Legislator Case Law & Legislation
891/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank's rejection of civil servants' claim for equal pay and grading rights.

Case Number 891/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Agricultural Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting the bank's claim of abuse of right. The court held that the bank's refusal to grant the civil servants equal pay and grading violated the principle of equal treatment and social justice. Consequently, the court ruled that the lower court correctly found the bank's actions unjustified and ordered the bank to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 25 para. 13 Law 2190/1994; Art. 281 Civil Code: The principle of equal treatment and social justice prevails over the defense of abuse of right when a public entity refuses to grant equal pay and grading to civil servants based on identical tenure and qualifications, thereby creating unjust inequalities.

Keywords

AI generated
abuse of right equal treatment civil servants social justice pay equality grading rights public entity

Cited Legislation

AI generated
Art. 25 para. 13 Law 2190/1994
Art. 281 Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OL. AP. 19/1998
OL. AP. 8/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 891 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 891/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Α.Τ.Ε. Α.Ε." ή "Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγάθη Πανούση βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: ....(αναφέρονται 14 ονόματα). Εκπροσωπήθηκαν όλοι από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Καίσαρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-9-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1023/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 8803/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-10-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 6-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 25 παρ. 13 εδ. γ΄ του ν. 2190/1994, υπάλληλοι της Κεντρικής Υπηρεσίας Διαχείρισης Εγχώριων Προϊόντων (ΚΥΔΕΠ), οι οποίοι απολύθηκαν με τη θέση αυτής υπό εκκαθάριση, εγγράφονται μετά αίτησή τους στους πίνακες επαναπροσληπτέων του Υπουργείου Γεωργίας και των υπαγομένων σ' αυτό νομικών προσώπων, περιλαμβανομένων της Αγροτικής Τράπεζας και των θυγατρικών επιχειρήσεών της, κατανεμόμενοι στις υπηρεσίες του Υπουργείου και στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα αναλόγως των αναγκών και των οικονομικών δυνατοτήτων και η επαναπρόσληψή τους περατούται έως τις 31-12-1995.

Επίσης, κατά το άρθρο 3 παρ. 4 εδ. α΄ και β΄ του ν. 2349/1995, στις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 13 του ν. 2190/1994υπάγονατι και οι υπάλληλοι της ΚΥΔΕΠ, που παρέμειναν σ' αυτή μετά τη θέση της υπό εκκαθάριση και για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως, θεωρούμενοι, για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, ως απολυθέντες με τη θέση της ΚΥΔΕΠ υπό εκκαθάριση.

Για όσους απ' αυτούς διατηρηθούν μετά τις 31-12-1995 με απόφαση του Διοικητή της ΑΤΕ στην ΚΥΔΕΠ για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως, η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων γίνεται αμέσως μόλις απολυθούν ή ολοκληρωθεί η εκκαθάριση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 25 παρ. 13 εδ. δ΄ του ν. 2190/1994, για τους επαναπροσλαμβανόμενους εφαρμόζονται και οι διατάξεις των παρ. 6 και 7 του άρθρου αυτού, ενώ κατά το άρθρο 25 παρ. 6 του εν λόγω νόμου, που εφαρμόζεται και για τους επαναπροσλαμβανόμενους υπαλλήλους της ΚΥΔΕΠ κατά τη ρητή πρόβλεψη της προηγούμενης διατάξεως, ο χρόνος, τον οποίο οι απολυθέντες και οι επαναπροσληφθέντες κατά τη διαδικασία του άρθρου αυτού διήνυσαν εκτός υπηρεσίας, λαμβάνεται υπόψη μόνο για τον υπολογισμό, κατά τις κείμενες διατάξεις ή κανονισμούς, της προϋπηρεσίας τους.

Περαιτέρω, με το άρθρο 73 παρ. 9 του π.δ. 1041/1979 "περί του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων", όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 11 του ν. 2320/1995, ορίζεται ότι ο εκτός υπηρεσίας χρόνος των συμβασιούχων υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ, οι οποίοι επανέρχονται στην υπηρεσία, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 25 του ν. 2190/1994, ως απολυθέντες, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη.

Τέλος, κατά το άρθρο 17 παρ. 9 του ν. 2527/1997, ο χρόνος υπηρεσίας των επαναπροσλαμβανομένων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 2190/1994, καθώς και των προσλαμβανομένων σε ασφαλιστικά ταμεία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 25 του Ν. 2266/1994, που έχουν διανύσει στους φορείς από τους οποίους είχαν απολυθεί και ο εκτός υπηρεσίας χρόνος των προσλαμβανομένων σε ασφαλιστικά ταμεία βάσει της ανωτέρω διατάξεως, αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας για κάθε συνέπεια από την επαναπρόσληψη ή πρόσληψη αυτών.

Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται, ότι ο χρόνος παραμονής εκτός υπηρεσίας των υπαλλήλων της ΚΥΔΕΠ, που απολύθηκαν μετά τη θέση αυτής υπό εκκαθάριση ή παρέμειναν σ' αυτή μετά τη θέση της υπό εκκαθάριση και για τις ανάγκες αυτής ή διατηρήθηκαν στην υπηρεσία της μετά τις 31-12-1995 και επαναπροσλήφθηκαν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 25 παρ. 13 του ν. 2190/1994, από την ΑΤΕ, λαμβάνεται υπόψη για τη μισθολογική και τη βαθμολογική ένταξη αυτών και λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για τη μισθολογική και τη βαθμολογική εξέλιξή τους, καθώς επίσης λαμβάνεται υπόψη και όλος ο χρόνος της υπηρεσίας τους στην ΚΥΔΕΠ, ο οποίος αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας για κάθε συνέπεια από την επαναπρόσληψή τους, δηλαδή για τη μισθολογική και τη βαθμολογική εξέλιξή τους.

Επίσης, στη συγκεκριμένη περίπτωση των επαναπροσληφθέντων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 2190/1994, υπαλλήλων της ΚΥΔΕΠ, δεν εφαρμόζονται οι κανονισμοί των ΝΠΙΔ, έστω και αν έχουν ισχύ νόμου, εφόσον ορίζουν διαφορετικά ως προς την αναγνωριζόμενη προϋπηρεσία και τη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη αυτών, αλλ' αντίθετα υπερισχύουν οι ως άνω διατάξεις ως μεταγενέστερες και ειδικότερες των κανονισμών, ενόψει του ότι οι διατάξεις αυτές ρυθμίζουν κατά τρόπο απόλυτα ειδικό τα σχετικά με τις επαναπροσλήψεις των εν λόγω υπαλλήλων βαθμολογικά και μισθολογικά θέματα, ενώ οι κανονισμοί αφορούν και ρυθμίζουν τις προαγωγές και τα λοιπά ζητήματα της υπηρεσιακής κατάστασης των προσληφθέντων υπαλλήλων κατά τις κοινές διατάξεις .

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 Α.Κ., ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη και διατηρεί την ισχύ του, εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στη γνήσια αναδρομή, η οποία συντρέχει όταν ο νόμος ρυθμίζει έννομες σχέσεις ή συνέπειες, που γεννήθηκαν ή επήλθαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής του και δεν αφορά τη μη γνήσια αναδρομή, η οποία υπάρχει όταν ο νέος νόμος ρυθμίζει (τροποποιεί ή καταργεί) έννομες συνέπειες, που γεννήθηκαν μετά την έναρξη της εφαρμογής του, αλλά πηγάζουν από έννομες σχέσεις ή καταστάσεις προϋφιστάμενες του νόμου, οπότε πρόκειται πράγματι περί αναδρομής.

Εξάλλου, με το άρθρο 140 παρ. 5 εδ. β΄ του έχοντος ισχύ νόμου, ως κυρωθέντος με το ν.δ. 213/1973, Οργανισμού της ΑΤΕ, που προστέθηκε μετά τροποποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν.δ. 170/1974, αυτού δυνάμει της υπ' αριθ. 254166/5-7-2002κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Γεωργίας (ΦΕΚ 888/15-7-2002 τεύχος Β΄), ορίζεται ότι κατ' εξαίρεση στους πρώην υπαλλήλους της ΚΥΔΕΠ, που προσλήφθηκαν στην ΑΤΕ κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 25 του Ν. 2190/1994, η πραγματική υπηρεσία τους, που διανύθηκε από την ημέρα του διορισμού τους μέχρι και την απόλυσή τους, καθώς και ο εκτός υπηρεσίας χρόνος, που διήνυσαν από την απόλυσή τους από την εργασία τους στην ΚΥΔΕΠ μέχρι την επαναπρόσληψή τους στην ΑΤΕ, προσμετράται ολόκληρη αποκλειστικά και μόνο για την ένταξή τους στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ από την προσμετρούμενη υπηρεσία αφαιρείται ο ήδη προσμετρηθείς χρόνος της προϋπηρεσίας αυτής με βάση οποιαδήποτε διάταξη, η δε προσμέτρηση του ανωτέρω χρόνου για προαγωγή ή βελτίωση αρχαιότητας στο βαθμό αποκλείεται.

Η εν λόγω διάταξη του Οργανισμού της ΑΤΕ ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, που έλαβε χώρα στις 15-7-2002 και δεν έχει αναδρομική δύναμη, αλλ' αντίθετα ισχύει για το μέλλον και δεν κατάργησε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 11 του ν. 2320/1995 και 17 παρ. 9 του ν. 2527/1997, αφού ρυθμίζει έννομες σχέσεις και συνέπειες, που γεννήθηκαν και επήλθαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής της.

Τέλος, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, κατά την οποία οι έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του τελευταίου έναντι των πρώτων, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μη εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους κοινωνικούς ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.

Α.Π. 3/1997, 7/1993, 12/1992, 6/1992). Κατά δε το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για την παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.

Επίσης κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή του Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη. Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε δικαίωμα (ατομικό) η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της Χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία, ενώ ειδική όψη της ελευθερίας αυτής είναι η ελευθερία της εργασίας, η οποία περιλαμβάνει και την ελευθερία των συμβάσεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ήταν υπάλληλοι της Κεντρικής Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Εγχωρίων Προϊόντων (ΚΥΔΕΠ), η οποία με την υπ' αριθ. 2695/1993 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση, ενώ συγχρόνως καθορίσθηκε ο αριθμός του προσωπικού, που παρέμεινε προσωρινά για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως, το δε υπόλοιπο προσωπικό απολύθηκε αυτοδικαίως με την κοινοποίηση σχετικών πράξεων γνωστοποιήσεως της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας και την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.

Μεταξύ των απολυθέντων υπαλλήλων ήταν και οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι όμως στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 13 του Ν. 2190/1994, επαναπροσλήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, κατά την αναφερόμενη για τον καθένα ημερομηνία, που περιλαμβάνεται στο χρονικό διάστημα από 16-3-1995 έως 24-10-1995, πλην του πρώτου που επαναπροσλήφθηκε στις 11-11-1996, σε θέσεις μονίμου προσωπικού στον κλάδο των οικονομικών υπαλλήλων της, κατά τον Κανονισμό αυτής, που έχει ισχύ νόμου.

Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο, ότι η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 11 του ν. 2320/1995 και 17 παρ. 9 του ν. 2527/1997, όφειλε να εντάξει τους αναιρεσιβλήτους στο προσωπικό της, τόσο μισθολογικά όσο και βαθμολογικά, με βάση το σύνολο της προϋπηρεσίας τους στην ΚΥΔΕΠ και το χρόνο της παραμονής τους εκτός υπηρεσίας, που εξομοιώνονται με πραγματική υπηρεσία σ' αυτή, ενώ τυχόν άλλη προϋπηρεσία τους έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά τις διατάξεις και τους όρους, που διέπουν το προσωπικό της.

Όμως η αναιρεσείουσα, παρά τα οριζόμενα από τις ως άνω διατάξεις, παρέλειψε τη μισθολογική και τη βαθμολογική ένταξη των αναιρεσιβλήτων, αρκεσθείσα με την υπ' αριθ. 39/22-8-2002 πράξη του Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού αυτής σε μισθολογική μόνο αναγνώριση της όλης προϋπηρεσίας από 15-7-2002 και όχι αναδρομικά από την επαναπρόσληψή τους, όπως είχε νόμιμη υποχρέωση.

Στην συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο, ότι οι διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 11 του Ν. 2320/1995 και 17 παρ. 9 του Ν. 2527/1997, ως απόλυτα ειδικές, υπερισχύουν του Κανονισμού της αναιρεσείουσας, ο οποίος ρυθμίζει τις μισθολογικές και βαθμολογικές προαγωγές των προσλαμβανομένων απ' αυτή υπαλλήλων κατά τις κοινές διατάξεις και όχι την ένταξη κατά την πρόσληψή τους των επαναπροσληφθέντων υπαλλήλων σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 2190/1994.

Επίσης δέχθηκε το Εφετείο, ότι οι ανωτέρω διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες έγινε η επαναπρόσληψη των αναιρεσιβλήτων και ορίσθηκε ότι ο διανυθείς στην ΚΥΔΕΠ χρόνος υπηρεσίας τους, ως και εκείνος που παρέμειναν εκτός αυτής μετά την απόλυσή τους, είναι χρόνος πραγματικής υπηρεσίας με κάθε συνέπεια (μισθολογική και βαθμολογική), δεν είναι αντισυνταγματικές, ως μη αντιβαίνουσες στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλ' αντίθετα είναι πλήρως εναρμονισμένες προς αυτό και ειδικότερα, με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος (η πρώτη ορίζει ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, ενώ η δεύτερη ορίζει η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το κράτος), στο πλαίσιο των οποίων ο κοινός νομοθέτης, μετά τη βίαιη διακοπή της εργασιακής σχέσεως των αναιρεσιβλήτων με την ΚΥΔΕΠ επενέβη και παρέσχε στους απολυθέντες μισθωτούς της το δικαίωμα επαναπροσλήψεώς τους από διάφορους φορείς, συναποκομίζοντας κατά την ένταξή τους τα μέχρι εκείνο το χρόνο κεκτημένα μισθολογικά και βαθμολογικά δικαιώματά τους.

Έτσι, κατέληξε το Εφετείο ότι, ενόψει των ανωτέρω αναφερομένων και σύμφωνα με το μισθολογικό και το βαθμολογικό καθεστώς, που ίσχυε στην αναιρεσείουσα κατά το χρόνο ένταξης των αναιρεσιβλήτων στο προσωπικό της, έκαστος απ' αυτούς έχει τις αναφερόμενες αξιώσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η αναγνώριση της υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας να τους εντάξει κατά την πρόσληψή τους στον αναφερόμενο για τον καθένα βαθμό και στη συνέχεια να τους προαγάγει κατ' αρχαιότητα στους αναφερόμενους για τον καθένα επόμενους βαθμούς.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη από 4-9-2003 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθώς και εκείνες των άρθρων 1 του ν.δ. 170/1974, 79, 80, 102, 140 του Οργανισμού της αναιρεσείουσας Τράπεζας, που κυρώθηκε με το ν.δ. 213/1973 και έχει ισχύ νόμου, αφού οι διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 11 του Ν. 2320/1995 και 17 παρ. 9 του ν. 2527/1997, ως απόλυτα ειδικές, κατισχύουν εκείνων του Οργανισμού της αναιρεσείουσας, που ρυθμίζουν θέματα της υπηρεσιακής καταστάσεως των προσληφθέντων απ' αυτή, κατά τις κοινές διατάξεις, υπαλλήλων, ενώ οι εν λόγω διατάξεις των νόμων αυτών αφορούν τους απολυθέντες ως άνω υπαλλήλους της ΚΥΔΕΠ μετά τη θέση αυτής υπό εκκαθάριση και επαναπροσληφθέντες μεταξύ άλλων και από την ΑΤΕ, ενώ η διάταξη του άρθρου 140 παρ. 5 εδ.

β΄ του Οργανισμού της τελευταίας, που προστέθηκε μετά τροποποίηση αυτού σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν.δ. 170/1974, ισχύει από τις 15-7-2002 και δεν έχει αναδρομική δύναμη για τους προεκτεθέντας λόγους, η δε ένταξη των αναιρεσιβλήτων από την αντίδικό τους στον αναφερόμενο για τον καθένα βαθμό έπρεπε να γίνει κατά το νόμο κατά το χρόνο προσλήψεως εκάστου.

Επίσης, ο νομοθέτης με τις ως άνω ειδικές διατάξεις θέσπισε το δικαίωμα των απολυθέντων υπαλλήλων της ΚΥΔΕΠ να επαπροσληφθούν μεταξύ άλλων και στην αναιρεσείουσα Τράπεζα. Με τις διατάξεις αυτές δεν παραβιάσθηκε η προστατευόμενη από το Σύνταγμα αρχή της ισότητας του νόμου έναντι των αναιρεσιβλήτων και δεν εισήχθη δυσμενής διάκριση σε βάρος των λοιπών υπαλλήλων της ΑΤΕ με το να θεωρηθεί ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας σ' αυτή το σύνολο της προϋπηρεσίας τους στην ΚΥΔΕΠ και ο χρόνος της παραμονής τους εκτός υπηρεσίας, καθώς επίσης και η προστατευόμενη επίσης από το Σύνταγμα αρχή της οικονομικής ελευθερίας, της οποίας ειδική όψη αποτελεί η ελευθερία της εργασίας.

Η ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση συνάδει με το άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος, που προβλέπει την προστασία της εργασίας και με το οποίο καλείται το κράτος να εφαρμόζει πολιτική πλήρους απασχολήσεως με μέτρα οποιασδήποτε μορφής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η επέμβασή του στην καθόλου εργασιακή αγορά με σκοπό τη διαμόρφωσή της κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζονται οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας των μισθωτών και έτσι η με το σκοπό αυτό νομοθετική ρύθμιση αποτελεί συνταγματικώς επιτρεπτή ουσιαστική παρέμβαση της πολιτείας για τη διασφάλιση τόσο του δικαιώματος στην εργασία, όσο και των ήδη κεκτημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των απολυθέντων υπαλλήλων της ΚΥΔΕΠ και επαναπροσληφθέντων από την ΑΤΕ.

Επομένως, ο πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επειδή, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.

Α.Π. 11/1996, 469/1984). Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την ανωτέρω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεων τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (Ολ. Α.Π. 3/1997). Ακόμη, ο λόγος αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ Α.Π. 12/1991).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τους έβδομο, κατά το δεύτερο μέρος του και ένατο λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη των ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντων ισχυρισμών της, κατά τους οποίους α) η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 9 του ν. 2527/1997 είναι αντισυνταγματική, ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού με την εφαρμογή της αν όχι άμεσα, τουλάχιστον μετά από κάποιο χρονικό διάστημα εξισώνονται οι αναιρεσίβλητοι με τους εργαζόμενους στην ΑΤΕ, που έχουν διέλθει από εντελώς διαφορετικά στάδια υπηρεσιακής εξελίξεως, γιατί ρυθμίζει διαφορετικά και ευνοϊκά για τους πρώτους το κοινό θέμα του χρόνου της προϋπηρεσίας τους, β) η προαγωγή, έστω μέχρι του βαθμού του τμηματάρχη Β΄, των προερχομένων από την ΚΥΔΕΠ υπαλλήλων (123 άτομα) θα συνεπαγόταν ανατροπή της υφισταμένης υπαλληλικής ιεραρχίας και της επετηρίδας σε βάρος των υπαλλήλων της ΑΤΕ με πολυετή πραγματικά ευδόκιμη υπηρεσία, τη συσσώρευση μεγάλου αριθμού υπαλλήλων στο βαθμό του τμηματάρχη Β΄ με καταλυτική επίδραση στην ομαλή λειτουργία αυτής και περιορισμό του διευθυντικού δικαιώματός της ως εργοδότριας, γ) η ίδια μετά την ΕΣΣΕ του έτους 2001 χορήγησε μισθολογικά, οικειοθελώς, στους ως άνω υπαλλήλους το σύνολο του χρόνου τόσο της προϋπηρεσίας τους στην ΚΥΔΕΠ, όσο και εκείνο που διήνυσαν εκτός υπηρεσίας, ενώ η προσμέτρηση των χρόνων αυτών για προαγωγή ή βελτίωση της αρχαιότητας στο βαθμό αποκλείεται κατά τον Κανονισμό.

Από τους ανωτέρω ισχυρισμούς οι υπό τα στοιχεία β΄ και γ΄ αποτελούν νομικά επιχειρήματα, που προέβαλε η αναιρεσείουσα για την υποστήριξη των απόψεών της σε σχέση με νομικά ζητήματα και συνεπώς, ο ένατος λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Επίσης, ο έβδομος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, ενόψει των παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τον υπό το στοιχείο α΄ ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 του αυτού Κώδικα, για την πληρότητα του αναφερόμενου στην πρώτη απ' αυτές λόγου αναιρέσεως πρέπει το αναιρετήριο να περιέχει στην πρώτη από τις διαλαμβανόμενες σ' αυτή περιπτώσεις ποια ήταν τα πράγματα, που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, μολονότι δεν προτάθηκαν και ποια επίδραση άσκησαν αυτά στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 714/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το μη προταθέντα ισχυρισμό περί ρητής ομολογίας της αναιρεσείουσας, που αφορά την αποδοχή από μέρους της επαναπροσλήψεως των αναιρεσιβλήτων σε εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων χωρίς την προβολή οποιασδήποτε αντιρρήσεως.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, υπό την ως άνω διατύπωσή του, είναι απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του και πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν διευκρινίζεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένη επίδραση άσκησε ο εν λόγω ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης. Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις, που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον εγκείμενο στο δικαίωμα κοινωνικό και οικονομικό σκοπό, έτσι ώστε η ενάσκησή του να προσκρούει στην περί δικαίου και ηθικής αντίληψη του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.

Α.Π. 19/1998, 17/1995). Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν και άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που προέρχονται κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενασκήσεως του δικαιώματος, οπότε η μεταγενέστερη άσκηση αυτού, η οποία τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό τις άνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, να αντίκειται προφανώς στις καθοριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

αρχές, γιατί δημιουργεί δυσανάλογη προς την ωφέλεια του δικαιούχου επιβάρυνση του υποχρέου (Ολ. Α.Π. 8/2001, 1/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα και τα εξής: Η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί καταχρηστική με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., αφού η χορήγηση από τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 13 του ν. 2190/1994, 3 παρ. 11 του ν. 2320/1995 και 17 παρ. 9 του ν. 2527/1997 του εν λόγω δικαιώματος σ' αυτούς και η ενάσκησή του στη συνέχεια από τους ίδιους όχι μόνο δεν διαταράσσει την ισορροπία στους κόλπους της αναιρεσείουσας Τράπεζας και δεν απειλεί την εργασιακή ειρήνη αυτής, αλλ' αντίθετα αποκαθιστά και διασφαλίζει, γιατί αίρονται οι αδικίες και οι ανισότητες, που είχαν συντελεσθεί σε βάρος των αναιρεσιβλήτων με τον τρόπο που η αντίδικός τους έκανε τη μισθολογική και τη βαθμολογική ένταξη αυτών στο προσωπικό της.

Ο νομοθέτης θέλησε οι αναιρεσίβλητοι, εντασσόμενοι στην αναιρεσείουσα Τράπεζα, να λάβουν μισθολογικά και βαθμολογικά τη θέση που έχουν και οι λοιποί εργαζόμενοι της τελευταίας, με τους οποίους οι αναιρεσίβλητοι έχουν τα ίδια χρόνια υπηρεσίας και τα αυτά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Άλλωστε, η αναιρεσείουσα αξιοποιεί την πλούσια εμπειρία αυτών και τις αξιόλογες γνώσεις τους προς ίδιο όφελος και για το λόγο αυτό πρέπει να ανταποδώσει τούτο με την προσήκουσα μισθολογική και βαθμολογική μεταχείρισή τους, που είναι η αιτούμενη από τους ίδιους.

Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση της αναιρεσείουσας, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. Επομένως, ο σχετικός δέκατος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-10-2005 αίτηση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. για αναίρεση της υπ' αριθ. 8.803/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ