας του έτσι μια πρόσθετη επιβάρυνση στους τόκους, αφού ο καταναλωτής που διαθέτει τη μέση αντίληψη, γνωρίζοντας ότι το έτος αποτελείται από 365 ημέρες, έχοντας συμφωνήσει ο εκτοκισμός, με το αναγραφόμενο ετήσιο επιτόκιο, θα γίνεται με υπολογισμό έτους 360 ημερών, μπορεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό να πληροφορηθεί το πραγματικό ετήσιο επιτόκιο και, συνεπώς, τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει.
Πρόσθετο επιχείρημα, για τούτο, αντλείται και από την παρ.1 του ίδιου άρθρου 6 Ν.2251/1994, που ορίζει ότι "όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι συναλλαγών), δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, εάν κατά την κατάρτιση της σύμβασης τους αγνοούσε ανυπαιτίως, όπως, ιδίως, όταν ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει πραγματική γνώση του περιεχομένου τους" (βλ.
και ΑΠ 1137/2019, που έκρινε, από το συνδυασμό των διατάξεων των παρ.1 και 6 του άρθρου 2 Ν.2251/1994, ότι οι Γ.Ο.Σ δεσμεύουν τον αντισυμβαλλόμενο των τραπεζών δανειολήπτη, εκτός αν το τελευταίος αγνοούσε κατά την υπογραφή της σύμβασης το περιεχόμενό τους ή δεν ενημερώθηκε προσηκόντως προς τούτο από την τράπεζα, χωρίς, σε περίπτωση γνώσης του, να παραβιάζει η τράπεζα την αρχή της διαφάνειας).
Επομένως, ο Γ.Ο.Σ. που προβλέπει ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, όταν είναι διατυπωμένος κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, τον οποίο έχει αποδεχθεί ο καταναλωτής ως ρητό όρο της σύμβασης, δεν προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας και καθίσταται άκυρος μόνο όταν αντιτίθεται σε απαγορευτική (ή και σε επιτακτική) διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ), ή συντρέχουν άλλα περιστατικά καταχρηστικότητας από την παρ.2 του άρθρου 6 Ν. 2251/1994, τα οποία πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο οφειλέτης.
Τέτοια απαγορευτική διάταξη είναι η προαναφερθείσα ΥΑ ΖΙ-798/2008, η οποία στο "Κεφάλαιο Α" παρ.1 περίπτωση στ' απαγορεύει στις συμβάσεις στεγαστικών δανείων (κυμαινόμενου επιτοκίου) την αναγραφή στους Γ.Ο.Σ όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, χωρίς, όμως να θεσπίζει αναδρομικότητα ισχύος της στις προϋφιστάμενες τέτοιες συμβάσεις.
Επίσης επιτακτική διάταξη συνιστά και το άρθρο 26 της πιο πάνω ΚΥΑ ΖΙ - 699/2010, που αναφέρει ότι το έτος έχει 365 ημέρες, στις συμβάσεις πίστωσης, με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 2 παρ.2 εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής της, η οποία, όμως, με μεταβατική διάταξη του άρθρου 25 εξαιρεί από την εφαρμογή της τις συμβάσεις πίστωσης που υφίστανταν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της (εκτός από μερικές εξαιρέσεις στις συμβάσεις πίστωσης αόριστης διάρκειας), με αποτέλεσμα, από την μη αναδρομικότητά της, να μην ανατρέπεται το δικαιοπρακτικό θεμέλιο, στο οποίο οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τις προϋφιστάμενες συμβάσεις πίστωσης.
Ακόμη, από την αληθή έννοια του άρθρου 633 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, που ορίζει ότι αν η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής, παρέπεται, ότι αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 88/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 105/2019, ΑΠ 1349/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του κυρίως δικογράφου της ένδικης ανακοπής, προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες στον τέταρτο λόγο αυτής εξέθεσαν, ότι με τον όρο 10 (β) του από 15-3-2007 προσαρτήματος της επίδικης σύμβασης στεγαστικού δανείου, που αποτελεί ενιαίο σώμα με αυτήν, με τον όρο 26 της οποίας όλοι οι όροι της συνομολογήθηκαν ως ουσιώδης, συμφωνήθηκε ότι "...
οι εκ του δανείου τόκοι θα λογίζονταν την τελευταία ημέρα εκάστου μήνα (με βάση έτος 360 ημερών) επί του ανεξόφλητου κεφαλαίου....". Ότι ένεκα του όρου αυτού η αναιρεσίβλητη τράπεζα παράνομα και αδικαιολόγητα δημιούργησε μια πρόσθετη επιβάρυνσή τους, κατά ποσό 1,3889% ημερήσιους τόκους. Ειδικότερα, ότι από 2-5-2007 έως 18-9-2012 καταλογίστηκαν σε βάρος τους δεδουλευμένοι τόκοι συνολικού ποσού 147.963,14 Ελβετικών φράγκων, εκ των οποίων ποσό 2.055,06 Ελβετικών φράγκων αποτελούν την πρόσθετη επιβάρυνσή τους, με τον υπολογισμό έτους 360 ημερών, πλέον ποσού 145,26 Ελβετικών φράγκων από τους κεφαλαιοποιημένους υπέρμετρους τόκους, το οποίο ποσό στη συνέχεια ανατοκίστηκε με το νέο συμβατικό επιτόκιο και το επιτόκιο υπερημερίας.
Ότι ο παραπάνω όρος της σύμβασης που προβλέπει ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών και όχι με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ.3 ΑΚ, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας και είναι άκυρος κατ' άρθρ. 2 παρ.6 του Ν. 2251/1994, με συνέπεια η πληττόμενη διαταγή πληρωμής να ερείδεται επί συμβάσεως δανείου, η οποία περιέχει παράνομους και καταχρηστικούς όρους, αναφορικά με τον υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών, και να τυγχάνει ακυρωτέα στο σύνολό της, καθόσον η απαίτηση σε βάρος τους δεν είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη, κατά παράβαση του άρθρου 624 Κ.Πολ.Δ.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον πιο πάνω, τέταρτο, λόγο της ανακοπής, ως μη νόμιμο, με βάση τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο αυτής, διαλαμβάνοντας τις νομικές παραδοχές ότι "α) δεν πρόκειται για διαφορά από συναλλαγή πραγματοποιηθείσα με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής, β) η επίδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 1.004,028 Ελβετικών φράγκων, που αντιστοιχούσε σε 620.000 ευρώ, καταρτισθείσα στις 15-3-2007 δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της υπ' αριθμ.
ΖΙ-798/25-6-2008 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης και της ΚΥΑ ΖΙ-699/2010, γ) ο συγκεκριμένος όρος δεν προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει η παράγραφος 6 του άρθρου 2 του ν.2251/1994, αλλά ούτε και στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και δ) δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 243 παρ.3 ΑΚ, αφού με αυτή ρυθμίζεται ο τρόπος υπολογισμού των προθεσμιών, στην προκειμένη δε περίπτωση δεν υπολογίσθηκε εκ μέρους της καθ' ης η ανακοπή κάποια προθεσμία" Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες παραβίασης ουσιαστικών διατάξεων και της έλλειψης νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, αιτιώνται ότι η απόφαση του Εφετείου, με το να απορρίψει ως μη νόμιμο τον τέταρτο λόγο της ανακοπής τους, παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις α) της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/7/ΕΚ και ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-178/13-2-2001, β) της ΥΑ ΖΙ-798/25-6-2008, που αφορά τα στεγαστικά δάνεια, γ) της ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010, δ) των άρθρων 2 παρ.6 Ν.2251/1994 και 281 ΑΚ και ε) του άρθρου 243 παρ.3 ΑΚ, η οποία διέπει κάθε περίπτωση υπολογισμού του χρόνου, διατάξεις τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέες.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, ως προς το σκέλος του από τον αριθ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με το οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, δεν ιδρύεται και είναι απαράδεκτος, διότι η απόφαση του Εφετείου δεν κατάρτησε ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων, δηλαδή δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ώστε να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα (Ολ.
ΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009, ΑΠ 1821/2008). Περαιτέρω, το Εφετείο δεν παραβίασε την ΚΥΑ-178/13-2-2001, η οποία αφορά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες και, συνεπώς, δεν ήταν εφαρμοστέα, ούτε και την ΥΑ ΖΙ-798/25-6-2008, που απαγορεύει την αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις στεγαστικών δανείων όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών, διότι δεν έχει αναδρομική ισχύ, ώστε να καταλαμβάνει την προϋπάρχουσα επίδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου και, έτσι, δεν ήταν εφαρμοστέα.
Επίσης, δεν ήταν εφαρμοστέα και η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010, που δεν εφαρμόζεται αναδρομικά στις συμβάσεις πίστωσης, που υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος της (άρθρο 25 παρ.1), με τις εξαιρέσεις στις υφιστάμενες συμβάσεις πίστωσης αόριστης διαρκείας, που δεν αφορούν την ένδικη περίπτωση. Ακόμη, δεν ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 243 παρ.3 ΑΚ, αφού με αυτήν ρυθμίζεται ο τρόπος υπολογισμού των προθεσμιών, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπολογίσθηκε κάποια προθεσμία (ΑΠ 368/2019).
Περαιτέρω, ως προς την ειδικότερη αιτίαση με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ.6 του Ν.2251/1994 και 281 ΑΚ, αναφορικά με την πρόσθετη επιβάρυνση των αναιρεσειόντων, με υπέρογκους τόκους των ως άνω ποσών των 2.055,06 και 145,26 Ελβετικών φράγκων, ένεκα του υπολογισμού των τόκων με βάση έτος 360 ημερών, εκτός του ότι η επιβάρυνση αυτή δεν καθιστά την απαίτηση της αναιρεσίβλητης τράπεζας ανεκκαθάριστη, αλλά, σε περίπτωση ευδοκίμησης του σχετικού λόγου ανακοπής επιφέρει μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής, ως προς τα μερικότερα προσβαλλόμενα κονδύλια, όπως προαναφέρθηκε, από το πιο πάνω περιεχόμενο του τέταρτου λόγου της ανακοπής, που προπαρατέθηκε, σαφώς προκύπτει ότι ο επίμαχος Γ.Ο.Σ.
περί υπολογισμού των τόκων με βάση έτος 360 ημερών, επί του ανεξόφλητου κεφαλαίου, διατυπώθηκε στην επίδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ορίστηκε δε και αυτός ως ουσιώδης όρος, ώστε οι δανειολήπτες να μπορούν να γνωρίζουν τις συμβατικές δεσμεύσεις που ανέλαβαν, με απλό μαθηματικό υπολογισμό, όμοιο με αυτόν έτους 365 ημερών.
Άρα, με τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της ανακοπής, ο επίμαχος αυτός Γ.Ο.Σ. δεν προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθησαν στην παρούσα απόφαση. Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε ως μη νόμιμο τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, σωστά εκτίμησε το δικόγραφό της και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 Ν. 2251/1994, το οποίο αποτελεί ειδικότερη έκφραση του άρθρου 281 ΑΚ, διατάξεις που δεν ήσαν εφαρμοστέες, ούτε και οι λοιπές ως άνω ουσιαστικές διατάξεις που διατείνονται οι αναιρεσείοντες.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, ως προς το σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙV. Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγούμενων υπ' αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών".
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως.
Όμως, από τη γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του.
Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβαρύνσεως, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξεως "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της εν λόγω λέξεως σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές.
Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισής της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδοτήσεως των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ' ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα.
Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγορεύσεως μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του Ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση.
Τότε όμως η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διατάξεως του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζόμενου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον Ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου.
Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το Ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της εννόμου σχέσεως που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών.
Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοούμενης της θεσπίσεως ανώτερου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του Ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου συμβάσεως πιστώσεως, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 917/2011).
Έτσι, εφόσον η μετακύλιση της εισφοράς του ν.128/1975 είναι νόμιμη και εντάσσεται στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, λογίζεται ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 669/2020, ΑΠ 430/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο, συναφείς, λόγους του κυρίως δικογράφου της ένδικης ανακοπής, που παραδεκτά επισκοπούνται, οι ανακόπτοντες ισχυρίστηκαν ότι η επίδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου περιέχει παράνομους και καταχρηστικούς όρους, σχετικά με την μετακύλιση σε αυτούς της εισφοράς του Ν.128/1975, καθώς και τον ανατοκισμό αυτής, χωρίς αυτοί να έχουν καταρτίσει και σύμβαση ελευθερώσεως της καθ'ης Τράπεζας κατ' άρθρ. 478 ΑΚ, και ότι ένεκα της παράνομης συμβατικής μετακύλισης της ως άνω εισφοράς, επιβαρύνθηκαν με το ποσό των 177,56 Ελβετικών φράγκων, που καταλογίστηκε στους συνολικούς δεδουλευμένους τόκους ποσού 147.963,14 Ελβετικών φράγκων, ενώ επιβαρύνθηκαν και με το ποσό των 12,55 Ελβετικών φράγκων από τον παράνομο ανατοκισμό της εισφοράς αυτής που μετακυλήθηκε, ώστε η πληττόμενη διαταγή πληρωμής να τυγχάνει ακυρωτέα στο σύνολό της.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το δεύτερο λόγο της ανακοπής ως μη νόμιμο, με τη νομική παραδοχή ότι η μετακύλιση της εισφοράς του Ν.128/1975 στους δανειολήπτες επιτρέπεται με βάση την αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης και εντάσσεται στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, αποτελεί δε μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου.
Επίσης, απέρριψε τον τρίτο λόγο της ανακοπής, ως μη νόμιμο, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης που του είχε κάνει δεκτό, κρίνοντας, το Εφετείο, ότι η παραπάνω εισφορά νόμιμα ανατοκίζεται.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση το σφάλμα της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 1 Ν.128/1975, του άρθρου 22 παρ.2 του Ν. 2515/1997 που ορίζει ότι η ίδια εισφορά (του Ν.128/1975) βαρύνει τον δανειοδοτούμενο μόνο στις περιπτώσεις των δανείων που χορηγούνται από πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού, καθώς και του άρθρου 478 ΑΚ, σχετικά με τη σύμβαση ελευθερώσεως μεταξύ τρίτου και οφειλέτη.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, ως προς το σκέλος του από τον αριθ.19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ δεν ιδρύεται και είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο δεν ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, όπως προαναφέρθηκε σχετικά και με το ίδιο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες στην παρούσα απόφαση νομικές σκέψεις, η εισφορά του άρθρου 1 παρ.3 Ν.128/1975, που επιβάλλεται στα πιστωτικά ιδρύματα, λογίζεται ως τόκος και νόμιμα μετακυλίεται και ανατοκίζεται.
Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ο παρών λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. V. Ο Ν.2251/1994 περί "προστασίας των καταναλωτών" αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου 5-4-1993 "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές", στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 της οποίας ορίζεται ότι: "ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν παρά την απαίτηση της καλής πίστεως, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 της ίδιας οδηγίας, "τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις (ΑΠ 1087/2019, ΑΠ 828/2018).
Για να υπάρξει κατά το Ν.2251/1994 καταχρηστικότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγής (Γ.Ο.Σ), πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα "την σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και υποχρεώσεων σε βάρος του καταναλωτή". Σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του συμβατικού όρου.
Επομένως, ένας τέτοιος όρος εξ ορισμού αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του Ν.2251/1994 (Ολ. ΑΠ 4/2019, ΑΠ 1087/2019). Ειδικότερα, όταν σε σύμβαση τραπεζικού στεγαστικού δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα, μεταξύ των διαδίκων υφίσταται ο επίμαχος Γ.Ο.Σ., που υποχρεώνει τον οφειλέτη να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, ο όρος αυτός της σύμβασης είναι "δηλωτικός", αφού απηχεί το περιεχόμενο της ενδοτικού δικαίου διάταξης του άρθρου 291 ΑΚ που ορίζει ότι "Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και στον τόπο της πληρωμής".
Κατά συνέπεια, σε τέτοια περίπτωση, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα του σχετικού όρου (Ολ. ΑΠ 4/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της ανακοπής, αλλά και της πληττόμενης, με αριθμό 11069/2013, διαταγής πληρωμής, προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες διατάχθηκαν να καταβάλλουν, σε ολόκληρο έκαστος, στην αναιρεσίβλητη τράπεζα το ποσό των 986.982,37 Ελβετικών φράγκων (CHE), που αντιστοιχεί σε 833.107,43 ευρώ κατά την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης, πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης.
Οι ανακόπτοντες, δηλαδή, υποχρεώθηκαν να καταβάλουν είτε αυτούσιο ξένο νόμισμα, είτε την αντιστοιχία του σε εγχώριο νόμισμα. Με τον πέμπτο λόγο του κυρίως δικογράφου της ανακοπής, οι ανακόπτοντες διατείνονται ότι ο όρος (9) της επίδικης σύμβασης στεγαστικού δανείου, σύμφωνα με τον οποίο "η τράπεζα δικαιούται να μετατρέψει το σύνολο της απαίτησης σε ισότιμη οφειλή σε ευρώ με βάση την τιμή πώλησης που ισχύει κατά την ημέρα της καταγγελίας", είναι άκυρος ως καταχρηστικός, κατά το άρθρο 2 παρ.6 του Ν.2251/1994, καθόσον διαταράσσει την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε βάρος τους, αλλά και ως αντίθετος στο άρθρο 372 ΑΚ.
Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι στις 15-3-2007 που έλαβαν το στεγαστικό δάνειο σε Ελβετικά φράγκα, αντιστοιχούσε σε ποσό 620.000 ευρώ και παρά τις καταβολές που πραγματοποίησαν στο μεταξύ, ένεκα της δραματικής γι' αυτούς μεταβολής της ισοτιμίας μεταξύ ελβετικού φράγκου και ευρώ, όταν καταγγέλθηκε η σύμβαση βρέθηκαν να οφείλουν ποσό αντίστοιχο των 833.107,43 ευρώ, ώστε να είναι αδύνατη η εξυπηρέτησή του και για το λόγο αυτό ο πιο πάνω όρος (9) της δανειακής σύμβασης καθιστά αυτή άκυρη στο σύνολό της και τη διαταγή πληρωμής ακυρωτέα.
Επίσης, με τον όγδοο, συναφή, λόγο του κυρίως δικογράφου της ανακοπής διατείνονται ότι, ένεκα ακυρότητας του ως άνω όρου (9) της σύμβασης, με τον οποίο συμφωνήθηκε επιπλέον ότι μετά την καταγγελία "Η οφειλή σε ευρώ θα φέρει στο εξής τόκο υπερημερίας προς επιτόκιο το οποίο θα ισούται με το εκάστοτε βασικό Στεγαστικό Επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες", με συνέπεια την υπέρμετρη και αδικαιολόγητη επιβάρυνση και δέσμευσής τους σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης και την πλήρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, κατ' αντίθεση με το άρθρο 2 παρ.7 του Ν.2251/1994 (κατ' ορθήν εκτίμηση) και 372 ΑΚ, καθίσταται άκυρη η από 19-9-2012 καταγγελία της σύμβασης, συμπαρασύροντας σε ακυρότητα και την πληττόμενη διαταγή πληρωμής.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους παραπάνω, πέμπτο και όγδοο λόγους της ανακοπής (καθώς και τον έκτο λόγο αυτής, που αφορούσε το κυμαινόμενο επιτόκιο, για την απόρριψη του οποίου, όπως και για την απόρριψη άλλων λόγων ανακοπής, δεν πλήττεται αναιρετικά η απόφαση), διαλαμβάνοντας τις εξής ενιαίες παραδοχές: "Οι ανωτέρω λόγοι ανακοπής είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, αφού η επικαλούμενη εκ μέρους των ανακοπτόντων διαμόρφωση του επιτοκίου της επίδικης σύμβασης στεγαστικού δανείου καθ' υπέρβαση του εξωτραπεζικού τοιούτου, αποτελεί σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, θεμιτό, κατοχυρωμένο από τους κανόνες του εσωτερικού και κοινοτικού δικαίου, δικαίωμα της καθ' ης η ανακοπή πιστοδότριας τράπεζας, η άσκηση του οποίου δεν προσκρούει ούτε στις διατάξεις του Ν. 2251/1994 ..., αλλά ούτε και στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον δεν γίνεται επίκληση εκ μέρους των ανακοπτόντων περιστατικών, που να εμφανίζουν το νόμιμο αυτό δικαίωμα της καθ' ης η ανακοπή ευρισκόμενο σε αντίθεση, και μάλιστα προφανή, προς τα όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, ενώ με βάση τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2251/1994 και της παραπάνω απόφασης της ΕΤΠΘ/ΤΕ, κρίνεται ότι κατά τρόπο ορισμένο στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση προσδιορίζεται ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου αλλά και οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες αυτό μεταβάλλεται, η παράθεση των οποίων δεν επιφέρει ούτε καν απλή διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων, σύμφωνα με τα στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας εκτιθέμενα, ενώ περαιτέρω αξιολογούνται ως εύλογες και δικαιολογούν τη συμβατική αυτή ρύθμιση, ως αναφερόμενες σε σημαντικά οικονομικά στοιχεία, χωρίς παράλληλα να είναι δυνατός ο περαιτέρω ειδικός προσδιορισμός τους, ώστε να καταλείπονται περιθώρια αξιολόγησής τους ως αορίστων ..".
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου το σφάλμα της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, του άρθρου 2 Ν. 2251/1994 και 281 ΑΚ, καθώς και της διάταξης του άρθρου 372 ΑΚ. Ειδικότερα, διατείνονται ότι ο όρος (9) της επίδικης σύμβασης, με το ως άνω περιεχόμενο που παρατέθηκε, είναι αδιαφανής και αόριστος, διαταράσσει σημαντικά την ισορροπία υπέρ της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, η οποία κατά την υπογραφή της δανειακής σύμβασης, δεν τους παρέσχε επαρκή πληροφόρηση, ως προς τις δυνητικές διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών και τους κινδύνους που ενέχει η σύναψη δανείου σε ξένο νόμισμα και για τις κατ' ελάχιστον επιπτώσεις που θα είχε στις δόσεις του δανείου μια σοβαρή υποτίμηση του νόμιμου χρήματος του κράτους μέλους κατοικίας του δανειολήπτη και τυχόν αύξηση του επιτοκίου του ξένου νομίσματος.
Ότι , έτσι, η παραπάνω κρίση του Εφετείου παραβιάζει ευθέως την οδηγία 93/13 ΕΟΚ. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι ο επίμαχος όρος (9) της επίδικης σύμβασης δανείου, που παρέχει στην αναιρεσίβλητη τράπεζα το δικαίωμα μετατροπής του συνόλου της απαίτησης σε ισότιμη οφειλή σε ευρώ, με βάση την τιμή πώλησης που ισχύει κατά την ημέρα καταγγελίας, απηχεί, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προπαρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση, διάταξη εθνικού δικαίου και δη την ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ και δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του συμβατικού όρου.
Ας σημειωθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πλήττεται ως προς καθ' εαυτό το συμβατικό δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να μετατρέψει το ξένο νόμισμα σε ευρώ και όχι ειδικά αν η μετατροπή έπρεπε να γίνει με την ισοτιμία κατά την ημέρα πληρωμής και όχι της καταγγελίας. Κατά τα εκτιθέμενα στους αμέσως παραπάνω λόγους της ανακοπής, με τον επίμαχο όρο (9) της σύμβασης, όπως αυτός εκπληρώθηκε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα και παρήγαγε έννομη συνέπεια στην έκδοση της πληττόμενης διαταγής πληρωμής, οι αναιρεσείοντες διατάσσονται να καταβάλουν σε ξένο νόμισμα το ποσό των 986,982,37 CHF (που αντιστοιχεί σε 833,107,43 ευρώ την ημέρα της καταγγελίας) και δεν στερούνται τις κατ' άρθρ. 291 ΑΚ ευχέρειας, αφού δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, να καταβάλλουν είτε σε αυτούσιο ξένο νόμισμα, είτε σε εγχώριο νόμισμα ευρώ με την τρέχουσα ισοτιμία κατά την ημέρα πληρωμής.
Άρα, ο επίμαχος αυτός συμβατικός όρος, απηχεί, προδήλως, τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ. Επομένως, ορθά το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 2 Ν.2251/1994, ο οποίος ενσωματώνει στο εθνικό δίκαιο την οδηγία 93/13/ΕΟΚ, αφού αυτές δεν ήσαν εφαρμοστέες. Ούτε επίσης τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 372 ΑΚ, που ορίζει ότι "Σύμβαση στην οποία ο προσδιορισμός της παροχής ανατίθεται στην απόλυτη κρίση ενός από τους συμβαλλομένους είναι άκυρη", διότι δεν πρόκειται για απόλυτη κρίση όταν ο συμβαλλόμενος κινείται μέσα σε συμβατικό πλαίσιο που προκαθορίστηκε (ΑΠ 258/1977) και στην προκειμένη περίπτωση η παροχή έχει καθορισθεί στα πλαίσια συμβατικών όρων, στους οποίους βασίστηκε η έκδοση της πληττόμενης διαταγής πληρωμής.
Σημειωτέον ότι ο παρών αναιρετικός λόγος δεν διαλαμβάνει αιτίαση για σφάλμα της απόφασης του Εφετείου, που απέρριψε τον όγδοο λόγο ανακοπής και για την επικαλούμενη καταχρηστικότητα καθορισμού του επιτοκίου υπερημερίας, μετά την καταγγελία της σύμβασης, ο οποίος, άλλωστε, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου απορρίφθηκε και κατά τούτο, αφού τα τραπεζικά επιτόκια, όπως προαναφέρθηκε, διαμορφώνονται ελεύθερα.
Κατά τα λοιπά, η προσβαλλόμενη απόφαση με εσφαλμένη αιτιολογία απέρριψε τους παραπάνω λόγους ανακοπής, πέμπτο και όγδοο, περί καταχρηστικότητας του όρου (9) της σύμβασης που παρείχε το δικαίωμα στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα το δικαίωμα μετατροπής του Ελβετικού φράγκου σε ευρώ, χωρίς αναφορά, δηλαδή, ότι πρόκειται για "δηλωτικό" όρο που απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου (291 ΑΚ), ώστε δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητά του.
Αφού όμως το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό και δεν παράγεται δυσμενές δεδικασμένο από τις ως άνω νομικές παραδοχές της, η αίτηση αναίρεσης ως προς τον τέταρτο λόγο της, είναι απορριπτέα σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ (Ολ. ΑΠ 4/2019, ΑΠ 1087/2019).
VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.13 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης". Κατά δε το άρθρο 338 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, "Κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του". Ο παρών αναιρετικός λόγος θεμελιώνεται όταν λόγω της εσφαλμένης κατανομής του βάρους απόδειξης απορρίφθηκε ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ως αναπόδεικτος, από ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 982/2006, ΑΠ 567/1984, ΑΠ 867/1983, ΑΠ 1002/1980) και όχι αν ο ισχυρισμός του απορρίφθηκε ως αόριστος (ΑΠ 954/1996) ή ως νομικά αβάσιμος.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του τρίτου, πρόσθετου, λόγου της ανακοπής, προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες εξέθεσαν πως η επίδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου περιέχει καταχρηστικούς και συνεπώς άκυρους όρους. Ειδικότερα, τον όρο 19, σχετικά με τόκους από ανατοκισμό, προμήθειες, ασφάλιστρα, λοιπές επιβαρύνσεις, επιπλέον έξοδα, τον όρο 5 που προβλέπει ότι η Τράπεζα τηρεί περισσότερους λογαριασμούς για την παρακολούθηση του δανείου, τους οποίους δικαιούται να διαχωρίζει ή να συνενώνει, τον όρο 22, που της παρέχει το δικαίωμα μεταβίβασης του δανείου, τον όρο 8, σχετικά με το δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης και ανατοκισμό των τόκων υπερημερίας ανά εξάμηνο και τον όρο 10, σχετικά με τη σειρά καταλογισμού των καταβολών, παραπάνω όροι, οι οποίοι, λόγω της ακυρότητάς τους, δεν μπορούν να στηρίξουν τη νόμιμη έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Το Εφετείο απέρριψε ως αόριστο τον παραπάνω πρόσθετο λόγο της ανακοπής, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του τη νομική παραδοχή ότι "Ο ανωτέρω λόγος ανακοπής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας για το λόγο ότι οι ανακόπτοντες δεν προσδιορίζουν, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 585, 632 Κ.Πολ.Δ, το υπερβάλλον ποσό κατά το οποίο είναι άκυρη η προσβαλλόμενη με την ανακοπή διαταγή πληρωμής εξαιτίας της επικαλούμενης εκ μέρους των ακυρότητας των με στοιχεία 8, 10 και 19 όρων και τις συνέπειες της εφαρμογής των λοιπών (με στοιχεία 5 και 22) όρων στην εξέλιξη της οφειλής τους από την μεταξύ αυτών και της καθ' ης η ανακοπή δανειακή σύμβαση σε βάρος τους, ώστε να είναι δυνατή η ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής κατά το αντίστοιχο μέρος".
Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, αποδίδοντας σε αυτήν το δικονομικό σφάλμα της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, διότι δεν ήσαν αυτοί υποχρεωμένοι να αποδείξουν ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης τράπεζας σε βάρος τους ήταν ανεκκαθάριστη. Σύμφωνα, όμως, με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, αφού ο πρόσθετος αυτός λόγος της ανακοπής δεν απορρίφθηκε στην ουσία του ως αναπόδεικτος, αλλά ως απαράδεκτος ένεκα αοριστίας, ο παρών αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παράβολου που κατατέθηκε για την άσκησή της (άρθρ. 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ) και οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2018 αίτηση των 1) Α. - Α. Σ. και 2) Μ. Π., για αναίρεση της με αριθμό 1448/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2022.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, o αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ