Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling administrative orders are procedural documents, not evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a First Instance Court decision regarding prohibited sales of veterinary products. The appellant argued that a prior administrative order should have been considered as evidence, but the court held it was merely a procedural document from an earlier enforcement stage. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(VII) and 559(1)(IV) of the Code of Civil Procedure; Procedural documents issued during enforcement stages do not constitute admissible evidence for proving facts in subsequent proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 892 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 892/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά - Εισηγήτρια και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:
ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «... INTERNATIONAL ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και διακριτικό τίτλο «... INTERNATIONAL A.E.B.E.», η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Νταλαχάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης:
ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ», η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Πιπιλή, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.12.2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8338/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1590/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 05.10.2018 αίτησή της και τους από 09.10.2019 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη αίτηση υπ’ αριθμ.καταθ.270/2018 (από 05.10.2018) της ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ και ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ με την επωνυμία «... INTERNATIONAL ΑΒΕΕ» ζητείται η αναίρεση της, κατ’ αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσης, υπ’ αριθμ. 1590/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού έκανε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή την υπ’ αριθ. καταθ. 20552/2017 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας – ενάγουσας – εκκαλούσας κατά της υπ’ αριθμ. 8338/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών περιουσιακών διαφορών την από 19.12.2016 και με αριθμ.καταθ.16.123/19-12-2016 αγωγή και την απέρριψε στο σύνολό της, ακολούθως (το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης) εξαφάνισε την άνω οριστική απόφαση, κράτησε την υπόθεση κατά το κεφάλαιο της αγωγής, που αναφέρεται σ’ αυτήν, και αφορά απαγορευμένες πωλήσεις του διαστήματος από 25.07.2013 έως 23.09.2015 έκρινε αυτό ορισμένο, αλλά το απέρριψε ως ουσία αβάσιμο.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 09.10.2018 ήτοι εντός δύο ετών από την έκδοση της προσβαλλόμενης, αφού δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση αυτής. Ειδικότερα η αίτηση ασκείται παραδεκτά, αφού αρχική δικάσιμος για την συζήτησή της ενώπιον του Αρείου Πάγου ορίστηκε η 12.11.2019, οπότε παρέστησαν οι διάδικοι και η υπόθεση αναβλήθηκε για την άνω αναφερόμενη. Πρακτικό αναβολής για την δικάσιμο αυτή επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην παρασταθείσα αναιρεσίβλητη (βλ. σχετ.από 25.02.2020 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστ. επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Αναστάσιου Νέστα, αλλά και υπ’ αριθμ. .../10-10-2019 έκθεση επιδόσεως του ίδιου δικαστ. επιμελητή), οπότε έλαβε γνώση νομότυπα και εμπρόθεσμα τόσον της αίτησης αναίρεσης όσο και της άνω δικασίμου προ 60 ημερών από την συζήτηση, όπως ορίστηκε στην πράξη προσδιορισμού της αρχικής δικασίμου. (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 μετά την αντικατ. με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο ν.4335/2015, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ, βλ. Ολ.ΑΠ 10/2018). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανόμενων στο άνω δικόγραφο λόγων αναίρεσης (αρθρ.577 παρ.3 του ΚΠολΔ).
[II] Κατά το άρθρο 569 παρ.2 εδ.α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά, είτε ως προς το αίτημα, είτε ως προς την ιστορική βάση, είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 505/2018, ΑΠ 132/2004).
Αντιθέτως πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα, όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα λοιπά στενή συνάφεια, είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν πρόκριμα για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασης (βλ.
ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1287/2019, 1473/2019, ΑΠ 505/2018, ΑΠ 684/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση η ίδια αναιρεσείουσα άσκησε με αυτοτελές δικόγραφο τους από 09.10.2019 πρόσθετους λόγους αναίρεσης που κατατέθηκαν στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 10/10/2019 και επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη στις 10.10.2019 (βλ. σχετ.υπ’ αριθμ. .../10.10.2019 έκθεση επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστ. επιμελητή) δηλαδή τριάντα ημέρες τουλάχιστον πριν από την αρχική δικάσιμο της αίτησης αναίρεσης και συνεπώς είναι παραδεκτοί (ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 1396/2011).
Ειδικότερα με την αίτηση αναίρεσης πλήττονται υπό την επίκληση των αριθμών 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα κεφάλαια της προσβαλλόμενης που αφορούν τις αξιώσεις της ενάγουσας για την καταψήφιση της χρηματικής ποινής που διατάχθηκε με την υπ'αριθμ.15181/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για παραβίαση εκ μέρους της εναγομένης του διατακτικού της κατά τον χρόνο από 26.07.2013 έως 23.09.2015.
Με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης υπό την επίκληση των αριθμών 1, 11, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττονται τα κεφάλαια της ίδιας απόφασης, τα οποία αφορούν ίδια αξίωση όπως και η αίτηση αναίρεσης. Σύμφωνα λοιπόν με την παραπάνω νομική σκέψη, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πλήττουν κεφάλαια που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά της αίτησης αναίρεσης, ως προς τα οποία βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας και απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία. Πρέπει επομένως η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να συνεκδικασθούν σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 573 του ιδίου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.
[III] Από τη διάταξη του άρθρου 947 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία κατά το μέρος της που προβλέπει ποινές έχει χαρακτήρα κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον με αυτήν θεσπίζεται ενοχή από αδικοπραξία, προκύπτει ότι η διαδικασία της έμμεσης αυτής αναγκαστικής εκτέλεσης διέρχεται δύο στάδια και απαιτεί την έκδοση δύο δικαστικών αποφάσεων. Κατά το πρώτο στάδιο βεβαιώνεται με την απόφαση η υποχρέωση του εναγομένου σε παράλειψη ή ανοχή της πράξης, απειλούνται εναντίον του, για την περίπτωση παράβασης της σχετικής υποχρέωσης του, οι ποινές αθροιστικά και καθορίζονται το ποσό της χρηματικής ποινής και ο χρόνος της προσωπικής κράτησης. Κατά το δεύτερο στάδιο γίνεται διάγνωση της παράβασης, βεβαιώνεται δηλαδή η εκ μέρους του καθού η εκτέλεση παραβίαση της υποχρέωσής του προς παράλειψη (με την επιχείρηση του παραλειπτέου) ή ανοχή και καταδικάζεται ο οφειλέτης στην καταβολή της χρηματικής ποινής και σε προσωπική κράτηση.
Κατά το δεύτερο αυτό στάδιο το δικαστήριο δεσμεύεται από το δεδικασμένο της κατά το πρώτο στάδιο εκδοθείσας απόφασης, που μπορεί να είναι και προσωρινό, αν η σχετική απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την έννοια ότι δεν επιτρέπονται και είναι απαράδεκτοι ισχυρισμοί που τείνουν σε αμφισβήτηση των προϋποθέσεων, υπό τις οποίες υποχρεώθηκε ο οφειλέτης σε παράλειψη ή ανοχή. Είναι δε διάφορο ζήτημα ο έλεγχος της διαγνωστικής κρίσης του δικαστηρίου, κατά το στάδιο της βεβαίωσης της παράβασης, για την οποία απειλήθηκε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, αν δηλαδή τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν την παράβαση της διαταχθείσας υποχρέωσης προς παράλειψη, ή ανοχή και επομένως αν αυτά ορθά υπήχθησαν στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 947 παρ.1 ΚΠολΔ.
Εξ άλλου, το άρθρο 106 ΚΠολΔ ορίζει, ότι «το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή οι διάδικοι έχουν την εξουσία αφενός να καθορίσουν ποσοτικά και ποιοτικά το αντικείμενο της δίκης και αφετέρου να προσδιορίσουν τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία θα στηριχθεί η δικαστική απόφαση. Το δικαστήριο, συνεπώς, αφενός περιορίζεται στο αντικείμενο της δίκης, όπως αυτό οριοθετείται από το διάδικο, αφετέρου στα πραγματικά γεγονότα, τα οποία δικαιούται να χρησιμοποιήσει στην απόφασή του, στα οποία θα στηρίξει το διατακτικό του, και είναι αυτά που αποτέλεσαν το περιεχόμενο των ισχυρισμών των διαδίκων. Η αναφορά δε της απόφασης που δέχεται την αίτηση και υποχρεώνει σε παράλειψη οποιασδήποτε πράξης με την οποία προσβάλλεται ο αιτών προφανώς αναφέρεται σε πράξη λογικής συνδεδεμένης και αναγκαίως συνεχόμενη με την ή τις πράξεις που έχουν περιγραφεί στο ιστορικό της αίτησης ως προσβλητικές των δικαιωμάτων του αιτούντος έχουν καταστεί αντικείμενο απόδειξης και όρισαν το πλαίσιο της προστασίας που ζήτησε ο αιτών το οποίο το δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να υπερβεί (ΑΠ 804/2018, ΑΠ 46/2007).
Ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α'του ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί, εσφαλμένα. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
[IV] Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ’ αριθμ.16123/2016 αγωγή της η αναιρεσείουσα ζήτησε να βεβαιωθεί ότι η αναιρεσίβλητη, παραβίασε το διατακτικό της υπ'αριθμ.15181/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί μετά από αίτησή της με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ.8338/2017 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η αναιρεσίβλητη και το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπ’ αριθμ.1590/19-6-2018 δέχθηκε τα παρακάτω κρίσιμα, για την έρευνα των λόγων αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά:
Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «... INTERNATIONAL ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και διακριτικό τίτλο «... INTERNATIONAL Α.Ε.Β.Ε.», που εδρεύει στο Κρυονέρι Αττικής, αποτελεί εμπορική και βιομηχανική εταιρεία φαρμάκων, διαγνωστικών, κτηνιατρικών ειδών και κτηνιατρικών φαρμακευτικών προϊόντων.
Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη (οδός ... αρ. …), έχει παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας και δη την εισαγωγή, εμπορία και διακίνηση κτηνιατρικών φαρμάκων και συναφών προϊόντων. Η ενάγουσα με την υπ’ αριθμ.
κατ. 1.641/21-1-2013 αίτηση της κατά της εναγομένης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει της από 01.01.2012 σύμβασης με τη γαλλική εταιρεία MERIAL SAS ανέλαβε την αποκλειστική διανομή στην Ελλάδα των αναφερόμενων κτηνιατρικών φαρμάκων που παρήγε η ως άνω γαλλική εταιρεία, τα οποία μάλιστα επιπλέον είχαν καταχωρηθεί στην Ελλάδα νομότυπα και ως αλλοδαπά λεκτικά εμπορικά σήματα με δικαιούχο τη γαλλική εταιρεία και ότι η εναγομένη προέβη σε παράνομη παράλληλη εισαγωγή των ίδιων προϊόντων από την Ιταλία σε μη εγκεκριμένες συσκευασίες χωρίς ποτέ να λάβει άδεια παράλληλης εισαγωγής, τα δε προϊόντα αυτά παράλληλα κυκλοφόρησε εντός της Ελλάδος, παραβιάζοντας τις ειδικότερες διατάξεις της διοικητικής νομοθεσίας που επιτρέπουν την παράλληλη εισαγωγή κτηνιατρικών φαρμάκων μόνο μετά από άδεια χορηγούμενη από τον ΕΟΦ και γνωστοποίηση της πρόθεσης της παράλληλης εισαγωγής τόσο στον κάτοχοι της αδείας της κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος (προαναφερθείσα γαλλική εταιρεία) όσο και στον ΕΟΦ, με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού και δημιουργία προβαδίσματος στην εσωτερική αγορά σε βάρος της ενάγουσας, προκαλώντας μάλιστα σύγχυση στους καταναλωτές ως προς τη νόμιμη προέλευση των κυκλοφορούντων προϊόντων.
Επικαλούμενη δε επείγουσα περίπτωση ζήτησε μεταξύ άλλων να απαγορευθεί στην εναγομένη και τότε καθ’ ης η χρήση των κτηνιατρικών φαρμακευτικών προϊόντων, σημάτων και/ή εμπορικών ονομάτων «MERIAL, CANIFFA, CERTIFECT, EQVALAN, FRONTLINE, HEXADOG, IMALGENE, IMMIT1CIDE, LEPTODOG, PARVODOG, PNEUMODOG, PREVICOX, PRIMODOG, PROTEQFLU, PUREVAX, RABISIN, RONAXAN, STOMORGYL, SUANOVIL, TETRADOG και ZACTRAN» και ειδικότερα η με οποιοδήποτε τρόπο εισαγωγή, διάθεση, κατοχή, παρουσίαση και προώθηση των άνω προϊόντων χωρίς τις προαναφερθείσες νόμιμες προϋποθέσεις , να υποχρεωθεί η εναγομένη και τότε καθ’ ης να αποσύρει με δαπάνες της από την αγορά το σύνολο των επίδικων προϊόντων, εντός τριών εργάσιμων ημερών από της επομένης της επιδόσεως της έκδοθησομένης απόφασης, όλα δε αυτά με την απειλή χρηματικής ποινής ποσού πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και προσωπικής κράτησης του νομίμου εκπροσώπου της για κάθε παράβαση του διατακτικού της απόφασης και για κάθε ημέρα εξακολούθησής της.
Η ως άνω αίτηση συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων στις 14.06.2013 κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και επ’ αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 15.181/2013 απόφαση του άνω Δικαστηρίου με την οποία η αίτηση έγινε εν μέρει δεκτή (κρίθηκε νόμω βάσιμη η αίτηση μόνο καθ’ ο μέρος στηριζόταν στις διατάξεις του νόμου περί αθεμίτου ανταγωνισμού και δη του άρθρου 1 Ν. 146/1914, ενώ απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η βάση της που στηριζόταν στις; παραβάσεις των διατάξεων του νόμου για τα εμπορικά σήματα) και απαγορεύθηκε προσωρινά στην εναγομένη και τότε καθ’ ης η καθ’ οιονδήποτε τρόπο χρήση των κτηνιατρικών φαρμακευτικών προϊόντων και εμπορικών ονομάτων: MERIAL, CANIFFA, CERΤlFECT, EQVALAN, FRONTLINE, HEXADOG, IMALGENE, lMMITICIDE, LEPTODOG, PARVODOG, PNEUMODOG, PREVICOX, PRIMODOG, PROTEQFLU, PUREVAX, RABISIN, RONAXAN, STOMORGΥL, SUANOVIL, TETRADOG και ZACTRAN, υποχρεώθηκε δε η καθ’ ης προσωρινά, με δαπάνες της, να αποσύρει από την αγοράς το σύνολο των προϊόντων, εντός επτά (7) ημερών από την επομένη της επιδόσεως της απόφασης αυτής, ενώ απειλήθηκε σε βάρος της χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ για κάθε παράβαση και για κάθε ημέρα εξακολούθησή της. Τέλος, υποχρεώθηκε η ενάγουσα και τότε αιτούσα ν’ ασκήσει την τακτική, περί του ένδικου δικαιώματος της, αγωγή εντός σαράντα ημερών από την έκδοση της απόφασης εκείνης (ημερομηνία έκδοσης 12.07.2013).
Περαιτέρω έκρινε ότι:
α) το Δικαστήριο εκείνο, που απείλησε τις κυρώσεις, έλαβε υπόψη του το άρθρο 1 του Ν. 146/1914 και δη τη θεμελίωση παράβασης όταν υφίσταται παραβίαση ουδέτερων διοικητικών διατάξεων με σκοπό ανταγωνισμού, και ότι η εναγομένη παραβαίνοντας τις διατάξεις για τις άδειες για τις παράλληλες εισαγωγές εντός της χώρας φαρμακευτικών προϊόντων από το εξωτερικό, με σκοπό ανταγωνισμού, απέκτησε προβάδισμα έναντι της ενάγουσας ανταγωνίστριας της,
β) το αίτημα της αίτησης εκείνης αφορούσε την απαγόρευση με οποιοδήποτε τρόπο της χρήσης των αναφερόμενων προϊόντων, αφορούσε δε η χρήση αυτή την εισαγωγή από το εξωτερικό, διάθεση, κατοχή, παρουσίαση και προώθηση εντός της χώρας, χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις (άδεια παράλληλης εισαγωγής) των ως άνω προϊόντων, αλλά κυρίως το ότι με την αίτηση εκείνη ζητούσε η αιτούσα - ενάγουσα την απειλή της χρηματικής ποινής για το σύνολο των διατάξεών της και δη και για την απαγόρευση της χρήσης με οποιοδήποτε τρόπο αλλά και για την απόσυρση των προϊόντων, δέχθηκε ότι υφίσταται παράβαση της άνω απόφασης στις περιπτώσεις μόνο της καθ’ οιονδήποτε τρόπο χρήσης των άνω προϊόντων και ονομάτων προϊόντων, χρήσης όμως χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις, συνιστάμενης της απαγορευμένης χρήσης στην εισαγωγή εντός της χώρας από το εξωτερικό και στη διάθεση, κατοχή, παρουσίαση και προώθηση των άνω προϊόντων εντός της χώρας χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις (άδεια παράλληλης εισαγωγής), η δε απειλή των ως άνω ποινών προβλέφθηκε με την ανωτέρω απόφαση όχι μόνο για την περίπτωση παράβασης της διάταξης που αφορά την απόσυρση των προϊόντων, αλλά και για τη διάταξη αυτής που αφορά την με οποιοδήποτε τρόπο απαγορευμένη χρήση των αναφερόμενων προϊόντων.
Εξ άλλου έκρινε ότι όσον αφορά την απειλή της χρηματικής ποινής, προκύπτει ξεκάθαρα και από το ίδιο το κείμενο της υπ’ αριθ. 15.181/2013 απόφασης, η οποία έκρινε νόμιμο το αίτημα απειλής της χρηματικής ποινής που προβλήθηκε ως μέσο εκτέλεσης και των δύο διατάξεων (απαγόρευση της καθ’ οιοδήποτε τρόπο χρήσης και απόσυρσης), στηριζόμενο, όπως αναφέρεται μόνο στη διάταξη του άρθρου 947 ΚΠολΔ, (βλ. φύλλο 5° της ως άνω απόφασης και 2η σελίδα αυτού, στίχος 19) , εν τέλει δε ρητά η εν λόγω απόφαση στο σκεπτικό της, παρά την ατελή διατύπωση του γράμματος του διατακτικού της, ορίζει την απειλή της χρηματικής ποινής για την περίπτωση μη συμμόρφωσης στο σύνολο του διατακτικού της και δη για την παραβίαση και των δύο διατάξεων του διατακτικού της (βλ. 8° φύλλο της απόφασης στίχοι 18-19).
Επομένως, η απειλή σε βάρος της εναγομένης χρηματικής ποινής αναφέρεται και στις δύο διατάξεις και συγκεκριμένα και στη διάταξη της απόφασης με την οποία υποχρεώθηκε η καθ’ ής προσωρινά, με δαπάνες της, να αποσύρει από την αγορά το σύνολο των επίδικων προϊόντων εντός επτά (7) ημερών από την επομένη της επίδοσης της απόφασης, αλλά και στη διάταξη της απόφασης με την οποία απαγορεύθηκε η με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς όμως τις νόμιμες προϋποθέσεις χρήση των ειδικότερα αναφερόμενων προϊόντων και ονομάτων.
Ότι περαιτέρω, η ενάγουσα στις 25.07.2013 κοινοποίησε στην εναγομένη κυρωμένο αντίγραφο της παραπάνω απόφασης με την παρά πόδας αυτής επιταγή προς συμμόρφωση και εκτέλεση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 700 §§1,2 ΚΠολΔ (βλ. την πρωτότυπη …/25-7-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Μιχάλη Αργυρόπουλου), ενώ εμπρόθεσμα, εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από τη δημοσίευση της ως άνω απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, στις 31.07.2013, άσκησε και την τακτική αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο (βλ. την υπ’ αριθ. .../31-7-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Μιχάλη Αργυρόπουλου που προσκομίζεται σε ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο εκ του πρωτοτύπου, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση του επικυρούντος δικηγόρου Αντωνίου Νταλαχάνη).
Δεν αποδείχθηκε όμως ότι η εναγομένη, παρά το γεγονός ότι της γνωστοποιήθηκε το περιεχόμενο της εκδοθείσας απόφασης και γνώριζε ότι όφειλε να συμμορφωθεί με το διατακτικό της, παραβίασε την εν λόγω απόφαση και δη εισήγαγε από την Ιταλία σε μη εγκεκριμένες συσκευασίες χωρίς ποτέ να λάβει άδεια παράλληλης εισαγωγής, τα δε προϊόντα αυτά κυκλοφόρησε εντός της Ελλάδος, παραβιάζοντας τις ειδικότερες διατάξεις της διοικητικής νομοθεσίας που επιτρέπουν την παράλληλη εισαγωγή κτηνιατρικών φαρμάκων μόνο μετά από άδεια χορηγούμενη από τον ΕΟΦ και γνωστοποίηση της πρόθεσης της παράλληλης εισαγωγής τόσο στον κάτοχο της αδείας της κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος (προαναφερθείσα γαλλική εταιρεία) όσο και στον ΕΟΦ, δηλαδή προϊόντων που απαγορεύθηκαν με την προαναφερόμενη απόφαση (τα προϊόντα FRONTLINE, IMMITICIDE, CAN1FA, HEXADOG, LEPTODOG, PARVODOG, PENUMODOG) με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού και δημιουργία προβαδίσματος στην εσωτερική αγορά σε βάρος της ενάγουσας.
Ότι η απαγορευμένη αυτή διάθεση, που μόνο αυτή αποτελεί περιεχόμενο της παραλειπτέας συμπεριφοράς και όχι η κάθε διάθεση που είναι το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα δεν αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης που περιέχονται τόσο στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση όσο και στα πρακτικά συζήτησης της ασκηθείσας τακτικής αγωγής, αλλά και της όμοιας με την ένδικη αγωγής, από την οποία η ενάγουσα παραδεκτά παραιτήθηκε (με δήλωση στην ένδικη αγωγή) μετά την άσκηση της έφεσης κατά της απόφασης που εκδόθηκε επ' της όμοιας αγωγής και την αναβίωση της εκκρεμοδικίας (της υπ’ αρ. 7317/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) και πριν την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επ’ αυτής.
Ότι η διάθεση αυτή των απαγορευμένων προϊόντων δεν αποδεικνύεται ούτε από το γεγονός ότι στις 22.08.2013 η εναγομένη, δυνάμει της από 16.08.2013 προσφοράς της και συμμετοχής της στη σχετική διοικητική διαδικασία, ανέλαβε την προμήθεια, πώλησε και παρέδωσε στον Δήμο Πυλαίας - Χορτιάτη, μεταξύ προϊόντων συνολικής αξίας 9.594,26 ευρώ, 7 τεμάχια προϊόντων με το όνομα FRONTLINE 260 ML SPRAY και 40 τεμάχια εμβολίων με το όνομα HEXADOG, συνολικής αξίας 454 ευρώ (154+300), προϊόντα τα οποία δεν προέκυψε ότι προέρχονταν από παράλληλες εισαγωγές της εναγομένης χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις, αλλά αυτά ήταν προϊόντα που προμηθεύτηκε από την εσωτερική αγορά από προμηθευτές (ΠΕΤ ΣΙΤΙ και ΦΑΡΜ ΑΝΙΜΑΛ), που με την σειρά της τα είχαν αγοράσει από την ενάγουσα, ήτοι προϊόντα τα οποία εισήχθησαν και διακινήθηκαν νόμιμα, μη καταλαμβανόμενα από την απαγόρευση της ανωτέρω απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων και επομένως δεν τίθεται θέμα απαγορευμένης χρήσης τους με βάση το διατακτικό της άνω απόφασης, με το οποίο δεν απαγορεύεται γενικά η διάθεση, προώθηση και παρουσίαση προϊόντων που εισήχθησαν στο εσωτερικό με τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Περαιτέρω δέχθηκε ότι από την ιστοσελίδα της εναγομένης δεν πραγματοποιούνταν ηλεκτρονικές πωλήσεις, στις εν λόγω ιστοσελίδες η εναγομένη δεν παρουσιάζει τον εαυτό της ως παράλληλο εισαγωγέα αυτών των προϊόντων αυτών, οπότε πράγματι θα επρόκειτο για παραβίαση, αλλά αναφέρει ότι διακινεί στην Ελληνική αγορά όλη την γκάμα των κτηνιατρικών προϊόντων από τις γνωστές εταιρίες γεγονός συμβατό και επιτρεπτό με το παραπάνω αναφερόμενο γεγονός ότι επρόκειτο για προϊόντα που προμηθεύθηκε η εναγομένη από την εσωτερική αγορά από προμηθευτές που τα είχαν προμηθευθεί από την ενάγουσα.
Ότι σε κάθε περίπτωση, δεν αποδεικνύεται οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά της εναγομένης κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (15.02.2017) και επομένως προκύπτει συμμόρφωση της με την εν λόγω απόφαση και συνακόλουθα δεν συντρέχει η προϋπόθεση της μη συμμόρφωσης για την κατάπτωση της χρηματικής ποινής.
Επομένως ότι εξ αυτού του λόγου η ενάγουσα δεν μπορεί πλέον να επιδιώξει την είσπραξη της χρηματικής ποινής, διότι η καταδίκη της εναγομένης στην χρηματική ποινή, χωρεί μόνο, για να καμφθεί η αντίστασή της, για όσο χρονικό διάστημα ήταν υπόχρεη, μετά δε τη συμμόρφωσή της, η, παρά ταύτα, καταδίκη της θα υπερκόντιζε τον σκοπό του νόμου.
Ότι η συμμόρφωση της εναγομένης τέλος συνάγεται και από τους ισχυρισμούς της στην 5η σελίδα της ένδικης αγωγής της όπου αναφέρει ότι η εναγομένη εξακολούθησε την παράνομη δράση της τουλάχιστον μέχρι και την έκδοση της απόφασης επί της τακτικής αγωγής χωρίς να αναφέρει ότι εξακολούθησε αυτήν και χωρίς στα μεταγενέστερα δικόγραφά της ν’αναφέρει μεταγενέστερες τέτοιες πράξεις.
[V] Με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε όμως την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο:
(1) δεν παραβίασε την πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 947 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ορθώς δέχθηκε ότι, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, δεν υπήρξε παραβίαση, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης των διατάξεων της ανωτέρω απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εφάρμοσε δε το διατακτικό της κατά το αυτονόητο περιεχόμενό του, το οποίο διαμορφώθηκε από την εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 1 Ν. 146/1914, το περιεχόμενο της αίτησης επί της οποίας δίκασε και από τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν από την ενάγουσα και αποτέλεσαν το πραγματικό της κριθείσας έννομης σχέσης καθώς και το αίτημά της (αίτησης) που αφορούσε την απαγόρευση με οποιοδήποτε τρόπο της χρήσης των αναφερομένων προϊόντων, αφορούσε δε η χρήση αυτή κατά το ιστορικό ειδικότερα εκτιθέμενα την εισαγωγή από το εξωτερικό, διάθεση, κατοχή, παρουσίαση και προώθηση εντός της χώρας χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις (άδεια παράλληλης εισαγωγής) των ως άνω προϊόντων, αλλά και το ότι με την αίτηση εκείνη ζητούσε η αιτούσα - ενάγουσα την απειλή της χρηματικής ποινής για το σύνολο των διατάξεών της και δη και για την απαγόρευση της χρήσης με οποιοδήποτε τρόπο, αλλά και για την απόσυρση των προϊόντων, οπότε προκύπτει εξ αυτού (διατακτικού) ότι υφίσταται παράβαση της απόφασης στις περιπτώσεις μόνο της καθ'οιονδήποτε τρόπο χρήσης των άνω προϊόντων και ονομάτων προϊόντων, χωρίς τις νόμιμες όμως προϋποθέσεις συνισταμένης της απαγόρευσης χρήσης στην εισαγωγή εντός της χώρας από το εξωτερικό και στη διάθεση, κατοχή, παρουσίαση και προώθηση των άνω προϊόντων εντός της χώρας, χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις (άδεια παράλληλης εισαγωγής)•
(2) διέλαβε επίσης στην απόφασή του, σαφείς, επαρκείς και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, όπως εκτέθηκαν ανωτέρω, για τα κρίσιμα ζητήματα με τα οποία διερεύνησε, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της, ως προς την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων.
Οι περί του αντιθέτου δε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και δή ότι: (1) περιέχει η προσβαλλόμενη αντιφατικές αιτιολογίες (πρώτος λόγος αναίρεσης και δεύτερος συναφής πρόσθετος λόγος αναίρεσης) σχετικά με την κρίση της ότι η διαταχθείσα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης απαγόρευση περιοριζόταν μόνο στην χρήση, χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις, και (2) ότι εσφαλμένως εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 947 παρ.1 ΚΠολΔ (πρώτος πρόσθετος λόγος στο σύνολό του και δεύτερος πρόσθετος λόγος) με το να προβεί σε ερμηνεία του διατακτικού της υπ’ αριθμ.15.181/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με βάση την οποία είχε τεθεί η απαγόρευση και διέταξε:
« [...] Απαγορεύει προσωρινά στην καθής την καθ'οιονδήποτε τρόπο χρήση των κτηνιατρικών φαρμακευτικών προϊόντων και εμπορικών ονομάτων MERIAL, CANIFFA […]». Όπως όμως προεκτέθηκε η προσβαλλόμενη δεν προέβη σε ερμηνεία του διατακτικού της άνω απόφασης, αλλά εφάρμοσε αυτό, κατά το αυτονόητο περιεχόμενό του που διαμορφώθηκε με βάση τα πραγματικά περιστατικά και το αίτημα της αίτησης επί της οποίας έκρινε, κρίνοντας μόνο αν η παράβαση του οφειλέτη, εν προκειμένω αναιρεσίβλητης, αντιστοιχεί με την υποχρέωση παράλειψης, όπως προκύπτει από το διατακτικό της εκτελούμενης απόφασης. Επομένως τόσο ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ο δεύτερος, συναφούς περιεχομένου, δεύτερος, πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όσο και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, και κατά τα δύο συναφή σκέλη του, από τον αριθμό 1 του πιο πάνω άρθρου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
[VI] Κατά τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο «[... (20) αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό». Ο δικαστής οφείλει, όχι μόνο να μην αγνοήσει τα έγγραφα αλλά και να τα λάβει υπόψη σύμφωνα με το αληθινό τους περιεχόμενο, το οποίο και μόνο εκτιμά ελεύθερα. Ο παρών λόγος, επιτρέπεται στην αναίρεση, όταν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ’ αυτό. Προϋπόθεση για την ίδρυση του παρόντος λόγου είναι έγγραφο αποδεικτικό κατά τα άρθρα 339 και 432 επομ. ΚΠολΔ και η παραμόρφωσή του, με εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου του. Με την άνω έννοια έγγραφα είναι τα διαδικαστικά έγγραφα άλλης δίκης που προσκομίζονται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1535/2006, απ 25/2011), ενώ δεν αποτελούν έγγραφα και διαδικαστικά δικόγραφα της ενεστώσας δίκης (ΑΠ 791/2020, ΑΠ 1672/2013, ΑΠ 1007/2009), η δικαστική απόφαση επί της ίδιας δίκης (ΑΠ 740/2020) η δικαστική απόφαση από την οποία παράγεται δεδικασμένο (ΑΠ 269/1993).
Σφάλμα δε στην ανάγνωση υπάρχει, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανάγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί σωστό (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης και τον συναφή, συμπληρωματικό, τρίτο πρόσθετο λόγους της, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε το περιεχόμενο της υπ’ αριθμ.15181/2013 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η οποία με το διατακτικό της προσδιόρισε την παραλειπτέα εκ μέρους της αναιρεσίβλητης συμπεριφορά και απείλησε τις σχετικές κυρώσεις για την περίπτωση παραβίασης του διατακτικού της εκ μέρους της τελευταίας, η βεβαίωση των παραβιάσεων του οποίου (διατακτικού της) ζητείται με την κρινόμενη αγωγή, προβαίνοντας σε λανθασμένη ανάγνωσή του.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι η άνω απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο της υπό κρίση υπόθεσης, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεσμεύεται από το δεδικασμένο της, κατά το πρώτο στάδιο της εκτέλεσης εκδοθείσας, πιο πάνω απόφασης και αυτή δεν αποτελεί έτσι αποδεικτικό μέσο (έγγραφο) ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί η διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εν προκειμένω.
[VII] Με το γ'σκέλος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010), δηλαδή επί ισχυρισμού λυσιτελούς, παραδεκτού και νόμω βασίμου ή ισχυρισμού περί αρχής έγγραφης απόδειξης (ΟλΑΠ 1190/81, ΑΠ 1711/08). Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Ο νόμος περαιτέρω απαριθμεί τα αποδεικτικά μέσα (αρθρ.339 ΚΠολΔ) και δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση άλλων είτε για άμεση, είτε για έμμεση απόδειξη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της την αίτηση της, επί της οποίας εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης η με αριθμό 15181/2013 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, με το αιτητικό της οποίας ζητούσε μεταξύ άλλων «ν’ απαγορευθεί στην καθής, προσωρινα η καθ'οιονδήποτε τρόπο χρήση των κτηνιατρικών προϊόντων, σημάτων ή εμπορικών ονομάτων MERIAL, CANIFFA [...]». Ότι αντίγραφο της αίτησής του αυτής είχε προσάγει και επικαλεστεί και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ως σχετικό των προτάσεών του, με την οποία ισχυριζόταν και ζητούσε, όσα σ'αυτήν αναφέρονται. Ο λόγος αυτός με το άνω περιεχόμενο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί η αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 15.181/2013 απόφαση του άνω δικαστηρίου δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο αλλά διαδικαστικό έγγραφο της δίκης, ήτοι απόφαση που εκδόθηκε κατά το πρώτο στάδιο ως εκτέλεσης, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, για την παράβαση της οποίας, κατά το δεύτερο στάδιο, εκτέλεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεσμευόμενη από το δεδικασμένο εκείνης, η οποία άλλωστε την έλαβε υπόψη.
[VIII] Ενόψει των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Η δικαστική δαπάνη πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5/10/2018, αριθ.καταθ. 270/2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 9/10/2019 πρόσθετους λόγους αυτής. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ