Legislator Case Law & Legislation
892/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding failure to consider common sense teachings in contract law interpretation.

Case Number 892/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's decision on appeal. The appellant argued that the appellate court violated common sense teachings by accepting the claimant's statement that she cultivated crops without permission, implying fraud against the airport authority. The court ruled that this alleged deception involved physical acts rather than a legal declaration of will, meaning it did not constitute a violation of the common sense rule regarding military unit security under Article 147 of the Civil Code. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 no. 2, Art. 559 para. 1 no. 2b of the Code of Civil Procedure; A violation of common sense teachings constitutes a ground for appeal only when such teachings are misapplied to interpret legal rules, not when they are used to ascertain factual circumstances or evaluate evidence.

Keywords

AI generated
common sense teachings violation of common sense appellate review contract law interpretation fraud by deception legal declaration of will Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 1 no. 2b of the Code of Civil Procedure
Art. 237 no. 1b of the Code of Civil Procedure
Art. 346 of the Code of Civil Procedure
Art. 453 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 147 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 23/1988
AP 1609/1987
377/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 892 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 892/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. συζ. Π. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ρήγα.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου και Ασφαλιστικού Οργανισμού με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λουκά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιουνίου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1943/1998 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 310/2002 του Εφετείου Αθηνών, η οποία εξαφάνισε την παραπάνω απόφαση (1943/1998) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 4034/2004 οριστική απόφασή του. Την απόφαση αυτή προσέβαλε με έφεσή της η ήδη αναιρεσείουσα επί της οποίας εκδόθηκε η 6284/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Αυγούστου 2009 αίτησή της ως και τους από 3 Ιανουαρίου 2011 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2011 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση, λόγω συνταξιοδοτήσεως, Αρεοπαγίτη Δημητρίου Τίγγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως με τους από 3.1.2011 πρόσθετους λόγους της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 237 εδ. 1β, 346 και 453 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου, που τις προσκόμισε για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης, παραδεκτώς και νομίμως προταθέντος ισχυρισμού, θεμελιωτικού αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως.

Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε δι' αναφοράς με αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατ' αναλόγη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, το οποίο, αν και αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς ισχυρισμών, εφαρμόζεται και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων (Ολ.ΑΠ 23/2008 και 9/2000).

Οι αποδείξεις που παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.ΑΠ 42/2002) και δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο στήριξε την κρίση του κυρίως σε άλλα αποδεικτικά μέσα.

Για να είναι ορισμένος, και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το δικαστήριο έλαβε υπόψη παρά το νόμο το αποδεικτικό μέσο, να προσδιορίζεται δε τούτο ως προς τα αναγνωριστικά της ταυτότητάς του στοιχεία και το περιεχόμενό του, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί η κρισιμότητά του για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού, όπως και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 324/2009).

Στην κρινομένη υπόθεση με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 11β' του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη παρά το νόμο, προς ανταπόδειξη επί της βασιμότητας της αγωγής, τα μη νομίμως επικληθέντα από το αναιρεσίβλητο έγγραφα και συγκεκριμένα: α) την υπ' αριθ. Φ. 851/420/15039/22-12-1993 έγγραφη γνωστοποίηση του αναιρεσίβλητου προς την αναιρεσείουσα καi β) το υπ' αριθ. Φ. 851/ΑΔ/5487/Β.905-Σ2563/13-12-1993 έγγραφο του Οικονομικού Τμήματος της 117 ΠΜ. Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων του αναιρεσίβλητου στο Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι γίνεται σ' αυτές επίκληση, μεταξύ άλλων και των μνημονευομένων με τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσίβλητου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και προσκομισθέντων σ' αυτό εγγράφων "με τους αριθμούς 1-18", στα οποία περιλαμβάνονται και τα προαναφερόμενα έγγραφα. Επομένως, εφόσον κατά τρόπο σαφή και ευδιάγνωστο προσδιορίζονται με τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσίβλητου στο Εφετείο, δι' αναφοράς σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεών του στο Πρωτοδικείο, τα ως άνω αποδεικτικά έγγραφα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αυτά παρά το νόμο και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 11β'του ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 200 και 173 του Α.Κ. συνάγεται ότι οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες που επιτάσσουν να λαμβάνεται υπόψη, κατά την ερμηνεία όλων των δικαιοπραξιών και αυτών ακόμη που υποβάλλονται στο συστατικό τύπο του εγγράφου, η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, έχουν εφαρμογή σε περίπτωση που η δήλωση έχει διατυπωθεί ατελώς ή είναι αμφίβολη η έννοιά της.

Αντικείμενο της ερμηνείας δεν είναι η έννοια της δικαιοπραξίας ή ενός όρου της, γιατί δεν αποτελούν πραγματικά γεγονότα, αλλά η αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων και λαμβάνονται γι' αυτό υπόψη όλα τα πραγματικά γεγονότα που συνοδεύουν τη δήλωση, ακόμα και τα στοιχεία που βρίσκονται έξω από το έγγραφο, χωρίς να αποκλείονται και μάρτυρες, εφόσον όλα αυτά τείνουν σε διασάφηση ή συμπλήρωση του περιεχομένου του (ΑΠ 394/1977).

Η καλή πίστη, δηλαδή η επιβαλλόμενη στο χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο συμπεριφορά, λαμβάνεται με την έννοια που απαιτεί η συναλλακτική ευθύτητα και εντιμότητα. Σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο οδηγείται στην ερμηνεία ασαφούς δικαιοπραξίας, μπορεί να αντλήσει αυτεπαγγέλτως επιχειρήματα ή να συναγάγει συμπεράσματα και από τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, γιατί και αυτά δεν αποτελούν πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά απορρέουν από τις κοινές γνώσεις του δικαστή και συνεπώς αρύεται αυτά ελεύθερα και από οποιοδήποτε ενώπιόν του στοιχείο, όπως και από αποδείξεις που προσκομίζονται για άλλο θέμα (ΑΠ 459/1972).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2251/1994, ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3587/2007, "Κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνονται υπόψη η ανάγκη προστασίας του καταναλωτικού κοινού.

Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτο για λογαριασμό του προμηθευτή, σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή. Ειδικά, όταν ελέγχεται το περιεχόμενο του γενικού όρου συναλλαγών στο πλαίσιο των διαδικασιών της παρ. 9 του άρθρου 10 (συλλογική δικαστική προστασία) και της παρ. 3 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου προτιμάται η δυσμενέστερη για τον καταναλωτή ερμηνευτική εκδοχή, εφόσον αυτή οδηγεί σε απαγόρευση διατύπωσης και χρήσης του σχετικού όρου".

Κατά δε το άρθρο 1 παρ. 3 και 4 του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3587/2007 "Οι διατάξεις που προστατεύουν τους καταναλωτές ισχύουν τόσο στον ιδιωτικό τομέα όσο και για τις επιχειρήσεις οποιασδήποτε μορφής του δημόσιου τομέα και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, Κατά την έννοια αυτού του νόμου:

α) Καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και κάθε αποδέκτης του διαφημιστικού μηνύματος, β) Προμηθευτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, κατά την άσκηση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής του δραστηριότητας, προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή.

Προμηθευτής είναι και ο διαφημιζόμενος. Προμηθευτής είναι επίσης και ο παραγωγός ως προς την ευθύνη του για ελαττωματικά προϊόντα". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η προτίμηση της δυσμενέστερης για τον καταναλωτή ερμηνευτικής εκδοχής επί συλλογικής δικαστικής προστασίας και επί αμφιβολίας γενικά ως προς την ερμηνεία μονομερώς διατυπωθέντος από τον προμηθευτή ή τρίτο, για λογαριασμό του, γενικού όρου των συναλλαγών δεν έχει εφαρμογή επί νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το οποίο δεν ασκεί, κατά τις προβλεπόμενες για την οργάνωσή του διατάξεις, επιχειρηματική δραστηριότητα, παρέχοντας προϊόντα και υπηρεσίες σε καταναλωτές, με αντιπαροχή, οι δε πράξεις διαχείρισης της ιδιωτικής του περιουσίας κρίνονται κατά τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 199 του Α.Κ. "σε περίπτωση πλειστηριασμού, η σύμβαση, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, ολοκληρώνεται με την κατακύρωση. Αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, ο υπερθεματιστής δεσμεύεται ωσότου δοθεί μεγαλύτερη προσφορά ή ωσότου ματαιωθεί η κατακύρωση". Από την ενδοτικού ως άνω χαρακτήρα διάταξη συνάγεται, ότι η διακήρυξη δημοπρασίας, που εξομοιώνεται με τον πλειστηριασμό, ενέχει πρόσκληση προς το κοινό για την υποβολή προτάσεων.

Αυτός που υπέβαλε την πιο συμφέρουσα προσφορά-πρόταση (υπερθεματιστής) δεσμεύεται μέχρι την υποβολή καλύτερης προσφοράς ή την ματαίωση της κατακύρωσης, ενώ αυτός που προκήρυξε το διαγωνισμό δεσμεύεται, μόνο μετά από την κατακύρωση, εκτός αν συνάγεται κάτι άλλο από την προκήρυξη της δημοπρασίας. Επομένως, εκείνος που προκηρύσσει δεν δεσμεύεται να αποδεχθεί την πρόταση, ακόμη κι αν αυτή πληροί τους όρους που έταξε, είναι δηλαδή ελεύθερος να αποκρούσει την προσφορά και να ματαιώσει τον πλειστηριασμό, ενδέχεται όμως να υπέχει ευθύνη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 του Α.Κ.

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις, κατά την πρώτη των οποίων (άρθρο 197 Α.Κ.), "κατά τις διαπραγματεύσεις για την σύναψη σύμβασης, τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη" και κατά τη δεύτερη (άρθρο 198 Α.Κ.), "όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξένησε υπαίτια στον άλλο ζημία, είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε", σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 298 του Α.Κ., συνάγεται ότι η προσυμβατική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει:

α) στάδιο διαπραγματεύσεων, το οποίο στην περίπτωση σύναψης σύμβασης με πλειστηριασμό καλύπτει τη συναλλακτική επαφή που αρχίζει με την έκδοση της διακήρυξης της δημοπρασίας και τελειώνει με την κατά τους όρους του νόμου κατάρτιση της σύμβασης, η οποία επέρχεται είτε με μόνη την κατακύρωση είτε με την επακόλουθη αυτής διατύπωση που τυχόν απαιτεί ο νόμος ή η διακήρυξη του πλειστηριασμού (άρθρο 199 εδ.

πρώτο ΑΚ), β) συμπεριφορά κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων του ενός διαπραγματευόμενου απέναντι στον άλλο που είναι αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, γ) ζημία, δ) υπαιτιότητα εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, δηλαδή εκείνου που δεν τήρησε την πρέπουσα συμπεριφορά, και ε) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της υπαίτιας αντισυναλλακτικής και κακόπιστης συμπεριφοράς του ζημιώσαντος και της ζημίας.

Κατά συνέπεια αυτός που, κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης και μετά από (πλειοδοτική) δημοπρασία, θα ματαιώσει τη σύναψη αυτής, με συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, με την έννοια της συναλλακτικής ευθύτητας και εντιμότητας (κατά την αντίληψη του έμφρονος συναλλασσόμενου) και θα προξενήσει, υπαίτια, ζημία, σε εκείνον που πίστεψε στις διαβεβαιώσεις ότι η σύναψή της πρέπει να θεωρείται βέβαιη, συνδεόμενη αιτιωδώς με τη συμπεριφορά του, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.

Η αποζημίωση στην περίπτωση αυτή συνίσταται στο "διαφέρον εμπιστοσύνης" και περιλαμβάνει κάθε ζημία του υπερθεματιστή, θετική και αποθετική (διαφυγόν κέρδος), η οποία συναρτάται με την δημιουργία της υπαιτίως διαψευσθείσας πεποιθήσεως για τη βέβαιη κατάρτιση της συμβάσεως (υποβολή δαπανών, ματαίωση ευκαιριών κ.λ.π.), όχι δε και τη ζημία από την μη εκπλήρωση αυτής (συμβάσεως), αφού η τελευταία αυτή ζημία προϋποθέτει καταρτισμένη σύμβαση.

Έτσι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, δεν είναι, κατ' αρχήν, πράξη αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η ενέργεια, καθ' εαυτή, εκείνου που προκηρύσσει - έστω και αν δεν υπάρχει στην διακήρυξη σχετική επιφύλαξη - να κηρύξει άγονη την δημοπρασία και να μην προβεί σε κατακύρωση, στη συνέχεια δε να καταρτίσει τη σύμβαση με τρίτο που δεν είχε συμμετάσχει στη δημοπρασία, εκτός αν υπάρχει αντίθετος όρος στην διακήρυξη.

Κι αυτό γιατί, όπως αναφέρθηκε, η διακήρυξη δεν αποτελεί, κατά την σαφή έννοια της διάταξης του άρθρου 199 ΑΚ, πρόταση για την κατάρτιση σύμβασης, αφού πρόταση αποτελεί (μέχρι την επόμενη μεγαλύτερη προσφορά, την κατακύρωση ή τη ματαίωσή της), μόνον η προσφορά εκείνου που συμμετέχει στη δημοπρασία (ΟλΑΠ 806/1973).

Αντίθετα, η διακοπή της δημοπρασίας και η κατάρτιση της σύμβασης με τρίτον που δεν συμμετείχε σε αυτή, παρά τις διαβεβαιώσεις εκείνου που προκηρύσσει προς τον υπερθεματιστή, ότι η κατακύρωση υπέρ αυτού είναι βέβαιη και η κατάρτιση της σύμβασης μαζί του εξασφαλισμένη, και η υπαιτίως εντεύθεν δημιουργία αντίστοιχης πεποίθησης στον υπερθεματιστή για την κατάρτιση της σύμβασης μαζί του, αποτελεί συμπεριφορά αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και δημιουργεί υποχρέωση προς ανόρθωση της ζημίας, εφόσον υφίσταται και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτής και της ζημιογόνου συμπεριφοράς.

Με την υπαίτια όμως, εναντίον της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών προκληθείσα, διάψευση της εμπιστοσύνης του μετασχόντος στη δημοπρασία, ως παραγωγό της προκληθείσας σ' αυτόν ζημίας, δεν συνδέεται αιτιωδώς η ζημία που συνίσταται στις δαπάνες και τα έξοδα, στα οποία αυτός υποβλήθηκε για την προετοιμασία και υποβολή της προσφοράς (προτάσεως), αφού αυτές, αποτελούσες αναγκαία συνθήκη για τη συμμετοχή στη δημοπρασία, θα επραγματοποιούντο σε κάθε περίπτωση, δηλονότι και αν δεν ελάμβανε χώρα η ζημιογόνος συμπεριφορά.

Οι δαπάνες αυτές συνδέονται αποκλειστικά με τον επιχειρηματικό κίνδυνο του προτείνοντος, ο οποίος μετέχει στη δημοπρασία χωρίς, κατά το νόμο, να είναι βέβαιος για την κατακύρωση σε αυτόν (Ολ.ΑΠ 37/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που διαπιστώνεται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των βουλήσεων που δηλώθηκαν.

Το δικαστήριο που διαπιστώνει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται μεν κατά την κρίση του αυτή σε ακυρωτικό έλεγχο, αλλά αν παραλείψει, παρά τη διαπίστωση αυτή, να προσφύγει στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή παραβιάσει τους κανόνες αυτούς με την εσφαλμένη εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, ελέγχεται αναιρετικά η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω διατάξεων του Α.Κ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε επίσης απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το αναιρεσίβλητο-εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, έχοντας τη διαχείριση των χώρων των αεροδρομίων της Πολεμικής Αεροπορίας μεταξύ των οποίων και εδαφικές εκτάσεις 1.827 στρεμμάτων στο Αεροδρόμιο Ανδραβίδας και ενόψει του ότι η προϋπάρχουσα μίσθωση των χώρων αυτών έληγε στις 31-8-1993, προέβη στη διενέργεια αρχικού και επαναληπτικού πλειοδοτικού διαγωνισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 715/1979 "περί ενέργειας υπό των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προμηθειών κλπ..." για την εκμίσθωση των ως άνω εκτάσεων κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-1993 έως 31-8-1997 με τους όρους που διαλαμβάνονταν στην εκδοθείσα συναφή Διακήρυξη, ΓΕΑ/ΔΟΕΕ/2/125/20-7-1993.

Πλειοδότρια στον επαναληπτικό διαγωνισμό αναδείχθηκε η ενάγουσα προσφέροντας ακόμη μικρότερο ποσό απ' αυτό που είχε προσφέρει στον αρχικό. Επειδή το ποσό αυτό κρίθηκε ασύμφορο το Δ.Σ. του εναγομένου αποφάσισε στις 27-10-1993 τη διενέργεια διαπραγματεύσεως με τους ενδιαφερόμενους με τιμή εκκίνησης 9.200 δραχμών ανά στρέμμα, εξουσιοδότησε δε την 117 ΠΜ για τη διαπραγμάτευση με τους ενδιαφερόμενους.

Οι διαπραγματεύσεις έλαβαν χώρα στις 29-11-1993 και πλειοδότρια αναδείχθηκε η αιτούσα, η οποία προσέφερε 10.000 δραχμές ανά στρέμμα. Κατόπιν αυτών το Δ.Σ. του εναγομένου με την 44/8-12-1993 απόφασή του κατακύρωσε τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων υπέρ της ενάγουσας για το χρονικό διάστημα από την υπογραφή της Σύμβασης μέχρι 31-8-1997 με κατά στρέμμα μίσθωμα για το 1ο έτος της μίσθωσης δραχμές 10.000 προσαυξανόμενο κατά 15% ετησίως.

Την ως άνω κατακύρωση γνωστοποίησε στην ενάγουσα με το Φ851/420/15039/22-12-1993 έγγραφό του. Με το ίδιο έγγραφο της έκανε επίσης γνωστό ότι οι σχετικές συμβάσεις με την απαιτούμενη έγκριση του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας θα σταλούν στην Μονάδα (117 ΠΜ) για υπογραφή και ότι μετά την υπογραφή θα μπορεί να καλλιεργεί του μισθωμένους χώρους.

Στο μεταξύ με το Φ851/ΑΔ/5487/8905.Σ2563/13-12-1993 έγγραφο του Οικονομικού Τμήματος της 117 ΠΜ της είχε γνωστοποιηθεί ότι δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε νέα καλλιέργεια ή προετοιμασία πριν από την υπογραφή της σύμβασης. Ακολούθως και μετά την αναγκαία Υπουργική έγκριση το εναγόμενο με το Φ851/420/ΑΔ/4215.Σ908/16-3-1994 έγγραφό του, το οποίο κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 23-3-1994, την κάλεσε να προσέλθει εντός 15 ημερών όπως ορίζει το άρθρο 44 του ως άνω Δ/τος, στα γραφεία της 117 Πτέρυγας Μάχης για να υπογράψει τη Σύμβαση υπό την προϋπόθεση ότι θα τακτοποιήσει ταυτοχρόνως τις οικονομικές της υποχρεώσεις κατά τους γενικούς όρους του Συμφωνητικού της Διακήρυξης και ειδικότερα να πληρώσει σε μετρητά 7.886.550 δρχ.

για την εξόφληση του μισθώματος από 1-4-1994 έως 31-8-1994 και 69.030 δρχ. για τα δημοσιευτικά έξοδα του διαγωνισμού και να καταθέσει εγγυητικές επιστολές 2.101.050 δρχ., όσο το 10% του ετήσιου μισθώματος του δεύτερου γεωργικού έτους και 10.883.440 δρχ. για την κάλυψη του μισθώματος ενός εξαμήνου του δεύτερου γεωργικού έτους.

Με το ίδιο έγγραφο το οποίο κοινοποιήθηκε και προς την 117 ΠΜ η εν λόγω μονάδα εξουσιοδοτήθηκε μετά την οικονομική τακτοποίηση και υπογραφή των αποστελλομένων σ' αυτή αντιτύπων του εγγράφου της συμβάσεως να εγκαταστήσει το μισθωτή στους μίσθιους χώρους κατά την προβλεπόμενη από τη σύμβαση διαδικασία.

Στις 29-3-1994 η ενάγουσα υπέβαλε προς το εναγόμενο αίτηση με την οποία, υποστηρίζοντας ότι κατά τους γενικούς όρους της διακήρυξης η εγγύηση καλής εκτέλεσης αφορά το 1ο έτος της μίσθωσης και η καταβολή μετρητών το Α' εξάμηνο του πρώτου γεωργικού έτους για το μίσθωμα που άρχεται από 1-9-1993 και λήγει 31-8-1994, το οποίο όμως ήδη έχει παρέλθει χωρίς να παραδοθεί το μίσθιο, καθώς και η εγγυητική επιστολή καλύψεως του μισθώματος του Β εξαμήνου του πρώτου γεωργικού έτους, ζητούσε να διορθωθεί η πρόσκληση κατά τους γενικούς όρους και την προγενέστερη πρακτική του.

Η ως άνω αίτηση με απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου (12/30-3-1994 πρακτικό), η οποία έγινε γνωστή στην ενάγουσα στις 6-4-1994 με κοινοποίηση σχετικού εξωδίκου, έγινε δεκτή μόνο κατά το μέρος που αφορούσε την εγγυητική επιστολή καλής εκτελέσεως η δε ενάγουσα κλήθηκε εντός πέντε ημερών από την κοινοποίηση του εξωδίκου (παρατεινομένης έτσι της αρχικής προθεσμίας μέχρι 12-4-1994) να υπογράψει τη σύμβαση καταθέτοντας σε μετρητά το μίσθωμα του χρονικού διαστήματος από 1-4-1994 έως 31-8-1994, εγγυητική επιστολή 10.883.440 δρχ.

για την κάλυψη του μισθώματος του επόμενου εξαμήνου, εγγυητική επιστολή 1.827.000 δρχ για την καλή εκτέλεση των όρων της Σύμβασης που αντιστοιχεί στο 10% του ετήσιου μισθώματος στα γεωργικά έτη και σε μετρητά τα δημοσιευτικά έξοδα του διαγωνισμού (69.090 δρχ.). Σε απάντηση της εξώδικης πρόσκλησης, η ενάγουσα στις 11-4-1994 κατέθεσε νέα αίτηση με την οποία εμμένοντας στην αρχική της θέση περί μη υποχρεώσεώς της από τους όρους της διακήρυξης να καταβάλει σε μετρητά το μίσθωμα του διαστήματος από 1-4 έως 31-8-1994 και επικαλούμενη ότι το ίδιο είχε δεχθεί στο παρελθόν το εναγόμενο για μίσθωση που υπογράφτηκε στις 18-1-1990, ζήτησε εκ νέου την τροποποίηση της πρόσκλησης προς υπογραφή της σύμβασης με μόνη υποχρέωσή της να καταθέσει εγγυητική επιστολή καλής εκτελέσεως 1.827.000 δρχ.

και εγγυητική επιστολή για την κάλυψη μισθώματος β' εξαμήνου του 1ου γεωργικού έτους, ποσού 7.827.000 δραχμών. Στις 11-4-1994 η Εμπορική Τράπεζα με FAX γνωστοποίησε στο εναγόμενο, ότι εντός των προσεχών ημερών θα προχωρήσει στην έκδοση των εγγυητικών επιστολών χωρίς να προσδιορίζει το ύψος του ποσού αυτών. Μετά ταύτα και αφού πληροφορήθηκε από την 117ΠΜ ότι η σύμβαση δεν είχε υπογραφεί, το Δ.Σ.

του εναγομένου στις 13-4-1994, μετά δηλαδή την πάροδο τόσο της αρχικής όσο και της κατά παράταση προθεσμίας στην οποία υπολογίζονται και οι ημέρες αργίας (γεγονός που δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα η οποί παρά τους περί ωφελίμου υπολογισμού του χρόνου στην τελευταία επιστολή της, δεν επικαλείται στην αγωγή ότι η κήρυξή της ως έκπτωτης ήταν απαράδεκτη, διότι δεν είχε λήξει η προθεσμία κατά το χρόνο που λήφθηκε η σχετική απόφαση του εναγομένου), το Δ.Σ.

του εναγομένου κήρυξε έκπτωτη την ενάγουσα και αποφάσισε την κατάπτωση της εγγυήσεως για τη συμμετοχή της στο διαγωνισμό, κρίνοντας ότι είχε οικονομική αδυναμία να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις. Επακολούθησαν δύο ακόμη αιτήσεις της ενάγουσας προς το εναγόμενο: Η από 14-4-1994, ως συνέχεια της από 11-4-1994 αίτησης, με την οποία ζητεί να καταθέσει πριν από την υπογραφή της σύμβασης εγγυητικές επιστολές 1.827.000 και 10.883.440 δραχμών και να δοθεί προθεσμία 20 ημερών για να καλύψει το ποσό των 7.886.550 δρχ.

σε μετρητά εάν μπορέσει, αλλιώς να της δοθεί το δικαίωμα να καταθέσει τρίτος εγγυητική επιστολή και η από 20-4-1994 με την οποία γνωρίζει στο εναγόμενο ότι έχει στα χέρια της τις εγγυητικές επιστολές και 1.000.000 δραχμές σε μετρητά και έχει λάβει διαβεβαίωση από δύο τράπεζες ότι εντός 20 ημερών θα της χορηγήσουν επιστολές τρίμηνης διάρκειας συνολικού ποσού 7.000.000 δραχμών και ...

ότι καλλιέργειες σε έκταση 1.500 περίπου στρεμμάτων που υφίστανται στους εκμισθωμένους χώρους μετά από τις 24-3-1994 αποτελούν επιπρόσθετη εγγύηση και τέλος αναφέρει ότι η τυπική τελείωση της συμβάσεως θα επέλθει εκ νέου άνευ άλλου τινός. Τα ως άνω αιτήματα της ενάγουσας απορρίφθηκαν στις 20-4-1994 από το Δ.Σ. του εναγομένου όχι μόνο ως άνευ αντικειμένου, εφόσον ήδη είχε κηρυχθεί έκπτωτη, αλλά και ως αβάσιμα.

Επίσης, το Δ.Σ. αποφάσισε την αποστολή τηλεγραφικής διαμαρτυρίας στην ενάγουσα, διότι για πρώτη φορά πληροφορήθηκε από την ίδια ότι προέβη σε καλλιέργειες σε έκταση του αεροδρομίου Ανδραβίδας χωρίς να έχει το δικαίωμα, εφόσον δεν είχε υπογραφεί η σύμβαση και παρόλο που της είχε καταστήσει γνωστό με το 9851/420/15039/22-12-1993 έγγραφό του ότι η καλλιέργεια της επιτρέπεται μόνο μετά την υπογραφή της συμβάσεως.

Στις 5-5-1994 η ενάγουσα εμποδίστηκε στη συνέχιση ανάπτυξης των καλλιεργειών και στις 8-5-1994 της απαγορεύτηκε η είσοδος. Αίτησή της προς λήψη ασφαλιστικών μέτρων απορρίφθηκε με την 182/7-6-1994 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Εν τω μεταξύ η ενάγουσα, στις 25-5-1994 υπέβαλε νέα αίτηση προς το εναγόμενο, στην οποία προκειμένου να σωθούν από ολοσχερή καταστροφή οι καλλιέργειες που έχουν μείνει χωρίς φροντίδα (πότισμα-ράντισμα κλπ) και έναντι της δεινής οικονομικής θέσης στην οποία έχει περιέλθει και τους κινδύνους ολοσχερούς οικονομικής καταστροφής της, εμμέσως πλην σαφώς ζητούσε να της επιτραπεί η είσοδος στους χώρους των καλλιεργειών για να τις φροντίσει και να συλλέξει τους καρπούς, δηλώνοντας ότι παραιτείται από τη σύμβαση και την καταγγέλλει για την μετά τον Αύγουστο 1994 διάρκειά της και διαβεβαιώνοντας ότι μπορεί αμέσως να καταθέσει τις εγγυητικές επιστολές και το μέχρι την 30-8-1994 συμφωνημένο μίσθωμα.

Το Δ.Σ. του εναγομένου στις 8-6-1994 αποφάσισε κατ' οικονομίαν να επιτραπεί στην ενάγουσα η είσοδος στους καλλιεργητικούς χώρους για την άσκηση των απαιτούμενων καλλιεργητικών φροντίδων και συλλογής των καρπών περιοριστικά και μόνο μέχρι 31-8-1994 υπό τους ακόλουθους όρους: 1) να υπογραφεί σύμβαση χρήσεως με καταληκτική ημερομηνία 31-8-1994, 2) να συμφωνήσει ρητώς ότι δεν θα προβεί σε καμία άλλη καλλιέργεια, 3) να καταβάλει με την υπογραφή της συμβάσεως ως αποζημίωση χρήσεως σε μετρητά ποσό 7.612.500 δρχ., πλέον χαρτοσήμου κλπ ή να καταθέσει ισόποση εγγυητική επιστολή.

Επίσης, το Δ.Σ. ενέκρινε σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού, κατά το οποίο η ενάγουσα αναγνωρίζει ότι από δική της υπαιτιότητα δεν υπογράφηκε η σύμβαση, ότι ούτε τύποις ούτε ουσία συνήφθη μεταξύ αυτής και του ΜΤΑ η μίσθωση, ότι από δική της υπαιτιότητα κηρύχθηκε έκπτωτη, ότι παρανόμως, αυθαιρέτως και χωρίς τη βούληση του ΜΤΑ ή τη συγκατάθεση των οργάνων της 117ΠΜ προέβη στην καλλιέργεια των εκτάσεων παρά τη ρητή απαγόρευση, της οποίας έλαβε γνώση μετά την ανακήρυξή της ως πλειοδότριας και δήλωνε ρητά ότι δεν είχε και δεν διατηρεί κατά του ΜΤΑ καμία αξίωση για οποιαδήποτε αποζημίωση για τις ζημίες που τυχόν υπέστη ή ήθελε υποστεί από τυχόν καταστροφή των καλλιεργειών ή από τη μείωση της παραγωγής καθόσον οι καλλιέργειες έγιναν απ' αυτήν παρανόμως, αυθαιρέτως και χωρίς τη βούληση, συναίνεση ή έστω ανοχή του ΜΤΑ και οπωσδήποτε με αποκλειστική δική της υπαιτιότητα και ευθύνη, εν πάσει δε περιπτώσει παραιτείται ρητά και ανεπιφύλακτα παντός δικαιώματός της για οποιαδήποτε αποζημίωση από τις άνω αιτίες.

Το ως άνω συμφωνητικό υπογράφηκε από τους διαδίκους παρουσία και των νομικών τους παραστατών στις 16-6-1994. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ανάπτυξη καλλιεργειών στους ελεύθερους χώρους του αεροδρομίου Ανδραβίδας έγινε από την ενάγουσα μετά την κοινοποίηση της πρόσκλησης για να υπογράψει τη σύμβαση (23-3-1994) αυθαιρέτως και χωρίς άδεια των υπευθύνων οργάνων της 117ΠΜ που ήταν επιτετραμμένα από το εναγόμενο για την επίβλεψη των χώρων διαχειρίσεώς του και την εκτέλεση της συμβάσεως που επρόκειτο να καταρτισθεί, τα οποία ουδέποτε την εγκατέστησαν στη χρήση των χώρων αυτών και απλώς επέτρεπαν την είσοδό της στις γεωργικές εκτάσεις πειθόμενοι στους ισχυρισμούς της ότι ενόψει της συμβάσεως που θα υπέγραφε θέλει να προβεί σε ελέγχους και στην συντήρηση του δικτύου υδρεύσεως του προηγούμενου μισθωτή συζύγου της και στην εντόπιση εργασιών διαμορφώσεως του εδάφους.

Το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν ανέπτυξε καλλιέργειες σε χρόνο προγενέστερο του προαναφερόμενου και δη από το Δεκέμβριο 1993, όπως υποστηρίζει στην αγωγή της, πέραν του ότι ομολογείται από την ίδια εμμέσως στην από 1-4-1994 αίτησή της προς το εναγόμενο, όπου αναφέρει "θα μπορούσα να ζητήσω να μην πληρώσω μίσθωμα για την τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο καθώς η παράδοση του μισθίου γίνεται την 1η Μαρτίου ...

διότι την 1η Απριλίου αρχίζει η μίσθωση είναι υπερβολικά καθυστερημένη και εξαιρετικά δύσκολη η εκμετάλλευσή του ... αποδέχομαι την έναρξη της μίσθωσης την 1-4-1994 για όλη την εκμισθούμενη έκταση έστω και αν δεν προλάβω να την καλλιεργήσω όλη κατά την τρέχουσα περίοδο ...", καθώς και στην από 20-4-1994 αίτησή της στην οποία αναφέρεται σε καλλιέργειες μετά τις 24-3-1994 και στην από 23-5-1994 δήλωσή της προς τον Διοικητή της 117ΠΜ, όπου αναφέρει ότι αποδέχθηκε πλήρως τα έγγραφα περί απαγορεύσεως και ανέμεινε καρτερικά την υπογραφή του Υπουργού επί τρεις μήνες, προκύπτει και από την από 15-10-1994 έκθεση των γεωπόνων Ι.

Θ. και Π. Λ., στην οποία αναφέρουν ως διαπίστωση ότι η ενάγουσα είχε καλλιεργήσει σιτάρι ποικιλίας YIEGORA μικρού βιολογικού κύκλου, η σπορά του οποίου μπορεί να πραγματοποιηθεί στις αρχές της ανοίξεως. Η διαπίστωση αυτή πλήρως αποδυναμώνει το επιχείρημα της ενάγουσας ότι η σπορά του σιταριού η οποία αφορά το μεγαλύτερο μέρος των καλλιεργειών (1.170 στρέμματα κατά την αγωγή) δε μπορεί να πραγματοποιηθεί την άνοιξη.

Μόνη η κατάθεση του μάρτυρα συζύγου της δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση ούτε σε συνδυασμό προς τις εικασίες που διατυπώνει το εναγόμενο στο σημείωμά του στη δίκη των ασφαλιστικών, πριν να ολοκληρωθεί η έρευνά του για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η αυθαίρετη είσοδος της ενάγουσας και προς τα αναφερόμενα για τις ενέργειες του συζύγου της ενάγουσας σε κατάθεση υπηρετούντος στην 117 ΠΜ στα πλαίσια ΕΔΕ σε βάρος του τελευταίου και όχι για την ένδικη υπόθεση.

Εξάλλου, και ως προς την υπαιτιότητα που αποδίδει η ενάγουσα στο εναγόμενο για την μη τυπική ολοκλήρωση της καταρτισθείσας κατά την άποψή της μισθώσεως, άλλως για την από υπαιτιότητά του μη κατάρτιση της συμβάσεως και για την καθ' υπέρβαση των ορίων που τίθενται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, συμπεριφορά του αποδεικνύονται τα εξής:

Πέραν του ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν κατακυρώθηκε στην ενάγουσα πλειοδοτικός διαγωνισμός, αλλά τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων που έλαβαν χώρα μετά την κρίση του Δ.Σ. του εναγομένου, ότι δις διενεργηθείς διαγωνισμός είναι ασύμφορος και ως εκ τούτου μη επιτραπεί η εκμίσθωση είτε υπό τους όρους του διαγωνισμού είτε υπό νέους (αρ. 39 παρ. 2 πδ 715/1979) και από τους γενικούς όρους του προηγηθέντος διαγωνισμού που αποτελούσαν το περιεχόμενο της σχετικής διακήρυξης, συνάγεται η βούληση του εναγομένου να εισπράττει προκαταβολικώς και σε μετρητά το μίσθωμα του 1ου εξαμήνου της μισθώσεως και εγγυητική επιστολή καλύπτουσα το επόμενο εξάμηνο και εναπόκειται στην κυριαρχική βούληση κατόπιν αιτήσεως του πλειοδότη να δέχεται αντί μετρητών την κατάθεση εγγυητικής επιστολής κατά την υπογραφή της σύμβασης (άρθρο 15 παρ. 2αβ, 7 των γενικών όρων), η δε αναφορά σε χρήση γεωργικού έτους, αφορούν τη συγκεκριμένη διακήρυξη που απέβλεπε σε μίσθωση από 1-9-1993 έως 31-7-1994 και επομένως κατά την έννοια του ως άνω όρου, σε περίπτωση καθυστέρησης ενάρξεως της μίσθωσης οι υποχρεώσεις του μισθωτή μετατοπίζονται χρονικά, με χρόνο έναρξης αυτών την έναρξη της μίσθωσης.

Επίσης, εν γνώσει του ότι η έναρξη της σύμβασης θα βραδύνει αρκετά ενόψει του ότι αναγκαίως υπέκειτο στην έγκριση του Υπουργού Εθνικής Αμύνης. Ήταν, επομένως, σύμφωνη προς τους ως άνω όρους η θέση από το εναγόμενο στην πρόσκλησή του για υπογραφή της συμβάσεως ως προϋπόθεση της καταβολής σε μετρητά του μισθώματος του διαστήματος από 1-4-1994 έως 31-8-1994 και της κατάθεσης εγγυητικής επιστολής προς κάλυψη του μισθώματος του επόμενου εξαμήνου και κατ' ακολουθίαν οι ρηματικές και μόνο προσφορές της αιτούσας στις αρχικές αιτήσεις της δεν ήταν προσήκουσες.

Ως εκ τούτου και εφόσον δεν προσήλθε προς υπογραφή της συμβάσεως μέσα στην ταχθείσα αρχική αλλά και κατά παράταση προθεσμία, το εναγόμενο είχε εκ του νόμου (άρθρο 44 παρ. 1, 3 πδ 715/1979), αλλά και σύμφωνα με τους γενικούς όρους της διακήρυξης το δικαίωμα να την κηρύξει έκπτωτη και να διατάξει την κατάπτωση της κατατεθειμένης εγγυήσεως, η άσκηση δε του δικαιώματός του αυτού δεν ήταν καταχρηστική εφόσον όχι μόνο το αίτημα για μετατροπή της υποχρέωσης καταβολής μετρητών με κατάθεση εγγυητικής επιστολής δεν είχε υποβληθεί πριν από την κήρυξη της ενάγουσας έκπτωτης, αλλά και γιατί και από τις μετά το γεγονός αυτό επιστολές της (από 14-4-1994 και από 20-4-1994) προκύπτει η πραγματική της οικονομική αδυναμία να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της μίσθωσης (λόγω της οποίας άλλωστε κηρύχθηκε έκπτωτη).

Σημειωτέον εξάλλου, ότι ακόμη κι αν εντός της προθεσμίας είχε υποβληθεί αίτημα για κατάθεση εγγυητικής επιστολής αντί καταβολής μετρητών για το μίσθωμα του διαστήματος 1-4-1994 έως 31-8-1994, δικαίωμα και όχι υποχρέωση είχε το εναγόμενο να το κάνει δεκτό και μόνο το γεγονός ότι στο παρελθόν είχε κάνει δεκτό αίτημα του προηγούμενου μισθωτή, συζύγου της ενάγουσας, υπό περιστάσεις που δεν προέκυψαν, δεν θα καθιστούσε την άσκηση του δικαιώματος αυτού καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Κατ' ακολουθίαν όλων όσων προαναφέρθηκαν ότι αποδείχθηκαν συνάγονται τα εξής: α) Ουδέποτε καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μισθώσεως της εκτάσεως των 1.827 στρεμμάτων ελευθέρων χώρων του αεροδρομίου της Ανδραβίδας, εφόσον δεν υπογράφηκε το αναγκαίο, ως συστατικός τύπος της εν λόγω συμβάσεως, έγγραφο (άρθρο 44 παρ. 2 νδ 715/1979), το δε εναγόμενο, εντός των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ επικαλείται τη μη τήρηση του τύπου, ενόψει του ότι με καμία ενέργειά του δεν δημιούργησε στην ενάγουσα πεποίθηση καταρτίσεως της συμβάσεως, δεν την εγκατέστησε στη χρήση του μισθίου, αλλά αντιθέτως της δήλωσε ότι δεν είναι επιτρεπτή πριν από την υπογραφή της συμβάσεως.

Ως εκ τούτου η ενάγουσα δεν έχει αξίωση από μίσθωση λόγω μη παραχωρήσεως της χρήσης του μισθίου όπως αβασίμως υποστηρίζει στην αγωγή της, β) Η ματαίωση καταρτίσεως της συμβάσεως οφείλεται σε υπαιτιότητα της ενάγουσας, η οποία δεν προσήλθε μέσα στην προθεσμία να υπογράψει τη σύμβαση κατά τη σχετική πρόσκληση του εναγομένου, η οποία διαλάμβανε νόμιμες και σύμφωνες και με τους γενικούς όρους της διακηρύξεως προϋποθέσεις, γ) Η κήρυξη της ενάγουσας έκπτωτης από το εναγόμενο δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη τα συναλλακτικά ήθη και ο σκοπός του δικαιώματος, εφόσον δεν του υποβλήθηκε εντός της τασσομένης με τις προσκλήσεις του προθεσμίας καν από αυτή αίτημα για μετατροπή της υποχρεώσεώς της προς καταβολή μετρητών με υποχρέωση κατάθεσης εγγυητικής επιστολής, δ) Η απαγόρευση της εισόδου στον χώρο της υπό μίσθωση εκτάσεως δεν ήταν καταχρηστική, εφόσον δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της ενάγουσας περί εγκαταστάσεώς της σ' αυτούς από το ίδιο διά των προστηθέντων οργάνων του ήδη από το Δεκέμβριο 1993 και ότι αναπτύχθηκαν σ' αυτό καλλιέργειες με την ανοχή του, αλλ' αντιθέτως αποδείχθηκε ότι οι καλλιέργειες έλαβαν χώρα αυθαιρέτως και χωρίς συναίνεση, μετά τις 24-3-1993, το δε εναγόμενο ευθύς ως έλαβε γνώση της προσβολής της νομής του εναντιώθηκε και ενήργησε την απαγόρευση προς προστασία του.

Συνεπώς, δεν υφίσταται υποχρέωση του εναγομένου για αποζημίωση της ενάγουσας ούτε κατά τις διατάξεις των άρθρων 197, 198 ΑΚ (ανεξάρτητα από το ότι οι επικαλούμενες ζημίες της, οι οποίες υπερακοντίζουν το, τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο, με το γεγονός ότι δεν τήρησε αρνητική στάση διότι πίστευε στην κατάρτιση της σύμβασης που ματαιώθηκε με το αποδιδόμενο στο εναγόμενο και μη αποδεικνυόμενο, κατά τα προαναφερόμενα, πταίσμα κατά τις διαπραγματεύσεις, αρνητικό διαφέρον αφού δεν περιορίζονται σε δαπάνες αλλά περιλαμβάνουν και διαφυγόντα κέρδη, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ποιες ακριβώς ποσότητες από κάθε καλλιέργεια συγκόμισε, ε) Οι εξώδικες ομολογίες της ενάγουσας, που περιέχονται στο από 16-6-1994 ιδιωτικό συμφωνητικό των διαδίκων ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Τέλος, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η περιεχόμενη στο ίδιο συμφωνητικό δήλωση βουλήσεως της ενάγουσας περί παραιτήσεως από τις έναντι του εναγομένου αξιώσεις της για αποζημίωση (η γένεση των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποδείχθηκε) είναι προϊόν απειλής κατά την έννοια του άρθρου 150 ΑΚ. Κατ' ακολουθίαν, η αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική βάση της.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 ΑΚ αναφερόμενη στο περιεχόμενο των γενικών όρων διακηρύξεως (πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 2251/1994 και 93 οδηγίας της ΕΟΚ δεν υφίσταται εν προκειμένω εφόσον οι ως άνω διατάξεις αναφέρονται στο καταναλωτικό κοινό, στο εύρος του οποίου δεν εμπίπτει ο μετέχων σε πλειοδοτικό διαγωνισμό για την εκμίσθωση ακινήτου από ΝΠΔΔ) 281 ΑΚ και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στους λόγους της εφέσεως είναι αβάσιμα. Επομένως, η έφεση πρέπει να απορριφθεί ...".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 574, 575, 383, 385, 914, 197-199, 173, 200 Α.Κ., 1 παρ. 3, 4 και 29 αρ. 5 του ν. 2251/1994, των οποίων, με βάση τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής.

Ειδικότερα, δεν πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δεν δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: 1) Η με ρητό όρο της δημοπρασίας, για την εκμίσθωση από το αναιρεσίβλητο των 1.827 στρεμμάτων καλλιεργήσιμης έκτασης του αεροδρομίου της 117 Π.Μ., υποχρέωση του αναδεικνυόμενου πλειοδότη να προκαταβάλει πριν από την υπογραφή του συμφωνητικού μισθώσεως το ήμισυ του μισθώματος του πρώτου καλλιεργητικού έτους με τα έξοδα δημοσιεύσεων και εγγυητική επιστολή για το 10% του υπόλοιπου μισθώματος του ίδιου καλλιεργητικού έτους (που αντιστοιχεί στο Β' εξάμηνο), υποχρέωση η οποία, επί καθυστερήσεως ολοκληρώσεως της δημοπρασίας δεν ατονούσε, εφόσον ο υπολειπόμενος χρόνος επαρκούσε για την πραγματοποίηση της καλλιέργειας στο διανυόμενο καλλιεργητικό έτος. 2) Η ανάδειξη της αναιρεσείουσας πλειοδότριας της δημοπρασίας, κατά την ολοκλήρωση της οποίας είχε ήδη προβεί στην καλλιέργεια του μισθίου με σίτο η αναιρεσείουσα και η μη εκπλήρωση του γενόμενου από την ίδια αποδεκτού, με τη συμμετοχή της στη δημοπρασία, όρου αυτής, για προκαταβολή του ημίσεως μισθώματος του πρώτου μισθωτικού έτους, παράλειψη η οποία δικαιολογούσε την άρνηση του αναιρεσίβλητου να συγκατατεθεί στην κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως και να παραδώσει τη χρήση του μισθίου στην αναιρεσείουσα. 3) Η μη ανταπόκριση της αναιρεσείουσας στην προσυμβατική αυτή υποχρέωσή της και μετά την προς αυτό παροχή προθεσμίας κατά χάρη από το αναιρεσίβλητο και η αναγνώρισή της ότι προέβη στην καλλιέργεια της δημοπρατηθείσας για εκμίσθωση εκτάσεως πριν από την ολοκλήρωση της δημοπρασίας, χωρίς συγκατάθεση του αναιρεσίβλητου ή προστηθέντων οργάνων του (117 Π.Μ.). 4) Η κατά παραχώρηση, από λόγους επιείκειας και χωρίς οποιαδήποτε συμβατική δέσμευση ή αντάλλαγμα, παροχή από το αναιρεσίβλητο προς την αναιρεσείουσα άδειας εισόδου στην ως άνω, χωρίς έννομη σχέση καλλιεργηθείσα από την τελευταία εδαφική έκταση, για τη συντήρηση της καλλιέργειας και συγκομιδή των καρπών προς ίδιο και μόνον όφελος αυτής. 5) Η συστηματική παρελκυστική τακτική της αναιρεσείουσας με διαρκώς μεταβαλλόμενες προτάσεις παραχωρήσεων προς αυτή και ενστάσεων, προς το σκοπό εξοικονομήσεως χρόνου μέχρι τη συγκομιδή των καρπών από την αυθαιρέτως καλλιεργηθείσα από αυτή εδαφική έκταση του αναιρεσίβλητου και η παράλειψή της να προσκομίσει, μέσα στην εύλογη προθεσμία που της τάχθηκε κατά χάρη για την καταβολή του ημίσεως μισθώματος του πρώτου μισθωτικού έτους, ισόποση εγγυητική επιστολή με αίτημα αποδοχής της από το αναιρεσίβλητο, ώστε να μην κηρυχθεί έκπτωτη από τη δημοπρασία.

Με τα περιστατικά αυτά δεν θεμελιώνεται: α) Ευθύνη του αναιρεσίβλητου από έγκυρη σύμβαση προς αποζημίωση της αναιρεσείουσας, αφού υπήρξε υπαίτια αθέτηση ανειλημμένης κατά τη δημοπρασία υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας για προκαταβολή μέρους του μισθώματος και στη συνέχεια ματαίωση της μισθωτικής συμβάσεως.

β) Ευθύνη από αδικοπραξία (και με τη μορφή της καταχρήσεως δικαιώματος), αφού δεν εκδηλώθηκε από το αναιρεσίβλητο αδιαφορία για ζημία της αναιρεσείουσας που μπορούσε να προλάβει, αλλά αντίστροφα. γ) Ευθύνη του αναιρεσίβλητου (κατά την επικουρική βάση της αγωγής) από τις διαπραγματεύσεις, προς κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως, δηλαδή από την έκδοση της διακηρύξεως της δημοπρασίας μέχρι την κατακύρωση, αφού οι διαπραγματεύσεις ολοκληρώθηκαν με την κατακύρωση του μισθίου υπέρ της αναιρεσείουσας και από πταίσμα της τελευταίας στο τελικό στάδιο δεν καταρτίσθηκε η μισθωτική σύμβαση με την αναιρεσείουσα ούτε με άλλο πρόσωπο, επί ζημία του αναιρεσίβλητου.

Επίσης δεν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173, 200 ΑΚ), με εσφαλμένη μη εφαρμογή τους, εφόσον το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία σε δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, ώστε να ανακύπτει ανάγκη προσφυγής του στους εν λόγω ερμηνευτικούς κανόνες και να θεμελιώνεται από την παράλειψή του αναιρετική πλημμέλεια.

Τέλος, για το αναιρεσίβλητο, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, που δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα, παρέχοντας κατά την διαχείριση προϊόντα ή υπηρεσίες σε καταναλωτές, δεν εφαρμόζονται κατά τη διαχείριση της ιδιωτικής του περιουσίας οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 5 του ν. 2251/1994 για την προτίμηση της δυσμενέστερης για τον καταναλωτή ερμηνευτικής εκδοχής επί συλλογικής, δικαστικής προστασίας και επί ερμηνείας γενικά μονομερώς διατυπωθέντος από τον προμηθευτή ή τρίτο για λογαριασμό του, γενικού όρου των συναλλαγών.

Επομένως, οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος από το αναιρετήριο και πρώτος από το πρόσθετο δικόγραφο λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκλησή τους πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ, 1 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 527 αρ. 1, 534 και 536 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, ως συνέπεια της καθιερούμενης με τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ διαθετικής αρχής, περιορίζει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να ερευνήσει μόνο τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης ή αντέφεσης και τους προτεινόμενους στη συνέχεια προς υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, ισχυρισμούς του εφεσίβλητου, χωρίς να δύναται να εκδώσει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα ή αντεκκαλούντα απόφαση πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εκδίκαση της ουσίας της υποθέσεως.

Εφόσον οι λόγοι έφεσης και αντέφεσης, αφορούν τη νομιμότητα και το παραδεκτό της αγωγής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι επιτρεπτό, πριν εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή λόγου έφεσης ή αντέφεσης, να εκδώσει επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση (ΑΠ 192/1998), ακόμα και με αντικατάσταση των αιτιολογιών της πρωτόδικης απόφασης, με ισοδύναμο προς αυτή δεδικασμένο, έξω από τα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης ή αντέφεσης γιατί διαφορετικά υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ (ΑΠ 829/2007, ΑΠ 1681/1988).

Με τον τέταρτο από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στο Εφετείο η μομφή ότι παρά το νόμο ερεύνησε την επικουρική βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας, που είχε απορριφθεί πρωτοδίκως, ενώ δεν υπήρχε σχετικός λόγος έφεσής της. Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) της πρωτόδικης αποφάσεως και της κατ' αυτής εφέσεως της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι με την πρώτη μεν απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολό της ως προς όλες τις ιστορικές και νομικές βάσεις της, με τη δεύτερη δε προσβάλλεται η πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της, δηλαδή ως προς την απόρριψη όλων των σωρευομένων βάσεων αυτής.

Επομένως, (ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να προβάλλει την παραπάνω αιτίαση), το Εφετείο με το να επανεξετάσει το σύνολο των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας και να αντικαταστήσει μερικώς τις αιτιολογίες της πρωτόδικης αποφάσεως δεν έλαβε υπόψη, παρά το νόμο, πράγματα που δεν προτάθηκαν και ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 556 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, της παραβίασης από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του νόμου σε σχέση με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποίου ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού μέσου, γ) ποια η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο αποδεικτικό μέσο, διαφορετική από την οριζόμενη με το νόμο και δ) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 354/1993, 441/1993).

Με τον πέμπτο από το άρθρο 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παραβίασε τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, μη δεχόμενη ότι προέκυπτε πλήρης απόδειξη επί μέρους θεμάτων της εφέσεως, που περιλαμβάνονταν στα πρακτικά του Μονομελούς και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τα οποία εξέδωσαν τις 1943/1998 και 4034/2004 αποφάσεις τους αντιστοίχως, στο αρ. πρωτ. 1178/1998 έγγραφο της Δ/νσης Γεωργίας της Νομαρχίας Ηλείας, στο αντίγραφο του αρ. πρωτ. 59/17-2-1993 έγγραφο της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Λεχαινών, στην από 15-10-1994 ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη, στην αρ. πρωτ. .../17-11-1997 ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδίκη Μυρτουντίων, στις με αρ. 11386/1993 και 11636/1993 βεβαιώσεις της Νομαρχίας Ηλείας, στην από 2-11-1994 έκθεση διοικητικής εξέτασης του Ν. Ρ. και αντίγραφο σημειώματος του αναιρεσίβλητου. Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο ποιά είναι η δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί από το Εφετείο, ποια η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σε καθένα από αυτά, διαφορετική από την οριζόμενη με το νόμο, προς απόδειξη ποίου ισχυρισμού έγινε η επίκληση και προσκόμισή τους και σε τι συνίσταται το σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 12 του ΚΠολΔ, είναι αόριστος.

Η κατά το άρθρο 559 αρ. 1 περ. β'του ΚΠολΔ παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, όταν αυτά λαμβάνονται ή δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, δηλαδή την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν χρησιμοποιούνται για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την εκτίμηση των αποδείξεων ή την ερμηνεία των δικαιοπραξιών (Ολ.ΑΠ 23/1988, ΑΠ 1609/1987, 377/1998).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ποια διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, β) ο κανόνας δικαίου, στου οποίου την εξειδίκευση εσφαλμένα δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν και γ) σε τι συνίσταται η παράβαση. Στην υπόψη περίπτωση με τον δεύτερο και τελευταίο του προσθέτου δικογράφου, από το άρθρο 559 αρ. 1β του ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στο Εφετείο η μομφή ότι με το να δεχθεί, ότι η από την αναιρεσείουσα "ανάπτυξη καλλιεργειών στους ελεύθερους χώρους του αεροδρομίου Ανδραβίδας έγινε μετά την κοινοποίηση της πρόσκλησης για υπογραφή της σύμβασης αυθαιρέτως και χωρίς άδεια των υπευθύνων της 117 ΠΜ, που ήταν επιτετραμένοι από το αναιρεσίβλητο για την επίβλεψη των χώρων διαχειρίσεώς του και την εκτέλεση της συμβάσεως που επρόκειτο να καταρτισθεί, οι οποίοι ουδέποτε την εγκατέστησαν στη χρήση των χώρων αυτών και απλώς επέτρεπαν την είσοδό της στις γεωργικές εκτάσεις πειθόμενοι στους ισχυρισμούς της ότι ενόψει της συμβάσεως που θα υπέγραφε θέλει να προβεί σε ελέγχους και στη συντήρηση του δικτύου αρδεύσεως του προηγούμενου μισθωτή συζύγου της και στη εντόπιση εργασιών διαμορφώσεως του εδάφους", που εμπεριέχει κρίση εξαπάτησης των οργάνων της 117 ΠΜ, παραβίασε, κατά την υπαγωγή των ως άνω περιστατικών στον κανόνα του άρθρου 147 ΑΚ, το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι στρατιωτικές μονάδες φυλάσσονται με ιδιαίτερη προσοχή και ανελλιπώς.

Επομένως, εφόσον τα ως άνω περιστατικά, με τα οποία συνδυάζεται η παραβίαση διδάγματος κοινής πείρας, αφορούν την εκτέλεση από την αναιρεσείουσα υλικών πράξεων και όχι δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεώς της, ώστε να εμπίπτει η παραπλάνηση οργάνων του αναιρεσίβλητου στην προσβαλλόμενη ευθεία παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 147 ΑΚ, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 1 β του ΚΠολΔ τελευταίος από το πρόσθετο δικόγραφο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03-08-2009 αίτηση και το από 03-01-2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθ. 6284/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ