Legislator Case Law & Legislation
890/2022 AI generated

Supreme Court remands contract dispute case to lower court for retrial due to insufficient reasoning on evidence.

Case Number 890/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court's dismissal of a contract dispute claim regarding unpaid fees. The lower court failed to provide clear reasoning on why the plaintiff's evidence was insufficient despite bearing the burden of proof. Consequently, the case was remanded for retrial before a different judge to ensure a proper examination of the facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 681 and 682 of the Civil Code; The Supreme Court must annul a judgment if the lower court fails to provide clear, complete, and non-contradictory reasoning regarding the application of substantive law provisions, thereby rendering the appeal review impossible.

Keywords

AI generated
contract dispute insufficient reasoning burden of proof remand for retrial appeal annulment judicial reasoning civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 681 of the Civil Code
Article 682 of the Civil Code
Article 560, paragraph 6 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3, section e of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 890 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 890/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Κουφατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "....", Τουριστικές επιχειρήσεις, που εδρεύει στα ..., εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-03-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καβάλας.

Εκδόθηκε η απόφαση Μ12/2020 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-06-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 500/2019). Στην προκειμένη περίπτωση από την με αριθμό 5738Δ/28-6-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης με έδρα το Πρωτοδικείο Καβάλας Κ.

Γ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Η αναιρεσίβλητη, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου και πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (ΚΠολΔ 576 παρ.2).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό Μ12/2020, απόφαση του Ειρηνοδικείου Καβάλας, που εκδόθηκε κατά τις διατάξεις των μικροδιαφορών, με την οποία απορρίφθηκε η από 12/3/2019 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, που είχε ως αίτημα την καταβολή υπολοίπου οφειλόμενης αμοιβής από σύμβαση έργου.

Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού της λόγου (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 681 AK, με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, ενώ, κατά μεν το άρθρο 682 εδ.

α' AK, η αμοιβή λογίζεται πως έχει συμφωνηθεί σιωπηρά, αν το έργο συνηθίζεται να εκτελείται μόνο με αμοιβή, κατά δε το άρθρο 694 του ίδιου κώδικα, η αμοιβή του εργολάβου καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου. Οι ως άνω διατάξεις έχουν εφαρμογή και επί σύμβασης με την οποία ανατίθεται με αμοιβή σε διπλωματούχο μηχανικό η εκπόνηση μελέτης και η επίβλεψη τεχνικού έργου και η οποία φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης έργου.

Με τη σύμβαση αυτή ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη και πραγματοποιώντας την επίβλεψη και έχει την αξίωση να λάβει τη συμφωνημένη αμοιβή (ΑΠ 1152/2015, ΑΠ 1176/2008). Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης μίσθωσης έργου είναι η συμφωνία για την αμοιβή, ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση του έργου, η δε αμοιβή είναι δυνατόν να είναι εκ των προτέρων ορισμένη ή να παραμένει ακαθόριστη, οπότε ο προσδιορισμός της γίνεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, ενώ, εάν στη σύμβαση δεν προβλέφθηκε και δεν ορίσθηκε τίποτα για την αμοιβή του εργολάβου, λογίζεται αυτή κατά τεκμήριο σιωπηρώς συμφωνηθείσα, εφόσον το έργο κατά τις συνήθεις περιστάσεις εκτελείται μόνο με αμοιβή, το ποσό δε της αμοιβής θα καθορισθεί στην περίπτωση αυτή από την ισχύουσα διατίμηση ή θα καθορισθεί ως εύλογη αμοιβή εκείνη, που καταβάλλεται από άλλους εργοδότες για όμοιες εργασίες.

Ειδικότερα, ως προς το ύψος της αμοιβής που οφείλεται σε μια τέτοια περίπτωση, λαμβάνεται υπόψη η νόμιμη, άλλως η ειθισμένη για παρόμοια έργα αμοιβή, ενώ αν δεν υπάρχει τέτοια, προσδιορίζεται μία εύλογη αμοιβή (πρβλ. ΑΠ 1383/2010, ΑΠ 682/2010, ΑΠ 346/2010, ΑΠ 1336/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και την αντίστοιχη από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 1350/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση το Ειρηνοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τις διατάξεις των μικροδιαφορών, δέχτηκε τα ακόλουθα: " Από την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και των οποίων οι καταθέσεις εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και από όλα τα προσαγόμενα από τους διαδίκους έγγραφα το Δικαστήριο δεν μπόρεσε να αχθεί στο σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της κρινόμενης αγωγής.

Ειδικότερα, δεν αποδεικνύεται ότι η εργολαβική αμοιβή είχε συμφωνηθεί για το ποσό των 5.580,00 ευρώ, δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν προσκόμισε αποδεικτικά μέσα, καίτοι έχει το βάρος απόδειξης, από τα οποία να προκύψει το ποσό της αμοιβής. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, σταθμιζόμενη προσηκόντως λόγω της ιδιότητας του ως εταίρος της ενάγουσας εταιρίας και μη ενισχυόμενη από έτερα στοιχεία του αποδεικτικού υλικού, δεν κρίνεται αρκούντως πειστική και αξιόπιστη".

Έτσι που έκρινε το Ειρηνοδικείο στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, εξαιτίας της οποίας καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 681 και 682 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες αφού στο αιτιολογικό της απόφασης, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι το έργο είχε συμφωνηθεί με αμοιβή, στη συνέχεια απορρίπτει την αγωγή επειδή δεν αποδείχθηκε το ύψος της αιτούμενης με αυτήν αμοιβής, χωρίς να αιτιολογεί γιατί δεν προέβη στην εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 682 ΑΚ. ώστε να προσδιορίσει το ίδιο (δικαστήριο) είτε την ειθισμένη για παρόμοιες εργασίες καταβαλλόμενη αμοιβή είτε μια εύλογη αμοιβή.

Επομένως ο μοναδικός λόγος από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση είναι απόφαση Ειρηνοδικείου) είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή από εκείνον που εξέδωσε την απόφαση (άρθρο 580 αρ.3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σ` αυτήν (άρθρα 495 παρ. 3 εδαφ. ε` του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό Μ12/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καβάλας.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Ειρηνοδικείο Καβάλας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, από εκείνον που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που έχει καταθέσει, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ