Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to factual ambiguity and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the pedestrian as inadmissible but allowed the appeal against the insurance company and driver due to factual ambiguity. The court found the lower court violated legal rules regarding the interpretation of traffic accident conditions and the conduct of the parties involved. Consequently, the case was remitted to the original court for further examination with the appellant's costs awarded to the defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(19), 580(3), 495(3)(e), 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the lower court's decision contains factual ambiguity or procedural defects preventing correct application of law, requiring remittal for re-examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 891 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 891/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Β. του Λ., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα και επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της α. Π. - Σ. Α. του Γ. και β. Χ. - Α. Α. του Γ., 2) Ε. Ρ. του Α., 3) Μ. Β. του Α., συζ. Ι. Μ. και 4) Ι. Μ. του Α. και Μ. Β. του Α., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους Α. Μ., όλων κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1η, 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Ζάρα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι οι 1α και 1β των αναιρεσειόντων, Π. - Σ. Α. του Γ. και Χ. - Α. Α. του Γ., αντίστοιχα, των οποίων ασκούσε τη γονική μέριμνα και επιμέλεια η μητέρα τους Δ. Β. του Λ., ενηλικιώθηκαν, συνεχίζουν ατομικώς τη δίκη και εκπροσωπούνται από αυτήν, ενώ η 2η των αναιρεσειόντων, Ε. Ρ. του Α., δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Μ. του Α., κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσιμπούκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "Ι.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 20-2-2020 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου και συνεκδικάστηκε με τις από 20-11-2005 και 20-12-2005 αγωγές άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 786/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-11-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 24-1-2019 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 11-11-2012 (αρ. κατ. 54/2013) αίτησης για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 786/2010 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και ειδικότερα, την ουσιαστική παραδοχή του 1ου λόγου, κατά το Α' σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και του 2ου λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και την απόρριψη του 1ου λόγου κατά το Β' σκέλος αυτού, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται, ότι, αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (ΑΠ 394/2019, ΑΠ 1023/2017, ΑΠ 1045/2017).
Περαιτέρω και πλέον των ανωτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο φερόμενος έως τη συζήτηση της υπόθεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντα, που φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο για τη συζήτηση της υπόθεσης και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτού, η οποία απαιτείται κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως πλέον οφείλει να εξετάσει το Δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται δικονομικά απών και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης σε περίπτωση απλής ομοδικίας κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν, ενώ ως προς τους υπόλοιπους διαδίκους, οι οποίοι εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως.
Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, θεωρείται, ότι ο αναιρεσείων δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται, ότι επιμελήθηκε τη συζήτηση της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται πλέον η διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Και τούτο, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα καταστρατηγείται η διάταξη του άρθρου 104 του ΚΠολΔ, κατά την οποία μόνο για τις προπαρασκευαστικές πράξεις θεωρείται, ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, υπό την αίρεση όμως ότι, στη συνέχεια, θα αποδειχθεί ρητή πληρεξουσιότητα στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 1048/2005, ΑΠ 16/2005, πρβλ. contra άποψη, σύμφωνα με την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η αναίρεση ΑΠ 1059/2019, ΑΠ 233/2014, ΑΠ 240/2014 και ΑΠ 717/2010 κατά την οποία διατάσσεται επανάληψη της συζήτησης για να προσκομιστεί το πληρεξούσιο).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει, ότι η συζήτηση της κρινόμενης από 11-11-2012 (αρ. κατ. 54/2013) αίτησης για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 786/2010 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), προσδιορίστηκε για να συζητηθεί, αρχικά, στη δικάσιμο της 1-2-2019, με αριθμό πινακίου … , σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ), κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε εκ του πινακίου (άρθρ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατόπιν αιτήματος του 1ου αναιρεσιβλήτου, για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου … (βλ.
τον εισαγωγικό φάκελο της δικογραφίας και τη σχετική επισημείωση του Γραμματέα της έδρας επ' αυτού). Από την υπ' αρ. 54/11-11-2013 έκθεση κατάθεσης της αναίρεσης στο Εφετείο Πατρών προκύπτει, ότι αυτή κατατέθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, Παντελή Σερέτη, ο οποίος υπέγραψε και το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων και συνεπώς και της απολειπόμενης σήμερα 2ης αναιρεσείουσας, Ε.
Ρ.. Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. 10551/11-10-2018 και 15263/11-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως στους αναιρεσίβλητους της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση των δικαστικών επιμελητών του Εφετείου Πατρών, με έδρα το Πρωτοδικείο Πατρών και Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, Γ.
Χ. και Γ. Λ., επίσης αντίστοιχα, προκύπτει ότι η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο επισπεύσθηκε μετά από παραγγελία της ως άνω δικηγόρου Δέσποινας Ζάρα ως πληρεξούσιας δικηγόρου όλων των αναιρεσειόντων (και της 2ης). Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκε η 2η αναιρεσείουσα, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον οι λοιποί αναιρεσείοντες δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους, Δέσποινας Ζάρα και οι αναιρεσίβλητοι.
Εξάλλου, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο Παντελής Σερέτης, που υπέγραψε και κατέθεσε την αίτηση αναίρεσης και ως πληρεξούσιος δικηγόρος της 2ης αναιρεσείουσας, αλλά ούτε η δικηγόρος Δέσποινα Ζάρα, μετά από παραγγελία της οποίας ως πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσειόντων επισπεύσθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου ως η πληρεξούσια δικηγόρος των λοιπών αναιρεσειόντων, ήταν νομίμως διορισμένη πληρεξούσια της 2ης αναιρεσείουσας κατ' άρθρ. 96 παρ. 3 ΚΠολΔ και ειδικότερα, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, όπως αντιθέτως συμβαίνει με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, οι οποίοι μάλιστα προσκομίζουν τα με αρ. 19452/15-3-2018 και 19537/27-6-2018 ειδικά πληρεξούσια της συμβολαιογράφου Λαμίας, Βασιλικής Κουμπάρου - Τσιτσιπή, με δεδομένο ότι η 2η αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ώστε η ρητή κατά τον άνω τρόποι πληρεξουσιότητα να καλυφθεί με προφορική δήλωση αυτής στο ακροατήριο.
Επομένως, εφόσον η φερόμενη επίσης ως επισπεύδουσα τη συζήτηση της αναίρεσης 2η αναιρεσείουσα ερημοδικεί και τόσο ο δικηγόρος, που υπέγραψε και κατέθεσε την αίτηση αναίρεσης, όσο και η δικηγόρος Δέσποινα Ζάρα που επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης κατά τα προαναφερόμενα για λογαριασμό και της απολειπόμενης 2ης αναιρεσείουσας, δεν αποδεικνύεται ότι ήταν νομίμως διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος αυτής, γεγονός που αυτεπάγγελτα ερευνά το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 104 εδ.
β' ΚΠολΔ), πρέπει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης να κηρυχθεί απαράδεκτη για την 2η αναιρεσείουσα, κατά την ορθότερη άποψη της νομολογίας, ως επιεικέστερης για τον απολειπόμενο διάδικο. Έξοδα δεν πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της 2ης αναιρεσείουσας και υπέρ των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, διότι η παρούσα απόφαση δεν είναι οριστική (ΟλΑΠ 4/2013).
Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ' άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του), οι οποίοι απλώς αναπληρώνουν την έλλειψη ικανότητας του ανηλίκου τέκνου τους να παρίσταται το ίδιο στο δικαστήριο και δεν αποκτούν την ιδιότητα του διαδίκου την οποία έχει μόνο το ανήλικο τέκνο και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλικιωθέντος διαδίκου.
Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ' αυτού (αν ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ενηλικιώσεώς του μέχρι της ασκήσεως της αναιρέσεως), στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του.
Τυχόν ασκηθείσα στο όνομα του τελευταίου (αντιπροσώπου του) είναι απαράδεκτος, εκτός αν εγκριθεί εκ των υστέρων από τον ήδη ενήλικο, ως δικαιούχο διάδικο (ΑΠ 804/2017, ΑΠ 1166/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, οι υπό στοιχείο 1α και 1β αναιρεσείοντες, Π. - Σ.
Α. και Χ. - Α. Α., των οποίων τη γονική μέριμνα ασκούσε η μητέρα τους, Δ. Β. (1η αναιρεσείουσα), δήλωσαν στο ακροατήριο, ότι ενηλικιώθηκαν και ότι συνεχίζουν ατομικά τη δίκη στο όνομά τους. Εξάλλου, από το υπ' αρ. …/16-2-2007 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου ..., που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες έρευνας της ικανότητας παράστασης στο Δικαστήριο των ανωτέρω αναιρεσειόντων (άρθρ. 63 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι αυτοί γεννήθηκαν στις 8-1-1995 και 16-7-1998, αντίστοιχα και ότι συνεπώς ενηλικιώθηκαν στις 8-1-2013 και 16-7-2016, αντίστοιχα.
Επομένως από τους ως άνω ενηλικιωθέντες μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (12-11-2010) ανηλίκους στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια δίκη διαδίκους, ο μεν υπό στοιχ. 1β αναιρεσείων ενηλικιώθηκε μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) στις 11-11-2013 (βλ.
τη με αρ. 54/2013 έκθεση κατάθεσης στο Εφετείο Πατρών) και συνεπώς παραδεκτώς ασκήθηκε η αίτηση αναίρεσης στο όνομα της αντιπροσωπεύουσας αυτόν μητέρας του για λογαριασμό του, η δε υπό στοιχ. 1α αναιρεσείουσα είχε ήδη ενηλικιωθεί πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και συνεπώς σύμφωνα και με όσα έχουν προεκτεθεί, η αίτηση αναίρεσης απαραδέκτως κατ' αρχήν ασκήθηκε για λογαριασμό της στο όνομα της φερόμενης ως αντιπροσωπεύουσας αυτήν κατά την άσκηση της μητέρας της, ενώ έπρεπε να ασκηθεί από την ίδια την υπό στοιχείο 1α αναιρεσείουσα στο δικό της όνομα και όχι από τη φερόμενη ως νόμιμη αντιπρόσωπο αυτής μητέρα της 1η αναιρεσείουσα, ως ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτής.
Όμως, εφόσον η ενηλικιωθείσα υπό στοιχείο 1α αναιρεσείουσα ενέκρινε την άσκηση της ένδικης αίτησης ως δικαιούχος διάδικος με δήλωσή της στο ακροατήριο ότι παρίσταται στη δίκη ατομικά, και συνεχίζει η ίδια αυτήν, την οποία δήλωση επανέλαβε και με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται παραδεκτή ως προς αυτήν και νομίμως η δίκη συνεχίζεται πλέον στο όνομά της.
Επίσης, η δίκη συνεχίζεται παραδεκτά ατομικά και στο όνομα του υπό στοιχείο 1β αναιρεσείοντα, που ενηλικιώθηκε μετά την άσκηση της αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε για λογαριασμό του από την μητέρα του, ως ασκούσα τότε τη γονική μέριμνα αυτού, σύμφωνα με την ανωτέρω δήλωσή του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, την οποία επίσης επανέλαβε και στις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 786/2010 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του άρθρ. 681Α ΚΠολΔ, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς τους παρισταμένους διαδίκους, κατά το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Σε τροχαίο δυστύχημα, που συνέβη στις 14-10-2005 και ώρα 20:10' στην επαρχιακή οδό Κάτω Μακρινούς - Θέρμου Αιτωλοακαρνανίας, το με αρ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσίβλητος και εκινείτο με κατεύθυνση προς Θέρμο, του οποίου την αστική ευθύνη έναντι των τρίτων ζημιούμενων κάλυπτε η 2η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, επέπεσε στον πεζό, Λ. Β. του Γ., τον οποίο τραυμάτισε θανάσιμα. Το θύμα ήταν πατέρας της 1ης αναιρεσείουσας, θυγατέρας αυτού από νόμιμο γάμο, παππούς των υπό στοιχείο 1α και 1β αναιρεσειόντων, τέκνων της 1ης τούτων, των οποίων αυτή ασκούσε τη γονική μέριμνα, κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεσή της ενώπιον του Εφετείου Πατρών (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), παππούς επίσης της 2ης και 3ης των αναιρεσειουσών και προπάππους του 4ου αναιρεσείοντα, που είναι τέκνο της 3ης αναιρεσείουσας, εγγονής του θύματος, το οποίο (4ος αναιρεσείων) που είναι ανήλικο εκπροσωπήθηκε από τους γονείς του, οι οποίοι ασκούν τη γονική του μέριμνα.
Οι ανωτέρω συγγενείς του θύματος άσκησαν κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων την από 18-5-2006 (αρ. κατ. 222/2006) αγωγή και χάριν συντομίας Γ' αγωγή, σύμφωνα με την αρίθμηση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία ζητούσαν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα αναφερόμενα στην αγωγή αναλυτικά ποσά για καθένα συγγενή.
Η ως άνω Γ' αγωγή συνεκδικάστηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μαζί με άλλες δύο αγωγές και ειδικότερα, την από 20-11-2005 και χάριν συντομίας Α' αγωγή και την από 20-1-2005 και χάριν συντομίας Β' αγωγή, που όμως δεν αφορούν την παρούσα αναιρετική δίκη. Ειδικότερα, επειδή το θύμα συζούσε υπό καθεστώς ελεύθερης συμβίωσης με την Σ.
Δ., με την οποία είχε αποκτήσει δύο θήλεα τέκνα, την πατρότητα των οποίων δεν είχε αναγνωρίσει το θύμα, οι ανωτέρω (δηλαδή η σύντροφος του θύματος μαζί με τα τέκνα αυτής, καθώς επίσης και τα τέκνα αυτών - εγγόνια από την ανωτέρω σχέση), αλλά και δύο αδέλφια του θύματος άσκησαν την ανωτέρω Α' αγωγή και ζητούσαν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Επίσης, ο γιος του θύματος από νόμιμο γάμο, Γ. Β. του Λ., η σύζυγος αυτού και τα τέκνα τους άσκησαν την ως άνω Β' αγωγή και ζητούσαν επίσης χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Οι Α', Β' και Γ' αγωγές συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 52/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ήδη 1ο αναιρεσίβλητο (είσοδος στο αντίθετο ρεύμα πορείας).
Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την Α' αγωγή μόνο ως προς τους δύο αδελφούς του θύματος, την Β' αγωγή ως προς τον γιο του θύματος και κατά τα λοιπά απέρριψε τις Α' και Β' αγωγές ως προς τους λοιπούς ενάγοντες. Το κεφάλαιο αυτό δεν αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη.
Περαιτέρω και αναφορικά με την υπό στοιχείο Γ' αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων συγγενών, επιδίκασε στην 1η τούτων .θυγατέρα του θύματος από νόμιμο γάμο ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 25.000 ευρώ, ενώ απέρριψε την Γ' αγωγή ως προς τις λοιπές εγγονές και τον δισέγγονο του θύματος κρίνοντας, ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε συναισθηματικός δεσμός αυτών με το θύμα - παππού τους, ώστε να δικαιολογείται η σχετική ως άνω αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.
Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκαν εκατέρωθεν τέσσερις εφέσεις και πιο συγκεκριμένα α) η από 8-7-2007 (αρ. κατ. 88/2007) έφεση από τους Β' ενάγοντες, β) η από 10-7-2007 (αρ. κατ. 87/2007) έφεση από ορισμένους από τους Α' ενάγοντες, γ) η από 12-7-2007 (αρ. κατ. 89/2007) έφεση των υποχρέων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί επανέφεραν τους πρωτόδικους ισχυρισμούς τους περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θύματος, άλλως συντρέχοντος πταίσματος αυτού σε ποσοστό 95%, διότι κατήλθε στο οδόστρωμα ανέλεγκτα και υπό την επήρεια μέθης και παρεμβλήθηκε στην πορεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου και τέλος δ) η από 3-9-2007 (αρ.
κατ. 95/2007) έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, που σημειωτέον αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη, με την οποία έπλητταν το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και ζητούσαν τα αγωγικά ποσά. Οι τέσσερις εφέσεις συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την Β' έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, ελλείψει σχέσης συγγένειας των εκκαλούντων με το θύμα.
Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε τις λοιπές εφέσεις ως ουσιαστικά βάσιμες και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη εκκαλουμένη απόφαση, δέχτηκε ότι το δυστύχημα προκλήθηκε από τη συγκλίνουσα υπαιτιότητα του θύματος σε ποσοστό 75% υιοθετώντας την άποψη των αναιρεσιβλήτων, την οποία αυτοί είχαν προτείνει ως ένσταση συνυπαιτιότητας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και είχαν επαναφέρει παραδεκτά και ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης, αλλά και με τις κατ' έφεση προτάσεις τους, σε αντίκρουση των εναντίον τους τριών συνεκδικασθεισών εφέσεων.
Ακολούθως, το Εφετείο και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, μετά την κατάγνωση συντρέχοντος πταίσματος στο θύμα, περιόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης της 1ης αναιρεσείουσας στο ποσό των 10.000 ευρώ (κατά ουσιαστική παραδοχή της έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων - υποχρέων του ζημιογόνου αυτοκινήτου) και κατά ουσιαστική παραδοχή της έφεσης των ήδη υπό στοιχείο 1α, 1β, 2ης και 3ης των αναιρεσειόντων, εγγονών του θύματος, επιδίκασε σ' αυτούς ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 1.000 ευρώ σε καθέναν, ενώ αντιθέτως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη 4ου αναιρεσείοντα - δισέγγονου του θύματος, επικυρώνοντας στο σημείο αυτό την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεχόμενο ότι αυτός ήταν ηλικίας ενός έτους κατά το δυστύχημα και συνεπώς δεν είχε την ωριμότητα να αντιληφθεί και να αισθανθεί την απώλεια του προπάππου του.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 199/2018, ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 686/2011), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Περαιτέρω, από το άρθρο 12 και 19 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 12 παρ. 1, ορίζεται ότι "οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους".
Κατά το άρθρ. 19 παρ. 1, "ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς", κατά την παρ. 2 "ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, κατά δε την παρ. 3 "ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας...
κατά τις νυκτερινές ώρες... αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας" (ΑΠ 1207/2004). Επίσης, κατά το άρθρο 38 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες για την κυκλοφορία των πεζών, στην παράγραφο 4 αυτού ορίζεται ότι "οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται:...α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του" (ΑΠ 1304/2017).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 149/2014, ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013).
Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 565/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011, ΑΠ 479/2009).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 273/2018, ΑΠ 969/2011).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 σε συνδ. με άρθρ. 297 - 298, 300, 330 περ. β' του ΑΚ και αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 εδ.
α' και ε' του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ' αυτές των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου δυστυχήματος και τη συμπεριφορά του θύματος - πεζού συγγενούς τους και του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, που ήταν το ουσιώδες ζήτημα για το αποτέλεσμα της δίκης.
Επίσης, με τον συναφή 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες - συγγενείς του θύματος αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα πεζού και οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου.
Με τον συναφή επίσης, 1ο λόγο αναίρεσης, κατά το Β' σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί σε βάρος του πεζού - συγγενούς τους συνυπαιτιότητα, σε ποσοστό 75% στην πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία 1) εφόσον το θύμα - πεζός κατά τη σύγκρουση βρισκόταν στο αντίθετο ρεύμα πορείας σε σχέση με την κατεύθυνση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το τελευταίο ήταν εκείνο που εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα ως προς την πορεία του, δηλαδή στο ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο ο πεζός, 2) ότι η παραβίαση του ορίου ταχύτητας των 90 χλμ/ώρα από το αυτοκίνητο ήταν η αιτία, που ο οδηγός του και ήδη αναιρεσίβλητος απώλεσε τον έλεγχό του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα και 3) ότι η κατάσταση μέθης του πεζού δεν συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του δυστυχήματος, το οποίο προκλήθηκε από την είσοδο του αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου εκινείτο ακόμη ο πεζός συγγενής τους-θύμα.
Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω αναιρετικών λόγων (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο, ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου δυστυχήματος και την συμπεριφορά των εμπλακέντων σ' αυτό πεζού και οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, σύμφωνα με την ανέλεγκτα αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Στις 14-10-2005 και περί ώρα 20.10' ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο της αποκλειστικής του κυριότητας, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία και εκινείτο με αυτό επί της Επαρχιακής Οδού Κάτω Μακρινούς - Θέρμου Αιτ/νίας με κατεύθυνση προς Θέρμο. Η οδός αυτή, στη χιλιομετρική θέση της 1, είναι διπλής κατεύθυνσης με ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,40 μέτρα και είναι ευθεία, το ανώτατο δε όριο ταχύτητας ανερχόταν σε 90 χιλιόμετρα ανά ώρα, καθόσον δεν πρόκειται περί κατοικημένης περιοχής.
Κατά τον άνω χρόνο το πεδίο ορατότητας δεν περιοριζόταν και η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών ήταν αραιή. Στο ύψος της άνω χιλιομετρικής θέσης, ο πεζός Λ. Β., ηλικίας 66 ετών, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου. Ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν αντελήφθη εγκαίρως τον πεζό, ο οποίος είχε διασχίσει περί τα 3,10 μέτρα του αντίθετου προς την πορεία του οχήματός του ρεύματος κυκλοφορίας και βρισκόταν στο μέσο περίπου της οδού, με αποτέλεσμα να προσκρούσει με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του επί του πεζού, ο οποίος εκτινάχθηκε πάνω στο παρ-μπριζ του αυτοκινήτου, το οποίο έσπασε, και στη συνέχεια στο οδόστρωμα και τραυματίστηκε βαρύτατα.
Συγκεκριμένα υπέστη βαρύτατες κακώσεις κοιλίας, συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατός του. Υπό τα άνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν, το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και ο συνεπεία αυτού θανάσιμος τραυματισμός του ανωτέρω πεζού οφείλεται, κατά παραδοχή της ένστασης που παραδεκτά προέβαλαν οι εναγόμενοι στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγομένου και του θανόντος πεζού, που κατανέμεται σε ποσοστό 25% στον πρώτο εναγόμενο και σε ποσοστό 75% στον θανόντα, οι οποίοι δεν επέδειξαν την κατ' αντικειμενική εκτίμηση, επιμέλεια που θα επιδείκνυε ο μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός και πεζός, με βάση τους νομικούς κανόνες κυκλοφορίας και εκείνους της κοινής πείρας και λογικής.
Ειδικότερα η αμέλεια του πρώτου εναγομένου συνίσταται στο ότι αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, με συνέπεια να μην μπορέσει να αντιδράσει εγκαίρως και να αποφύγει τον πεζό με κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, παραβιάζοντας με την αμελή αυτή συμπεριφορά του τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1 του ΚΟΚ.
Εξάλλου η υπαιτιότητα του θανόντος πεζού συνίσταται στο ότι αυτός επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της άνω οδού, σε σημείο που δεν υπάρχουν διαβάσεις πεζών, και η κυκλοφορία δεν ρυθμιζόταν με φωτεινό σηματοδότη, και ενώ ήταν νύκτα και τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, σε ποσοστό 2,25g/Ι αίματος, χωρίς έλεγχο και έγκαιρη αντίληψη του κινδύνου, παραβιάζοντας με την αμελή αυτή συμπεριφορά του τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 4 ΚΠολΔ.
Η προαναφερόμενη αμελής συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου και του θανόντος πεζού, ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και την κοινή ανθρώπινη εμπειρία να προκαλέσει τροχαίο ατύχημα, προκάλεσε τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τα προεκτεθέντα, το οποίο ευχερώς μπορούσε να αποφευχθεί αν ο πρώτος εναγόμενος και ο πεζός από την πλευρά του τηρούσε την απαιτούμενη επιμέλεια και τους προαναφερθέντες, αντίστοιχα, κανόνες κυκλοφορίας, ειδικότερα δε ως προς τον πρώτο εναγόμενο η αποφυγή του ατυχήματος ήταν δυνατή και ευχερής, λόγω της δυνατότητάς του να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, δεδομένου ότι το ελεύθερο από την κυκλοφορία προς τα δεξιά του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου τμήμα της οδού είχε πλάτος 2,10 μέτρα τουλάχιστον.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός του ανωτέρω πεζού οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση περί συνυπαιτιότητας του θανόντος πεζού (άρθρ. 300 ΑΚ και στον Ν.
ΓΠΝ/1911), που παραδεκτά προέβαλαν οι εναγόμενοι πρωτοδίκως και επαναφέρουν στο Δικαστήριο τούτο, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις κατά το βάσιμο περί τούτου σχετικό λόγο της από 12.7.2007 εφέσεως των εναγομένων...".
Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων στο τροχαίο δυστύχημα οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του θύματος -πεζού και δημιουργούνται αμφιβολίες, εάν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, στους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου, που εφάρμοσε και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ενώ επίσης, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί για την εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων δικαίου, τους οποίους επομένως, παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο 1) ενώ δέχεται ότι το όριο ταχύτητας στο σημείο της σύγκρουσης ανερχόταν σε 90 χλμ/ώρα λόγω μη κατοικημένης περιοχής, δεν διευκρινίζει την ταχύτητα του αυτοκινήτου, ώστε να διαπιστωθεί, εάν τυχόν υπέρβαση αυτής συνετέλεσε αιτιωδώς στη σύγκρουση και στον εξ αιτίας αυτής θανάσιμο τραυματισμό του πεζού, το σώμα του οποίου, σύμφωνα με τις παραδοχές, εκτινάχθηκε πάνω στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, τον οποίο έθραυσε και στη συνέχεια, κατέπεσε στο οδόστρωμα, 2) ενώ δέχεται ότι το πεδίο ορατότητας δεν περιοριζόταν και ότι η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, ουδόλως διευκρινίζει από πόση απόσταση ο οδηγός αντιλήφθηκε ή μπορούσε να αντιληφθεί τον πεζό, την στιγμή, που αυτός κατήλθε στο οδόστρωμα και άρχισε να το διασχίζει κάθετα, από αριστερά προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, ώστε να διαπιστωθεί, εάν αντικειμενικά μπορούσε να τον αποφύγει με έγκαιρη τροχοπέδηση, καθόσον το Εφετείο εστιάζει την αμελή συμπεριφορά του οδηγού στην παράλειψή του να εκτελέσει δεξιό αποφευκτικό ελιγμό, 3) κυρίως, όμως, δεν διευκρινίζει την ακριβή θέση του πεζού και του αυτοκινήτου στο οδόστρωμα, ούτε το σημείο της σύγκρουσης και ειδικότερα, αν και, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) το πλάτος όλου του οδοστρώματος ανερχόταν σε 6,40 μέτρα, β) στη χιλιομετρική θέση 1 της οδού, όπου συνέβη η σύγκρουση ,η οδός είναι διπλής κατεύθυνσης με ένα ρεύμα κυκλοφορίας, ανά κατεύθυνση και συνεπώς, με λογική ακολουθία, κάθε ρεύμα κυκλοφορίας έχει πλάτος 3,20 μέτρα (6,40 : 2) και γ) ο πεζός είχε διασχίσει 3,10 μέτρα καθέτως στο οδόστρωμα από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου και συνεπώς, κατά λογική ακολουθία, βρισκόταν ακόμη εντός του δικού του ρεύματος πορείας, που είναι αντίθετο, προς εκείνο, στο οποίο εκινείτο το αυτοκίνητο, σε άλλο σημείο της απόφασής του, το Εφετείο, με εντελώς ασαφή και αντιφατική αιτιολογία δέχεται, ότι ο πεζός βρισκόταν στο μέσον περίπου της οδού και τέλος, 4) αν και το Εφετείο δέχεται ότι το αυτοκίνητο προς τα δεξιά του είχε ελεύθερο τμήμα της οδού πλάτους 2,10 μέτρα, εντούτοις δεν διευκρινίζει το πλάτος του αυτοκινήτου, ώστε να διαπιστωθεί, εάν τούτο εκινείτο στο ρεύμα πορείας του, δηλαδή προς Θέρμο, πλάτους 3,20 μέτρων, κατά τα προεκτεθέντα ή εάν το όχημα είχε εισέλθει στο αντίθετο προς την πορεία του ρεύμα, δηλαδή εκεί, όπου εκινείτο ακόμη ο πεζός.
Με τις ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές ως άνω αιτιολογίες το Εφετείο κατέστησε την απόφασή του αναιρετέα, διότι όλα τα παραπάνω περιστατικά (που συνιστούν ελλείψεις και αντιφάσεις) είναι ουσιώδη, προκειμένου να ερευνηθεί, εάν ο οδηγός ενήργησε ως ο μέσος επιμελής και συνετός οδηγός, κατ' αντικειμενική κρίση, που κινείται εκτός κατοικημένης περιοχής και φρόντισε έγκαιρα να ελαττώσει την ταχύτητα του οχήματός του, στο ελάχιστο, όταν αντιλήφθηκε πεζό στο οδόστρωμα, ώστε να επιτρέψει στον πεζό να ολοκληρώσει με ασφάλεια την κίνησή του επί του οδοστρώματος, έστω και εάν ο πεζός δεν ήταν επίσης επιμελής, καθώς επίσης, εάν ο οδηγός θα ήταν δυνατόν να τον αποφύγει, είτε με την έγκαιρη τροχοπέδηση και ακινητοποίηση του αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του ή εάν τέλος, η σύγκρουση έγινε στο ρεύμα πορείας του πεζού ή στο ρεύμα πορείας, που εκινείτο το αυτοκίνητο.
Επομένως, ανακύπτει ασάφεια, αντίφαση και κενό και δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ερμηνεία και υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου, τους οποίους το Εφετείο παραβίασε κατά τα ανωτέρω εκ πλαγίου και συνακόλουθα, ο 2ος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου δυστυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγού και πεζού και στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του κατά τα ανωτέρω δεκτού γενόμενου αναιρετικού λόγου, οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης κατά των αναιρεσιβλήτων παρέλκει, η εξέταση του 1ου λόγου αναίρεσης κατά το Α' και Β' σκέλος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 1α και 1β ΚΠολΔ, αντίστοιχα, που επίσης αποβλέπει στην παραδοχή της αναίρεσης έναντι των αναιρεσιβλήτων και πλήττει το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης περί των συνθηκών του τροχαίου δυστυχήματος και της συμπεριφοράς των εμπλακέντων σ' αυτό οδηγού - 1ου αναιρεσιβλήτου, του οποίου την αστική ευθύνη καλύπτει η 2η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και του πεζού, στενού συγγενούς των αναιρεσειόντων. Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών. πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 786/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών, ως προς την 2η αναιρεσείουσα Ε. Ρ. του Α..
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 786/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη Σύμβαση ασφάλισης αυτού, κατά το μέρος αυτής, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.
Διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο στους αναιρεσείοντες, το οποίο αυτοί κατέθεσαν στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Αυγούστου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ