Supreme Court dismisses appeal against final judgment on debt collection and enforcement of child support payments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by parents against a final judgment ordering the enforcement of child support payments. The lower court ruled that the plaintiff's claim was clear and supported by final payment orders already issued against the defendants. The court found no legal error in the lower court's decision to reject the appeal based on the established debt.
Legislator headnote
AI generatedArticles 939, 941, 942 of the Civil Code; The court held that a creditor's right to demand the revocation of a transfer exists when the debtor's remaining assets are insufficient to satisfy the debt, and the transferee is aware of the harm caused to the creditor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 891 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 891/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : 1) Χ1, 2) Χ2, 3. α)Χ3α και β) Χ3β ως ασκούντες τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους χ, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Νικόλαος Εμμανουηλίδης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ Της αναιρεσιβλήτου : Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Ιωάννα Αχουζαρίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28.01.1999 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 25/2003 μη οριστική, 25/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 540/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17.11.2005 αίτησή τους και τους από 25.07.2006 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης ανέγνωσε την από 02.04.2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, κατά το άρθρο 939 ΑΚ, οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν κατά τους όρους των επόμενων άρθρων τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους. Σύμφωνα με το άρθρο 941 § 1 του αυτού Κώδικα, η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν αυτός υπέρ του οποίου έγινε (τρίτος) γνώριζε, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, κατά δε το επόμενο άρθρο 942, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία δεν απαιτείται η κατά το προηγούμενο άρθρο γνώση του τρίτου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως του οφειλέτη χωρεί, αν έγινε με πρόθεση βλάβης του δανειστή, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή.
Περαιτέρω, την κατά τα άνω πρόθεση του οφειλέτη πρέπει να γνωρίζει και ο αποκτών τρίτος, γνώση η οποία κατά το άρθρο 941 § 2 του ΑΚ τεκμαίρεται, αν αυτός κατά την απαλλοτρίωση είναι σύζυγος του οφειλέτη ή τέκνό του ή άλλος συγγενής ορισμένου βαθμού υπό την προϋπόθεση ότι δεν πέρασε έτος από την απαλλοτρίωση έως την άσκηση της αγωγής, εκτός αν η απαλλοτρίωση γίνεται από χαριστική αιτία, όπως επί γονικής παροχής, οπότε κατά το άρθρο 942 του ΑΚ τέτοια γνώση δεν απαιτείται.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 631, 632 § 1, 633 § 2 και 904 § 2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η διαταγή πληρωμής αποκτά ισχύ δεδικασμένου ως προς την επιδικασθείσα απαίτηση, αν επιδοθεί δύο φορές στον οφειλέτη, σύμφωνα με τα άρθρα 632 § 1 εδαφ. α και 633 § 2 εδαφ. α του ΚΠολΔ και ο οφειλέτης δεν ασκήσει ανακοπή κατ' αυτής ή αν η ασκηθείσα ανακοπή είναι εκπρόθεσμη ή αν απορριφθεί αυτή τελεσίδικα (ΟλΑΠ 16/1996).
Η διαταγή πληρωμής, που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, προσομοιάζει κατά τα αποτελέσματά της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί, ούτε και με ανακοπή από το άρθρο 933 ΚΠολΔ, η με αυτή βεβαιούμενη απαίτηση, αφού έκτοτε αποτελεί, κατά ρητή διάταξη του άνω άρθρου 633 § 2 εδαφ.
τελευταίο, δεδικασμένο. Τέλος, κατά τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 26/2004, 30/1997, 28/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Η αναιρεσίβλητη ενάγουσα διατηρεί κατά της πρώτης αναιρεσείουσας πρώτης εναγομένης απαιτήσεις α) 44.068.545 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από 1.4.1995, και β) 27.753.954 δραχμών με το νόμιμο τόκο από 19.4.1995. Για τις απαιτήσεις αυτές εκδόθηκαν, με αίτηση της ενάγουσας, οι υπ' αριθ. 410/1994 και 411/1994 διαταγές πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, οι οποίες, αφού επιδόθηκαν δύο φορές, στις 6.7.1995 και 28.7.1995, η κάθε μία, δεν ασκήθηκαν κατ' αυτών ανακοπές και παρήλθαν άπρακτες οι προθεσμίες των άρθρων 632 § 1 και 633 § 2 του ΚΠολΔ, έγιναν τελεσίδικες και απέκτησαν, κατά την τελευταία διάταξη (άρθρο 633 § 2 ΚΠολΔ) δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 321επ.
ΚΠολΔ), που εμποδίζει την εκ νέου έρευνα τους. Οι απαιτήσεις αυτές αποτελούσαν το κατάλοιπο των αναφερόμενων στις ως άνω διαταγές πληρωμής πιστώσεων με ανοικτό λογαριασμό, που χορήγησε η ενάγουσα στις 18.7.1986 και 2.3.1992, αντιστοίχως, στην πιστούχο ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "....... Ο.Ε.", υπέρ της οποίας εγγυήθηκε η πρώτη εναγομένη, ότι θα πληρώσει το κατάλοιπο, που θα προέκυπτε σε βάρος της.
Οι συμβάσεις πιστώσεων αυτές έκλεισαν στις 31.3.1995 και 18.4.1995, αντιστοίχως, με καταγγελία της ενάγουσας και προέκυψαν σε βάρος της πιστούχου εταιρίας τα προαναφερόμενα ποσά. Λίγο προτού να κλείσουν οι λογαριασμοί αυτοί, και συγκεκριμένα στις 2.2.1994, χρόνο κατά τον οποίο εμφάνιζαν παθητικό, η πρώτη εναγόμενη διαπίστωσε, ότι ήταν άμεσος ο κίνδυνος να καταγγελθούν οι συμβάσεις πιστώσεως και στη συνέχεια να επιχειρηθεί εναντίον της περιουσίας της αναγκαστική εκτέλεση.
Για το λόγο αυτό έσπευσε και μεταβίβασε στα ανήλικα τέκνα της (δεύτερο και τρίτη αναιρεσίβλητους δεύτερο και τρίτη εναγόμενους), κατά ποσοστό ένα δεύτερο (1/2) εξ αδιαιρέτου στο καθένα, λόγω γονικής παροχής, με τα υπ' αριθ. ... και ...... συμβόλαια της συμβολαιογράφου Βόλου Μ. Καλέντζη - Πρωτοσύγκελλου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, τα αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ακίνητα, δηλαδή μία οριζόντια ιδιοκτησία και ένα οικόπεδο, συνολικής αξίας κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής 60.000.000 δραχμών, που ήταν τα μοναδικά περιουσιακά της στοιχεία.
Από τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι μέχρι σήμερα η πρώτη εναγομένη και η πρωτοφειλέτρια απέφυγαν να ικανοποιήσουν την ενάγουσα, σαφώς προκύπτει ότι με τις ένδικες απαλλοτριώσεις δεν σκόπευε αυτή (πρώτη εναγομένη) στην αποκατάσταση των τέκνων της, αλλά στην καταδολίευση της ενάγουσας.
Πιο συγκεκριμένα, σκοπός της πρώτης εναγόμενης ήταν η βλάβη της ενάγουσας, αφού με τις ανωτέρω μεταβιβάσεις σκόπευε να ματαιώσει την ικανοποίηση της αξιώσεως της, και τελικά ο σκοπός της αυτός πραγματοποιήθηκε, διότι η ενάγουσα δεν ήταν σε θέση, λόγω των γενόμενων μεταβιβάσεων, να εκτελέσει τις προαναφερόμενες διαταγές πληρωμής.
Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο δέχθηκε, ότι η ενάγουσα δικαιούταν να απαιτήσει τη διάρρηξη των ένδικων απαλλοτριώσεων των ακινήτων και μάλιστα στο σύνολο τους, αξίας ενόλω 60.000.000 δραχμών, γιατί η διάρρηξη μέρους μόνο δεν αρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της, που υπερέβαινε κατά κεφάλαιο τα 71.000.000 δραχμές (44.068.545 δρχ + 27.753.954 δρχ = 71.822.499 δρχ), και ακολούθως απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απαγγείλει τη διάρρηξη των δύο γονικών παροχών ως καταδολιευτικών.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις και σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των αναφερόμενων ως άνω διατάξεων ως προς το κρίσιμο ζήτημα της προθέσεως της οφειλέτριας πρώτης ενάγουσας να βλάψει με τις απαλλοτριωτικές πράξεις της την ενάγουσα δανείστρια, αφού δέχθηκε ότι αυτή γνώριζε, πως με τη γονική παροχή των ακινήτων της, που ήταν τα μοναδικά περιουσιακά της στοιχεία, στους δεύτερο και τρίτη εναγόμενους τέκνα της, θα ματαιώνονταν η ικανοποίηση των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης ενάγουσας δανείστριας.
Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 939, 941 και 942 του ΑΚ και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσεως, γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου και τέταρτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδεται σε αυτή η μομφή, πως υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι υπ' αριθ. 410/1994 και 411/1994 διαταγές πληρωμής του δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, επιδόθηκαν δύο φορές η κάθε μία και ότι δεν ασκήθηκαν ανακοπές κατ' αυτών και ως εκ τούτου αυτές απέκτησαν δύναμη δεδικασμένου, το οποίο εκτείνεται στην ύπαρξη και το ύψος της απαιτήσεως της ενάγουσας, που εμποδίζει την εκ νέου έρευνα του ζητήματος αυτού.
Επομένως, ορθά η εκκαλούμενη απόφαση δεν διέταξε απόδειξη για το ύψος του καταλοίπου κάθε κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, δηλαδή για το ύψος της συνολικής απαιτήσεως της ενάγουσας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όχι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, γι' αυτό και οι αντίθετοι περί τούτου πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου και τρίτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
2. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 111 § 1, 118 και 216 § 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 939 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή του δανειστή κατά του οφειλέτη, όπως είναι και ο εγγυητής, για τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, που έγινε προς βλάβη του, κατά τους όρους των άρθρων 940 επ.
του ΑΚ, πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρει και την έχουσα καταστεί απαιτητή και ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής απαίτηση, που έχει ο ενάγων δανειστής κατά του οφειλέτη, προσδιορίζοντας, τόσο το ποσό αυτής, όσο και την αιτία από την οποία αυτή προήλθε. Ειδικότερα, αν η απαίτηση αποτελεί κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού που κλείσθηκε, πρέπει να γίνεται στην αγωγή παράθεση όλων των χρεοπιστωτικών κονδυλίων του λογαριασμού, από τον οποίο προκύπτει το κατάλοιπο.
Ωστόσο, τέτοια παράθεση δεν είναι αναγκαία, όταν η αγωγή στηρίζεται στην αναγνώριση του καταλοίπου από τον οφειλέτη ή τον εγγυητή. Δεν είναι, επίσης, αναγκαία και στην περίπτωση, κατά την οποία για την ύπαρξη και το ύψος της απαιτήσεως υπάρχει δεδικασμένο (άρθρα 321 επ. του ΚΠολΔ), αφού τότε αποκλείεται εκ νέου έρευνα και η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της ύπαρξης και του ύψους της απαιτήσεως.
Τέτοιο δεδικασμένο, που αποκλείει την ως άνω εκ νέου έρευνα και αμφισβήτηση, δημιουργείται και από τη διαταγή πληρωμής, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση του ενάγοντος σε βάρος του εναγομένου για απαίτηση του πρώτου από κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον έχει καταστεί τελεσίδικη, είτε με την έκδοση τελεσιδίκου αποφάσεως επί της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, είτε, σε περίπτωση μη ασκήσεως ανακοπής μέσα στην προθεσμία των δέκα πέντε ημερών από την επίδοσή της, που ορίζεται στο άρθρο 632 § 1 ΚΠολΔ, με την άπρακτη πάροδο των δέκα εργασίμων ημερών από τη νέα επίδοση της στον οφειλέτη κατά το άρθρο 633 § 2 του ίδιου Κώδικα.
Στην τελευταία όμως περίπτωση, για το ορισμένο της αγωγής πρέπει να αναφέρεται σε αυτή, ότι για την απαίτηση έχει εκδοθεί συγκεκριμένη διαταγή πληρωμής, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα, με την αγωγή της, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, ζήτησε τη διάρρηξη των αναφερθεισών απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών (γονικών παροχών).
Οι απαιτήσεις της ενάγουσας, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, προέρχονται από κατάλοιπα των αναφερομένων δύο συμβάσεων πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που κλείσθηκε, την πληρωμή των οποίων είχε εγγυηθεί η πρώτη εναγόμενη. Στο δικόγραφο της αγωγής δεν γίνεται παράθεση των χρεοπιστωτικών κονδυλίων κάθε αλληλόχρεου λογαριασμού, ούτε γίνεται επίκληση αναγνώρισης του καταλοίπου από την εγγυήτρια πρώτη εναγόμενη.
Όμως, εκτίθεται στην αγωγή, ότι για τις δύο ένδικες απαιτήσεις της ενάγουσας έχουν εκδοθεί κατά της πρωτοφειλέτριας και της εγγυήτριας πρώτης εναγομένης οι υπ' αριθ. 410/1994 και 411/1994, ήδη τελεσίδικες, διαταγές πληρωμής του δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, διευκρινίσθηκε δε και συμπληρώθηκε παραδεκτά από την ενάγουσα με τις πρωτόδικες προτάσεις της, ότι η τελεσιδικία των άνω διαταγών πληρωμής επήλθε μετά από δύο διαδοχικές, κατά τα άρθρα 632 § 1 και 633 § 2 ΚΠολΔ, επιδόσεις τους στην πρωτοφειλέτρια και στην εναγομένη εγγυήτρια και τη μη άσκηση ανακοπών κατ' αυτών.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, περιέχουσα σαφή έκθεση των απαιτητών και ληξιπροθέσμων κατά την πρώτη συζήτησή της στο ακροατήριο απαιτήσεων της ενάγουσας, για τις οποίες εκδόθηκαν οι ανωτέρω διαταγές πληρωμής και στην οποία δεν ήταν αναγκαία η παράθεση των χρεοπιστωτικών κονδυλίων των λογαριασμών, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή και γενόμενα δεκτά παραπάνω, για την ύπαρξη και το ύψος των απαιτήσεων της ενάγουσας, που επιδικάστηκαν τελεσιδίκως με τις παραπάνω διαταγές πληρωμής, υπάρχει δεδικασμένο, που κωλύει την εκ νέου έρευνα και την αμφισβήτηση από την πρώτη εναγομένη συνοφειλέτρια της υπάρξεως και του ύψους των απαιτήσεων αυτών, είναι ορισμένη.
Επομένως, το Εφετείο που την έκρινε ως τέτοια δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως αυτής απαράδεκτης λόγω αοριστίας και ο αντίθετος πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Τέλος, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη τον προεκτεθέντα ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής και, σύμφωνα με τα ανωτέρω, τον απέρριψε ως αβάσιμο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψεως υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γι' αυτό και ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αντίθετος, τελευταίος δε εξεταζόμενος, δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
3. Επειδή, μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17 Νοεμβρίου 2005 αίτηση των χ1, χ2 και χ3α, νομίμως εκπροσωπούμενης από τους ασκούντες τη γονική μέριμνά της χ και χ3β, και τους από 25 Ιουλίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτών, για αναίρεση της υπ' αριθ. 540/2005 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση ακροατήριό του, στις 21-4-2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ