Supreme Court allows appeal against administrative court ruling on private contract dispute jurisdiction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a First Instance Court decision that dismissed a claim for breach of contract against the Greek State. The plaintiff argued the contract was void due to lack of formal requirements, making it a private law matter, while the lower court incorrectly classified it as an administrative dispute. The Court ruled that the nature of the dispute depends on the contract's validity and the existence of a public law relationship, not the subject matter alone, thus remanding the case for re-examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4, 559(4), 580(1) of the Code of Civil Procedure; Article 94(1)-(3) of the Constitution: The jurisdiction of civil courts over private law disputes depends on the existence of a valid private law relationship, not merely the public purpose of the contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 892 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 892/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ρόβλια, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Νικολέττα Μπελίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 439/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 559 αριθ. 4 και 580 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε επί υποθέσεως που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του (Ολ. ΑΠ 293/1981). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2), και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση, και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο ι'), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση.
Η σύμβαση δε είναι διοικητική εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, αποκλίνουν δε από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό.
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (βλ. Α.Ε.Δ. 1/2016, 3/2012, 29/2011). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου.
Αντιθέτως, διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση), ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας, δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (βλ.
Α.Ε.Δ. 1/2016, 12, 11/2013, 3/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) ισχυρίζεται ότι με απόφαση του Προϊσταμένου της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων Αθλητικών Ολυμπιακών Έργων και Εγκαταστάσεων της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού του Υπουργείου Πολιτισμού εγκρίθηκε η απευθείας ανάθεση σ' αυτήν του έργου "...:
Περιβάλλων Χώρος" ενόψει του επείγοντος, λόγω του εξαιρετικά ανελαστικού χρονικού περιθωρίου μέχρι την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων την 13-8-2004. Ότι η σχετική σύμβαση υπεγράφη την 24-6-2004, διεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 1418/1984 και των π.δ. 609/1985 και 220/2000, συμφωνήθηκε δε το εργολαβικό αντάλλαγμα στο ποσό των 2.801.462,28 ευρώ και η προθεσμία περατώσεως του έργου εντός τριάντα (30) ημερών από την υπογραφή της συμβάσεως.
Ότι κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου διαπιστώθηκε ότι ήταν αναγκαία η επείγουσα εκτέλεση πρόσθετων (υπερσυμβατικών) εργασιών, που ενέπιπταν στην έννοια των άρθρων 8 ν. 1418/1984, 43 και 44 π.δ. 609/1985, όπως αυτές αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή, οι οποίες δεν ήταν δυνατό να προβλεφθούν κατά το χρόνο συντάξεως της μελέτης του έργου, αλλά και δεν μπορούσαν να διαχωριστούν από την αρχική σύμβαση, γιατί ήταν απολύτως αναγκαίες για την τελειοποίηση του τεχνικού της αντικειμένου, ενώ κατόπιν αυτού εκδόθηκε και σχετική έγγραφη εντολή της Διευθύνουσας Υπηρεσίας για την εκτέλεση των ένδικων εργασιών.
Ότι την 17-9-2004 περατώθηκαν όλες οι εργασίες του έργου, συμβατικές και πρόσθετες, και εκδόθηκε σχετική βεβαίωση της Προϊσταμένης Αρχής για την περάτωση των εργασιών, καθώς και Πρωτόκολλο Οριστικής Παραλαβής του έργου. Ότι ο 1ος Ανακεφαλαιωτικός Πίνακας (Α.Π.Ε.), που συντάχθηκε σχετικά, περιέλαβε τόσο τις συμπληρωματικές όσο και τις επείγουσες πρόσθετες εργασίες, για την τιμολόγηση των οποίων είχε συνταχθεί το 1ο Πρωτόκολλο Κανονισμού Τιμών Νέων Εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 3 π.δ. 609/1985.
Ότι με σχετική απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής εγκρίθηκε ο 1ος Α.Π.Ε. και το 1ο Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. και η σύναψη της 1ης Συμπληρωματικής Σύμβασης για τις ένδικες εργασίες, συνολικού ποσού 1.332.532,91 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α., ενώ το σχέδιο της συμπληρωματικής συμβάσεως υποβλήθηκε στο Ελεγκτικό Συνέδριο για έλεγχο νομιμότητας, πλην όμως το Δικαστήριο εκείνο απέσχε του ελέγχου, με το σκεπτικό ότι οι εργασίες είχαν ήδη εκτελεσθεί.
Ότι κατόπιν αυτού η Υπηρεσία με σχετικό έγγραφό της αρνήθηκε την πληρωμή του λογαριασμού με την αιτιολογία ότι μετά την ως άνω πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν ήταν δυνατή η υπογραφή συμπληρωματικής σύμβασης και η πληρωμή του σχετικού ποσού. Ότι η από 1-8-2007 αγωγή της ενάγουσας ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς απορρίφθηκε με την 1760/2009 απόφασή του λόγω μη εγκρίσεως του λογαριασμού, καθώς και η αντίστοιχη αίτηση αναιρέσεως με την 4896/2014 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Ότι οι πρόσθετες αυτές εργασίες εκτελέσθηκαν με βάση άκυρη σύμβαση, καθώς δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, ούτε οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, με συνέπεια το εναγόμενο (και ήδη αναιρεσίβλητο) Ελληνικό Δημόσιο να καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της, χωρίς νόμιμη αιτία, γιατί το ως άνω ποσό θα το κατέβαλε σε τρίτο εργολάβο, με τον οποίο ήθελε καταρτίσει έγκυρη σύμβαση έργου για την εκτέλεση των ένδικων εργασιών.
Με βάση τα περιστατικά αυτά η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 1.332.532,91 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την παράδοση του έργου στις 17-9-2004, άλλως από την 25-1-2008, οπότε και εκδόθηκε το πρωτόκολλο οριστικής παραλαβής του έργου, άλλως από την επίδοση της αγωγής, πλέον Φ.Π.Α., και να καταδικασθεί το εναγόμενο στη δικαστική της δαπάνη.
Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, για τις επίδικες εργασίες δεν καταρτίσθηκε έγκυρη σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω μη τηρήσεως του συστατικού αυτής τύπου, εξαιτίας δε της ακυρότητας αυτής δεν είναι δυνατή η διάγνωση του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει την εν λόγω συμφωνία και η διαπίστωση της πρόβλεψης ή μη σε αυτή ρήτρας που αποκλίνει από το κοινό δίκαιο και συνακόλουθα η διαπίστωση της ύπαρξης σχέσης δημοσίου δικαίου που να συνδέει την ενάγουσα με το Δημόσιο.
Συνακόλουθα τούτων το Δικαστήριο κρίνει ότι η διαφορά που, τυχόν, απορρέει από την ανωτέρω "συμφωνία" είναι ιδιωτικού δικαίου διαφορά, ανεξαρτήτως του αν η σύμβαση αυτή απέβλεπε στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, και, επομένως, η εκδίκασή της υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Αντιθέτως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, -η οποία μετά τη νομότυπη παραίτηση της ενάγουσας - αναιρεσείουσας από την άσκηση του δικαιώματος εφέσεως κατ' αυτής έχει καταστεί τελεσίδικη-, έκρινε ότι η ένδικη υπόθεση συνιστά διοικητική διαφορά και ως τέτοια υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και απέρριψε την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας.
Επομένως, και σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (κατά τη νοηματική του εκτίμηση) πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, απορρίπτοντας την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας των τακτικών δικαστηρίων, είναι βάσιμος.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Το αναιρεσίβλητο λόγω της ήττας του πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρο 176, 191 παρ. 2, 183 ΚΠολΔ), θα καθορισθεί όμως αυτή μειωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 5693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 439/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη μειωμένη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας και την ορίζει στα τριακόσια (300) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ