Supreme Court dismisses appeal on horizontal ownership, ruling shared entry areas are common property by nature.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the First Instance Court's decision regarding horizontal ownership of a building. The bank argued that a specific 55/1000 share constituted exclusive ownership, but the court found the disputed area to be the central entrance serving all floors. Consequently, the court ruled that such areas are common property by nature and cannot be held exclusively.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 5, 7, 8, 13 of Law 3741/1929; Article 1117 of the Civil Code: Areas serving all floors by nature constitute common property and cannot be held exclusively even if registered as separate shares.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 892 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 892/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Εurobank Ergasias AE" και τον διακριτικό τίτλο "Εurobank-Ergasias", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "E. ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ξανθούλη, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2. Δ. συζ. Β. Σ. το γένος Α. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2007 ανακοπή της πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 195/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, 120/2012 μη οριστική και 92/2013 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει η αναιρεσείουσα με την από 5-3-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 29-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των δύο λόγων της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ...21-10-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Π. Γ. Ρ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι επιδόθηκε στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, νομότυπα και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως μαζί με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, εφόσον η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει ως να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 5 εδ. α, 7 παρ. 1, 8 και 13 του Ν. 3741/1929, "περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 54 του Εισαγωγικού νόμου αυτού, και 1117 του ΑΚ, συνάγεται ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ’ ανάλογη μερίδα, στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή απ’ όλους τους οροφοκτήτες χρήση.
Μεταξύ των μερών αυτών περιλαμβάνονται, κατά ενδεικτική στις διατάξεις αυτές απαρίθμηση, το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, οι καπνοδόχοι, οι αυλές, τα φρεάτια ανελκυστήρων, οι εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης, το ηλιακωτό δώμα. Εξάλλου, με βάση το άρθρο 2 τελευταία παράγραφος του Ν. 3741/1929, η οποία ορίζει ότι "αδιαίρετος είναι η ιδιοκτησία και παντός άλλου πράγματος χρησιμεύοντος προς κοινήν των ιδιοκτητών χρήσιν", προσδιορίζονται τα κριτήρια υπαγωγής στην ομάδα των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, που δεν αναφέρονται ρητά στη συμφωνία ή στο νόμο.
Ειδικότερα, ο προσδιορισμός των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων αυτών μερών, γίνεται, είτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία, είτε με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των οροφοκτητών, κατά τα άρθρα 4 παρ. 1, 5 και 13 του Ν. 3741/1929, δηλαδή με σύμφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί.
Αν τούτο δεν γίνει, αν δηλαδή δεν ορίζεται τίποτα από την ως άνω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός, που προβλέπεται από τις ως άνω διατάξεις. Στην τελευταία περίπτωση, κριτήριο για το χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινόκτητου και κοινόχρηστου, είναι ο κατά τη φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του.
Δεδομένου δε, ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 επ. του Ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή τμήματος ορόφου, αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα superficies solo cedit, που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α’ του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ’ εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (ΟλΑΠ 23/2000).
Ειδικότερα, επί οριζοντίου ιδιοκτησίας, η κυρία είσοδος της οικοδομής, οι κλίμακες ανόδου προς το δώμα και το ηλιακό δώμα (ταράτσα), εξομοιούμενο με τη στέγη της οικοδομής, αποτελούν αντικείμενο αναγκαίας συγκυριότητας και κοινόχρηστα πράγματα για όλους τους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων, καθένας από τους οποίους δικαιούται να ποιείται απόλυτη χρήση, εκτός εάν με συμφωνία που τον δεσμεύει, αποκλείστηκε από το δικαίωμα αυτό, το οποίο διαφυλάχθηκε για μερικούς μόνο από τους ιδιοκτήτες.
Επιτρέπεται δε, κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα με την ενδοτικής φύσεως διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 3741/1929, με ειδική μεταξύ των συνιδιοκτητών του εδάφους συμφωνία, που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και καταχωρίζεται στα βιβλία μεταγραφών, το δικαίωμα να παραχωρηθεί αποκλειστικώς σε κάποιους από τους συνιδιοκτήτες ή και σε έναν από αυτούς η χρήση σε κάποιο από αυτά τα κοινά μέρη, οπότε η χρήση του δεν ανήκει σε όλους από κοινού τους συνιδιοκτήτες του εδάφους (ΑΠ 1250/2011).
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αρθρ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...28-3-2006 κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Λαμίας Κωνσταντίνας Τρίγκα, η οποία μεταγράφηκε νομίμως ..., η πρώτη εφεσίβλητη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) κατέστη κυρία της με στοιχεία Α - 1 οριζόντιας ιδιοκτησίας της διώροφης οικοδομής, η οποία βρίσκεται στη συμβολή των οδών ...
και ... (...) ... της Λαμίας. Περαιτέρω, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...6-3-1989 πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Λαμίας Κωνσταντίνου Αθανασίου η ως άνω οικοδομή υπήχθη στο καθεστώς οριζοντίου ιδιοκτησίας, διεπομένη από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του ν. 3741/1929, 1002 και 1117 του Α.Κ. Με την εν λόγω πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας συνεστήθησαν στον ισόγειο όροφο τέσσερις οριζόντιες ιδιοκτησίες, μεταξύ των οποίων και η υπό στοιχεία Ι - 4, η οποία περιγράφεται σ’ αυτήν ως ισόγειος χώρος εισόδου προς τους ανώγειους ορόφους, εμβαδού 45 τετραγωνικών μέτρων, με ποσοτική αναλογία επί του όλου οικοπέδου 55/1000 εξ αδιαιρέτου και ο οποίος συνορεύει βορείως με το υπό στοιχείο Ι - 3 κατάστημα, με ακάλυπτο χώρο οικοδομής και με ιδιοκτησία πρώην Β.
Α. και ήδη Ε. Π., νοτίως με ιδιοκτησία Κ. Μ., ανατολικώς με ακάλυπτο χώρο οικοδομής και δυτικώς εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. Μ. και εν μέρει με πλατεία Δημοκρατίας. Η προσπέλαση της οριζόντιας ιδιοκτησίας της πρώτης εφεσίβλητης επιτυγχάνεται διά της μοναδικής κεντρικής εισόδου της άνω οικοδομής και, στην συνέχεια, μέσω του μοναδικού κλιμακοστασίου που οδηγεί προς τον πρώτο όροφο της οικοδομής, που μνημονεύονται ειδικώς στην προαναφερθείσα πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και χαρακτηρίζονται ως κοινόχρηστα, λαμβανομένης άλλωστε υπόψιν και της κατά προορισμόν χρήσεως αυτών.
Δηλαδή, η με στοιχείο Ι - 4 ιδιοκτησία χαρακτηρίζεται ως κοινόχρηστος χώρος της οικοδομής, με αποτέλεσμα να αποτελεί αντικείμενο αναγκαίας συγκυριότητας και κοινόχρηστο πράγμα για όλους τους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων της οικοδομής, και της πρώτης εφεσίβλητης, καθένας από τους οποίους ιδιοκτήτες δικαιούται να κάνει απόλυτη χρήση της, εκτός αντιθέτου συμφωνίας, η οποία (αντίθετη συμφωνία) δεν αποδείχθηκε.
Εξάλλου, σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ. ...1997 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και με την υπ’ αριθμ. ...2005 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας Δ. Β. επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση, μεταξύ άλλων οριζοντίων ιδιοκτησιών της δεύτερης εφεσίβλητης, που βρίσκονται στην άνω οικοδομή, και στην υπό στοιχείο Ι - 4 οριζόντια ιδιοκτησία.
Σύμφωνα, όμως, με όσα αποδείχθηκαν, η τελευταία αυτή ιδιοκτησία, ως κεντρική είσοδος της οικοδομής, περιλαμβάνεται στα κοινόχρηστα μέρη αυτής, επί της οποίας η πρώτη εφεσίβλητη έχει αναγκαστική συγκυριότητα εξ αδιαιρέτου κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας 251/1000 επί του όλου οικοπέδου και, συνεπώς, από τη φύση του δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο χωριστής ιδιοκτησίας.
Η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) προσκομίζει ενώπιον του δικαστηρίου το από 4 Ιανουαρίου 2002 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, δυνάμει του οποίου η Δ. συζ. Β. Σ. εκμίσθωσε τον ανωτέρω κοινόχρηστο της οικοδομής, μαζί με υπόγειο και ημιώροφο αυτής, ως κατάστημα. Από το στοιχείο αυτό, όμως και δεδομένου ότι η σύμβαση μισθώσεως αποτελεί ενοχική, απλώς, σχέση, η οποία δεσμεύει μόνο τα συμβαλλόμενα μέρη, δεν μπορεί να αναιρεθεί ο χαρακτήρας του με στοιχείου Ι - 4 χώρου της οικοδομής ως κοινοχρήστου.
Συνεπώς, ... ακύρως η εκκαλούσα επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στην ιδιοκτησία αυτή. ...". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη και την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως, που είχε προτείνει η εκκαλούσα - αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως, και το συναφή λόγο εφέσεως, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε δεχθεί ότι ακύρως επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στην ιδιοκτησία αυτή της δεύτερης εφεσίβλητης, ορθά το νόμο ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και απέρριψε κατόπιν αυτού την έφεση της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας στο σύνολό της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 5 εδ. α, 7 παρ. 1, 8 και 13 του Ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους" ως προς τις προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό του μέρους μιας οικοδομής, που έχει υπαχθεί στο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, ως κοινοκτήτου ή κοινοχρήστου, είτε ρητά από την πράξη σύστασης της οροφοκτησίας, είτε από τον κατά τη φύση του προορισμό του συγκεκριμένου πράγματος για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ζήτημα τούτο.
Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως υποστηρίζει ότι, εφόσον κατά τις παραδοχές του Εφετείου η επίδικη Ι - 4 ιδιοκτησία με βάση την πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη ιδιοκτησία με ποσοστό 55/1000 επί του οικοπέδου, η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς αιτιολογία και σε κάθε περίπτωση με ελλιπή αιτιολογία δέχθηκε ότι η εν λόγω ιδιοκτησία αποτελεί κοινόχρηστο πράγμα της οικοδομής, παραβιάζοντας συνακόλουθα και τις σχετικές διατάξεις του ν. 3741/1929 "Περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους", που προβλέπουν τη δυνατότητα κτήσεως αποκλειστικής κυριότητας σε οριζόντια ιδιοκτησία πολυώροφης οικοδομής.
Ωστόσο, το Εφετείο ναι μεν δέχθηκε ότι με βάση την πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας ο εν λόγω χώρος χαρακτηριζόταν ως η υπό στοιχ. Ι - 4 ιδιοκτησία του ισόγειου ορόφου της οικοδομής με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 55/1000, πλην όμως από την περιγραφή της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας ως χώρου εισόδου προς τους ανωγείους ορόφους της οικοδομής προέκυπτε ότι το τμήμα αυτό της οικοδομής συνιστά την κεντρική είσοδο αυτής, περιλαμβάνεται στα κοινόχρηστα μέρη και από τη φύση του δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο χωριστής αλλά αναγκαστικής συνιδιοκτησίας όλων των ιδιοκτητών, καθένας των οποίων δικαιούται να κάνει απόλυτη χρήση, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, και τέτοια δέχθηκε ότι δεν υφίσταται.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αοριστίας του δικογράφου της διεκδικητικής ανακοπής της πρώτης αναιρεσίβλητης, ως προς τον τρόπο με τον οποίο περιήλθε σ’ αυτήν η κυριότητά της στην αυτοτελή και ανεξάρτητη ιδιοκτησία και στο κατασχεμένο ακίνητο, και ακολούθως τον απέρριψε. Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη, στη δικαστική δαπάνη της παρισταμένης πρώτης αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Μαρτίου 2014 αίτηση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EUROBANK - ERGASIAS A.E." για αναίρεση της 92/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει στις δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2015.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ