Supreme Court allows appeal against labor compensation cap, remanding case for retrial on statutory limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling that the lower court incorrectly applied a statutory cap on severance pay. The appellant argued the trial court violated specific laws limiting compensation to 15,000 euros for public enterprise employees, while the respondent failed to appear. The court found the lower court's application of these limits erroneous and remanded the case for a new trial with a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 para. 2 of AN 173/1967; Article 21 para. 13 of Law 3144/2003; Article 1 para. 1 of Law 618/1970: The court must apply statutory caps on severance pay for public enterprise employees, and a lower court's failure to do so constitutes a violation of substantive law requiring the case to be remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 892 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 892/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Πολεοδομίας και Στέγασης Α.Ε. (ΔΕΠΟΣ Α.Ε.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της, καθόσον έχει λυθεί και τελεί υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Στέλλα Εξάρχου, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Κ. Β., θυγ. Ν. Ζ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1474/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 356/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/6/2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 3/2/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (βλ.
ΑΠ 142/2016 ΤΝΠ Νόμος). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την .../02.12.2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Κ. Δ. Κ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 28.02.2017 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.
Επομένως, αφού η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα. Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967 "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιο ή Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρείαι Υδάτων κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό του Ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".
Το ανώτατο αυτό όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε διαδοχικά και με το άρθρο 21 παρ. 13 του ισχύοντος Ν. 3144/2003 προσδιορίσθηκε στο ποσό των 15.000 ευρώ. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ΝΔ 618/1970 "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του ΑΝ 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν διά πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ` οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ` αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".
Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών, αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών, και υπερισχύουν γι` αυτό των ευνοϊκότερων όρων των Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του Ν. 1876/1990.
Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχειρήσεως ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα συνεστήθη με το Ν. 446/1976, σύμφωνα με το άρθρο 1 του οποίου, συνιστάται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, υπό την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Πολεοδομήσεως Οικισμού και Στεγάσεως" (ΔΕΠΟΣ), το οποίο αποτελεί Δημόσια Επιχείρηση ανήκουσα εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, λειτουργούσα χάριν του δημοσίου συμφέροντος, διεπόμενη από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και απολαμβάνουσα διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελούσα δε υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Κράτους, το οποίο παρέχει στη ΔΕΠΟΣ την πλήρη συμπαράσταση και εγγύηση αυτού για την επιτυχία των σκοπών της.
Με το άρθρο 3 του ως άνω Ν. 446/1976 ορίζεται ότι σκοπός της ΔΕΠΟΣ είναι η οργανωμένη κατασκευή και προσφορά κατοικίας, σε στάθμη οικησιμότητας και σε προσιτές τιμές, ως αυτοτελούς οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, σε όλη την Επικράτεια, τόσο για αστική όσο και για αγροτική στέγαση, σε πρόσωπα μικρών και μεσαίων εισοδημάτων, καθώς και η εκτέλεση των απαιτουμένων, για την εξασφάλιση κατάλληλου πολεοδομικού περιβάλλοντος, πάσης φύσεως έργων, που συναρτώνται με την κατασκευή ολοκληρωμένων πολεοδομικών μονάδων.
Ο Ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών", με τις παραγράφους 1 και 6 του άρθρου 56 όρισε ότι, με προεδρικό διάταγμα, που θα εκδοθεί εντός έξι (6) μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του νόμου αυτού, μετά από πρόταση του Υπουργού Δημοσίων Έργων, θέλει τροποποιηθεί, συμπληρωθεί και διαμορφωθεί σε ενιαίο κείμενο η περί ΔΕΠΟΣ, μετονομαζομένη σε "Δημοσία Επιχείρηση Πολεοδομίας και Στεγάσεως", υφιστάμενη νομοθεσία, επί τω τέλει όπως διευρυνθεί ο σκοπός αυτής (παρ. 1) και με προεδρικό διάταγμα, που θα εκδοθεί με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δημοσίων Εργων, εντός της αυτής ως άνω προθεσμίας, θέλουν καθορισθεί τα των πόρων και της οικονομικής διαχειρίσεως, καθώς και τα προνόμια και οι απαλλαγές της ΔΕΠΟΣ (παρ. 6).
Σε εκτέλεση της διατάξεως, της μεν παραγράφου 6 του παραπάνω άρθρου 56 του Ν. 947/1979, εκδόθηκε το ΠΔ 56/1980, με το άρθρο 4 του οποίου επαναλαμβάνεται το άρθρο 14 του άνω Ν. 446/1976, δηλαδή ότι η ΔΕΠΟΣ απολαμβάνει όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών, καθώς και πάντων των διοικητικών, οικονομικών και δικονομικών προνομίων, ως εάν είναι αυτό το Δημόσιο.
Σε εκτέλεση δε της διατάξεως της παραγράφου 1 του άρθρου 56 του Ν. 947/1979 εκδόθηκε το ΠΔ 811/1980 "Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και διαμορφώσεως εις ενιαίον κείμενον της περί ΔΕΠΟΣ υφισταμένης νομοθεσίας", στο άρθρο 2 παρ. 2 του οποίου ενσωματώθηκε το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 446/1976, σύμφωνα με το οποίο, κατά τα άνω, η ΔΕΠΟΣ αποτελεί Δημόσια Επιχείρηση ανήκουσα εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, λειτουργούσα χάριν του Δημοσίου συμφέροντος, διεπόμενη από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και απολαμβάνουσα διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελούσα δε υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Κράτους, το οποίο παρέχει στην ΔΕΠΟΣ την πλήρη συμπαράσταση και εγγύηση αυτού, για την επιτυχία των σκοπών της, που είναι, κατά το άρθρο 4 του εν λόγω ΠΔ 811/1980 (όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο μόνο παρ. 2 του ΠΔ 12/1981), η προσφορά κατοικίας και εν γένει η δημιουργία δυνατοτήτων στεγάσεως σε προσιτές τιμές και σε ικανοποιητική στάθμη οικιστικού περιβάλλοντος σε όλη την Επικράτεια, τόσο για αστική όσο και για αγροτική στέγαση, σε πρόσωπα μικρής και μεσαίας περιουσιακής και εισοδηματικής καταστάσεως, και γενικώτερα η δημιουργία ικανοποιητικών πολεοδομικών και οικιστικών συνθηκών, στα πλαίσια της ασκούμενης οικιστικής, χωροταξικής και κοινωνικής πολιτικής του Κράτους.
Στο δε άρθρο 17 του ίδιου ΠΔ 811/1980 ορίζεται ότι, περί των προνομίων και απαλλαγών της ΔΕΠΟΣ ισχύουν οι διατάξεις του ως άνω υπ` αριθμ. 56/1980 Π.Δ/τος. Ακολούθως, κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 2414/1996 "για τον εκσυγχρονισμό των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις", εκδόθηκε το ΠΔ 158/1997, με το οποίο η ΔΕΠΟΣ, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που συνεστήθη με το Ν. 446/1979, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΕΓΑΣΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΔΕΠΟΣ Α.Ε.)" και εγκρίθηκε το Καταστατικό της.
Με το άρθρο 1 του άνω ΠΔ 158/1997 ορίζεται, ότι η εταιρεία λειτουργεί χάριν του Δημόσιου συμφέροντος και για την κοινή ωφέλεια κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους, ασκουμένη από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με την επιφύλαξη των διατάξεων του Ν. 2414/1996.
Κατά το άρθρο 2 του ίδιου Π.Δ/τος, σκοποί της ΔΕΠΟΣ Α.Ε., μεταξύ άλλων, είναι η εφαρμογή της πολεοδομικής, χωροταξικής και στεγαστικής πολιτικής του Κράτους σχετικά με την αναβάθμιση των πόλεων από πολεοδομικής και περιβαλλοντικής απόψεως, η ανάπλαση υποβαθμισμένων περιοχών, η ανάπτυξη οργανωμένων οικιστικών ενοτήτων, η ανάδειξη έργων πολιτιστικής κληρονομιάς και γενικά πολεοδομικές, οικιστικές και κτιριακές παρεμβάσεις.
Η συμβολή στη δημιουργία κατάλληλης στέγασης με προσιτό κόστος και ικανοποιητικό οικιστικό περιβάλλον για άτομα χαμηλής και μεσαίας περιουσιακής και εισοδηματικής καταστάσεως, καθώς και η συμβολή στη δημιουργία ικανοποιητικών πολεοδομικών και οικιστικών συνθηκών στο πλαίσιο της ασκουμένης οικιστικής, χωροταξικής και κοινωνικής πολιτικής του Κράτους.
Η μελέτη, κατασκευή, οργάνωση και διαχείριση έργων εξυγιάνσεως και αναπλάσεως περιοχών, που παρουσιάζουν δυσμενείς πολεοδομικές ή στεγαστικές συνθήκες ή δυσμενές αστικό περιβάλλον ή περιοχών που χρήζουν ειδικής προστασίας. Η σύνταξη, διαχείριση και υλοποίηση προγραμμάτων και έργων για την στέγαση και εξυπηρέτηση ατόμων ή κοινωνικών ομάδων που χρήζουν ιδιαίτερης μέριμνας ή που έχει αναλάβει το Κράτος την υποχρέωση να τους παράσχει στέγη με σκοπό την κοινωνική τους επανένταξη, σε συνδυασμό, όπου αυτό επιβάλλεται, με ευρύτερα κοινωνικά και οικονομικά προγράμματα κοινωνικής ένταξης και ενσωμάτωσης.
Η παροχή πιστώσεων από τα κεφάλαια της ΔΕΠΟΣ προς χορήγηση εντόκων ή ατόκων οικοδομικών ή στεγαστικών δανείων σε δικαιούχους στέγης, ομάδες ή άτομα, για την απόκτηση κατοικίας ή οικοπέδου, που βρίσκεται μέσα σε περιοχή οικιστικού προγράμματος της ΔΕΠΟΣ. Με το άρθρο 9 του άνω ΠΔ 158/1997 ορίζεται, ότι η Γενική Συνέλευση της ΔΕΠΟΣ Α.Ε.
αποτελείται από τονμοναδικό μέτοχο που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών. Με το άρθρο 25 του ίδιου Π.Δ/τος ρυθμίζονται θέματα του Προσωπικού της ΔΕΠΟΣ Α.Ε. και ορίζεται, στη παράγραφο 5 περ. στ` του άρθρου αυτού, ότι η σύμβαση εργασίας του τακτικού προσωπικού της ΔΕΠΟΣ Α.Ε.
λύεται για τους παρακάτω λόγους και σύμφωνα με τη διαδικασία που θα προβλεφθεί από τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού: 1. Με τη συμπλήρωση της ηλικίας των 65 χρόνων. 2. Μετά εξάμηνο από την κατάργηση της οργανικής θέσης στην οποία υπηρετούσε, εκτός αν υπάρχει αντίστοιχη κενή θέση ή μετά τη συμπλήρωση συνολικής 35ετούς απασχολήσεως. 3.
Εάν ο μισθωτός παραιτηθεί. 4. Εάν ο μισθωτός κηρυχθεί ανίκανος προς εργασία. 5. Εάν κριθεί από αρμόδιο Συμβούλιο απολυτέος για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα ή για ακαταλληλότητα. 6. Εάν του επιβληθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ποινή που συνεπάγεται στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων και 7. Με εθελουσία έξοδο και αποζημίωση κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου, που εγκρίνεται από την Γενική Συνέλευση.
Τέλος, κατά το άρθρο 29 του εν λόγω ΠΔ 158/1997, η ΔΕΠΟΣ Α.Ε. απολαμβάνει όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών, καθώς και όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικονομικών προνομίων σαν να είναι αυτή το Δημόσιο. Ήδη με το άρθρο 2 του Ν. 3895/2010 η ΔΕΠΟΣ Α.Ε. λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση. Υπό τα δεδομένα αυτά, η αναιρεσείουσα υπήρξε από της συστάσεώς της και εξακολούθησε να είναι έως την, κατά τα άνω, λύση της, ενόψει της φύσεως των παρεχομένων στο κοινωνικό σύνολο υπηρεσιών της, επιχείρηση κοινής ωφέλειας (βλ.
και άρθρο 1 του ΠΔ 158/1997), υπό την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967 και 1 παρ. 1 ΝΔ 618/1970. Επομένως, υπόκειται, ως προς την αποζημίωση των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδοτήσεως υπαλλήλων της, στο όριο των ανωτέρω νόμων (173/1967 και 618/1970), όπως το όριο αυτό αναπροσαρμόσθηκε σε 15.000 ευρώ με το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003 (βλ.
ΑΠ 1121/2013, ΑΠ 1122/2013 ΤΝΠ Νόμος).
Στη προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη εργάσθηκε στην αναιρεσείουσα Δημόσια Επιχείρηση, η οποία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και για την κοινή ωφέλεια, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως σχεδιάστρια, από 01.12.1981 μέχρι 26.03.2008, που αποχώρησε λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων συνταξιοδοτήσεως. Ότι κατά την 07.05.2008 η αναιρεσίβλητη κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα αντίγραφο της αποφάσεως συνταξιοδοτήσεώς της από τον ασφαλιστικό της φορέα και αξίωσε την καταβολή της αποζημιώσεως που εδικαιούτο, ανερχομένης στο ποσό των 48.629,09 ευρώ, έναντι του οποίου η αναιρεσείουσα κατέβαλε σ` αυτην 1.500 ευρώ, οφείλουσα την εντεύθεν προκύπτουσα διαφορά, ποσού 47.129,09 ευρώ (48.629,09 - 1.500). Με αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο επικύρωσε, με απόρριψη της εφέσεως της αναιρεσείουσας, την πρωτόδικη απόφαση (1474/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), που έκρινε ομοίως και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη, για την εν λόγω αιτία, το παραπάνω ποσό των 47.129,09 ευρώ.
Με την κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, εφόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, για την αποζημίωση, που εδικαιούτο η αναιρεσίβλητη, λόγω αποχωρήσεώς της από την υπηρεσία της στην αναιρεσείουσα συνεπεία συνταξιοδοτήσεώς της, ισχύει ο τιθέμενος από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του ΑΝ 173/1967, 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003 και 1 παρ. 1 του ΝΔ 618/1970 περιορισμός του ποσού της αποζημιώσεως σε εκείνο των 15.000 ευρώ. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, κρινόμενοι ενιαίως, ως λόγοι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον με αυτούς αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκασή της, στο ίδιο Εφετείο (Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013 (βλ. ΑΠ 1121/2013, ΑΠ 1122/2013 ΤΝΠ Νόμος). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθμ. 356/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (3ου Τμήματος)
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ