Appeal partially allowed; court remands case for retrial after rejecting vague argument on missing facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Third Instance Court's decision of 394/2017. The appellant argued the lower court failed to address specific missing facts regarding the defendant's duties, but the court rejected this as inadmissible due to its vagueness and failure to specify which facts were omitted. Consequently, the court remanded the case for retrial by a new panel of judges while dismissing the other appeal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 6 of the Code of Civil Procedure; Art. 561 no. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument alleging the lower court failed to cite specific missing facts is inadmissible unless the appellant precisely identifies which facts were omitted and how they affect the judgment's reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 890 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 890/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...Α", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μερτζάνη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "... S.R.L." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μούκα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/7/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2032/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 394/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/4/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 6 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παρά τον νόμο ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση, με την οποία δικάσθηκε ερήμην ο διάδικος. Ενώ, η παρά το νόμο εκδίκαση της υπόθεσης κατ' αντιμωλία, αντί να δικασθεί ερήμην, ελέγχεται μέσω του αριθμού 14 για παράνομη μη κήρυξη ακυρότητας (ΑΠ 641/2017ΑΠ 1689/2009).
Έτσι, αν ο λόγος εμπίπτει στον αριθμό 6, δεν μπορεί, παράλληλα να υπαχθεί και στον αριθμό 14. Δεν εμποδίζεται, όμως, ο Άρειος Πάγος, εκτιμώντας το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, να υπαγάγει τις προβαλλόμενες αιτιάσεις στην ορθή διάταξη, εφόσον εκτίθενται με πληρότητα όλα τα αναγκαία προς θεμελίωση του προβλεπομένου απ' αυτήν λόγου αναίρεσης περιστατικά (ΑΠ 1689/2009, ΑΠ 237/2006, ΑΠ 2172/2007).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 61 παρ. 1 και 4 του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), όπως αντικ. με το άρθρο 7 παρ. 8α και 8γ αντίστοιχα του Ν. 4205/2013: "Ο δικηγόρος για την άσκηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων και για την παράστασή του ενώπιον των δικαστηρίων και των δικαστικών συμβουλίων, ενώπιον δικαστών με την ιδιότητά τους ως ανακριτών ή εισηγητών ή εντεταλμένων δικαστών και γενικά για την παροχή υπηρεσιών, που σχετίζονται με την έναρξη και την διεξαγωγή της δίκης, το στάδιο της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς ή της εξωδικαστικής διαμεσολάβησης ή δικαστικής μεσολάβησης ή της διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι διαδικασίες παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας ή έκδοσης δικαστικής διαταγής, υποχρεούται να προκαταβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο εισφορές...". (παρ. 1). "...Ο δικηγόρος για την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων, καθώς και για την παράστασή του κατά τη συζήτηση των ανωτέρω ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων, επί πολιτικών υποθέσεων, ενώπιον των δικαστηρίων και δικαστών οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, να καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η αντίστοιχη διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη..." (παρ. 4).
Η τελευταία αυτή διάταξη, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 165 του ιδίου Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 7 παρ. 13 εδαφ. δ του Ν. 4205/2013, άρχισε να ισχύει από την 01-11-2013. Περαιτέρω, με το παράρτημα Ι του ίδιου Κώδικα, στο οποίο καθορίζονται τα ποσά των αμοιβών των δικηγόρων για την παράστασή τους σε δικαστήρια ορίζεται, μεταξύ άλλων, αναφορικά με τις πολιτικές υποθέσεις στο Εφετείο, ότι: "Σε περίπτωση συνεκδίκασης αντίθετων εφέσεων ένα (1) γραμμάτιο".
Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σαφώς, συνάγεται ότι, σε πολιτικές υποθέσεις, όταν συνεκδικάζονται αντίθετες εφέσεις, για τη νόμιμη παράσταση κάθε διαδίκου, τόσο ως εκκαλούντος όσο και ως εφεσιβλήτου, απαιτείται η κατάθεση ενός, μόνο, γραμματίου προκαταβολής του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), συνεκδικάζοντας, με την αναιρεσιβαλλομένη, τις από 07-12-2015 και από 27-07-2015, αντίθετες, εφέσεις των διαδίκων, δίκασε ερήμην την ήδη αναιρεσείουσα ως εφεσίβλητη στην πρώτη, από τις ανωτέρω, έφεση της αναιρεσίβλητης, κρίνοντας ότι η σχετική παράστασή της δεν ήταν νόμιμη, επειδή είχε καταθέσει το ίδιο γραμμάτιο προκαταβολής, ως εκκαλούσα και εφεσίβλητη, αντί να καταθέσει ένα για κάθε μία από αυτές τις δικονομικές της ιδιότητες.
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο κακώς δίκασε ερήμην την αναιρεσείουσα ως εφεσίβλητη στην ανωτέρω, εναντίον της, έφεση της αναιρεσίβλητης, διότι, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, για τη νόμιμη παράστασή της και υπ' αυτή την δικονομική της ιδιότητα, αρκούσε το γραμμάτιο προκαταβολής, που είχε καταθέσει, ως εκκαλούσα, για τη συζήτηση της, συνεκδικασθείσας, αντίθετης έφεσής της και, επομένως, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησής της, αλλά και με τον δεύτερο, από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, που και αυτός εκτιμάται, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, ως υπαγόμενος στην από τον αριθμό 6 αναιρετική πλημμέλεια οι οποίο, συνακόλουθα, πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Μετά από αυτά παρέλκει η έρευνα των τρίτου και τετάρτου λόγων της αίτησης, διότι αυτοί, ως περιέχοντες αιτιάσεις, που αφορούν τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση τις οποίες έγινε δεκτή, η έφεση της αναιρεσίβλητης, καταλαμβάνονται από την αναιρετική εμβέλεια των δύο πρώτων, οι οποίοι κρίθηκαν βάσιμοι.
ΙΙ. Από την διάταξη του άρθρου 408 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις των άρθρων 393 και 395 επ. ΚΠολΔ, ως αποδεικτικό μέσο, μάρτυρες, πριν εξεταστούν, οφείλουν, αφού προηγουμένως δηλώσουν τον τύπο του όρκου (θρησκευτικό ή πολιτικό), που επιθυμούν να δώσουν, να ορκιστούν, σύμφωνα με τα οριζόμενα σ' αυτή.
Η κατάθεση του μάρτυρα χωρίς την προηγουμένη, κατά τα παραπάνω, όρκισή του επάγεται ακυρότητα, ανεξαρτήτως βλάβης του διαδίκου, αποδεικνυομένη δε από την εισηγητική έκθεση ή τα πρακτικά θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αρ.11 α' του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, υπό τη μορφή της λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, που ο νόμος δεν επιτρέπει (ΑΠ 2260/2014, ΑΠ 568/99, ΑΠ 11/83).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρ. 409 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, οι μάρτυρες εξετάζονται χωριστά και μόνο αν κριθεί απαραίτητο μπορούν να εξετασθούν σε αντιπαράσταση με άλλους μάρτυρες ή και με τους διαδίκους. Η διάταξη αυτή επιβάλλει μεν την χωριστή, κατ` αρχήν, εξέταση των μαρτύρων, δεν απαγορεύει, όμως, την παρουσία τους στο ακροατήριο του δικαστηρίου, πριν αυτοί να εξετασθούν και ενώ εξετάζονται εκεί οι λοιποί μάρτυρες (ΑΠ 791/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και, γ) για ισχυρισμό, που αφορά την δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο δικαστής της ουσίας, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων της αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται σ` αυτό ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο της αναίρεσης, προτάθηκε στο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και μάλιστα παραδεκτά, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη, αλλιώς ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος (ΑΠ 1415/2011).
Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 11 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι, το Εφετείο, όπως άλλωστε και το Πρωτοδικείο, παρά το νόμο δέχθηκε ως έγκυρη και έλαβε υπόψη του την κατάθεση της μάρτυρος, ανταπόδειξης της αναιρεσίβλητης, Τ. Φ., η οποία, αφενός, εξετάσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο χωρίς να ορκισθεί και, αφετέρου, παραβρισκόταν στην αίθουσά του, ενώ κατέθετε, πριν την εξέτασή της, ο μάρτυρας απόδειξης.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος: α) κατά την πρώτη του αιτίαση, προεχόντως, ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται, όπως θα έπρεπε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ότι προτάθηκε στο Εφετείο από την αναιρεσείουσα (ούτε και προκύπτει τούτο, από την επισκόπηση του εφετήριου δικογράφου) ο ισχυρισμός, στον οποίον, ο λόγος, στηρίζεται και ειδικότερα η παράλειψη της όρκισης της ως άνω μάρτυρος, πριν από την εξέτασή της, ο οποίος (ισχυρισμός) δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1415/2011).
Τούτο δε, πέραν του ότι, ο λόγος αυτός, είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση των πρακτικών του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι η ανωτέρω μάρτυρας "...Ορκίσθηκε στο Ιερό Ευαγγέλιο σύμφωνα με το άρθρο 408 ΚΠολΔ και κατέθεσε τα ακόλουθα:...". β) Κατά την δεύτερη αιτίασή του, ως αβάσιμος (νομικά ανεπέρειστος), διότι, σύμφωνα με τις παραπάνω νομικές σκέψεις, η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώ είχε παρακολουθήσει, προηγουμένως εκεί, την εξέταση του μάρτυρα απόδειξης, δεν συνιστά ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία, σχετικά με την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεώς της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία, σχετικά με την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για την διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 1183/2007, ΑΠ 1009/10).
Εξάλλου, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας στηρίζει τον από τον αριθμό 1 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς και όχι για την διαπίστωσή τους. Δηλαδή, όχι όταν χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1652/2009, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 1463/2006, ΑΠ 24/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον μέρος της αναιρεσιβαλλομένης, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "...Αποδείχθηκε ότι η ενέργεια της πρώτης εναγόμενης να ασκήσει το διαπλαστικό δικαίωμα καταγγελίας της επίδικης σύμβασης, δεν ήταν ούτε άκαιρη, ούτε καταχρηστική, ενέχουσα δηλαδή προφανή υπέρβαση των τιθέμενων από το άρθρο 281 του ΑΚ ορίων, ούτε ήταν αντίθετη στα χρηστά ήθη, δηλαδή στις αντιλήψεις του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και λογικώς σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου στον οικείο τομέα συναλλαγών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα. ...
Δεν αποδείχθηκε ως βάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι, η καταγγελία της σύμβασης ήταν καταχρηστική και αντίθετη με τα χρηστά ήθη, διότι η πρώτη εναγόμενη δεν ανέμενε τη λήξη της δεύτερης τριετούς περιόδου, προκειμένου η εταιρεία ... ΑΕ να επιτύχει τους στόχους των πωλήσεων που αμοιβαία είχαν συμφωνηθεί, όπως τούτο προέβλεπε ο όρος 14.2.
της σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση που η διανομέας δεν επιτύχει τις ελάχιστες ποσότητες της δεύτερης περιόδου των τριών ετών κατά τη διάρκεια του πρώτου ή και του δεύτερου έτους, θα έχει το δικαίωμα να ανακτήσει τη συνολική διαφορά στο τρίτο έτος. Και τούτο διότι, με δεδομένο ότι οι στόχοι πωλήσεων για το από 1-1-2010 έως και 31-12-2012 χρονικό διάστημα είχαν καθοριστεί στο συνολικό ποσό των 10.334.000 ευρώ, έναντι του ποσού των 7.500.000 ευρώ της προηγούμενης τριετίας και δη, σε 3.300.000 ευρώ για το έτος 2010, σε 3. 465.000 ευρώ για το έτος 2011 και 3.569.000 ευρώ για το έτος 2012, η δε διανομέας είχε προβεί κατά το έτος 2010 σε αγορές συμβατικών προϊόντων ύψους 845.690,01 ευρώ (η πρώτη εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι αγορές ανήλθαν σε 335.428,73€).
Σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη και χωρίς απόδειξη (άρθρ. 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ), ήταν αντικειμενικά αδύνατον να επιτύχει η εταιρεία ... ΑΕ την κάλυψη της διαφοράς κατά τη λήξη του τρίτου έτους (2012) της δεύτερης περιόδου, αφού έπρεπε να πραγματοποιήσει προς τούτο κατά τη διετία 2011 - 2012 συνολικές αγορές ύψους 9.488.309,99 ευρώ (10.334.000 - 845.690,01), στόχος όμως ο οποίος ήταν ανέφικτος, με δεδομένα τα προβλήματα που είχαν ήδη δημιουργηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ιδίως δε σε σχέση με το ζήτημα της συνεχούς ακύρωσης ή αναβολής παραγγελιών εκ μέρους της διανομέως.
Ως εκ τούτου, η εταιρεία ... ΑΕ, μπορούσε αντικειμενικώς να προβλέψει ότι το συμφέρον της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης, υπαγόρευε σ' αυτήν την καταγγελία της επίδικης σύμβασης και όχι τη διατήρησή της, ώστε να μην αποδυναμωθεί περαιτέρω η ανταγωνιστική θέση της στην Ελληνική αγορά. ... Περαιτέρω, το δικαίωμα της πρώτης εναγομένης να προβεί στην καταγγελία της επίδικης συμβατικής σχέσης, δεν ασκήθηκε εναντίον των χρηστών ηθών, όπως η ενάγουσα αβάσιμα ισχυρίζεται, καθόσον η συνέπεια της καταγγελίας αυτής, δηλαδή η λύση της σύμβασης διανομής, με βάση τα προεκτεθέντα και αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, εντάσσονταν στις αντικειμενικά προβλέψιμες από την διανομέα συναλλακτικές δυνατότητες της προμηθεύτριας εταιρείας, το δικαίωμα δε αυτό της τελευταίας, δεν ήταν άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της, στα πλαίσια των σχεδίων της για τη βελτίωση του συστήματος διανομής των προϊόντων της και τη μέγιστη προώθηση των πωλήσεών της σε τρόπο ώστε να ενισχυθεί η θέση της έναντι των ανταγωνιστικών προϊόντων, καθώς και για την προστασία της φήμης και της υπόληψής της στην αγορά, που αποτελούσε αναφαίρετο δικαίωμά της.
Εξάλλου, το γεγονός ότι, η προηγηθείσα της καταγγελίας, επωφελής για τα συμφέροντα της καταγγέλλουσας πρώτης εναγομένης, συμπεριφορά της εταιρείας ... ΑΕ, η οποία κατά την πρώτη τριετία ισχύος της σύμβασης, είχε καταβάλει προσπάθειες για την ευρεία διάθεση των συμβατικών προϊόντων, δεν καθιστά την καταγγελία αντίθετη στα χρηστά ήθη, καθόσον η συμπεριφορά αυτή της διανομέως επιβαλλόταν από το νόμο και εντασσόταν στα πλαίσια της εκ μέρους της καλόπιστης εκτέλεσης της εντολής (άρθρ. 288 του ΑΚ).
Με βάση όλα τα προαναφερόμενα και εφόσον αποδείχθηκε ότι, η εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης καταγγελία της επίδικης σύμβασης δεν ήταν ούτε καταχρηστική ούτε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, όπως η ενάγουσα αβάσιμα ισχυρίζεται, η υπό κρίση από 9-7-2012 αγωγή, κατά τη βάση της που θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 281, 914 και 919 του ΑΚ είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, όπως και το σχετικό με αυτή υπό στοιχ.
β' αίτημα με το οποίο ζητείται η καταψήφιση ποσού 996.186,45 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη των ετών 2011 - 2012...". Επομένως, ο έκτος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, αφενός, ότι εσφαλμένα διαπίστωσε ασάφεια του επίμαχου συμβατικού όρου (14. 2), ο οποίος ήταν σαφής και, αφετέρου, ότι και υπό την εκδοχή της ασάφειάς του, εσφαλμένα τον ερμήνευσε, γιατί κατά τα συναλλακτικά ήθη η αναιρεσίβλητη έπρεπε να μη καταγγείλει την ένδικη σύμβαση, αλλά "...ν' αναμένει την αποκατάσταση των ελαχίστων ποσοτήτων παραγγελιών του έτους 2010 κατά το έτος 2012 και να προσθέσει στις 845.690,01 ευρώ των αγορών της Ζ.
και το 1.568.164 ευρώ, που η Ζ. είχε πραγματοποιήσει κατά την πρώτη τριετία του στόχου των 7.500.000 ευρώ.", κρίνεται απορριπτέος, ως ερειδόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, ούτε αμέσως ούτε εμμέσως, το δικαστήριο της ουσίας, διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία, ως προς την έννοια του υπόψη όρου και, ούτε τον ερμήνευσε.
Τούτο δε, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός είναι και απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της θεμελιώσεως της επικαλούμενης παράβασης, η αναιρεσείουσα, με τις προαναφερθείσες αιτιάσεις της, πλήττει τη μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.
ΙV. Με τον έβδομο αναιρετικό λόγο, επίσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι, κατ' εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, στην έννοια των διατάξεων των άρθρων 281, 174 και 180 του ΑΚ, τις οποίες παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους, αφού έκρινε ότι δεν είναι καταχρηστική η καταγγελία της ένδικης σύμβασης, από την αναιρεσίβλητη.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία εσφαλμένα εφάρμοσε το Εφετείο, καθώς και με ποιο τρόπο τα παραβίασε. Ανεξαρτήτως, όμως, της προαναφερθείσας αοριστίας του, ο υπόψη λόγος είναι και αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, ήτοι για την διαπίστωση αυτών, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, δεν ήταν καταχρηστική και όχι για την υπαγωγή αυτών στην έννοια ή για την ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ.
V. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν, σαφώς, τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).
Για το ορισμένο αυτού του λόγου, πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις της (ΟλΑΠ 16/2006, 20/2005).
Με τον όγδοο αναιρετικό λόγο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται νομίμου βάσεως. Για την θεμελίωση αυτού του λόγου, αρχικά, παραθέτει ερμηνεία της ανωτέρω διατάξεως και επικαλείται ότι οι κανόνες δικαίου, που συνιστούν το νομικό έρεισμα της υποθέσεως είναι εκείνοι των άρθρων 288, 361 ΑΚ, 4 παρ. 1 και 9 του ΠΔ 219/1991, αναλογικά, του τελευταίου τούτου, εφαρμοζομένου.
Στη συνέχεια, παραθέτει αποσπάσματα των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ισχυρίζεται ότι αυτή στερείται νομίμου βάσεως για τους εξής λόγους: "...θα έπρεπε επιπλέον να αναφέρονται και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι δεν αποδείχθηκαν η (διαρκής) μέριμνα της Ζ. για τα συμφέροντα της "...
S.r.l.", η νόμιμη δράση με βάση την καλή πίστη, η υποχρέωση επίδειξης της δέουσας επιμέλειας, η υποχρέωση πληροφόρησης της "... S.r.l.", η υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις εύλογες υποδείξεις της "... S.r.l." και η δυνατότητα της "... S.r.l." να αξιοποιήσει την πελατεία που δημιουργήθηκε για τις συσκευές Ariete με τη συμβολή της Ζ.
ΑΕ μετά τη λύση της σύμβασης...". Και ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται, στο αναιρετήριο, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης, δηλαδή ποια, επιπλέον, συγκεκριμένα περιστατικά έπρεπε ν' αναφέρονται, σ' αυτήν, για την επάρκεια της αιτιολογίας της, τα οποία λείπουν, η αναιρεσείουσα, επιχειρούσα να τον θεμελιώσει, στα όσα ως άνω επικαλείται, πλήττει, απαραδέκτως κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.
VΙ. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει, γενομένου δεκτού του πρώτου λόγου, να αναιρεθεί, μερικώς, η αναιρεσιβαλλομένη, ήτοι κατά το μέρος της, με το οποίο δικάσθηκε η από 07-12-2015 έφεση της αναιρεσίβλητης, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ίδιο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν και, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά τους λοιπούς λόγους της, που κρίθηκαν απορριπτέοι. Τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης, πρέπει να κατανεμηθούν, μεταξύ των διαδίκων, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας της καθεμιάς αυτών και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη, να πληρώσει στην αναιρεσείουσα το αναφερόμενο στο διατακτικό μέρος τους, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε η τελευταία, με τις προτάσεις της (άρθρα 106, 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, στον καταθέσαντα τούτο, λόγω της μερικής νίκης της αναιρεσείουσας στην παρούσα δίκη (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, μερικώς, την υπ' αριθμόν 394/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ίδιο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Απορρίπτει την αίτηση, κατά τους αναφερομένους στο σκεπτικό λόγους της.
Επιβάλλει στην αναιρεσίβλητη μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, από χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ. Και,
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, για την άσκηση της αναιρέσεως, στον καταθέσαντα τούτο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ