Supreme Court allows appeal against appellate court's dismissal of claim for damages for breach of vertical co-ownership contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the appellate court's decision dismissing a claim for damages. The appellant alleged the respondent breached a vertical co-ownership agreement by exceeding construction limits and failing to notify him, causing moral harm. The appellate court had rejected the claim for moral damages, ruling that the respondent's actions constituted only a breach of contractual obligations rather than a tort under Article 914 of the Civil Code. The Supreme Court found this reasoning erroneous and remanded the case for further examination regarding the damages claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1024/1971; 3741/1929; 1002, 1117 Civil Code; Article 914 Civil Code: Actions violating vertical co-ownership agreements constitute breach of contract, not tort, unless specific statutory conditions for moral damages are met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 891 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 891/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χαρίλαου Βερβενιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 220/2002 και 170/2005 προδικαστικές και 244/2008 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/4/2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος ανέγνωσε την από 21/1/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. δ. 1024/1971, "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου", ορίζεται, ότι "εν τη εννοία του άρθρου 1 του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κωδικός δύναται να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου ανήκοντος εις ένα ή πλείονας, ως και επί ορόφων ή μερών των οικοδομημάτων τούτων, επιφυλασσομένων των πολεοδομικών διατάξεων".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι προϋπόθεση για τη σύσταση της κατά τη διάταξη αυτή διαιρεμένης ιδιοκτησίας, της λεγομένης κάθετης ιδιοκτησίας, είναι η ύπαρξη δύο ή περισσότερων αυτοτελών οικοδομημάτων είτε ανεγερθέντων ή μελλόντων να ανεγερθούν σε ενιαίο οικόπεδο, που ανήκει σε έναν ή περισσότερους κυρίους, οπότε μπορεί να συσταθεί τέτοια χωριστή ιδιοκτησία σε ολόκληρο το αυτοτελές οικοδόμημα, (απλή κάθετη συνιδιοκτησία).
Η κάθετη συνιδιοκτησία διέπεται κατά τα λοιπά από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, οι οποίες ισχύουν απαραλλάκτως και επί της κάθετης ιδιοκτησίας, διότι ο ανωτέρω ν. 1024/1971 δεν επέφερε καμία μεταβολή στη νομική κατασκευή του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως διαμορφώθηκε με τις ανωτέρω διατάξεις.
Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 ν. 3741/1922 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα στο αυτοτελές οικοδόμημα ή σε όροφο ή διαμέρισμα αυτού, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα στα κοινά μέρη του όλου ενιαίου οικοπέδου, που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους συνιδιοκτήτες χρήση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έδαφος του ενιαίου οικοπέδου.
Περαιτέρω, από την πιο πάνω διάταξη του ν. 1024/1971 και τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 13 ν. 3741/1929, 1002, 1108 και 1117 ΑΚ, προκύπτει ότι, υπό τους όρους των άρθρων 4 και 13 του νόμου, όλοι οι ιδιοκτήτες και συνιδιοκτήτες αυτοτελών οικοδομημάτων, που υπάγονται στις διατάξεις της κάθετης ιδιοκτησίας, μπορούν, με την αρχική συστατική πράξη (κανονισμός) ή με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ όλων των συνιδιοκτητών, να κανονίσουν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας, τόσο στα κοινά μέρη, που θα καθορίσουν, όσο και στις διαιρεμένες ιδιοκτησίες.
Ο ιδιοκτήτης κάθετης ιδιοκτησίας δεν μπορεί να υπερβεί το συντελεστή δόμησης, που αναλογεί στην ιδιοκτησία του, σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο της ανοικοδόμησης. Ο προσδιορισμός του συντελεστή δόμησης για ολόκληρο το κοινό οικόπεδο είναι αναγκαίος για να κριθεί αν από την πραγματοποιηθείσα ανοικοδόμηση περιορίζεται η δόμηση που αναλογεί στο τμήμα αποκλειστικής χρήσεως του ενάγοντος συνιδιοκτήτη, ενόψει των συμφωνηθέντων και των περιορισμών της πολεοδομικής νομοθεσίας (ΑΠ1672/1964).
Αν δε με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια από τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη, η απαγόρευση αυτή δεσμεύει όλους τους συνιδιοκτήτες, ακόμη και αν από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών ή των οικοδομημάτων, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός τους (ΑΠ 1184/1986).
Έτσι, και επί κάθετης συνιδιοκτησίας, κάθε συνιδιοκτήτης δικαιούται στην απόλυτη χρήση των κοινών πραγμάτων, καθώς και στη χρήση σύμφωνα με τον κανονισμό, σε περίπτωση δε που προσβάλλεται στη χρήση αυτή δικαιούται να ζητήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψη αυτής στο μέλλον (ΑΠ 40/2007, ΑΠ 115/200). Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 404 και 405 παρ. 1 του ΑΚ, ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή, ως ποινή, χρηματικό ποσό, για την περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή, η ποινή δε αυτή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Κατά δε το άρθρο 407 ΑΚ, αν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει, εκτός από την ποινή που κατέπεσε και την εκπλήρωση της παροχής. Έχει, επίσης, το δικαίωμα να απαιτήσει και την επί πλέον αποδεικνυόμενη ζημία, από τη μη προσήκουσα εκπλήρωση.
Οι διατάξεις, όμως, περί ποινικής ρήτρας είναι ενδοτικού δικαίου, και, συνεπώς, είναι δυνατόν, σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, να συμφωνηθεί, ότι ο οφειλέτης, σε περίπτωση παραβάσεως των υποχρεώσεών του, θα υποχρεούται να καταβάλει προς το δανειστή σωρευτικά όχι μόνον την συμφωνηθείσα ποινή, αλλά επί πλέον και κάθε άλλη αξίωση, (ΑΠ 762/2000, 462/1992).
Εξάλλου, με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ελέγχεται η παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει, ότι αναφορικά με την ιστορική βάση της αγωγικής του αξίωσης για καταβολή ποινικής ρήτρας στην περίπτωση ανέγερσης στην κάθετη ιδιοκτησία του κτισμάτων πλέον των συμφωνηθέντων, ανέφερε τα ακόλουθα: "Με τη αγωγή μου ισχυρίσθηκα ότι ο αναιρεσίβλητος παραβίασε τον όρο της μη ανέγερσης κτισμάτων πέραν των συμφωνηθέντων και νομίμων, εφόσον, επιπλέον των 80 μ2 ημιϋπαίθριων χώρων, που μπορούσε νόμιμα να ανεγείρει, εκείνος παράνομα, αντισυμβατικά και χωρίς να προβλέπονται στην πρώτη οικοδομική του άδεια κατασκεύασε:
α)1σόγεια δυτική βεράντα, επιφάνειας 45, 60 μ2. β) Μπάρπεκιου στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, επιφάνειας 14,19 μ2. Και γ) Βεράντα γωνιακή στον Α όροφο, 25 μ2, δηλαδή κατασκεύασε συνολικά 84,79 μ2 επιπλέον ημιϋπαίθριων χώρων, με συνέπεια, παραβιάζοντας την σχετική συμβατική απαγόρευση, να υπόκειται στην καταβολή του ποσού των 8.479.000 δραχμών, εντόκως, όπως το αίτημα μου αυτό το περιόρισα μεταγενέστερα σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό".
Επιπλέον ανέφερε, ότι είχε ειδικά συμφωνηθεί, ότι ο αναιρεσίβλητος θα υπόκειται στην καταβολή ποινικής ρήτρας σωρευτικά με το δικαίωμα του για κατεδάφιση των ως άνω κατασκευών. Το Εφετείο, απέρριψε ως μη νόμιμο το αγωγικό αυτό αίτημα, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Όσον αφορά, όμως, το αίτημα του ενάγοντος να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 2.000.000 δραχμών ή 5.869,41 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να του καταβάλλει 6.749.000 δρχ.
ή 19.013,94 ευρώ, για ποινική ρήτρα 100.000 δρχ. ανά τ.μ. για τις παράνομες κατασκευές, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κρίνεται μη νόμιμο και απορριπτέο, καθόσον ο ενάγοντας δικαιούται να απαιτήσει διαζευκτικά την κατεδάφιση, κατά το μέτρο που υπάρχει υπέρβαση ή στην περίπτωση ιδίως που υπάρχει αδυναμία κατεδαφίσεως, αποζημίωση ίση προς την αξία του δικαιώματος καλύψεως της επιφανείας, που στερήθηκε, και εν προκειμένω ο ενάγων επέλεξε την άσκηση του δικαιώματος του να αξιώσει την κατεδάφιση, κατά το μέτρο που υπάρχει υπέρβαση".
Με αυτά που δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις, ως άνω, διατάξεις, οι οποίες δεν αποκλείουν την εφαρμογή των ενδοτικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 404, 405 παρ. 1 και 407 εδάφ. β, σε συνδυασμό προς το άρθρο 361 ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει, ότι κατά παρέκκλιση μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο δανειστής, για την περίπτωση παραβίασης των εκ της συμβάσεως υποχρεώσεων του οφειλέτη, θα έχει, πλέον των άλλων νομίμων ή συμβατικών αξιώσεων του, και σωρευτική αξίωση για καταβολή της ποινής.
Συνεπώς, είναι ορισμένο και νόμιμο το σχετικό κεφάλαιο της αγωγής. Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ και πρέπει να γίνει δεκτός.
II. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8β ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, (ΟλΑΠ 3/1997).
Επομένως, πράγματα, κατά την έννοια αυτή, αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της, με ημερομηνία 17-7-2000, αγωγής του, ο αναιρεσείων ανέφερε, ότι, με το υπ' αριθ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Κων/νου Γκιούσα, περιήλθαν στην κυριότητά του, από αγορά, παρά της θείας του..., μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα δύο αγροτικά ακίνητα, που βρίσκονται στη θέση "...", στον οικισμό "...", της κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας ...και ήδη ..., ήτοι:
α) ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 9.200 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο, εμφαίνεται στο από μηνός Οκτωβρίου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., που συνοδεύει το ανωτέρω συμβόλαιο, συνορεύει δε, ανατολικά με αγροτικό δρόμο, με ιδιοκτησία... και την υπ' αριθ. ....ιδιοκτησία του ενάγοντος, δυτικά με ιδιοκτησίες ...
και κληρονόμων ..., βόρεια με ιδιοκτησίες κληρονόμων ...και ... και νότια με το παρακάτω, υπό στοιχείο β', αγροτεμάχιο του ενάγοντος και με ιδιοκτησία... και β) ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 1.635 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο εμφαίνεται με τον αριθμό δέκα τρία (...) στο από μηνός Νοεμβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου ως άνω πολιτικού μηχανικού, που συνοδεύει το παραπάνω συμβόλαιο, συνορεύει δε ολόγυρα, ανατολικά με οικόπεδο του ενάγοντος, όπου έχει ανεγείρει εξοχική κατοικία, δυτικά με ιδιοκτησία ..., βόρεια με το παραπάνω υπό στοιχείο α' αγροτεμάχιο του ενάγοντος και νότια με δρόμο.
Ακολούθως, ο ενάγων, το ανωτέρω υπό στοιχείο β' ακίνητό του, το οποίο σε νεώτερη καταμέτρηση εμφανίζεται να έχει έκταση 1.655,14 τετραγωνικών μέτρων, υπήγαγε στις διατάξεις του ν.δ. 1024/1971, του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ και συνέστησε επ' αυτού, με την υπ' αριθ. ... πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Παπασταθόπουλου, τρεις (3) αυτοτελείς και ανεξάρτητες κάθετες ιδιοκτησίες, οι οποίες εμφαίνονται με τα αλφαβητικά στοιχεία β-γ-ι-θ-β, η-θ-ι-δ-κ-η και α-η-κ-ε-ζ-α στο από μηνός Οκτωβρίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου ως άνω πολιτικού μηχανικού, που έχει προσαρτηθεί στην ως άνω πράξη σύστασης καθέτων ιδιοκτησιών.
Από τις κάθετες αυτές ιδιοκτησίες, τη δεύτερη, (μεσαία), αυτή δηλαδή με τα στοιχεία η-θ-ι-δ-κ-η, μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, στον εναγόμενο, με το υπ' αριθ. ...συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα. Η άνω κάθετη ιδιοκτησία έχει έκταση 803,40 τετραγωνικά μέτρα, ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο 486/1000 και κατόπιν ειδικής συμφωνίας των μερών αντιστοιχεί σ' αυτήν δομήσιμη επιφάνεια 200 μ.
Η προς ανατολάς, σε σχέση με την ιδιοκτησία του εναγομένου, κάθετη ιδιοκτησία του ενάγοντος, έχει έκταση 305,54 τ.μ. και δομήσιμη επιφάνεια 70 τ.μ., η προς δυσμάς έχει έκταση 546,20 τ.μ. και δομήσιμη επιφάνεια 130 τ.μ. Τα όρια της εν λόγω κάθετης ιδιοκτησίας του εναγομένου καθορίστηκαν στο πωλητήριο συμβόλαιο, με αναφορά στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα, αναφέρεται δε ειδικότερα ότι αυτή συνορεύει, βόρεια, επί τεθλασμένης πλευράς ι-δ-κ, μήκους ι-δ 13,70 μ.
και δ-κ 14 μ., με ιδιοκτησία ενάγοντος, (πρόκειται για το ανωτέρω υπό στοιχείο α' αγροτεμάχιο), νότια, σε πρόσοψη η-θ, μήκους 26,50 μ., με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά σε πλευρά ι-θ, μήκους 29,75 μ., με την υπό στοιχεία θ-β-γ-ι-θ κάθετη ιδιοκτησία του ενάγοντος και δυτικά σε πλευρά η-κ, μήκους 34,10 μ., με την υπό στοιχεία α-η-κ-ε-ζ-α κάθετη ιδιοκτησία του ενάγοντος.
Ότι, σύμφωνα με τους όρους της ως άνω υπ' αριθ.... πράξεως συστάσεως κάθετης ιδιοκτησίας, ο περιβάλλων την οικοδομή χώρος θα είναι ελεύθερος και δεν επιτρέπεται η δημιουργία μονίμων ή προχείρων κατασκευών, που αλλοιώνουν την αισθητική της οικοδομής και του περιβάλλοντος χώρου, χωρίς την έγγραφη συναίνεση του εμφανισθέντος.
Της πράξεως αυτής συστάσεως κάθετης ιδιοκτησίας ο εναγόμενος έλαβε γνώση κατά την κατάρτιση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, που αποτελεί, κατά τα προαναφερθέντα, το δικό του τίτλο κτήσεως και δήλωσε ρητά, ότι αποδέχεται τους όρους αυτούς. Ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 αριθ. 29 του Ν. 1577/1985 (ΓΟΚ), "υποχρεωτικός ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου είναι ο χώρος που αφήνεται ακάλυπτος για να μην υπάρχει υπέρβαση του ποσοστού κάλυψης ή του συντελεστή δόμησης, που ισχύει στην περιοχή".
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 εδ. 2 του ίδιου νόμου, "υποχρεωτικός ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου θεωρείται και η επιφάνεια του προκηπίου, καθώς και η επιφάνεια που προκύπτει από την τυχόν υποχώρηση του κτιρίου από την οικοδομική γραμμή, ανεξάρτητα από το βάθος της". Κατά δε το άρθρο 6 του Π. Δ/τος της 3.5.1985 (ΦΕΚ Δ 181), όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 παρ.3 εδαφ. 6α και 6β του Π.
δ/τος της 25.4/16.5.1989, (ΦΕΚ Δ 293), "το κτίριο τοποθετείται στη γραμμή δόμησης είτε εσώτερον αυτής κατά την κύρια όψη του στο σύνολο ή σε τμήμα αυτής" και "σε οικόπεδο μεγαλύτερο των 500 τ.μ. το κτίριο τοποθετείται σε απόσταση τουλάχιστον 2,50 μ. από την παραπάνω οριζόμενη γραμμή δόμησης". Ότι, επιπλέον των παραπάνω, αν πρόκειται για κατοικία, επιτρέπεται μια θέση γκαράζ, επιφανείας 12 τ.μ.
Ότι ο εναγόμενος, κατά παράβαση του πιο πάνω αναφερθέντα όρου της πράξης συστάσεως κάθετης ιδιοκτησίας, που απαγορεύει την κατασκευή μονίμων ή και προχείρων κατασκευών στον περιβάλλοντα την οικοδομή χώρο, χωρίς την έγγραφη συναίνεση του, κατασκεύασε γκαράζ επιφανείας 37,1 τ.μ. στον ακάλυπτο χώρο και συγκεκριμένα στο νοτιοανατολικό άκρο και σε επαφή με τον κοινό μαντρότοιχο, που αποτελεί όριο της ιδιοκτησίας του, με την προς ανατολάς κάθετη ιδιοκτησία του ενάγοντος.
Ότι το γκαράζ αυτό βρίσκεται σε απόσταση 1,80 μ. από το νότιο όριο της ιδιοκτησίας του, δηλαδή μέσα στη ζώνη των 2,5 μ. πλάτους (πρασιά) από το νότιο όριο αυτής, που είναι υποχρεωτικά ακάλυπτο. Ακολούθως, ο αναιρεσείων, επειδή η αγωγή του απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ζήτησε, με την έφεση του, την κατεδάφιση του γκαράζ, για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους.
Το Εφετείο, επικαλούμενο το άρθρο 8 παρ. 2 εδ. 2 του Ν. 1577/1985, δέχτηκε το επικουρικό αίτημα της αγωγής ως προς το κεφάλαιο της, που αφορά το επίδικο γκαράζ, και υποχρέωσε τον εναγόμενο να το κατεδαφίσει, κατά το μέρος των 2,5 μ. από το σημείο που εφάπτεται με τον κοινοτικό δρόμο και βόρεια του οικοπέδου. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Εφετείο, έλαβε υπόψη τον αποτελέσαντα λόγο εφέσεως αγωγικό ισχυρισμό το σχετικό με την κατεδάφιση του γκαράζ, και εκ του πράγματος προκύπτει, ότι απέρριψε σιωπηρά, τους άλλους λόγους-αιτήματα και δέχτηκε το ως άνω επικουρικό.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως επομένως, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8β του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
III. Στα πλαίσια της συστάσεως κάθετης ιδιοκτησίας, όπως και του κανονισμού πολυκατοικίας, με τους οποίους ρυθμίζονται οι σχέσεις μεταξύ των συνιδιοκτητών, η αθέτηση αυτή καθ' εαυτή αυτών δεν συνιστά αδικοπραξία, υπό την έννοια του άρθρου 914 επ. ΑΚ. Και ναι μεν η αθέτησή τους αποτελεί παράνομη πράξη, οι έννομες συνέπειές της όμως ρυθμίζονται, όχι από τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, αλλά από τις τοιούτες των Ν. 1024/1971 και 3741/1929, καθώς και τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της συμβάσεως, (άρθρα 335 επ.
ΑΚ). Μόνο δε στην περίπτωση που το ίδιο συμβάν συνιστά το "πραγματικό" τόσο της αθετήσεως αυτών, όσο και της αδικοπραξίας, τότε η υπαίτιος ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία αυτές παραβιάζονται, μπορεί, πέραν από τις αξιώσεις που απορρέουν από τις σχετικές ως άνω διατάξεις, να επιστηρίζει και αξιώσεις από αδικοπραξία, μεταξύ των οποίων και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, κατ' άρθρον 932 ΑΚ.
Συνίσταται δε η ηθική βλάβη και στην περίπτωση αυτή, στη μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία, που υφίσταται το πρόσωπο από την προσβολή σε προστατευόμενα από το νόμο έννομα αγαθά του. Κατά κανόνα, η ηθική βλάβη προκαλείται από την προσβολή μη περιουσιακών αγαθών, (ζωή, σωματική ακεραιότητα, ελευθερία, τιμή), δεν αποκλείεται όμως να προκαλείται και από την προσβολή περιουσιακών αγαθών, όπως π.χ.
η κυριότητα ή συγκυριότητα. Ουσιαστική προϋπόθεση για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, είναι η απόδειξη, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υπέστη πράγματι τέτοια. Για τον καθορισμό του ύψους της ηθικής βλάβης, το δικαστήριο κρίνει το επιδικαστέο ποσό της χρηματικής ικανοποίησης κατά τις αρχές της εύλογης αποζημίωσης, (άρθρο 932 παρ. 1 ΑΚ), λαμβάνοντας, ως κριτήρια για τον καθορισμό αυτό, μεταξύ άλλων, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, με την απόρριψη, ως μη νόμιμης της αγωγικής του αξίωσης, για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Όμως, από την επισκόπηση του αναιρετηρίου, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει, ότι δεν αναφέρεται σ' αυτό επακριβώς, για την πληρότητα του λόγου αυτού, όπως απαιτείται, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ιστορική βάση του σχετικού κεφαλαίου της αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων στην αγωγή του για τη θεμελίωση του, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψη του ως νομικά αβάσιμου συνιστά ή όχι παραβίαση των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός, έτσι όπως διατυπώνεται, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως ως αόριστος, (ΟΛΑΠ 28/1998). Σε κάθε, όμως περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε με την ένδικη αγωγή, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη του σχετικού κεφαλαίου, πραγματικά περιστατικά:
Ότι με το υπ' αριθ. ... συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλ. Παπασταθοπούλου, που μεταγράφτηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου ..., στον τόμο ...και με αριθμό ..., συνέστησε, επί οικοπέδου του, στον οικισμό ..., τρεις ανεξάρτητες και αυτοτελείς ιδιοκτησίες, εκ των οποίων τη μία, εμβαδού 803,40 τ.μ., πώλησε στον εναγόμενο, δυνάμει του υπ' αρ. ....
συμβ/κού εγγράφου του ως άνω Συμβ/φου, με το οποίο ο τελευταίος προσχώρησε στους όρους της συστατικής πράξης της κάθετης ιδιοκτησίας. Ότι με ειδική συμφωνία των διαδίκων η δομήσιμη επιφάνεια της πωληθείσας αυτής κάθετης ιδιοκτησίας καθορίστηκε σε 200 τ.μ. Ότι ο εναγόμενος, κατά την ανέγερση κτίσματος στην ως άνω κάθετη ιδιοκτησία του, αφενός μεν δεν του κοινοποίησε την οικοδομική άδεια, όπως υποχρεούτο από τον κανονισμό της σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας, και αφετέρου υπερέβη το μεταξύ τους συμφωνηθέν ποσοστό οικοδομήσιμης επιφάνειας, συνολικά κατά 84,79 τ.μ., δια της κατασκευής στεγασμένης ισόγειας βεράντας, γωνιακής βεράντας στον α' όροφο, μπάρμπεκιου και γκαράζ στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, ενώ κατασκεύασε και μανδράτοιχο στην πρόσοψη της οικίας του,κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Γ.Ο.Κ., τις οποίες και ρητά δια του συμβολαίου αγοράς του και της προσχωρήσεως του στη συστατική πράξη ανέλαβε ο αναιρεσίβλητος "να ακολουθεί πιστά".
Ζήτησε δε, εκτός των άλλων, ως αποζημίωση, λόγω ηθικής βλάβης, από την σε βάρος της ιδιοκτησίας του τελεσθείσα αδικοπραξία, 1.000.000 δρχ. Το Εφετείο, απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ομοίως, απορριπτέο ως μη νόμιμο κρίνεται και το αίτημα της αγωγής περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον οι παραπάνω ενέργειες του εναγομένου συνιστούν αθέτηση μόνον των συμβατικών του υποχρεώσεων εκ της προαναφερόμενης πράξεως συστάσεως κάθετης ιδιοκτησίας και όχι αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία μπορούσε να είχε τελεσθεί και χωρίς την ύπαρξη της επίδικης συμβατικής σχέσης, (ΟλΑΠ 667/1973), περίπτωση κατά την οποία, για την ψυχική ταλαιπωρία και στενοχώρια, που δοκιμάζει ο συμβαλλόμενος, εξ αιτίας της αθετήσεως της συμβάσεως από τον αντισυμβαλλόμενο, είναι δυνατή η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης".
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή οι παραπάνω εκτιθέμενες, όπως και στο σχετικό κεφάλαιο της αγωγής, ενέργειες του αναιρεσιβλήτου συνιστούν αθέτηση μόνο των συμβατικών υποχρεώσεων εκ της προαναφερομένης πράξεως συστάσεως κάθετης ιδιοκτησίας και όχι αδικοπραξία, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, της εσφαλμένης εφαρμογής των άρθρων 914 και 932 ΑΚ.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο με βάση τον πρώτο λόγο αναιρέσεως μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή ή σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, (αρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 244/2008 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, κατά το κεφάλαιό της, που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Μαίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ