Legislator Case Law & Legislation
890/2024 AI generated

Supreme Court remands labor dispute for retrial after rejecting appeal against second-instance judgment.

Case Number 890/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal against the second-instance judgment in a labor dispute, ruling that the case must be retried before the appellate chamber. The appellants argued for dismissal, but the court found that the previous judgment had been annulled on appeal, necessitating a new substantive trial. Consequently, the court remanded the case for a new hearing while ordering the respondent to pay the appellants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580, 581, 582 of the Code of Civil Procedure; When a judgment rendered after a prior annulment is itself annulled, the case must be retried substantively before the appellate chamber in a new hearing.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal annulment retrial procedure substantive trial legal costs Code of Civil Procedure remand for hearing

Cited Legislation

AI generated
Articles 664 to 676 of the Code of Civil Procedure
Article 581 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 237 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 890 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 890/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Ελένη Χροναίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: α) της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Β. και ΣΙΑ Ο.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Ίλιον Αττικής και β) του Δ. Β. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Γεωργόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λυκοπάτη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1071/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2914/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 9-11-2017 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1672/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.

Εκδόθηκε η 6298/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-12-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 20-12-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 10162/1261/23-12-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 938/2022 αίτηση αναίρεσης των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Β. και Σια Ο.Ε." και Δ.

Α. Β., προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 έως 676 του ΚΠολΔ) με αριθμό 6298/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που επιλήφθηκε της διαφοράς, ως Δικαστήριο της παραπομπής, κατ' άρθρο 581 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της με αριθμό 1672/2018 απόφασης του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατόπιν παραδοχής της από 09-11-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 8423/799/2017 αίτησης αναίρεσης των ίδιων ως άνω εναγομένων - εφεσιβλήτων και ειδικότερα, κατ' ευδοκίμηση του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικού λόγου, αναιρέθηκε στο σύνολό της, η με αριθμό 2914/2017 προηγούμενη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου (Μονομελούς Εφετείου Αθηνών) και παραπέμφθηκε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου ήταν εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

Με την προσβαλλόμενη με αριθμό 6298/2020 απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως Δικαστήριο της παραπομπής δέχθηκε τυπικά την από 24-06-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4087/29-06-2015 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Κ. Π. Π., κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 1071/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την από 18-10-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 182351/5412/01-11-2011 αγωγή του, με αντικείμενο αξιώσεις από την, μεταξύ αυτού και των εναγομένων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, συναφθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συγκεκριμένα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και τις, εκ της ακυρότητας αυτής, απορρέουσες συναφείς υποχρεώσεις των εναγομένων, την αποδοχή των υπηρεσιών του εκ μέρους τους, την επιδίκαση μισθών υπερημερίας και, τέλος, την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, ακολούθως, δε, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), απέρριψε ως απαράδεκτο το σωρευόμενο αίτημα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που ο ενάγων - εκκαλών επικαλέστηκε ότι υπέστη εξαιτίας της προσβαλλόμενης ως άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους και κατά τα λοιπά, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επεδίκασε στον ενάγοντα τα αναγραφόμενα εκεί επιμέρους χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης διακρίσεις.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ( άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ) στις 23-12-2021, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, από την επίδοση στις 16-12-2021, με την επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως τούτο προκύπτει από την επ' αυτής σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Γ.

Ν. Γ. Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ ).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής :

Με την από 18-10-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 182351/5412/01-11-2011 αγωγή του, απευθυνόμενη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την πρώτη των εναγόμενων και ήδη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία " Δ. Β. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", αρχικά με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την 01.12.2010, ως υπάλληλος και ειδικότερα προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως διανομέας (κούριερ) υπό τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στην αγωγή, έχοντας προϋπηρεσία οκτώ (8) ετών, που γνωστοποιήθηκε στην τελευταία και αποτέλεσε το κύριο κριτήριο πρόσληψής του .

Ότι, στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 29.12.2010 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι η πρώτη εναγόμενη, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι η ημερομηνία αυτή (29.12.2010) αναγράφηκε ως ημερομηνία (πραγματικής) πρόσληψής του, αρνήθηκε να του καταβάλει την αναλογία του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του ίδιου έτους.

Ότι, εξαιτίας αυτού και, επιπλέον, λόγω της μη χορήγησης αναλυτικών εκκαθαριστικών της μηνιαίας μισθοδοσίας του, καθώς και της μη αναγνώρισης της προϋπηρεσίας του, για την ανάλογη διαμόρφωση των μηνιαίων αποδοχών του στις 30.03.2011 προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Ότι κατόπιν της προσφυγής του στην ανωτέρω υπηρεσία και αφού αναβλήθηκε η συζήτηση της σχετικής εργατικής διαφοράς, η εναγόμενη του κατέβαλε την αναλογία του δώρου εορτών Χριστουγέννων του έτους 2010, αναγνώρισε την προϋπηρεσία του και άρχισε να του χορηγεί αναλυτικά εκκαθαριστικά σημειώματα μηνιαίας μισθοδοσίας.

Στη συνέχεια ο ενάγων εξέθετε ότι ενώ από την πρόσληψή του ανταποκρινόταν στις συμβατικές υποχρεώσεις του, κατά τον προσήκοντα τρόπο, εργαζόμενος σύμφωνα με τα παρατιθέμενα στο οικείο δικόγραφο ωράρια (ημερήσιο και εβδομαδιαίο) και αμειβόμενος με τις προβλεπόμενες στις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α.

του κλάδου παροχής υπηρεσιών αποδοχές όπως είχε καθοριστεί συμβατικά, στις 31-08-2011 η εναγόμενη εταιρεία κατήγγειλε την καταρτισθείσα ως άνω σύμβαση εργασίας του και έκτοτε αρνείται να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του. Ότι ο δεύτερος των εναγομένων, νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας υποστήριξε, ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας, ότι η απόλυσή του υπαγορεύθηκε από οικονομοτεχνικούς λόγους, ενώ εκείνος ισχυρίστηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του πραγματοποιήθηκε για λόγους εκδίκησης και συγκεκριμένα λόγω της προηγούμενης προσφυγής του στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, εξαιτίας της οποίας η εναγόμενη υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει την προϋπηρεσία του, να του καταβάλει την αναλογία δώρου εορτών Χριστουγέννων και επιπλέον να του χορηγεί αναλυτικά εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας.

Ότι, για το λόγο αυτό, η γενόμενη καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική. Ότι, ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι συνέτρεχαν οικονομοτεχνικοί λόγοι, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, για το λόγο ότι πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., καθώς διατηρήθηκαν στις θέσεις τους όλοι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι διανομείς, μεταξύ των οποίων και οι κατονομαζόμενοι στο οικείο δικόγραφο συνάδελφοί του, που δεν είχαν οικογενειακά βάρη και έναντι των οποίων ο ίδιος, ο οποίος τύγχανε έγγαμος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού, υπερείχε επιπλέον σε εμπειρία, αρχαιότητα και αποδοτικότητα.

Ότι, λόγω της ακυρότητας της γενόμενης ως άνω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, η πρώτη εναγόμενη κατέστη υπερήμερη και του οφείλει, ως μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 01.09.2011 έως 31.12.2012 ( πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής του) τις καταβαλλόμενες, κατά το χρόνο της απόλυσής του αποδοχές, που ανέρχονταν σε χίλια εκατόν ενενήντα δύο ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτά (1.192,78) μηνιαίως και συνολικά στο χρηματικό ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων εξακοσίων εξήντα δύο ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (22.662,82 ).

Ότι, επιπλέον, οι συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η απόλυσή του έπληξαν την επαγγελματική του υπόληψη και αξία και υπέστη, ως εκ τούτου, ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, μερικό περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις του, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησε :

α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της γενόμενης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, β) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να του καταβάλει, ως αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την 01.09.2011 έως τις 31.10.2012, το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (19.084,48 ), περαιτέρω δε να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να του καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας του υπόλοιπου χρονικού διαστήματος, από την 01.11.2012 έως τις 31.12.2012, το συνολικό χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (3.578,34), με το νόμιμο τόκο αφότου έκαστο επιμέρους μηνιαίο κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από το τέλος κάθε έτους, σε διαφορετική δε περίπτωση με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, γ) να αναγνωριστεί ότι η πρώτη εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει, επιπλέον, το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, δ) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους όρους που έχουν συνομολογηθεί με την ένδικη σύμβαση, με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης εις βάρος του δεύτερου εναγόμενου.

Επί της υπόθεσης αυτής, εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν την τροποποίηση τους με το άρθρο 1 άρθρο ένατο του ν. 4335/2015 ) η με αριθμό 1071/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Ακολούθως, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 24.6.2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4087/29.06.2015 έφεσης του ενάγοντος, με την οποία παραπονέθηκε για λόγους, που ανάγονταν σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή, ώστε να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή του, εξέδωσε τη με αριθμό 2914/2017 οριστική απόφασή του, με την οποία, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Ειδικότερα : α) αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 31.08.2011 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, β) υποχρεώθηκε η πρώτη εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, υπό τις ίδιες έως την 31.08.2011 περιστάσεις, γ) απειλήθηκε χρηματική ποινή, ύψους τριακοσίων (300,00) ευρώ και προσωπική κράτηση διαρκείας δύο (2) μηνών, εις βάρος του δεύτερου εναγόμενου, για την περίπτωση μη συμμόρφωσής του προς την αμέσως προηγούμενη διάταξή της, δ) υποχρεώθηκε η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών ( 19.084,48 ), με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, κατά τις διακρίσεις που αναφέρονταν στο σκεπτικό της οικείας απόφασης μέχρι την εξόφληση, ε) αναγνωρίστηκε ότι η πρώτη εναγόμενη υποχρεούνταν να καταβάλει στον ενάγοντα, επιπλέον, το συνολικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών ( 4.578,34 ), με το νόμιμο τόκο, για μεν το ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών ( 3.578,34 ) από τότε που έκαστο επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, κατά τις διακρίσεις που αναφέρονταν στο σκεπτικό της οικείας απόφασης, για δε το ποσό των χιλίων (1.000,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής .

Την αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης, για τους διαλαμβανόμενους λόγους, ζήτησαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 09.11.2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 8423/799/2017 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1672/2018 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου.

Με την απόφαση αυτή, κατά παραδοχή του από το άρθρο 559 αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, αναιρέθηκε στο σύνολό της η προσβληθείσα με αριθμό 2914/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε κατ' άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

Συγκεκριμένα, με την απόφαση αυτή, έγινε δεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 του ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που αναφέρονται σε αυτή, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή (ή μη) εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ.

Ακολούθως, επαναφερθείσας της υπόθεσης προς συζήτηση με την από 26.3.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3105/2471/2019 κλήση του ενάγοντος - εκκαλούντος το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που επιλήφθηκε, ως Δικαστήριο της παραπομπής, κατ' άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης με αριθμό 1672/2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, ο οποίος κατά τα ανωτέρω αναίρεσε στο σύνολό της τη με αριθμό 2914/2017 προηγούμενη απόφασή του ( με την οποία είχε γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 18.10.2011 αγωγή ) και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου ήταν εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, δικάζοντας εκ νέου την υπόθεση ( έφεση ) εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη με αριθμό 6298/2020 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας εκ νέου την αγωγή, απέρριψε ως απαράδεκτο το σωρευόμενο αίτημα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και, κατά τα λοιπά, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, αναγνώρισε την ακυρότητα, ως καταχρηστικής, της από 31-08-2011 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος, εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, υποχρέωσε αυτήν να καταβάλει στον ενάγοντα, το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα εννέα χιλιάδων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (19.084,48), ως μισθούς υπερημερίας για το από 01-09-2011 έως 31-10-2012 χρονικό διάστημα και, περαιτέρω, αναγνώρισε την υποχρέωσή της να του καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (3.578,34 ), ως μισθούς υπερημερίας για το από 01-11-2012 έως 31-12-2012 χρονικό διάστημα, με τον νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό μέχρι την πλήρη εξόφληση και συγκεκριμένα για τους μισθούς υπερημερίας από την παρέλευση της δήλης ημέρας καταβολής κάθε μηνιαίου μισθού, που συνέπιπτε με την τελευταία ημέρα κάθε μήνα, για τα επιδόματα Χριστουγέννων και άδειας από την 1.1 του επόμενου έτους, στο οποίο καθένα από τα ποσά αυτά αφορά και για το επίδομα εορτών Πάσχα από την 1.5 του έτους, στο οποίο το οικείο κονδύλιο αφορά, υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος, με τους εργασιακούς όρους που ίσχυαν πριν την πραγματοποιηθείσα ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, καταδίκασε την πρώτη εναγόμενη εταιρεία σε χρηματική ποινή, ύψους διακοσίων ( 200,00 ) ευρώ και απείλησε εις βάρος του δευτέρου εναγόμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης, προσωπική κράτηση, διάρκειας δύο ( 2 ) μηνών, για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής της προσφερόμενης εκ μέρους του ενάγοντος εργασίας, για το χρόνο από την επίδοση της απόφασης και εφεξής.

Κατά της ανωτέρω με αριθμό 6298/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, άσκησαν οι εναγόμενοι - εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες την υπό κρίση ( νέα ) αίτηση αναίρεσης. Ο ΚΠολΔ ορίζει στο άρθρο 559 αριθμός 18, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση την λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο, στο άρθρο 579 παρ. 1 εδ.

α' ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, στο άρθρο 580 παρ. 4 ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν και στο άρθρο 581 παρ. 2 ότι στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, δεχόμενος τον σχετικό λόγο αναίρεσης. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση του είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο : α) το νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος στη συγκεκριμένη υπόθεση και β) οι παραδοχές του δικαστηρίου της παραπομπής, ως προς το ζήτημα αυτό, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί εάν το τελευταίο συμμορφώθηκε προς τη λύση που έδωσε ο Άρειος Πάγος ή έδωσε διαφορετική λύση.

Ως " νομικό ζήτημα " θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση μπορεί δε να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης, που θεσπίζει το άρθρο 559 του ΚΠολΔ ( Α.Π. 1176/2020, Α.Π. 1360/2018, Α.Π. 534/2015, Α.Π. 1708/2014).

Δεν επιλύεται, όμως, νομικό ζήτημα, αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για τον λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από αυτή, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.

Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε, ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά (Α.Π. 1398/2023, Α.Π. 923/2017, Α.Π. 201/2009). Αν το δικαστήριο της παραπομπής εκτιμήσει διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά και αυτά επιδέχονται διαφορετικές νομικές λύσεις, ο παραμερισμός της νομικής λύσεως της παραπεμπτικής αναιρετικής αποφάσεως δεν θεμελιώνει τον προαναφερθέντα λόγο αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο της παραπομπής, στην περίπτωση αυτή, λειτουργεί αυτόνομα. 'Οταν, όμως, η διαφορετική νομική λύση, που δέχθηκε το δικαστήριο της παραπομπής, στηρίζεται σε λανθασμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή στην αντίθετη περίπτωση, που δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, μολονότι υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, επιτρέπεται αναίρεση κατά της αποφάσεώς του, για τον προβλεπόμενο, από το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, λόγο (Α.Π. 621/2018, Α.Π. 66/2004).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 1 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση, κατά το τμήμα της εκείνο, κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση (Α.Π. 1505/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 18 του ΚΠολΔ, ήτοι της μη συμμόρφωσης του Εφετείου, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, προς τη με αριθμό 1672/2018 αναιρετική απόφαση με την οποία αναιρέθηκε η με αριθμό 2914/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, κατά τα ειδικότερα στον λόγο αυτόν αναιρέσεως αναφερόμενα.

Όπως όμως προεκτέθηκε, με τη με αριθμό 1672/2018 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η με αριθμό 2914/2017 προηγούμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ) και ειδικότερα για τον λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από αυτή, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε και συγκεκριμένα στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., χωρίς όμως να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.

Κατά συνέπεια, εφόσον η ως άνω προηγουμένη απόφαση αναιρέθηκε για τον λόγο αυτόν, δεν τίθεται θέμα συμμόρφωσης ή μη της ήδη αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προς την αναιρετική και, επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι, η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του Α.Κ., δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος . Η υπέρβαση των ορίων αυτών, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ.

Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και, συνακόλουθα, ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του Α.Κ. (Α.Π. 179/2016, Α.Π. 601/2013).

Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος, συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (Α.Π. 179/2016, Α.Π. 1249/2014, Α.Π. 1649/2012, Α.Π. 581/2011, Α.Π. 1318/2000) Όμως, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του Α.Κ., για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.

Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία, η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (Α.Π. 1000/2017, Α.Π. 244/2017, Α.Π. 132/2016, Α.Π. 1922/2007, Α.Π. 561/2007).

Πολύ δε περισσότερο δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυόμενου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Στην περίπτωση που ο εργοδότης καταχρηστικώς κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, μη αποδεχόμενος τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του μισθωτού περιέρχεται σε υπερημερία και υποχρεούται, όπως παραπάνω εκτέθηκε, κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 του Α.Κ., στην καταβολή του μισθού.

Στην περίπτωση αυτή, επί αγωγής του μισθωτού, για την καταβολή μισθών υπερημερίας, η αγωγή δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στην σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής. Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, επικαλεσθεί ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών γιατί λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση εργασίας, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου ότι η καταγγελία είναι άκυρη, γιατί αντίκειται στο άρθρο 281 του Α.Κ., είναι αντένσταση, η οποία μπορεί, καθ' υποφοράν, να προβληθεί με την αγωγή, να προβάλει δηλαδή εκ προοιμίου την αντένσταση αυτή, κατά της τυχόν ένστασης του εργοδότη, για καταγγελία της σύμβασης.

Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος αλλά για άλλους που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας. Επομένως, η μη απόδειξη των επικαλουμένων από τον εργοδότη λόγων απολύσεως του εργαζόμενου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απόλυσης, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του (Α.Π. 258/2019, Α.Π. 729/2018, Α.Π. 1253/2018 Α.Π. 179/2016, Α.Π. 460/2013, Α.Π. 1694/2012 ).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, στο οποίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, η υπόθεση εισήχθη και συζητήθηκε, δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταχρηστικής ή μη καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος - εκκαλούντος: "Η πρώτη των εναγόμενων - εφεσίβλητων [αναιρεσείουσα], ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία " Δ.

Β. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", την 1.12.2010, με την από ίδιας ημερομηνίας καταρτισθείσα σύμβαση πρακτορείας μεταξύ αυτής και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "A.C.S. - ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΙΣ ΑΝΏΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με τον διακριτικό τίτλο "A.C.S. S.A. ", ανέλαβε να λειτουργήσει το κατάστημα της τελευταίας στο Δήμο Ιλίου, το οποίο προηγουμένως λειτουργούσε άλλη εταιρεία (όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 1.12.2010 σύμβαση πρακτορείας μεταξύ των ως άνω εταιρειών).

Στα πλαίσια αυτά, η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία, πέραν του προσωπικού, που εργαζόταν ήδη στο παραπάνω κατάστημα, για λογαριασμό του προηγούμενου εργοδότη, επεδίωκε την πρόσληψη ενός ακόμη ατόμου, που θα απασχολούνταν σ' αυτή, με την ειδικότητα του διανομέα ( κούριερ ). Η θέση αυτή της επιχείρησης, υπαγόταν σε τετραετές πρόγραμμα επιχορήγησης της εργοδότριας από τον Ο.Α.Ε.Δ., για την πρόσληψη ανέργων .

Το στοιχείο αυτό προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την εν λόγω διάδικο ( πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη ) αντίγραφο συστατικού σημειώματος θέσης εργασίας του Ο.Α.Ε.Δ., με στοιχεία ..., στο οποίο αναγράφεται ότι ο ενάγων - εκκαλών προτάθηκε για την κάλυψη της παραπάνω θέσης στις 20.12.2010, με αναγραφόμενη ημερομηνία αναγγελίας της πραγματοποιηθείσας πρόσληψης του τελευταίου στον Ο.Α.Ε.Δ., την 29.12.2010.

Η ίδια ημερομηνία ( η 29.12.2010 δηλαδή) αναγράφεται ως ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντα - εκκαλούντα και στο σχετικώς προσκομιζόμενο έγγραφο (από 29.12.2010 έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου). Ανεξαρτήτως, όμως, της αναγραφής της παραπάνω ημερομηνίας, ως τυπικής αφετηρίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων - εκκαλών, απασχολούνταν για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας, ήδη από την 1.12.2010, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από πλευράς του ενάγοντα - εκκαλούντα, ημερήσιες καταστάσεις απασχόλησής του, του διαστήματος από 1.12.2010 έως και 29.12.2010, με σημειωμένες τις ώρες άφιξης και αναχώρησης αυτού ( 9:30' π.μ.

έως 17:30' μ.μ., αντιστοίχως ) κατά τις ενδιάμεσες αυτές ημέρες. Το ότι αυτός είχε προσληφθεί από την πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία από την 1.12.2010, ο ενάγων - εκκαλών το ανέφερε επιπλέον και στην πρώτη με ημερομηνία 30.3.2011 αίτηση, την οποία ο συγκεκριμένος διάδικος υπέβαλε για την διενέργεια εργατικής διαφοράς, ενώπιον του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Αγ.

Αναργύρων, επ' αφορμής των κατωτέρω αναφερόμενων αξιώσεων αυτού, που ανέκυψαν, κατά την διάρκεια της λειτουργίας της μεταξύ των ανωτέρω διαδίκων καταρτισθείσας σύμβασης εργασίας (όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. ....2011 αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς ). Τα ανωτέρω στοιχεία αναιρούν τον ισχυρισμό της πρώτης εναγόμενης - εφεσίβλητης, περί μεταγενέστερης πρόσληψης και έναρξης της πραγματικής απασχόλησης του ενάγοντα - εκκαλούντα για λογαριασμό της, στις 29.12.2010, με αποτέλεσμα να μην ασκεί επιρροή ούτε το ότι τον εν λόγω διάδικο ( ενάγοντα - εκκαλούντα ) συνέστησε ο Ο.Α.Ε.Δ.

στις 20.12.2010, αλλά ούτε και η δήλωση του ίδιου ενάγοντα - εκκαλούντα, ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας περί πρόσληψής του στις 29.12.2010. Αποδεικνύεται, έτσι, ότι ο ενάγων - εκκαλών προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 1.12.2010, προκειμένου να απασχοληθεί για λογαριασμό της τελευταίας, ως διανομέας (κούριερ).

Κατά την ανωτέρω πρόσληψή του, αυτός (ενάγων - εκκαλών), που τύγχανε έγγαμος και πατέρας ενός ανήλικου (τότε) παιδιού διέθετε προϋπηρεσία οκτώ (8) ετών στην ίδια ειδικότητα. Την προϋπηρεσία του αυτή, την οποία ο ενάγων - εκκαλών δεν είχε κανένα λόγο να αποκρύψει, όπως αβασίμως η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη ισχυρίστηκε, καθώς, εκτός του ότι επρόκειτο για ένα στοιχείο που μόνο όφελος συνεπαγόταν για τον ίδιο, αυτή (προϋπηρεσία) αποτέλεσε κριτήριο για την πρόσληψή του από την πρώτη - εναγόμενη εφεσίβλητη εταιρεία, η οποία είχε υπαχθεί σε πρόγραμμα απασχόλησης για την καταπολέμηση της ανεργίας και θα επιδοτούνταν για την πρόσληψη του ενάγοντα - εκκαλούντα και που, ως νεοσύστατη εταιρεία, είχε ανάγκη από έμπειρο προσωπικό, προκειμένου να ξεκινήσει να δραστηριοποιείται άμεσα - από την 1.12.2010, δηλαδή, οπότε ανέλαβε την σχετική επιχειρηματική δραστηριότητα, δυνάμει της ως άνω καταρτισθείσας σύμβασης πρακτορείας, όπως προαναφέρεται - ο εν λόγω διάδικος ( ενάγων - εκκαλών) την γνωστοποίησε κατά την πρόσληψή του στην τελευταία (πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη).

Σχετικώς, δε, συντάχθηκε η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπεύθυνη δήλωση στοιχείων εργαζομένου. Έκτοτε, από την 1.12.2010, δηλαδή, ο ενάγων - εκκαλών, εργάστηκε για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης - εφεσίβλητης, απασχολούμενος επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα και επί οκτώ ( 8 ) ώρες ημερησίως ( από τις 9:00' π.μ.

έως τις 17:00' μ.μ. ), έναντι μηνιαίων αποδοχών, που, όπως συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, διαμορφώνονταν βάσει των προβλεπόμενων από τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. Ήδη, όμως, από την αρχή της λειτουργίας της μεταξύ των ως άνω διαδίκων σύμβασης εργασίας, η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη, δεν ανταποκρινόταν στις συμβατικές της υποχρεώσεις, ως εργοδότριας, καθώς επ' αφορμής της αναγραφής της 29.12.2010, ως ημερομηνίας έναρξης αυτής (σύμβασης εργασίας) στα ανωτέρω αναφερθέντα έγγραφα, αρνήθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα - εκκαλούντα την αντίστοιχη της πραγματικής του απασχόλησης για λογαριασμό της, από 1.12.2010, αναλογία δώρου εορτών Χριστουγέννων έτους 2010, ενώ δεν του χορηγούσε αναλυτικά εκκαθαριστικά σημειώματα, στα οποία να απεικονίζονται λεπτομερώς οι πάσης φύσεως αποδοχές του, όπως ήταν υποχρεωμένη, κατ' άρθρο 18 του ν. 1082/1980, ούτε και αναγνώριζε την γνωστοποιηθείσα, κατά τα ανωτέρω, προϋπηρεσία του, για την διαμόρφωση αυτών (τακτικών μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντα - εκκαλούντα).

Εξαιτίας της ανωτέρω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της πρώτης εναγόμενης - εφεσίβλητης, στις 30.3.2011, ο ενάγων - εκκαλών προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, όπου κατέθεσε την από ίδιας ημερομηνίας αίτησή του για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς. Από το περιεχόμενο αυτής προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος διάδικος ( ενάγων - εκκαλών ) διαμαρτυρήθηκε, επειδή, όπως ισχυρίστηκε, δούλευε στην επιχείρηση αυτής (πρώτης εναγόμενης - εφεσίβλητης ) από την 1.12.2010, χωρίς να έχουν επικολληθεί ένσημα, για το χρονικό διάστημα από την 1.12.2010 έως τις 28.12.2010, χωρίς να έχει λάβει το δώρο εορτών Χριστουγέννων, που αναλογούσε στο αντίστοιχο ως άνω χρονικό διάστημα και χωρίς να του χορηγούνται αναλυτικά εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας, και επειδή, επιπλέον, υπήρχαν μισθολογικές διαφορές, λόγω τριετιών για όλο το χρονικό διάστημα (όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη υπ' αριθμ.

πρωτ. ....2011 αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς ). Στις 26.4.2011, ημερομηνία κατά την οποία τα μέρη ζήτησαν την αναβολή της συζήτησης της ανωτέρω εργατικής διαφοράς, ενώπιον της παραπάνω υπηρεσίας, για τις 25.5.2011, ο ενάγων - εκκαλών δήλωσε ότι έλαβε το χρηματικό ποσό, που αντιστοιχούσε στο δώρο εορτών Χριστουγέννων του έτους 2010, ύψους 118 ευρώ, ενώ για το θέμα της επικόλλησης ενσήμων ανέφερε ότι αυτό είχε ήδη τότε διευθετηθεί.

Λίγο πριν την μετ' αναβολή ορισθείσα ως άνω ημερομηνία συζήτησης της διαφοράς, στις 23.5.2011, ο ενάγων - εκκαλών, προσερχόμενος και πάλι στην παραπάνω υπηρεσία, δήλωσε ότι η εργοδότρια εταιρεία του χορήγησε αναλυτικά εκκαθαριστικά σημειώματα αποδοχών, καθώς και ότι του αναγνώρισε την προϋπηρεσία, που αυτός είχε σε ομοειδή καθήκοντα, δηλώνοντας, παράλληλα ότι, κατόπιν αυτών, επιθυμούσε να αποσύρει την σχετικώς υποβληθείσα καταγγελία, επειδή είχαν ικανοποιηθεί όλες οι αναφερόμενες σ' αυτή απαιτήσεις του ( όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ' αριθμ.

πρωτ. ....2011 δελτίο εργατικής διαφοράς του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Αγίων Αναργύρων ) και όχι επειδή έκανε λάθος και συγκεκριμένα λόγω του ότι, εκ παραδρομής, προέβη σ' αυτή (καταγγελία ), παρ' ότι είχε λάβει την παραπάνω αναλογία δώρου εορτών Χριστουγέννων, όπως αβασίμως υποστήριξε η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία.

Εν συνεχεία, όμως, η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση εργασίας, δεν εξελίχθηκε ομαλά, καθώς τρεις ( 3 ) μήνες περίπου, μετά την κατά τα ανωτέρω έκβαση της προαναφερόμενης εργατικής διαφοράς αυτών ( διαδίκων ) και συγκεκριμένα στις 31-8-2011, τα αρμόδια όργανα της πρώτης - εναγόμενης εφεσίβλητης εταιρείας προέβησαν στην καταγγελία αυτής ( όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 31-8-2011 έγγραφη καταγγελία σύμβασης εργασίας, υπογεγραμμένης από αμφότερους τους διαδίκους με επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος του, από πλευράς του ενάγοντα - εκκαλούντα ).

Ο ενάγων - εκκαλών αντιτέθηκε άμεσα στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Ειδικότερα, μετά την γενόμενη ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, ο εν λόγω διάδικος την 1.9.2011 προσέφυγε εκ νέου στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, υποβάλλοντας αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς, με αντικείμενο την αμφισβήτηση του κύρους αυτής (καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ), καθόσον, όπως αυτός υποστήριξε, παρότι στις 31.8.2011 η εργοδότρια εταιρεία τον απέλυσε, επικαλούμενη οικονομικούς λόγους, συνεπεία των οποίων προέβαινε σε μείωση του προσωπικού, ο ίδιος ( ενάγων - εκκαλών ) θεωρούσε την απόλυσή του παράνομη και εκδικητική, διότι είχε προηγηθεί η εκ μέρους του καταγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας για εργατικές διαφορές τον Μάιο του ίδιου έτους (2011 - όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ.

πρωτ. ....2011 αίτηση διενέργειας εργατικής διαφοράς). Κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση της αμέσως προηγούμενης διαφοράς, ενώπιον του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης Αγ. Αναργύρων, στις 15.9.2011, ο ενάγων - εκκαλών ενέμεινε στα ανωτέρω, θεωρώντας άκυρη την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, επειδή αυτή έγινε για εκδικητικούς λόγους και συγκεκριμένα επειδή το Μάιο του ίδιου έτους ( 2011 ) είχε προβεί σε καταγγελία, σχετικά με τις ανωτέρω εργατικές διαφορές, οι οποίες μετέπειτα ικανοποιήθηκαν στο σύνολό τους, ενώ η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη, από την πλευρά της υποστήριξε, αντιθέτως, ότι η ως άνω καταγγελία πραγματοποιήθηκε για οικονομικούς λόγους και ειδικότερα επειδή η επιχείρηση προέβαινε σε περικοπές, λόγω της οικονομικής κρίσης .

Αναφορικά δε με τις μεταξύ τους οικονομικές εκκρεμότητες, η συγκεκριμένη διάδικος δήλωσε ότι αυτές είχαν διευθετηθεί όλες, πλην αυτής που αφορούσε την αναλογία του δώρου εορτών Χριστουγέννων, την οποία δεσμεύτηκε να καταβάλει στον ενάγοντα - εκκαλούντα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις.

Ακόμη στα πλαίσια της συζήτησης της αμέσως προηγούμενης διαφοράς, ενώπιον της προαναφερόμενης υπηρεσίας και ως προς την επιλογή της να απολύσει τον ενάγοντα - εκκαλούντα, αντί άλλου εργαζόμενου, η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη δήλωσε ότι ο τελευταίος λάμβανε τις περισσότερες μηνιαίες αποδοχές, λόγω προϋπηρεσίας και οικογενειακής κατάστασης, ενώ σε σχετική ερώτηση των μελών του παραστάντος, κατά την ίδια συζήτηση, σωματείου εργαζομένων, δήλωσε ότι, μετά την απόλυσή του, ο ενάγων - εκκαλών αντικαταστάθηκε από άλλον εργαζόμενο (όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ' αριθμ.

πρωτ. ....2011 δελτίο εργατικής διαφοράς ). Τον ισχυρισμό της αυτό, ότι, δηλαδή, η καταγγελία του ενάγοντα - εκκαλούντα οφειλόταν σε οικονομοτεχνικούς λόγους, τον επανέλαβε με τις προτάσεις της τόσο στην πρωτοβάθμια, όσο και στα πλαίσια της παρούσας δίκης. Προς επίρρωση αυτού, η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη επικαλέστηκε και προσκόμισε τις υπ' αριθμ. 7145/2012 και 7147/2012 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Όσον αφορά τις παραπάνω διαταγές πληρωμής, όμως, που εκδόθηκαν κατόπιν αίτησης άλλης εταιρείας και συγκεκριμένα της εταιρείας με την επωνυμία "A.C.S. ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ & ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΙΣ Α.Ε.Ε." και στρέφονταν κατά της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία " Κ. Β. - Χ. Χ. Ο.Ε. " (η πρώτη ) και κατά α) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ΟΥΥΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΙΔΩΝ ΚΟΣΜΗΜΑΤΟΠΟΪΙΑΣ - ΩΡΟΛΟΓΟΠΟΙΪΑΣ - ΕΝΔΥΣΗΣ - ΥΠΟΔΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΙΔΩΝ ΑΞΕΣΟΥΑΡ " και β) κατά της ομόρρυθμης εταιρείας " Κ.

Β. - Χ. Χ. Ο.Ε. " ( η δεύτερη ) και οι οποίες ( ως άνω διαταγές πληρωμής ) αντιπροσωπεύουν περιορισμένες απαιτήσεις, απορρέουσες από τρεις ( 3 ) επιταγές, ποσών 5.611,47, 3.149,30 και 5.000 ευρώ, η πρώτη και από μία επιταγή, ποσού 2.500 ευρώ, η δεύτερη αντιστοίχως, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχτηκε ότι αυτές σχετίζονταν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με την οικονομική πορεία της πρώτης εναγόμενης - εφεσίβλητης, αλλά ούτε και κάποιος σαφής λόγος, για τον οποίο οι συγκεκριμένες οφειλές ήταν ικανές να προκαλέσουν ή προκάλεσαν σ' αυτή ( πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη ) υπολογίσιμη βλάβη, στην ποσότητα ή στην ποιότητα του κύκλου εργασιών της.

Το ίδιο ισχύει και για την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη συγκεντρωτική εικόνα ληξιπρόθεσμου υπολοίπου οφειλών της εν λόγω διαδίκου (πρώτης εναγόμενης - εφεσίβλητης) προς την Δ.Ο.Υ. Αγ. Αναργύρων, ύψους 173.172,27 ευρώ, που βεβαιώθηκαν από τις 18.5.2012 και μετέπειτα, εφόσον κατά το προηγούμενο ( και επίδικο εν προκειμένω) χρονικό διάστημα, δεν προέκυψαν συγκεκριμένα χρέη προς το Δημόσιο, που να ήταν ικανά να θέσουν σε κίνδυνο την βιωσιμότητά της.

Εκτός δε των παραπάνω, η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη, δεν προσκόμισε άλλα έγγραφα, που να αφορούν τον κύκλο εργασιών της (ενδεικτικώς, ισολογισμούς από τους οποίους να προκύπτουν ότι η εν λόγω εταιρεία εμφάνισε ζημιογόνα αποτελέσματα, κατά την επίμαχη χρήση, ταμειακή δυσχέρεια, εξαιτίας της οποίας απειλούνταν η συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησής της, σημαντικές οφειλές πελατών της, των οποίων οι συνέπειες να προκάλεσαν καίριο πρόβλημα στη βιωσιμότητά της ) και από τα οποία να προκύπτει η πορεία αυτών, καθώς και των εν γένει συναλλαγών της, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, όπως και οι επιπτώσεις, που οι παραπάνω παράγοντες είχαν στις θέσεις εργασίας της συγκεκριμένης επιχείρησης.

Σε αντίθεση δε με όσα κατά τα ανωτέρω η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη επικαλέστηκε, η συγκεκριμένη διάδικος ήδη κατά την ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας συζήτηση της διαφοράς αυτής, συνομολόγησε ότι, μετά την απόλυσή του, ο ενάγων - εκκαλών αντικαταστάθηκε από άλλον εργαζόμενο, ενώ ούτε πρωτοδίκως, αλλά ούτε και στα πλαίσια της παρούσας δίκης, αντέκρουσε την κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάστηκε με την επιμέλειά της, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ο οποίος ανέφερε ότι μετά από αυτή ( απόλυση του ενάγοντα - εκκαλούντα) η πρώτη προσέλαβε δύο ( 2 ) εργαζόμενους (ονόματι Δ.

Λ. και Κ. Σ. ). Αποδεικνύεται, δηλαδή ότι η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία, όχι μόνον δεν απέλυσε άλλο εργαζόμενό της, αλλά, ότι, αντιθέτως, μετέπειτα, απασχόλησε δύο ακόμη ( εργαζόμενους ), περιστατικά που επίσης συνηγορούν, ως προς την ανυπαρξία των επικληθέντων, εκ μέρους της εν λόγω διαδίκου οικονομικών λόγων.

Ενόψει των ανωτέρω, δεν αποδείχτηκε η επικαλούμενη από πλευράς της (πρώτης εναγόμενης - εφεσίβλητης) συσώρρευση οικονομικής ζημίας, συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκε σοβαρός κίνδυνος για τη βιωσιμότητα της επιχείρησής της και, ως εκ τούτου, δεν αποδεικνύεται συγκεκριμένο οικονομικό συμφέρον αυτής (πρώτης εναγόμενης - εφεσίβλητης), που να κατέστησε επιβεβλημένη την απόλυση και μάλιστα ενός μόνον, από το σύνολο των απασχολούμενων για λογαριασμό της διανομέων (κούριερ).

Περαιτέρω, τόσο με τις προτάσεις της, στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας, όσο και με αυτές που κατέθεσε στα πλαίσια της παρούσας δίκης, η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη υποστήριξε ότι ο ενάγων - εκκαλών, από την αρχή της εργασιακής του σχέσης, είχε προβληματική συμπεριφορά, τόσο ως προς την εργασία του, όπου προσερχόταν συστηματικά καθυστερημένος και δεν διεκπεραίωνε τις υποχρεώσεις του, παρακούοντας τον προϊστάμενο ημερήσιου οικονομικού σχεδιασμού, όσο και ως προς τους συναδέλφους του, έναντι των οποίων τηρούσε υπεροπτική στάση, επιδεικνύοντας έλλειψη συναδελφικότητας και δημιουργώντας συνεχώς προβλήματα .

Συναφώς με τα ανωτέρω, η πρώτη εναγόμενη υποστήριξε ότι, αποκορύφωμα της παραπάνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς του ενάγοντα - εκκαλούντα, αποτέλεσε ένα περιστατικό που συνέβη στις 25.7.2011. Αναφορικά με το συγκεκριμένο περιστατικό, η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι, όταν κατά την παραπάνω ημερομηνία ο ενάγων - εκκαλών παρέλαβε δέμα από πελάτη της, για αποστολή στο εξωτερικό, ενώ αυτός εισέπραξε τα χρήματα, εντούτοις, στο παραστατικό που παρέδωσε στην εταιρεία σημείωσε ότι η χρέωση θα γινόταν στον παραλήπτη, χωρίς, ωστόσο, η διαδικασία αυτή (της χρέωσης του παραλήπτη) να εφαρμόζεται για το εξωτερικό.

Σε συνέχεια των ανωτέρω η εν λόγω διάδικος (πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη) υποστήριξε ότι όταν το σχετικό παραστατικό στάλθηκε στα κεντρικά, η ίδια ενημερώθηκε στις 17.8.2011, ότι η διαδικασία της χρέωσης του παραλήπτη δεν εφαρμοζόταν στο εξωτερικό και ότι όφειλε να αναζητήσει τα χρήματα από τον αποστολέα - πελάτη της.

Ότι, επειδή, ακολούθως, ο μεν ενάγων - εκκαλών, στον οποίο αρχικώς αυτή ( πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη ) απευθύνθηκε, αρνήθηκε να μεταβεί στον αποστολέα - πελάτη της, προκειμένου να εισπράξει τα χρήματα, όπως η εν λόγω διάδικος του υπέδειξε, ο δε πελάτης της, στον οποίο εν συνεχεία η ίδια ( πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη) απευθύνθηκε, της απάντησε ότι είχε ήδη καταβάλει τα χρήματα, η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη αναγκάστηκε να καλύψει την αντίστοιχη ζημία στα κεντρικά της μητρικής εταιρείας με δικά της χρήματα, καταλήγοντας ότι, κατόπιν αυτών, στις 31.8.2011 προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα - εκκαλούντα.

Κατ' αρχήν, από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. πρωτ. ....2011 δελτίο εργατικής διαφοράς, προκύπτει ότι, παρά τη σοβαρότητα των αιτιάσεων και την επιρροή που αυτές ασκούσαν για το κύρος της πραγματοποιηθείσας από πλευράς της καταγγελίας, εντούτοις, η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη δεν ανέφερε κανένα από τα παραπάνω πραγματικά αυτά περιστατικά, κατά τη συζήτηση της σχετικής εργατικής διαφοράς, ενώπιον της αρμόδιας Επιθεώρησης Εργασίας.

Κατά τα λοιπά, ως προς τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, κατέθεσαν οι μάρτυρες που εξετάστηκαν με την επιμέλεια της πρώτης εναγόμενης - εφεσίβλητης. Πλην, όμως, οι σχετικές περικοπές των καταθέσεων αυτών, δεν επιβεβαιώνονται από άλλα αποδεικτικά μέσα, καθώς, παρά την επικαλούμενη ως σταθερώς επιδειχθείσα από πλευράς του ενάγοντα - εκκαλούντα ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά, δεν προέκυψε ότι, εξαιτίας αυτής, στον τελευταίο είχαν γίνει προφορικές ή έγγραφες συστάσεις, με συγκεκριμένες αιτιάσεις εναντίον του ή ότι ο εν λόγω διάδικος ( ενάγων - εκκαλών ) είχε άλλες υπηρεσιακές επιπτώσεις (π.χ.

κλήση σε απολογία, περικοπή μισθού), όπως λογικά θα αναμενόταν. Όσον αφορά δε το προαναφερόμενο περιστατικό της 25.7.2011, το οποίο η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη προέβαλε, εκτός των παραπάνω λόγων ως πραγματικό κίνητρο της απόλυσης του ενάγοντα - εκκαλούντα και προς επίρρωση του οποίου κατέθεσαν οι παραπάνω μάρτυρες, που εξετάστηκαν με την επιμέλεια της εν λόγω διαδίκου, από το σχετικώς επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από πλευράς της (πρώτης εναγόμενης - εφεσίβλητης ) απόσπασμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, μεταξύ της υπαλλήλου των κεντρικών της μητρικής εταιρείας ("A.C.S. S.A.") και της υπαλλήλου του τμήματος εκκρεμοτήτων της πρώτης εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας, δεν προκύπτει ότι αυτό (το περιστατικό) συνδέθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο με το πρόσωπο του ενάγοντα - εκκαλούντα, είτε με την έννοια της επίδειξης εκ μέρους του επίμεμπτης συμπεριφοράς, είτε με την έννοια της νύξης για πλημμελή εκτέλεση των ανατεθέντων σ' αυτό καθηκόντων.

Ούτε, όμως, και για τις αιτιάσεις αυτές, για τις οποίες η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη έκανε νύξη το πρώτον με τις προτάσεις της, προέκυψαν άλλα στοιχεία (ενδεικτικώς, έγγραφη επίπληξη, γραπτή κλήση του ενάγοντα - εκκαλούντα σε απολογία, προκειμένου να εξηγήσει συγκεκριμένη ενέργειά του, υποβολή μήνυσης εναντίον του) από τα οποία να προκύπτει ότι αυτές ( αιτιάσεις ) πράγματι ευσταθούν.

Μόνη δε η διαπίστωση ότι ο ενάγων - εκκαλών αγνοούσε ότι δεν υφίστατο αποστολή στο εξωτερικό με πίστωση, παρότι είχε προϋπηρεσία οκτώ ( 8 ) ετών στην ίδια εργασία, δεν φανερώνει επαγγελματική ανεπάρκεια δεδομένου ότι και η ίδια η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη, ως επιχείρηση, ενημερώθηκε γι' αυτό ( ότι, δηλαδή, δεν υφίστατο αποστολή στο εξωτερικό με πίστωση) εκ των υστέρων και μόνον κατόπιν επικοινωνίας υπαλλήλου της, με υπάλληλο των κεντρικών γραφείων της εταιρείας "A.C.S. S.A. ", ενώ, πέραν αυτών, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ο πρώτος αγνοούσε τον προϊστάμενο ημερήσιου σχεδιασμού και δεν διεκπεραίωνε τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, αλλά ούτε και ότι ο εν λόγω διάδικος (ενάγων - εκκαλών) επεδείκνυε αντισυναδελφική συμπεριφορά, τηρώντας υπεροπτική στάση και προκαλώντας προστριβές με τους συναδέλφους του, όπως αβασίμως η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη ισχυρίστηκε.

Αντιφατικά, εξάλλου, με όσα κατά ανωτέρω αυτή υποστήριξε, η τελευταία εξακολούθησε να απασχολεί τον ενάγοντα - εκκαλούντα στην επιχείρησή της, καθόλο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι την κατά τα ανωτέρω λύση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας, αποδεικνύοντας έτσι έμπρακτα ότι ο τελευταίος ανταποκρινόταν στις συμβατικές του υποχρεώσεις, ως εργαζόμενος.

Από τα παραπάνω αποδειχθέντα καθίσταται σαφές ότι από την έναρξη της εργασιακής σχέσης μεταξύ των διαδίκων, μέχρι την κατά τα ανωτέρω λύση αυτής, δεν μεσολάβησε κάτι άλλο, που να δικαιολογούσε την εκδήλωση δυσμένειας για το πρόσωπο του ενάγοντα - εκκαλούντα και να υπαγόρευσε την επιλεκτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας του τελευταίου, παρά μόνον η αρχική προσφυγή αυτού ( ενάγοντα - εκκαλούντα) στις 30.3.2011 στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, για την διεκδίκηση των ανωτέρω εργασιακών δικαιωμάτων του, αφού κατόπιν αυτής η πρώτη εναγόμενη - εφεσίβλητη υποχρεώθηκε να σταματήσει την προηγούμενη τακτική της (εξοικονόμηση, δηλαδή, εργατικού κόστους με την πληρωμή στον ενάγοντα - εκκαλούντα αποδοχών, που υπολείπονταν των νόμιμων καταβλητέων, σε βάρος των δικαιωμάτων του τελευταίου, ως εργαζόμενου) και να συμμορφωθεί για όλο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της εργασιακής τους σχέσης, στις νόμιμες αξιώσεις του εργαζόμενου ενάγοντα - εκκαλούντα (καταβάλλοντάς του την προσήκουσα αναλογία δώρου εορτών Χριστουγέννων 2010 χορηγώντας του εφεξής αναλυτικά εκκαθαριστικά σημειώματα της μισθοδοσίας του, αναγνωρίζοντας την προϋπηρεσία του και καταβάλλοντάς του τις ανάλογες με αυτή αποδοχές), γεγονός που αποτέλεσε την απώτερη αιτία, που προκάλεσε την απόφαση των αρμόδιων οργάνων της πρώτης εναγόμενης - εφεσίβλητης, να προβούν στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Βάσει των ανωτέρω προκύπτει, δηλαδή, ότι τα αρμόδια όργανα της πρώτης εναγόμενης - εφεσίβλητης προχώρησαν στις 31.8.2011 στην απόλυση του ενάγοντα - εκκαλούντα, με το πρόσχημα μεν της ύπαρξης οικονομικών, αλλά και λόγω αντισυμβατικής συμπεριφοράς του τελευταίου ως εργαζόμενου, στην πραγματικότητα, δε, λόγω της απαρέσκειας της εργοδότριας στην διεκδίκηση, εκ μέρους του τελευταίου, των νόμιμων εργασιακών δικαιωμάτων του και την προσφυγή του, για το λόγο αυτό, στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, με τις εντεύθεν γι' αυτήν (εργοδότρια) ως άνω συνέπειες (τον εξαναγκασμό της, δηλαδή, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της ως εργοδότριας), έκτοτε (από την αρχική, δηλαδή, ημερομηνία προσφυγής του ενάγοντα - εκκαλούντα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, στις 30.3.2011) και για όλο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα που διήρκεσε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας.

Τα ανωτέρω δεν παραλλάσσουν από μόνο το γεγονός ότι η καταγγελία αυτή πραγματοποιήθηκε μετά την παρέλευση μηνών, από την προσφυγή του ενάγοντα - εκκαλούντα στην ανωτέρω υπηρεσία και χωρίς, κατά τα λοιπά, να διαφανεί άλλη μεταστροφή στο εργασιακό κλίμα σε βάρος του τελευταίου, καθώς, ενόψει των ανωτέρω, η ίδια η καταγγελία δεν αποτελεί τίποτε άλλο από την αντίδραση της πρώτης εναγόμενης - εφεσίβλητης στην προπεριγραφόμενη, αντίθετη στα μη θεμιτά συμφέροντά της, ενέργεια του ενάγοντα - εκκαλούντα.

Για το λόγο αυτό, η γενόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα - εκκαλούντα είναι άκυρη, ως καταχρηστική, ενώ, κατόπιν της κρίσης περί ανυπαρξίας οικονομικών λόγων και της παραδοχής, αντιθέτως, του βάσιμου σχετικού αγωγικού ισχυρισμού του, παρέλκει η έρευνα του προβληθέντος εκ μέρους του εν λόγω διαδίκου και επαναφερόμενου με την έφεσή του λόγου, σύμφωνα με τον οποίο δεν έχουν ληφθεί υπόψη από την πρώτη εναγόμενη τα τηρητέα οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια (ηλικία, αρχαιότητα, οικογενειακή κατάσταση) κατά την πραγματοποίηση της ως άνω απόλυσής του.

Λόγω δε της ακυρότητάς της, η γενόμενη ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα - εκκαλούντα, δεν παράγει έννομες συνέπειες και υποδηλώνει την άρνηση της πρώτης εναγόμενης - εφεσίβλητης να δεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του. Ως εκ τούτου, η τελευταία κατέστη υπερήμερη, ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών αυτού (ενάγοντα - εκκαλούντα), οπότε υποχρεούται να του καταβάλει τις αποδοχές από την επόμενη ημέρα της απόλυσής του (1.9.2011 ) και για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 31.12.2012, σύμφωνα με το βάσιμο σχετικό αγωγικό αίτημα.

Συνεπώς, για την αμέσως προηγούμενη αιτία, στον ενάγοντα - εκκαλούντα οφείλεται, βάσει των μηνιαίων αποδοχών του, όπως αυτές διαμορφώνονταν κατά τον τελευταίο πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, μήνα, το συνολικό ποσό των (1.192,78 X 19 συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων του έτους 2011 και 2012, καθώς και των επιδομάτων εορτών Πάσχα και άδειας του έτους 2012) 22.662,82 ευρώ, σύμφωνα με τον υπολογισμό του ενάγοντα - εκκαλούντα, τον οποίο δεν αμφισβήτησαν ειδικά οι αντίδικοι.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα - εκκαλούντα δεν οφειλόταν σε λόγους εμπάθειας ή εκδίκησης των εναγόμενων - εφεσίβλητων, αλλά ότι, αντιθέτως, κατέστη επιτακτική εξαιτίας της πλημμελούς εκτέλεσης από πλευράς του (ενάγοντα - εκκαλούντα) των εργασιακών του καθηκόντων, καθώς και για οικονομοτεχνικούς λόγους, απορρίπτοντας, έτσι, τα συνδεόμενα με την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης καταγγελίας αγωγικά αιτήματα, για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας όπως και για την υποχρέωση απασχόλησης αυτού, έσφαλε, όπως βασίμως ο ενάγων - εκκαλών υποστήριξε με τον πρώτο λόγο της έφεσής του ... ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε στο σύνολό της την τότε εκκαλουμένη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει αντιθέτως και αφού κράτησε την υπόθεση προς κατ' ουσίαν εκδίκαση (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' και αριθμός 19 του ΚΠολΔ, καθώς παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, έτι δε περαιτέρω και εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, αφού εσφαλμένα υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ.

και, περαιτέρω, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας της από 31.08.2011 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, οφειλόμενης σε εκδικητικότητα του δευτέρου των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντος, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, επαγομένης ακυρότητα αυτής, λόγω της προηγηθείσας προσφυγής του στην Επιθεώρηση Εργασίας.

Ειδικότερα, δεν αιτιολογεί επαρκώς για ποιο λόγο η εκδικητική συμπεριφορά του δευτέρου των αναιρεσειόντων, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης των αναιρεσειόντων εργοδότριας επιχείρησης, εκδηλώθηκε με τόση καθυστέρηση, ήτοι μετά την πάροδο πέντε (5) μηνών, από την προσφυγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, στις 30-03-2011 στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.

Επιπλέον, δεν διαλαμβάνει περαιτέρω παραδοχές, που να επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της επακολουθήσασας απόλυσης του αναιρεσίβλητου, ως οφειλομένης σε εκδικητικότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας και ειδικότερα δεν αναφέρει κανένα περιστατικό, ενδεικτικό του αρνητικού κλίματος που διακατείχε, όπως θα ήταν φυσικό, τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας προς το πρόσωπο του αναιρεσίβλητου, κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα και μέχρι την κατά τα άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, το οποίο να σχετίζεται με το γεγονός της προσφυγής του στην Επιθεώρηση Εργασίας και το οποίο θα μπορούσε, ενδεχομένως να δικαιολογήσει τη δυσαρέσκεια της εταιρείας, για τη συνέχιση της εργασίας του.

Αντίθετα, εμπεριέχει αντιφατική αιτιολογία, στο σημείο που δέχθηκε ότι, μετά την τακτοποίηση όλων των οικονομικών εκκρεμοτήτων, οι οποίες σχετίζονταν με την προσφυγή του αυτή, εξακολούθησε να τον απασχολεί, καθόλο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι την κατά τα ανωτέρω καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας.

Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ρηθείσες διατάξεις, κρίνονται βάσιμοι . Από τις συνδυασμένες διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 του ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 237, προκύπτουν τα εξής :

Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 237 ΚΠολΔ και αφού, μετά την αναίρεση, παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.

Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη, μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, κατ' ουσίαν νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της ουσίας της υπόθεσης στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και, παράλληλα, επιβάλλει σ' αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων, για την ουσία της υπόθεσης, σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν, εκ των προτέρων, αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει, πλέον, ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.

Εφόσον, λοιπόν, στην κρινόμενη υπόθεση, κατά παραδοχή ως βάσιμων των δευτέρου και τρίτου λόγων αναίρεσης, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου, που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης απόφασής του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί, κατά το μέρος αυτό, από το Τμήμα τούτο του Αρείου Πάγου, σε νέα δικάσιμο, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 6298/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων.

Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσίβλητου, τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ