Legislator Case Law & Legislation
891/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where private document authentication does not preclude rebuttal of truth.

Case Number 891/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding unpaid wages. The appellant argued that the lower court erred by failing to consider witness testimony and notarized certificates when evaluating the authenticity and truthfulness of private payment receipts. The court held that while the appellant proved the signatures were genuine, this only established the documents were not forged; it did not prove the contents were true. Consequently, the lower court correctly allowed the employer to rebut the evidence with other means and logically weighed all facts before making its final determination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 416, 417 para.1, 424 lit. a' of the Civil Code; Articles 445, 457 para.1, 2, 3 and 458 of the Code of Civil Procedure: The authentication of a private document proves only its origin, not the truth of its contents, thereby leaving the opposing party free to rebut the evidence regarding the document's substance.

Keywords

AI generated
private document authentication rebuttal of evidence truth of contents wage arrears dispute civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 416, 417 para.1, 424 lit. a' of the Civil Code
Articles 445, 457 para.1, 2, 3 and 458 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no.1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no.12 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no.11 lit. g' of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para.2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 891 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Ιδιωτικό έγγραφο. Η αναγνώριση της γνησιότητας δεν εμποδίζει την ανταπόδειξη ως προς την αλήθεια του περιεχομένου. Απορρίπτει την αίτηση.

Αριθμός 891/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 13η Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Σ. Κ. του Γ., κατοίκου Γαλατσίου Αττικής, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λαμπρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΘΥΑΜΙΣ ΤΟΥΡΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Σίνου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1418/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1234/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-7-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 1-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416, 417 παρ.1 και 424 εδ. α' ΑΚ συνάγεται ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, δηλαδή με εκπλήρωση της παροχής που αποτελεί το αντικείμενό της. Ο εργοδότης, ως οφειλέτης του μισθού επί συμβάσεως εργασίας (ΑΚ 648, 653), προβαίνοντας σε καταβολή των νομίμων ή των συμφωνημένων αποδοχών, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον εργαζόμενο, ως δανειστή, αντιστοίχως, να υπογράψει εξοφλητική απόδειξη.

Η απόδειξη πρέπει να είναι αναλυτική, να αναφέρει δηλαδή τα επί μέρους ποσά που απαρτίζουν τις καταβληθείσες αποδοχές του εργαζομένου, καθώς και τις αιτίες καταβολής τους. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 3 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου.

Ο αντίδικος έχει την υποχρέωση να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής του εγγράφου. Σε περίπτωση αρνήσεως, ο διάδικος, που επικαλείται το ιδιωτικό έγγραφο, έχει την υποχρέωση να αποδείξει τη γνησιότητα, με κάθε αποδεικτικό μέσο. Εφ' όσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του.

Ως προς το ζήτημα αυτό, της προέλευσης, δηλαδή, της δηλώσεως από τον εκδότη του εγγράφου, παράγεται αμάχητο τεκμήριο, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (ΚΠολΔ 460, 461, 463, βλ. ΑΠ 1254/2010). Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δηλώσεως, επιτρέπεται ανταπόδειξη, ακόμη και χωρίς να προσβληθεί το έγγραφο ως πλαστό.

Ειδικότερα, εάν το ιδιωτικό έγγραφο είναι εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας, ο αντίδικος του διαδίκου που το επικαλείται διατηρεί τη δυνατότητα να αποδείξει ότι το περιεχόμενό του δεν είναι αληθινό. Διότι, στην πραγματικότητα, ως προς το γεγονός της καταβολής, η εξοφλητική απόδειξη αποτελεί εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και μπορεί να ανακληθεί, όταν δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια (ΚΠολΔ 352 παρ.2, 354, βλ.

ΑΠ 646/2009). Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου. Και ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που καθορίζει ο νόμος, δεσμευτικά γι' αυτά.

Ο λόγος αυτός, όμως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα (ΚΠολΔ 340) συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη μεταξύ τους, προσδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική σπουδαιότητα ή αξιοπιστία σε κάποια από αυτά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι αυτά έχουν, αφού η εκτίμηση αυτή είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΚΠολΔ 561 παρ.1).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 445 και 352 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε ότι από τις ογδόντα (80) γραπτές αποδείξεις καταβολής αποδοχών, τις οποίες είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσίβλητη (ως εναγομένη) και επί των οποίων είχε αναγνωρίσει ως γνήσια την υπογραφή του ο αναιρεσείων (ως ενάγων), προέκυπτε αμάχητο τεκμήριο "ως προς την απόδειξη του περιεχομένου" αυτών, παρά το γεγονός ότι ο αναιρεσείων είχε αμφισβητήσει την ακρίβεια του εν λόγω περιεχομένου, με τον ισχυρισμό ότι τα ποσά που φέρονταν ως καταβληθέντα και οι αιτίες της καταβολής αυτών είχαν καταχωρηθεί μετά τη θέση της υπογραφής του αναιρεσείοντος και απεικόνιζαν αποδοχές υπέρτερες εκείνων, που πράγματι είχαν καταβληθεί.

Και ακόμη, στον εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως διατυπώνεται η αιτίαση ότι με τον τρόπο αυτό το Εφετείο, αντί να επιτρέψει την ανταπόδειξη ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων και να τα εκτιμήσει ελευθέρως, προσέδωσε σ' αυτά αποδεικτική δύναμη την οποία δεν τους αναγνώριζε ο νόμος. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, όμως, προκύπτει ότι επί του ως άνω ζητήματος το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα:

Ότι οι επίμαχες ογδόντα (80) γραπτές αποδείξεις καταβολής αποδοχών είχαν προσκομισθεί από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) και έφεραν την υπογραφή του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος). Ότι ο ενάγων είχε αναγνωρίσει επ' αυτών την υπογραφή του, αλλά είχε αμφισβητήσει την αλήθεια του περιεχομένου τους, με τον ισχυρισμό ότι αυτό είχε συμπληρωθεί εκ των υστέρων από την εναγομένη και δεν απεικόνιζε την πραγματικότητα.

Ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προβληθεί παραδεκτά και δεν μπορούσε να αξιολογηθεί ως ένσταση πλαστότητας. Ότι η αναγνώριση της υπογραφής του ενάγοντος δημιουργούσε αμάχητο τεκμήριο ως προς το ότι το υπερκείμενο περιεχόμενο των αποδείξεων καταβολής αποδοχών καλυπτόταν από αυτήν. Ότι, περαιτέρω, το περιεχόμενο των αποδείξεων αυτών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παροχής εργασίας εκ μέρους του ενάγοντος κατά τα Σάββατα χωρίς να χορηγείται σ' αυτόν άλλη ημέρα ανάπαυσης μέσα στην εβδομάδα (ρεπό), ήταν αληθές, διότι βρισκόταν πλησιέστερα προς την πραγματικότητα σε σύγκριση αφ' ενός προς την άποψη αυτού, σύμφωνα με την οποία σε όλη τη διάρκεια της συμβάσεως (από 1-1-2002 μέχρι 18-7-2007) εργαζόταν επτά ημέρες την εβδομάδα, πράγμα που "προσέκρουε στα διδάγματα της κοινής πείρας σχετικά με τις αντοχές, τις δυνατότητες, αλλά και τις οικογενειακές, κοινωνικές και λοιπές ανάγκες του κάθε μισθωτού" και αφ' ετέρου προς την άποψη της εναγομένης, σύμφωνα με την οποία, κατά κανόνα, ο ενάγων αναπαυόταν τα σαββατοκύριακα.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων είχε απασχοληθεί για περισσότερα από ένα (1) σαββατοκύριακα το μήνα, κατά τις διακρίσεις που ειδικότερα γίνονται στην προσβαλλομένη απόφαση και, κατόπιν αυτού, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση και υπολόγισε τις προκύπτουσες διαφορές αποδοχών.

Περαιτέρω, όμως, δέχθηκε και την ένσταση εξοφλήσεως μέρους των νομίμων αποδοχών, την οποία είχε προβάλει παραδεκτώς η αναιρεσίβλητη και, τελικώς, επιδίκασε ποσό μικρότερο από εκείνο που είχε επιδικασθεί πρωτοδίκως. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις δικονομικές διατάξεις που αναφέρθηκαν, διότι ως έννομη συνέπεια της αναγνώρισης της γνησιότητας της υπογραφής του αναιρεσείοντος επί των γραπτών αποδείξεων καταβολής αποδοχών δέχθηκε μόνο τη δημιουργία αμαχήτου τεκμηρίου ως προς το ότι η δήλωση που καλυπτόταν από την υπογραφή είχε προέλθει από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, ενώ ως προς την εξακρίβωση της αλήθειας του περιεχομένου της δηλώσεως αυτής προέβη σε συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων και ορθολογική στάθμιση των εκατέρωθεν ισχυρισμών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, ως αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε παραβίαση κανόνων ουσιαστικού, αλλά δικονομικού δικαίου, ενώ ως αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στις επίμαχες εξοφλητικές αποδείξεις ούτε απαγόρευσε την ανταπόδειξη ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, αλλά αναζήτησε το αληθινό περιεχόμενό τους κάνοντας χρήση λογικών επιχειρημάτων και λαμβάνοντας υπ' όψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων.

2. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να αναζητήσει το αληθινό περιεχόμενο των γραπτών αποδείξεων καταβολής αποδοχών, τις οποίες είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητη και επί των οποίων είχε αναγνωρίσει την υπογραφή του ο αναιρεσίβλητος, παρέλειψε να λάβει υπ' όψη την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος, που είχε εξετασθεί στο ακροατήριο, καθώς και τις 3857 και 3858/2009 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες είχαν δοθεί νομίμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος. Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική περί πραγμάτων κρίση του επί του περιεχομένου των επίμαχων αποδείξεων καταβολής αποδοχών, μεταξύ των άλλων και από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία ρητώς μνημονεύει. Επομένως, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία περί του ότι τα έγγραφα αυτά αξιολογήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας και ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

3. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-7-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 1234/ 2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 25η Απριλίου 2012. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 29η Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ