Legislator Case Law & Legislation
891/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to cite specific facts, upholding lower court's free evaluation of evidence.

Case Number 891/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding a sales contract dispute. The appellant argued the lower court ignored expert opinions proving the sold goods were defective, but the court found the judgment explicitly stated all evidence was considered. The court ruled that the lower court's free evaluation of evidence and the specific weight given to expert opinions are not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118 and 556 of the Code of Civil Procedure; The appeal petition must contain specific grounds and facts, and the appellate court cannot review the substantive evaluation of evidence or the specific weight assigned to expert opinions by the court of first instance.

Keywords

AI generated
appeal petition requirements free evaluation of evidence expert opinions weight appellate review limits specific facts citation

Cited Legislation

AI generated
Articles 118 and 556 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339, 340 and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 390 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 1189/91

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 891 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 891/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΕΣΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "ΑΤΕΣΕ ΑΕ" , που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Μεσσήνη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΞΟΡΥΚΤΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στην Στροφυλιά Ευβοίας και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. του Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., δι' εαυτόν ατομικώς και ως Πρόεδρο του Δ.Σ, Διευθύνοντος Συμβούλου, μέλους του Δ.Σ. και νομίμου εκπροσώπου της εις την Στροφυλιά Ευβοίας εδρευούσης Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΞΟΡΥΚΤΙΚΗ ΑΕ", οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κόλλια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιουνίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως και την από 15 Φεβρουαρίου 2005 ομοία της ήδη αναιρεσιβλήτου, οι οποίες και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2609/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6058/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25 Νοεμβρίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 15 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης ώστε να εξάγεται απ’ αυτόν σε ποιον από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται τα πραγματικά γεγονότα τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με βάση τις παραδοχές της οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.

Συμπλήρωση τους με παραπομπή σε άλλο δικόγραφο ή την προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιτρέπεται. Εξάλλου, εκτός από τις εξαιρέσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 561 του ίδιου Κώδικα. η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκείμενη υπόθεση η αναιρεσείουσα στο δικόγραφο της αναίρεσης με τα στοιχεία 1 έως 14 και 21 έως 26 αναφέρονται αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως χωρίς απόδοση συγκεκριμένης πλημμέλειας με γενική επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά τα λοιπά δε η αναιρεσείουσα με τους ίδιους λόγους αναιρέσεως πλήττει την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, παραπονούμενη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Εξάλλου ο με στοιχ.1 λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 περ. 1 του Κ.Πολ.Δ., της μη λήψεως υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων μετ' επίκληση αποδεικτικών μέσων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθ' όσον η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει τα αποδεικτικά αυτά μέσα κατά την ταυτότητά τους.

ΙΙ). Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος (Oλ.ΑΠ 43/1990). Κατά συνέπεια ο υπό στοιχ. 3 λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά το μέρος που μ' αυτόν προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι αυτή ενήργησε ως παραγγελιοδόχος και έτσι δεν ευθύνεται για την μη λειτουργική ικανότητα των μηχανημάτων, με αποτέλεσμα να δεχθεί την αγωγή της αναιρεσιβλήτου, είναι αόριστος, και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι ο ως άνω ισχυρισμός προτάθηκε από την αναιρεσείουσα στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τέτοιος ισχυρισμός, για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεώς του από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΙΙΙ). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321 και 695 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει, ότι το πηγάζον από απόφαση ασφαλιστικών μέτρων προσωρινό δεδικασμένο παύει να ισχύει, εφόσον το δικαστήριο της κυρίας δίκης κρίνει θετικώς, ή αρνητικώς επί της ουσίας της υποθέσεως και δεν μπορεί να προταθεί στην κυρία αυτή δίκη. Κατά συνέπεια η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί υπάρξεως δεδικασμένου στην προκειμένη κυρία δίκη από τις 1666/2005 και 8635/2005 αποφάσεις του Πολυμελούς και Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντιστοίχως, οι οποίες αναγνώρισαν προσωρινώς νομέα των ενδίκων μηχανημάτων την αναιρεσείουσα και ρύθμισαν προσωρινώς τις σχέσεις των διαδίκων, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή παρά το νόμο δεν δέχθηκε, ότι υπάρχει δεδικασμένο από τις ως άνω πρωτοδικειακές αποφάσεις, ο δε αντίστοιχος επί του άρθρου αυτός ερειδόμενος με στοιχ. 3 και 15 έως 20 λόγος αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος.

IV). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.

Εξ' άλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Περαιτέρω κατά το άρθρο 390 του αυτού Κώδικος το δικαστήριο εκτιμά ελευθέρως τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση διαδίκου και προσάγονται από αυτόν.

Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι οι συνταχθείσες γνωμοδοτήσεις με βάση τις οριζόμενες στην τελευταία ως άνω διάταξη προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο που τυγχάνει ιδίας ρυθμίσεως και εκτιμάται κατά νόμο ελευθέρως από το δικαστήριο, το οποίο δεν υποχρεούται να το αναφέρει ειδικώς και κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και αποδεικτικά μέσα που φέρονται ότι ελήφθησαν υπ’ όψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, αρκεί να καθίσταται από την απόφαση βέβαιο ότι ελήφθη και τούτο υπ’ όψη (ΟλΑΠ 1189/91).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον υπό στοιχ.6 λόγο της αίτησης προβάλλεται η από τον αριθ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις γνωμοδοτήσεις των Α. Τ., Δ. Π. και Ε. Μ., που είχαν προσκομισθεί νομίμως, μετ' επίκληση, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτής ότι τα πωληθέντα δεν είχαν πραγματικά ελαττώματα. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και τις παραπάνω γνωμοδοτήσεις που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, ουδεμία δε υποχρέωση είχε να καθορίσει την βαρύτητα που αποδόθηκε σ' αυτές ή και την επιρροή τους στα αποδεικτέα θέματα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.11.2008 αίτηση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΕΣΕ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για την αναίρεση της 6058/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2011 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ