Supreme Court dismisses appeal for insufficient reasoning and failure to consider tenant's claim of abuse of rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding a rent dispute. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning and ignored his claim that the landlords abused their rights by delaying rent payments. The court ruled that the lower court did consider these arguments and found them unsubstantiated by the evidence, thus rejecting the appeal on both grounds.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19) & Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal for insufficient reasoning is inadmissible when the lower court's decision contains complete but summary reasons, and an appeal for failure to consider arguments is inadmissible when the lower court has explicitly addressed and rejected those arguments based on the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 892 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 892/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βρέλλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χαρίκλειας Ρουμπελάκη του Γεωργίου, 2) Σοφίας Ρουμπελάκη του Γεωργίου, κατοίκων Ηρακλείου Κρήτης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Μηλιαράκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 398/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 61/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/3/2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 5/2/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτει πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται σε συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνούμενης διάταξης του άρθρ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγουσες, με το από 1-6-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, εκμίσθωσαν στον εναγόμενο ένα ισόγειο κατάστημα, με τον περιβάλλοντα αυτό χώρο, ιδιοκτησίας αυτών, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου της καθεμιάς, το οποίο βρίσκεται στη Λ. ..., αρ. ..., στη ..., για οκτώ χρόνια, από 1-6-1998 μέχρι την 1-6-2006, με μηνιαίο μίσθωμα 180.000 δραχμές, προκαταβαλλόμενο στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα και αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος κατά το ποσό των 10.000 δραχμών, για να χρησιμοποιηθεί από το μισθωτή ως οβελιστήριο, ταβέρνα, εστιατόριο, σνακ μπαρ, καφετέρια.
Οι εκμισθώτριες παρέδωσαν τη χρήση του μισθίου στο μισθωτή εναγόμενο, ο οποίος το παρέλαβε και έκτοτε έκανε χρήση αυτού, κατά το σκοπό της μισθώσεως. Το μίσθωμα, με βάση τον όρο του συμφωνητικού για την κατ' έτος αναπροσαρμογή την 1η Ιουνίου κάθε έτος, κατά το ποσό των 10.000 δραχμών, ανερχόταν το Μάϊο 2005 στο ποσό των 800 ευρώ, από την 1-6-2005 στο ποσό των (850+29,34)=829,34 ευρώ και από την 1-6-2006 στο ποσό των (829,34+29,34)=858,68 ευρώ.
Για το ύψος του μισθώματος την 1-6-2005, με την αναπροσαρμογή αποδεικνύονται ειδικότερα τα παρακάτω: Οι ενάγουσες, στην από 8-7-2005 αγωγή τους, ισχυρίστηκαν ότι το μίσθωμα από την 1-6-2005 ανερχόταν στο ποσό των 829,34 ευρώ, με βάση το μίσθωμα ποσού 800 ευρώ του Μαΐου 2005 και την ετήσια αναπροσαρμογή την 1η Ιουνίου κάθε έτους, ότι ο εναγόμενος δεν είχε καταβάλει τα μισθώματα των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2005, ποσού 829,34 ευρώ κάθε μήνα και συνολικά ποσού 1.658,68 ευρώ, το οποίο και ζητούσαν να τους καταβληθεί.
Ο εναγόμενος, την 25-7-2005, κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων τα μισθώματα των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2005, συνολικού ποσού 1.678 ευρώ, ήτοι 839 ευρώ για κάθε μήνα, και με την από 5-8-2005 εξώδικη πρόσκληση-διαμαρτυρία, που επέδωσε, την 11-8-2005, στις ενάγουσες, ενημέρωσε αυτές για την κατάθεση του παραπάνω συνολικού ποσού, στην οποία προέβη, χωρίς να διατυπώσει καμιά αντίρρηση για το ύψος καθενός των οφειλομένων μισθωμάτων και την επικαλούμενη από τις ενάγουσες στο δικόγραφο της αγωγής ετήσια αναπροσαρμογή από την 1-6-2005.
Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε, την 28-2-2006, η 111/2006 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό ότι το μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε την 1-6-2005 στο ποσό των 829,34 ευρώ. Αν το μίσθωμα είχε συμφωνηθεί, με νεότερη συμφωνία των διαδίκων, να αναπροσαρμόζεται την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους και όχι την 1η Ιουνίου, βάσει του από 20-5-1998 συμφωνητικού μισθώσεως, τότε ο εναγόμενος, στο εξώδικο προς τις ενάγουσες, θα είχε επικαλεστεί μια τέτοια συμφωνία μεταξύ τους.
Ο εναγόμενος επικαλέστηκε ένα έγγραφο, με τίτλο "συμφωνητικό", με ημερομηνία 1-1-2000, ως νεότερη συμφωνία των διαδίκων. Οι ενάγουσες αμφισβήτησαν τη γνησιότητα του εγγράφου αυτού, ισχυριζόμενες ότι δεν συνήψαν τέτοια συμφωνία με τον εναγόμενο και ότι η μοναδική υπογραφή σ' αυτό στη θέση υπογραφής εκμισθωτή δεν είναι δική τους.
Ο εναγόμενος δεν απέδειξε τη γνησιότητα του εγγράφου αυτού, κατά συνέπεια ο ισχυρισμός του ότι με βάση αυτό το έγγραφο είχε σχηματίσει την εντύπωση ότι η αναπροσαρμογή του μισθώματος θα γινόταν πλέον την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους είναι αβάσιμος. Με βάση όλα τα παραπάνω στοιχεία, το Δικαστήριο κρίνει, ότι για την αναπροσαρμογή του μισθώματος δεν υπήρξε καμιά νεότερη συμφωνία των διαδίκων, τροποποιητική της από 20-5-1998 συμφωνίας, και αυτή εξακολούθησε να γίνεται την 1η Ιουνίου κάθε έτους, με βάση το συναφθέν την 20-5-1998 συμφωνητικό, ο δε αντίθετος ισχυρισμός του εκκαλούντος, που περιλαμβάνεται στο με στοιχείο 2α λόγο εφέσεως, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι ο εναγόμενος, αν και έκανε ανενόχλητα χρήση του μισθίου, κατά τη σύμβαση, δεν κατέβαλε, από δυστροπία του, τα μισθώματα εμπρόθεσμα εντός των τριών πρώτων ημερών, κατά το σχετικό όρο της συμβάσεως, αλλά εκπρόθεσμα. Συγκεκριμένα, το μίσθωμα του Μαΐου 2006 κατέβαλε κατά το ποσό των 800 ευρώ την 17-5-2006, το μίσθωμα του Ιουνίου 2006, κατά το ίδιο ποσό, κατέβαλε την 4-7-2006, τα μισθώματα των μηνών Ιουλίου και Αυγούστου 2006, κατά τα ίδια ποσά, κατέβαλε την 18-8-2006, το μίσθωμα Σεπτεμβρίου 2006 την 9-10-2006, μετά δε την άπρακτη πάροδο και της προθεσμίας καταβολής του μισθώματος του Οκτωβρίου 2006, οι ενάγουσες άσκησαν την από 10-10-2006 αγωγή, επί της οποίας η εκκαλούμενη απόφαση.
Το μίσθωμα του Οκτωβρίου 2006 καταβλήθηκε την 3-11-2006, μαζί με το μίσθωμα του Νοεμβρίου 2006, το οποίο και αυτό καταβλήθηκε εμπρόθεσμα. Όλα τα παραπάνω μισθώματα των μηνών Μαΐου 2006 έως και Νοεμβρίου 2006 κατατέθηκαν εκπρόθεσμα στον τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, που τηρούσαν οι ενάγουσες στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, κατά τη σχετική συμφωνία τους, που συνήφθη μετά τη συζήτηση της από 8-7-2005 προγενέστερης αγωγής των εναγουσών.
Αφού για την καταβολή του μισθώματος είχε συμφωνηθεί να γίνεται αυτή εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μήνα, δεν χρειαζόταν όχληση, ώστε ο εναγόμενος να περιέλθει σε υπερημερία καταβολής καθενός των μισθωμάτων αυτών. Στις 4-12-2006 ο εναγόμενος κατέθεσε το μίσθωμα του Δεκεμβρίου 2006 ποσού 858,68 ευρώ. Επιπλέον, ο εναγόμενος δεν είχε καταβάλει εμπρόθεσμα, με τις καταβολές στις οποίες είχε προβεί και το ποσό της συμφωνημένης αναπροσαρμογής για τους παραπάνω μήνες, ειδικότερα το ποσό των 29,34 ευρώ για το μήνα Μάϊο 2006 και το ποσό των 58,68 ευρώ για καθένα των μηνών από τον Ιούνιο 2006 μέχρι και τον Οκτώβριο 2006, κατέβαλε δε τα ποσά αυτά μαζί με τις διαφορές και άλλων μηνών την 28-11-2006, με το δικαστικό επιμελητή της περιφερείας Πρωτοδικείου Ηρακλείου ..., με την επίδοση της από 27-11-2006 έμπρακτης προσφοράς μισθωμάτων και δήλωση με επιφύλαξη δικαιωμάτων και κατόπιν της άσκησης της αγωγής, επί της οποίας η εκκαλούμενη απόφαση.
Ενόψει των προαναφερομένων, συνάγεται, ότι ο εναγόμενος καθυστέρησε από δυστροπία του την καταβολή των παραπάνω μισθωμάτων Μαΐου έως Οκτωβρίου 2006, για τα οποία ασκήθηκε η αμέσως παραπάνω αγωγή. Ο εναγόμενος, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, πρόβαλε, ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, της απόδοσης του μισθίου, λόγω δυστροπίας, ένσταση εξοφλήσεως όλων των μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, (την 16-2-2007), μισθωμάτων και ζήτησε τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, με σκοπό την άμεση καταβολή του ποσού αυτών, πέραν των 150 ευρώ, που έχουν ήδη καταβληθεί, και την κατάργηση της δίκης και ως προς τη βάση αυτή.
Οι ενάγουσες, καθ' υποφορά, στην αγωγή τους, είχαν ήδη ισχυριστεί, ότι υπάρχει επανειλημμένη δυστροπία του εναγομένου ως προς την καταβολή του μισθώματος, επικαλούμενοι ειδικότερα ότι είχαν ασκήσει κατ' αυτού την από 8-7-2005 προγενέστερη αγωγή τους, ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, για απόδοση μισθίου, λόγω λήξεως της μισθώσεως, με καταγγελία, με την αγωγή, ότι ο εναγόμενος κατέβαλε καθυστερημένα τα μισθώματα των μηνών Οκτωβρίου, Δεκεμβρίου 2004, Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2005, Μαρτίου, Απριλίου και Μαΐου 2005, ότι όφειλε τα μισθώματα των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2005, ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 111/2006 απόφαση του δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, γιατί ο εναγόμενος κατέβαλε τα πράγματι οφειλόμενα μισθώματα εντός μηνός από την καταγγελία της μίσθωσης, με την αγωγή, ότι ο εναγόμενος συνεχίζει μέχρι και την άσκηση της αγωγής, επί της οποίας η εκκαλούμενη απόφαση, να καθυστερεί, υπαίτια, την καταβολή του μισθώματος και να καταβάλει μικρότερο μίσθωμα από το συμφωνημένο.
Περαιτέρω, οι ενάγουσες, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αρνήθηκαν την ένσταση αυτή και δήλωσαν ότι έχουν καταβληθεί όλα τα μισθώματα μέχρι και το μήνα Φεβρουάριο 2007. Η ένσταση επανειλημμένης δυστροπίας, παραδεκτά προβλήθηκε, καθ' υποφορά, με το δικόγραφο της αγωγής και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 66 Εισ ΝΚΠολΔ και 661 ΚΠολΔ.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε τα ίδια, δεν έσφαλε, ο δε πρώτος λόγος της εφέσεως με στοιχείο 1α, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι δηλαδή η ένσταση αυτή δεν προβλήθηκε νομότυπα κατά την έναρξη της δίκης, είναι αβάσιμος. Οι ενάγουσες, στην προσθήκη, αντίκρουση των προτάσεων, που κατάθεσαν μετά τη συζήτηση της αγωγής, ισχυρίστηκαν, ότι αποδείχτηκε η επανειλημμένη δυστροπία του εναγομένου, ότι από το αντίγραφο του λογαριασμού της Εθνικής Τράπεζας, όπου καταβαλλόταν το μίσθωμα από το Δεκέμβριο 2005, προκύπτει ότι ο εναγόμενος καθυστέρησε την καταβολή του μισθώματος σε επτά περιπτώσεις, ήτοι του Δεκεμβρίου 2005 το κατέθεσε στις 9-12-2005.
του Μαΐου 2006 την 17-5-2006, του Ιουνίου 2006 την 4-7-2006, του Ιουλίου 2006 την 18-8-2006, του Αυγούστου 2006 την 18-8-2006, του Σεπτεμβρίου 2006 την 9-10-2006 και του Οκτωβρίου 2006 την 3-1-2006. Η αναφορά αυτή των εναγουσών στην προσθήκη αντίκρουση των προτάσεων αποτελεί σχολιασμό των αποδείξεων και όχι προβολή αντένστασης επανειλημμένης δυστροπίας, ούτε αποτελεί μεταβολή, κατά τα πραγματικά περιστατικά, της βάσης της αντένστασης επανειλημμένης δυστροπίας, που είχε προβληθεί, κατά τα παραπάνω, καθ' υποφορά, με την αγωγή, αφού η αντένσταση στο δικόγραφο της αγωγής είχε ως ιστορική βάση την υπερημερία (δυστροπία) καταβολής των μισθωμάτων, για τα οποία η αγωγή, επί της οποίας η εκκαλούμενη απόφαση, και την υπερημερία καταβολής των μισθωμάτων, για τα οποία η προγενέστερη, από 8-7-2005 και με αρ.
εκθ. κατ. 3085/2005, αγωγή, επί της οποίας η 111/2006 απόφαση του ιδίου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για την κατά νόμο στήριξη του επανειλημμένου της υπερημερίας καταβολής των μισθωμάτων και του σχετικού ισχυρισμού των εναγουσών. Κατά συνέπεια ο με στοιχείο 1β επικουρικά προβαλλόμενος λόγος εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι εσφαλμένα έγινε δεκτή η αντένσταση, γιατί με την προσθήκη έγινε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης αυτής, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος μάλιστα σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Συνακόλουθα, είναι αβάσιμος ο ίδιος λόγος και κατά το με στοιχείο 1γ επικουρικό μέρος του, κατά τον οποίο, αντιφατικά μάλιστα, υποστηρίζεται, ότι στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί επιτρεπτή η μεταβολή της βάσης της αντένστασης, η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα δεν εξέτασε κατ ουσία την αντένσταση, "με τη μεταβεβλημένη βάση της".
Ο εναγόμενος, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, και αναφορά στις προτάσεις, που κατέθεσε, πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι η ολιγοήμερη καθυστέρηση της καταβολής ελαχίστων μισθωμάτων οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη, καθόσον το Μάϊο 2006 ενημέρωσε τη δεύτερη εναγομένη για σοβαρή πιθανότητα να υπάρξουν τους επόμενους του Μαΐου 2006 κάποιες καθυστερήσεις στους χρόνους κατάθεσης των ποσών των μισθωμάτων και της εξήγησε τους λόγους ανωτέρας βίας και τη διαβεβαίωσε ότι αυτή και η συνεκμισθώτρια δεν θα χάσουν τα μισθώματα, η δεύτερη ενάγουσα συμφώνησε, συμφωνία στην οποία προσχώρησε και η πρώτη, με την μη διαμαρτυρία ή όχληση εκ μέρους της, με βάση δε αυτή τη συμφωνία κατατέθηκαν τα μισθώματα με κάποια μικρή, αλλά δικαιολογημένη καθυστέρηση.
Από όλα, όμως, τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδεικνύεται, ότι η πρώτη ενάγουσα και στη συνέχεια η δεύτερη συμφώνησαν με τον εναγόμενο το Μάϊο 2006 να καθυστερήσει αυτός για λίγες ημέρες την καταβολή του μισθώματος για μερικούς μήνες μετά το Μάϊο 2006, οι δε καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου, στις ένορκες βεβαιώσεις αυτών και η ανωμοτί κατάθεση του ιδίου του εναγομένου δεν είναι αληθείς (βλ.
βεβαίωση της ΑΑ, η οποία, πρώτη αυτή, καταθέτει, ότι "από το ύφος της Ψ2 καταλάβαμε ότι δεν είχε αντίρρηση"), ενώ, αντίστοιχα, είναι αξιόπιστες και αληθείς οι καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν με φροντίδα των εναγουσών, εφεσίβλητων. Κατά συνέπεια, η καθυστέρηση καταβολής των μισθωμάτων αυτών οφείλεται σε δυστροπία του εναγόμενου για την καταβολή των μισθωμάτων στις ενάγουσες, ο δε ισχυρισμός του εναγομένου ότι η καθυστέρηση της καταβολής των μισθωμάτων οφείλεται στην παραπάνω συμφωνία και ότι αυτή αποτελεί εύλογη αιτία για την καθυστέρηση καταβολής, είναι αβάσιμος κατ' ουσία.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχτηκε η σύναψη της συμφωνίας για την εκπρόθεσμη καταβολή των μισθωμάτων μετά το πρώτο τριήμερο, που ορίζεται στην από 20-5-1998 συμφωνία, σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, ο δε λόγος εφέσεως, με στοιχεία 2β, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο εναγόμενος, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, στο ακροατήριο, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, και αναφορά στις προτάσεις, που κατέθεσε, πρόβαλε ένσταση δεδικασμένου, ως προς τις διαφορές μισθωμάτων, που ζητούσαν οι ενάγουσες με την αγωγή, επί της οποίας η εκκαλούμενη απόφαση, για τη χρονική περίοδο από 1-8-2005 έως 30-11-2005, και ως προς το ότι ο εναγόμενος, σε σχέση με το ζήτημα της επανειλημμένης δυστροπίας, δεν είχε περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας οφειλέτη μέχρι τη συζήτηση της προγενέστερης αγωγής, αλλά οι ενάγουσες είχαν περιέλθει σε υπερημερία δανειστριών, δεδικασμένο, που απορρέει, ως ισχυρίστηκε, από την 111/2006 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου επί της προγενέστερης αγωγής των εναγουσών.
Από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι επί της από 8-7-2005 και με αρ. εκθ. κατ. 3085/2005 αγωγής των ιδίων εναγουσών, κατά του εναγομένου, ενώπιον του ιδίου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με αντικείμενο την καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων, την απόδοση του ιδίου μισθίου ακινήτου, λόγω λύσεως της συμβάσεως μισθώσεως, κατόπιν της καταγγελίας, με την αγωγή, λόγω μη καταβολής μισθωμάτων και εκπρόθεσμης καταβολής αυτών και λόγω κακής χρήσης του μισθίου, εκδόθηκε η 111/2006 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η σωρευόμενη αγωγή αποδόσεως του μισθίου, κατά τη δεύτερη βάση της, ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι η βάση αυτή δεν ασκήθηκε ως επικουρική βάση σε σχέση με την πρώτη βάση της στην καταγγελία, λόγω μη καταβολής μισθωμάτων, αλλά ως κύρια βάση και κατά την πρώτη κύρια βάση ως αβάσιμη κατ' ουσία κατ' άρθρο 597 εδ.
γ ΑΚ, με την αιτιολογία ότι ο εναγόμενος κατέβαλε τα οφειλόμενα κατά την αγωγή μισθώματα και τα έξοδα εντός μηνός από την επίδοση της αγωγής, επιπλέον, απερρίφθη η πρώτη σωρευόμενη αγωγή καταβολής μισθωμάτων, ως αβάσιμη κατ' ουσία, αν και οι ενάγουσες είχαν παραιτηθεί από την τελευταία αυτή αγωγή, με δήλωση στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Οι ενάγουσες, ως ηττηθείσες, δεν αποδέχτηκαν αυτή την απόφαση, αντίθετα μάλιστα, την 7-9-2007, άσκησαν την από 3-9-2007 έφεσή τους κατ' αυτής, της οποίας εκκρεμεί η εκδίκαση, τόσο κατά το μέρος που απερρίφθη η αγωγή, ως προς τη βάση της αποδόσεως του μισθίου, λόγω της καταγγελίας για κακή χρήση του μισθίου, όσο και για τη βάση της απόδοσης του μισθίου, λόγω καταγγελίας, για τη μη καταβολή των μισθωμάτων, ειδικότερα μάλιστα οι ενάγουσες παραπονούνται και για την αιτιολογία της αποφάσεως με την οποία γίνεται δεκτό ότι οι ενάγουσες δεν παραλάμβαναν τα μισθώματα από τον εναγόμενο.
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι ενάγουσες αποδέχτηκαν την 111/2006 απόφαση, καθόσον μετά την έκδοσή της άσκησαν την αγωγή επί της οποίας η κρινόμενη έφεση και στην οποία ανέφεραν την απόφαση αυτή, χωρίς να διατηρήσουν καμιά επιφύλαξη για άσκηση ενδίκου μέσου κατ' αυτής, είναι αβάσιμος, καθόσον οι ενάγουσες, στη νεότερη αγωγή τους, ανέφεραν την απόφαση εκείνη, για την απόρριψη της αγωγής τους, για την απόδοση του μισθίου, που είχαν ασκήσει, με την αιτιολογία ότι ο εναγόμενος είχε καταβάλει όλα τα οφειλόμενα μισθώματα εντός μηνός από την καταγγελία της μίσθωσης με την αγωγή, προέβησαν δε στην αναφορά αυτή για να στηρίξουν την ένσταση επανειλημμένης δυστροπίας, που πρόβαλαν, καθ' υποφορά, με το δικόγραφο της αγωγής αυτής, δεν αποτελεί δε η επίκληση της απόφασης αυτής αποδοχή της, ούτε ρητή, ούτε σιωπηρή, ούτε από την επίκληση αυτή συνάγεται βούληση αποδοχής της, ώστε να μην δικαιολογείται η μεταγενέστερη άσκηση της αγωγής απόδοσης του μισθίου για δυστροπία, λόγω της υπερημερίας καταβολής μισθωμάτων μεταγενέστερου από της πρώτης αγωγής χρονικού διαστήματος, εξ άλλου το αντικείμενο των δύο αυτών αγωγών είναι διαφορετικό κατά το διάστημα των οφειλομένων μισθωμάτων και η άσκηση της νεότερης αγωγής, για καθυστέρηση άλλων, μεταγενέστερων, μισθωμάτων, ως επιδίωξη μεταγενέστερης, νεότερης, αξίωσης αυτού, είτε γίνεται αναφορά στην προηγούμενη αγωγή, είτε όχι, δεν αποτελεί, με τα παραπάνω στοιχεία, αποδοχή της απόφασης επί της προγενέστερης αγωγής.
Κατά συνέπεια η 111/2006 προγενέστερη απόφαση δεν είναι τελεσίδικη και δεν αποτελεί δεδικασμένο για τα ζητήματα της παρούσης κατ' έφεση δίκης σε σχέση με την αγωγή αποδόσεως μισθίου, λόγω δυστροπίας, επί της οποίας αγωγής η εκκαλούμενη απόφαση. Κατόπιν αυτών, ο σχετικός πρώτος με στοιχεία 1ε λόγος της εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι εσφαλμένα δεν έγινε δεκτή η ένσταση δεδικασμένου, λόγω αποδοχής της αποφάσεως από τις ενάγουσες, είναι αβάσιμος.
Συνακόλουθα και ο με στοιχεία 1δ λόγος εφέσεως, κατά τον οποίο εσφαλμένα κρίθηκε, με την εκκαλουμένη, ότι η προγενέστερη αγωγή αποτελούσε νομότυπη προηγούμενη όχληση του εναγομένου, ενώ έπρεπε να γίνει δεκτό ότι από την απόφαση προέκυπτε δεδικασμένο για την κατάσταση υπερημερίας δανειστών, στην οποία είχαν περιέλθει οι ενάγουσες, είναι ομοίως αβάσιμος, εξ άλλου, η 111/2006 απόφαση απέρριψε την αγωγή απόδοσης του μισθίου, λόγω της μη καταβολής των μισθωμάτων με βάση τη διάταξη του άρθρου 597 εδ.
γ' ΑΚ, με την αναγκαία αιτιολογία ότι όλα τα οφειλόμενα μισθώματα καταβλήθηκαν εντός μηνός από την επίδοση της αγωγής, η δε αναφορά, επιπλέον, στην 111/2006 απόφαση, ότι ενάγουσες δεν δέχονταν να εισπράξουν τα μισθώματα των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2005 και ότι ο εναγόμενος στη συνέχεια προέβη σε δημόσια κατάθεση των μισθωμάτων αυτών, αποτελεί πλεοναστική αιτιολογία, σε σχέση με την αιτιολογία με την οποία εν τέλει απερρίφθη η αγωγή, κατά τη σχετική της βάση και η απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο, κατά την πλεοναστική αυτή αιτιολογία ή για τα γεγονότα αυτά καθ' εαυτά που δέχεται ως αποδειχθέντα.
Περαιτέρω αποδεικνύονται τα εξής: Ο εναγόμενος, όμως, εκτός από τα μισθώματα που αναφέρονται στην αγωγή, επί της οποίας η εκκαλουμένη απόφαση, καθυστέρησε, από δυστροπία του, την καταβολή και των μισθωμάτων, που αναφέρονταν στην, από 8-7-2005 και αρ. εκθ. κατ. 3085/2005, προγενέστερη αγωγή των εναγουσών κατ' αυτού, επί της οποίας η 111/2006 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου.
Συγκεκριμένα, το μίσθωμα Ιανουαρίου 2005 ποσού 800 ευρώ κατέβαλε την 7-1-2005, το μίσθωμα Φεβρουαρίου 2005 κατέβαλε την 7-2-2005, το μίσθωμα Μαρτίου 2005 κατέβαλε την 6-3-2005, το μίσθωμα Απριλίου 2005 κατέβαλε την 6-4-2005, το μίσθωμα του Μαΐου 2005 κατέβαλε την 5-5-2005, τα μισθώματα των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2005 συνολικού ποσού 1.678 ευρώ κατέβαλε την 9-8-2005, με επίδοση στη δεύτερη ενάγουσα του 16990/25-7-2005 γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης, κατά την επίδοση της από 5-8-2005 εξώδικης διαμαρτυρίας - δήλωσης - πρόσκλησης - προσφοράς, καθόσον ο εναγόμενος, μετά την άσκηση της αγωγής, προέβη σε δημόσια κατάθεση των οφειλομένων παραπάνω δύο μισθωμάτων, ήτοι τα παραπάνω δύο μισθώματα κατέβαλε μετά την άσκηση της από 8-7-2005 αγωγής των εναγουσών κατ' αυτού για απόδοση μισθίου.
Αφού για την καταβολή του μισθώματος είχε συμφωνηθεί να γίνεται αυτή εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μήνα, δεν χρειαζόταν όχληση, ώστε ο εναγόμενος να περιέλθει σε υπερημερία καταβολής καθενός των μισθωμάτων αυτών. Ο εναγόμενος, ειδικότερα, δεν προσέφερε παντελώς στις ενάγουσες ή τον πατέρα τους, που τις αντιπροσώπευε, τα μισθώματα των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2005 μέχρι την άσκηση της από 8-7-2005 αγωγής τους, ούτε αυτές ή ο πατέρας τους αρνήθηκαν να τα εισπράξουν, ούτε ότι προηγουμένως, στις αρχές του Ιουνίου 2005, είχαν ζητήσει σχεδόν διπλασιασμό του μισθώματος.
Αν οι ενάγουσες είχαν ζητήσει διπλασιασμό του μισθώματος και στην άρνηση του εναγομένου είχαν στη συνέχεια αρνηθεί να εισπράξουν τα δύο μισθώματα, τότε αυτό θα αναφερόταν στο από 5-8-2005 προαναφερθέν εξώδικο του εναγομένου, προς αυτές, ως αιτία της μη καταβολής των μισθωμάτων και της δημόσιας κατάθεσης αυτών.
Από όλα τα στοιχεία μάλιστα προκύπτει ότι ο εναγόμενος αρνιόταν επίμονα να καταβάλει το μίσθωμα του Ιουνίου 2005, παρά τις σχετικές οχλήσεις, πρόβαλε δε, για την άρνησή του, το ότι οι ενάγουσες του είχαν επιδώσει στις 7-6-2005, την από 2-6-2005 εξώδικη διαμαρτυρία, για κακή χρήση του μισθίου, με απειλή ότι θα στραφούν εναντίον, με κάθε νόμιμο μέσο, κακή χρήση, η οποία εν τέλει αποτέλεσε την πρώτη βάση της από 8-7-2005 αγωγής των εναγουσών.
Κατά συνέπεια, οι αντίθετοι ισχυρισμοί του εναγομένου, που περιλαμβάνονται στον με στοιχεία 1δ πρώτο λόγο εφέσεως, είναι και αβάσιμοι στην ουσία τους. Όπως ήδη προαναφέρθηκε, η προγενέστερη αυτή αγωγή αποδόσεως μισθίου, λόγω μη καταβολής μισθωμάτων, απερρίφθη, με την αιτιολογία ότι καταβλήθηκαν όλα τα οφειλόμενα μισθώματα, εντός μηνός από την επίδοση της αγωγής (597 εδ γ ΑΚ).
Αφού ο εναγόμενος καθυστέρησε, από δυστροπία του, να καταβάλει τα μισθώματα, που αναφέρονταν στην αγωγή, επί της οποίας η εκκαλούμενη απόφαση και στην από 8-7-2005 προγενέστερη αγωγή, υπάρχει επανειλημμένη δυστροπία του, ως προς την καταβολή των μισθωμάτων, και δεν χρειαζόταν καμιά ιδιαίτερη όχληση για την καταβολή καθενός των μισθωμάτων, όπως ήδη προαναφέρθηκε.
Ειδικότερα, οι εκπρόθεσμες καταβολές των παραπάνω μισθωμάτων και οι μη καταβολές των μισθωμάτων, εξ αιτίας των οποίων ασκήθηκαν οι δύο αγωγές των εναγουσών, καταδεικνύουν εμμονή του εναγομένου μισθωτή στην εκπρόθεσμη και άτακτη καταβολή των μισθωμάτων, είναι δε χαρακτηριστική προς τούτο η κατάθεση του μάρτυρα ΒΒ, πατέρα των εναγουσών, που έδωσε την 1419/2005 παραπάνω ένορκη βεβαίωση, με φροντίδα τους, στην οποία, μεταξύ των άλλων, αναφέρεται ότι η καταβολή των μισθωμάτων γινόταν αφού πρώτα είχαν προηγηθεί 7-8 τηλεφωνήματα από το μάρτυρα αυτόν, ως εκπρόσωπο των εναγουσών, προς τον εναγόμενο και συμφωνούσε αυτός μήνα, σε σχέση με τα μισθώματα που είχαν καταβληθεί εκπρόθεσμα και πριν συμφωνηθεί η κατάθεση τους σε τραπεζικό λογαριασμό.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχτηκαν πραγματικά περιστατικά καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγουσών, να ζητήσουν, με την αγωγή, την απόδοση του μισθίου, λόγω δυστροπίας, καθόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, αποδείχτηκε ότι δεν συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για την καθυστέρηση καταβολής για μερικές ημέρες κάθε μήνα μετά το Μάϊο 2006, συμφωνία που αποτελεί τη βάση της ένστασης αυτής, που προβλήθηκε, η επικαλούμενη δε από τον εναγόμενο πραγματική οικονομική αδυναμία του να καταβάλει εμπρόθεσμα τα μισθώματα, λόγω των πολλών και μεγάλων χρεών του, που αναφέρθηκαν, αορίστως, στο πρωτοβάθμιο, με την ένσταση αυτή, δεν καθιστά, μόνη αυτή, χωρίς συγκεκριμένα περιστατικά της συμπεριφοράς των εναγουσών, καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος αυτών να ζητήσουν την απόδοση του μισθίου, λόγω δυστροπίας, έστω και αν οι εκμισθώτριες γνώριζαν το λόγο της οικονομικής αδυναμίας του εναγομένου, αφού μάλιστα η οικονομική αδυναμία του μισθωτή δεν αποτελεί γεγονός για το οποίο ο οφειλέτης μισθωτής δεν έχει ευθύνη.
Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι οι ενάγουσες δεν προέβησαν σε όχληση αυτού, για την καταβολή των μισθωμάτων, που είχε καθυστερήσει να καταβάλει, είναι χωρίς επιρροή στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον, κατά τη συμφωνία των διαδίκων, το μίσθωμα θα καταβαλόταν στο πρώτο τριήμερο κάθε μήνα, ο εναγόμενος γνώριζε το χρόνο καταβολής του μισθώματος και δεν χρειαζόταν όχληση για την καταβολή, η άσκηση δε της αγωγής απόδοσης, λόγω δυστροπίας, χωρίς να προηγηθεί άλλη όχληση, κάθε μήνα, για την καταβολή καθενός των οφειλομένων μισθωμάτων, μετά την πάροδο της 3ήμερης συμφωνημένης προθεσμίας καταβολής, δεν αποτελεί κακόπιστη συμπεριφορά των εναγουσών.
Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος εφέσεως, με τον οποίο ο εκκαλών, εναγόμενος ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα απερρίφθη η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, είναι αβάσιμος. Κατόπιν όλων των προαναφερομένων, η σχετική αντένσταση επανειλημμένης δυστροπίας, που πρόβαλαν οι ενάγουσες, καθ' υποφορά, με την αγωγή, είναι βάσιμη κατ' ουσία, η δε ένσταση (αίτημα) του εναγομένου για κατάργηση της δίκης, λόγω του ότι, μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είχαν καταβληθεί όλα τα οφειλόμενα μέχρι τη συζήτηση μισθώματα και τα έξοδα, είναι αβάσιμη κατ' ουσία".
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, της απόδοσης του μισθίου, λόγω καθυστέρησης των μισθωμάτων, από επανειλημμένη δυστροπία. Έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο στα ουσιώδη ζητήματα, που τέθηκαν και συνεπώς οι αντίθετοι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες αναιρετικές πλημμέλειες, κρίνονται αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Η καταβολή των μισθωμάτων των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2005 έγινε, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, στις 9-8-2005, με την επίδοση του σχετικού γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης. Η επανειλημμένη δυστροπία του αναιρεσείοντος αιτιολογείται, με τις παραδοχές ότι "ο εναγόμενος όμως, εκτός από τα μισθώματα, που αναφέρονται στην αγωγή, επί της οποίας η εκκαλούμενη απόφαση, καθυστέρησε από δυστροπία του την καταβολή και των μισθωμάτων, που αναφέρονται στην από 8-7-2005 ...
προγενέστερη αγωγή των εναγουσών, κατ' αυτού, επί της οποίας η 111/2006 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου". Προηγουμένως είχε δεχθεί, ότι "ο εναγόμενος, αν και έκανε ανενόχλητα χρήση του μισθίου, κατά τη σύμβαση, δεν κατέβαλε, από δυστροπία του, τα μισθώματα, εμπρόθεσμα, εντός των τριών πρώτων ημερών, κατά το σχετικό όρο της συμβάσεως, αλλά εκπρόθεσμα.
Συγκεκριμένα, το μίσθωμα του Μαΐου 2006 κατέβαλε κατά το ποσό των 800 ευρώ την 17-5-2006, το μίσθωμα του Ιουνίου 2006, κατά το ίδιο ποσό, κατέβαλε την 4-7-2006, τα μισθώματα των μηνών Ιουλίου και Αυγούστου 2006, κατά τα ίδια ποσά, κατέβαλε την 18-8-2006, το μίσθωμα Σεπτεμβρίου 2006 την 9-10-2006, μετά δε την άπρακτη πάροδο και της προθεσμίας καταβολής του μισθώματος του Οκτωβρίου 2006, οι ενάγουσες άσκησαν την από 10-10-2006 αγωγή, επί της οποίας η εκκαλούμενη απόφαση.
Το μίσθωμα του Οκτωβρίου 2006 καταβλήθηκε την 3-11-2006... Ειδικότερα, οι εκπρόθεσμες καταβολές των παραπάνω μισθωμάτων και οι μη καταβολές των μισθωμάτων, εξ αιτίας των οποίων ασκήθηκαν οι δύο αγωγές των εναγουσών, καταδεικνύουν εμμονή του εναγομένου μισθωτή στην εκπρόθεσμη και άτακτη καταβολή των μισθωμάτων, είναι δε χαρακτηριστική προς τούτο η κατάθεση του μάρτυρα ΒΒ, πατέρα των εναγουσών, που έδωσε την 1419/2005 παραπάνω ένορκη βεβαίωση, με φροντίδα τους, στην οποία, μεταξύ των άλλων, αναφέρεται ότι η καταβολή των μισθωμάτων γινόταν, αφού πρώτα είχαν προηγηθεί 7-8 τηλεφωνήματα, από το μάρτυρα αυτόν, ως εκπρόσωπο των εναγουσών, προς τον εναγόμενο ...".
Συνεπώς, δεν ήρθη η επανειλημμένη δυστροπία του, γιατί δεν κατέβαλε τα μισθώματα των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2005, πριν από την παρέλευση της τριήμερης συμβατικής προθεσμίας. Απλώς, η καταγγελία, που έγινε με την πρώτη αγωγή, έμεινε χωρίς αποτέλεσμα, αφού ο μισθωτής, πριν περάσει η μηνιαία προθεσμία του άρθρου 597 ΑΚ, κατέβαλε τα καθυστερούμενα μισθώματα. Το Εφετείο αιτιολογημένα προσδιορίζει το ύψος των μηνιαίων μισθωμάτων, για τα χρονικά διαστήματα που ενδιαφέρουν στην προκείμενη περίπτωση. Περιέχεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι οι ενάγουσες αμφισβήτησαν τη γνησιότητα του από 1-1-2000 εγγράφου και το Εφετείο, με σαφές πόρισμα, δέχεται ότι ο εναγόμενος δεν απέδειξε τη γνησιότητα αυτού. Επίσης, αιτιολογημένα και με σαφές πόρισμα, απέρριψε τον ισχυρισμό, ότι η ολιγοήμερη καθυστέρηση της καταβολής των μισθωμάτων οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, και συγκεκριμένα στην από Μάϊο του 2006 συμφωνία για ολιγοήμερη καθυστέρηση, όπως και την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγουσών, να ζητήσουν την απόδοση του μισθίου, λόγω δυστροπίας. Η όποια δε αιτίαση για ελλιπή αιτιολογία, αφορά την περαιτέρω ανάλυση και αιτιολόγηση του σαφούς αποδεικτικού του πορίσματος.
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, (ΟλΑΠ 3/1997).
Δεν είναι πράγματα όμως με την πιο πάνω έννοια η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, (ΟλΑΠ 469/1984). Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του, που συγκροτούν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, ότι συμφωνούσαν, (με την έννοια της ανοχής), στην ολιγοήμερη καθυστέρηση της καταθέσεως μισθωμάτων ...
Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων, με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων του στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πρόβαλε "ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος των εναγουσών, οι οποίες, ενώ του είχαν δημιουργήσει εύλογα, με τη συμπεριφορά τους, την πεποίθηση ότι είχαν συμφωνήσει ρητά στην για κάποια περίοδο ολιγοήμερη καθυστέρηση της καταθέσεως των μισθωμάτων, ...".
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το Εφετείο, με την αναφορά ότι "από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχτηκαν πραγματικά περιστατικά καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος των εναγουσών, να ζητήσουν, με την αγωγή, την απόδοση του μισθίου, λόγω δυστροπίας, καθόσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, αποδείχτηκε, ότι δεν συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για την καθυστέρηση καταβολής για μερικές ημέρες κάθε μήνα μετά το Μάϊο 2006, συμφωνία που αποτελεί τη βάση της ένστασης αυτής που προβλήθηκε ...", έλαβε υπόψη και τον ισχυρισμό ότι "μου δημιουργήθηκε η πεποίθηση πως θα εδέχοντο οι αντίδικοι την ολιγοήμερη καθυστέρηση καταβολής μισθωμάτων" και απέρριψε την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ενόψει όλων αυτών, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος (αναιρέσεως) προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-3-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 61/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ