Legislator Case Law & Legislation
890/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds, ruling the lower court properly considered and rejected the appellant's arguments.

Case Number 890/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request for cassation against a first-instance judgment regarding a bank guarantee dispute. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific claims about the bank's failure to submit required documents and the state's negligence in verifying the guarantee's validity. The court held that the appellate court had explicitly rejected these arguments with proper reasoning, thereby satisfying the legal requirements for res judicata and precluding their re-examination on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure; Res judicata is established by a final judgment and precludes re-litigation of the same rights between the same parties, provided the lower court examined and rejected the specific arguments raised by the parties.

Keywords

AI generated
res judicata cassation appeal Code of Civil Procedure final judgment legal issue preclusion bank guarantee state liability

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 321, 322, 324 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Plenary 1/2005
Supreme Court Plenary 12/1991
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 890 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 890/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ειδών ΕΠΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρακατσέλη. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και στη συγκεκριμένη περίπτωση από τον Διευθυντή της Δ.Ο.Υ. Καστοριάς. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 79/2015 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-12-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 εδ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο ερεύνησε περί της συνδρομής των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, ακολούθως, δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεδικασμένο παράγεται από την τελεσιδικία της αποφάσεως, ανεξάρτητα από το είδος της παρεχόμενης έννομης προστασίας. Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της αποφάσεως, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της αγωγής ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (Ολ.

ΑΠ 1/2005). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 324 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, προκύπτει, ότι το δεδικασμένο προϋποθέτει ταυτότητα αντικειμένου, στο οποίο αναφέρεται το κριθέν και υπό κρίση δικαίωμα, καθώς και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας.

Κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Περαιτέρω, το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για την έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που τη γέννησαν ή αναλόγως την κατέλυσαν.

Εξάλλου, η ταυτότητα των προσώπων ως αναγκαία κατ' αρχήν υποκειμενική προϋπόθεση για την ενέργεια του δεδικασμένου και επακόλουθο του συζητητικού συστήματος, που ισχύει κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ στην πολιτική δίκη, αποτυπώνεται και στο άρθρο 325 ΚΠολΔ, που θέτει τον κανόνα ότι το δεδικασμένο ισχύει πρωταρχικά υπέρ και κατά των διαδίκων.

Αποκλείεται έτσι η επέκταση του δεδικασμένου σε τρίτα πρόσωπα απλώς και μόνον επειδή η διαφορά τους είναι όμοια κατά την ιστορική και νομική αιτία της με το αντικείμενο δίκης στην οποία δεν μετείχαν. Τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου ισχύουν και ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως από την απόφαση και καταλαμβάνονται από το δεδικασμένο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 331 ΚΠολΔ, δηλαδή εφόσον αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος και το δικαστήριο ήταν υλικά αρμόδιο να αποφασίσει και για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα.

Τέλος, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ "το δεδικασμένο εκτείνεται και στις ενστάσεις που προτάθηκαν καθώς και σ' εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν".

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Με βάση την υπ' αριθ. 69836/Β 1461/30-9-1993 ΚΥΑ (Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών), όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις υπ' αριθ. 2035824/5887/1994, 2045909/7431/1994 και 2071670/11297/1994 ΚΥΑ (ενν. Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών), η ανακόπτουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) προέβη την 16-12-1997 στη ρύθμιση:

α) της οφειλής της, ως πιστώτριας, που απέρρεε από την υπ' .../1990 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις, που είχε συνάψει με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ..." και ήδη "ΤΡΑΠΕΖΑ ...", το χρεωστικό κατάλοιπο του οποίου την 30-6-1993 ανερχόταν στο ποσό των 15.725.893 δραχμών, β) της οφειλής των πιστούχων Ε.Σ., Α.Κ., Α.Κ.

και Η.Σ. προς την ως άνω τραπεζική εταιρεία, συνολικού ύψους 31.524.148 δραχμών, την οποία αναδέχθηκε σωρευτικώς δυνάμει της από 16-12-1997 συμβάσεως σωρευτικής αναδοχής χρέους, γ) της οφειλής της, ως πιστώτριας, που απέρρεε από την υπ' .../1992 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και την πρόσθετη αυτής πράξη, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου την 31-12-1997 ανερχόταν στο ποσό των 50.443.049 δραχμών.

Η παραπάνω ρύθμιση τελούσε υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 2033141/6265/0025/20-6-1993 ΥΑ (Οικονομικών) "Περί παροχής εγγύησης του Δημοσίου για τη ρύθμιση οφειλών προς τις τράπεζες των επιχειρήσεων γουνοποιίας και εκτροφής γουνοφόρων ζώων, που έχουν την έδρα τους στους νομούς Καστοριάς, Φλώρινας, Κοζάνης και Γρεβενών".

Λόγω μη συμμορφώσεως της ανακόπτουσας με τους όρους της ως άνω ρυθμίσεως, η πιστώτρια τράπεζα με τα υπ' αριθ. πρωτ. .../26-4-2000 έγγραφά της προς την ..., στα οποία επισύναψε και τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά (σύμβαση πιστώσεως και πρόσθετες πράξεις, συνοπτική κατάσταση των προς βεβαίωση οφειλών, τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση βεβαιώσεως οφειλών, δικαιολογητικά που αφορούν στη διασφάλιση του δανείου), τα οποία έγγραφα κοινοποίησε στο Δ' τμήμα της 25ης Υπηρεσίας Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Υπουργείου Οικονομικών, γνωστοποίησε ότι λογιστικό υπόλοιπο των ως άνω συμβάσεων ρυθμίσεως την 31-12-1999 ανερχόταν στα ποσά των 22.378.623 δραχμών, 41.690.953 δραχμών και 80.869.134 δραχμών, αντίστοιχα, και ζήτησε να βεβαιωθούν οι ως άνω οφειλές της ανακόπτουσας ως δημόσιο έσοδο.

Το καθού η ανακοπή, το οποίο κατέβαλε τα παραπάνω ποσά στη δανείστρια τράπεζα λόγω καταπτώσεως της εγγυήσεώς του και υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα αυτής κατά της ανακόπτουσας, διά της ... προέβη στη βεβαίωση των παραπάνω οφειλών ως δημοσίων εσόδων, εκδοθέντων σχετικώς των υπ' αριθ. .../26-4-2000 ταμειακών βεβαιώσεων για τα ποσά των 22.378.623 δραχμών, 41.690.953 δραχμών και 80.869.134 δραχμών, αντιστοίχως.

Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../27-4-2000 ατομική ειδοποίηση χρεών, με την οποία κλήθηκε η ανακόπτουσα να καταβάλει τα παραπάνω ποσά, συνολικού ύψους 144.938.710 δραχμών μέχρι την 31-5-2000. Λόγω μη εξοφλήσεως του ποσού εκ μέρους της ανακόπτουσας, δυνάμει της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. ...-12-2012 εκθέσεως κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καστοριάς Γ.

Π. κατασχέθηκε αναγκαστικώς η περιγραφόμενη στην ως άνω έκθεση ακίνητη περιουσία της ανακόπτουσας για ληξιπρόθεσμα χρέη αυτής συνολικού ποσού 981.529,87 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι παραπάνω οφειλές που βεβαιώθηκαν με τις υπ' αριθ. ... (αντικαταστάθηκε με την υπ' αριθ. .../2004 ταμειακή βεβαίωση) και ...

ταμειακές βεβαιώσεις. Οι προαναφερθείσες ταμειακές βεβαιώσεις ... νομίμως εκδόθηκαν από την ..., γεγονός που έχει κριθεί τελεσιδίκως με την υπ' αριθ. 99/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς (βλ. 203/2007 απόφαση Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που απέρριψε την ασκηθείσα έφεση της ανακόπτουσας), η οποία απέρριψε την υπ' αριθ. ...2003 ανακοπή της ανακόπτουσας κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσε να ακυρωθεί η αναγκαστική κατάσχεση που επιβλήθηκε με το από 2-10-2003 κατασχετήριο έγγραφο του Προϊσταμένου της ...

εις χείρας της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ... Α.Ε.", ως τρίτης, των μισθωμάτων που αυτή όφειλε ή μέλλει να οφείλει στην ανακόπτουσα με βάση τη σύμβαση μισθώσεως που τους συνδέει, μέχρι του ποσού των 867.381,75 ευρώ, που η ανακόπτουσα οφείλει στο καθού δυνάμει των επίδικων, καθώς και άλλων συμβάσεων παροχής πιστώσεως, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι παραπάνω οφειλές που βεβαιώθηκαν με τις υπ' αριθ. ... - .../26-4-2000 ταμειακές βεβαιώσεις.

Στη δίκη εκείνη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι τελεσιδίκως κριθέντες και απορριφθέντες λόγοι ανακοπής αφορούσαν στη φερόμενη μη νομότυπη έκδοση, μεταξύ άλλων, των υπ' αριθ. ... - .../26-4-2000 ταμειακών βεβαιώσεων, διότι: α) προηγουμένως δεν εκχωρήθηκαν στο Δημόσιο υφιστάμενες ασφάλειες που εξασφάλιζαν τις πιστωτικές συμβάσεις της ανακόπτουσας, β) η βεβαίωση έλαβε χώρα πριν από την καθυστέρηση καταβολής εκ μέρους της ανακόπτουσας τριών συνεχομένων εξαμηνιαίων δόσεων από του χρόνου δημοσιεύσεως του ν. 2733/1999, γ) ουδεμία οφειλή της ανακόπτουσας υφίστατο προς τη δανείστρια τράπεζα από τις πιστωτικές συμβάσεις, για τις οποίες εγγυήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, καθόσον από βαρύ πταίσμα των προστηθέντων υπαλλήλων της παρέλειψε να εισπράξει αυτή συναλλαγματικές εξωτερικού, που είχε καταθέσει είτε προς είσπραξη, είτε προς ενεχύραση, συνολικής αξίας μεγαλύτερης των υπολοίπων των λογαριασμών, η είσπραξη των οποίων θα επέφερε την εξόφληση των οφειλών της, και δ) κατά την υπαγωγή των χρεών της ανακόπτουσας στο καθεστώς ρυθμίσεως της ΥΑ 46111/1993, δεν ελέγχθηκε από τη δανείστρια τράπεζα και τη ...

η βιωσιμότητα της επιχειρήσεως της ανακόπτουσας. Κατά το χρόνο εκείνο μπορούσε να προταθεί, αλλά δεν προτάθηκε, από την ανακόπτουσα και ο προταθείς με την ένδικη ανακοπή δεύτερος λόγος περί ακυρότητας των παραπάνω ταμειακών βεβαιώσεων, επί τη βάσει των οποίων επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ανακόπτουσας, και ειδικότερα ότι η δανείστρια τράπεζα "α) σκοπίμως και παρανόμως δεν προσκόμισε στην αρμόδια ΔΟΥ και στην 25η Διεύθυνση τις απαιτούμενες αναλυτικές καταστάσεις, αναγκαία προϋπόθεση για την έγκυρη βεβαίωση, αποκρύπτοντας τη δυνατότητα ελέγχου των πραγματικών οφειλών και της πλήρους εικόνας όλων των εξασφαλίσεων, και ιδίως των ενεχυρασθεισών συναλλαγματικών αξίας 186.000.000 δραχμών ...

β) δεν εκχώρησε, δεν προσκόμισε ουδέποτε στην αρμόδια ... τις ενεχυρασθείσες συναλλαγματικές αξίας 186.000.000 δραχμών ...". Επομένως, ο λόγος αυτός της ανακοπής, αναφορικά με τις υπ' αριθ. .../2000 ταμειακές βεβαιώσεις -η πληττόμενη υπ' αριθ. .../2000 ταμειακή βεβαίωση αντικαταστάθηκε με την υπ' αριθ. .../2004 ταμειακή βεβαίωση ποσού 88.802,20 ευρώ μετά την καταβολή από τον εγγυητή Ε.

Σ. του ποσού των 33.548,36 ευρώ που του αναλογούσε-, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της συνδρομής της αρνητικής διαδικαστικής προϋποθέσεως του δεδικασμένου κατ' αμφότερα τα σκέλη του. Ειδικότερα, κατά το σκέλος του περί μη νομότυπης εκδόσεως των ως άνω ταμειακών βεβαιώσεων διότι προηγουμένως δεν εκχωρήθηκαν προς το καθού η ανακοπή οι υφιστάμενες ασφάλειες είναι απαράδεκτος, καθόσον κρίθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, με την υπ' αριθ. 99/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς με δύναμη δεδικασμένου, ενώ κατά το έτερο σκέλος του κρίνεται απαράδεκτος, κατ' άρθρο 935 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διοικητική εκτέλεση, κατ' άρθρο 89 του ΚΕΔΕ, δοθέντος ότι ήταν γεγενημένος και μπορούσε να προβληθεί".

Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως μέμφεται το Εφετείο ότι παρά το νόμο έκρινε ότι υφίσταται δεδικασμένο από την υπ' αριθ. 99/2004 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή της κατά της αναγκαστικής κατασχέσεως, που είχε επιβάλει το αναιρεσίβλητο εις χείρας της μισθώτριας της αναιρεσείουσας των μισθωμάτων που αυτή όφειλε ή μέλλει να της οφείλει, μέχρι του ποσού των 867.381,75 ευρώ, που η αναιρεσείουσα οφείλει στο καθού δυνάμει των επίδικων, καθώς και άλλων συμβάσεων παροχής πιστώσεως, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι οφειλές που βεβαιώθηκαν με τις υπ' αριθ. ... - .../26-4-2000 ταμειακές βεβαιώσεις, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι μεταξύ της προσβαλλόμενης αποφάσεως και της 99/2004 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς δεν υπάρχει ταυτότητα τόσο νομικής όσο και ιστορικής αιτίας, και κατά συνέπεια δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, ώστε να απορριφθεί η ανακοπή της με την επάλληλη αυτή αιτιολογία.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι στην υπόθεση που κρίθηκε τελεσίδικα με την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της δίκης ο δεύτερος λόγος που επικαλείται με την ένδικη ανακοπή, και συγκεκριμένα ότι η παράνομη παράλειψη εφαρμογής της υπ' αριθ. 2035824/5887/1994 ΚΥΑ (Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών), σε συνδυασμό με τη μη αποστολή από την δανείστρια Τράπεζα των αναλυτικών καταστάσεων, κατέστησαν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 παρ. 4 ν. 2322/1995, άκυρη αυτή την ίδια την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και κατά συνέπεια όφειλε το τελευταίο να ανακαλέσει την κατάπτωση της εγγυήσεως και λόγω ακυρότητας της εγγυήσεως τις ταμειακές βεβαιώσεις που εξέδωσε σε βάρος της.

Οι αιτιάσεις αυτές της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες. Πράγματι, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 15-10-2003 (αριθ. πράξεως καταθέσεως ...2003) ανακοπή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς ζητούσε να ακυρωθεί η 1342/2-10-2003 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως, που είχε επιβάλει εις χείρας της μισθώτριας του ακινήτου της το Ελληνικό Δημόσιο, προκειμένου να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του από την έκδοση σε βάρος της ανακόπτουσας, μεταξύ των άλλων, και των υπ' αριθ. .../26-4-2000 ταμειακών βεβαιώσεων, λόγω καταπτώσεως εγγυήσεων, που είχε παράσχει υπέρ αυτής προς την Τράπεζα Μακεδονίας - Θράκης, -καθολική διάδοχος της οποίας είναι η Τράπεζα Πειραιώς-, για τις ρυθμίσεις δανείων, που είχε λάβει κατά καιρούς από την ως άνω Τράπεζα η ανακόπτουσα.

Με τους λόγους της ανακοπής, οι οποίοι είναι ταυτόσημοι και για τις τρεις ως άνω ταμειακές βεβαιώσεις, προβάλλεται η ακυρότητα των ταμειακών αυτών βεβαιώσεων λόγω του ότι το Δημόσιο προέβη στην καταβολή των αντίστοιχων ποσών, χωρίς προηγουμένως να προβεί σε έλεγχο της νομιμότητας, ενόψει του ότι η δανείστρια Τράπεζα παρανόμως ζητούσε την κατάπτωση της εγγυήσεως.

Ειδικότερα, η ανακόπτουσα επικαλείται την ακυρότητα των ταμειακών αυτών βεβαιώσεων για διαφόρους λόγους, προπάντων όμως στο γεγονός ότι η δανείστρια Τράπεζα δεν διαβίβασε και δεν γνωστοποίησε στην αρμόδια ΔΟΥ, όπως όφειλε, τις ασφάλειες με τις οποίες ήσαν πλήρως καλυμμένοι οι δανειακοί της λογαριασμοί, ενώ παρέλειψε παρανόμως και υπαιτίως να εισπράξει τις συναλλαγματικές οφειλετών της, που τις είχε ενεχυράσει σ' αυτήν προς εξασφάλισή της, με συνέπεια να ζητήσει την υπέρ αυτής κατάπτωση της εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου για ανύπαρκτο ουσιαστικά κατάλοιπο του λογαριασμού της πιστούχου εταιρείας.

Συγκεκριμένα, στον πρώτο λόγο της ανακοπής, πλην των άλλων, μέμφεται τη δανείστρια Τράπεζα ότι "όφειλε να διαβιβάσει προς τη ΔΟΥ τόσο τις αρχικές συμβάσεις, όσο και τις μετέπειτα πρόσθετες πράξεις ή συμβάσεις ρύθμισης, αναγκαία έγγραφα, όπως ... οι πρόσθετες πράξεις ενεχυρίασης συναλλαγματικών, για να μπορεί η αρμόδια ΔΟΥ να προβεί σε έλεγχο, και τα οποία δεν έχουν αποσταλεί, όπως τουλάχιστον ρητά προβλέπεται και από την υπουργική απόφαση 2060876/9613/0025/1994, που τη θεωρεί αναγκαία προϋπόθεση για την ισχύ της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου (δηλαδή "τη μεταφορά όλων των ασφαλειών που έχει η εκχωρούσα τράπεζα").

Τα αυτά προβλέπει ρητά η υπουργική απόφαση 2035824/5887/1994, που εκδόθηκε προς εξειδίκευση της εφαρμοστέας βασικής υπουργικής απόφασης 6983/Β 1461/1993, και σύμφωνα με την οποία οι τράπεζες οφείλουν να υποβάλουν στο γενικό λογιστήριο του κράτους κατάσταση που να συμπεριλαμβάνει μεταξύ άλλων και όλες τις εξασφαλίσεις του δανείου, δεδομένα και αναγκαίες προϋποθέσεις που δεν τηρήθηκαν".

Εξάλλου, στο δεύτερο λόγο της ανακοπής η ανακόπτουσα, αφού επικαλείται τις ρυθμίσεις του άρθρου 11 παρ. 4 ν. 2322/1995, ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το Δημόσιο είχε υποχρέωση να ασκήσει έλεγχο νομιμότητας των βεβαιώσεων που διαβίβασε η Τράπεζα, προτού προχωρήσει στην κατάπτωση της εγγυήσεως, και ενόψει του ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, για τους λόγους που αναφέρει στον πρώτο λόγο της ανακοπής, να μην πληρώσει ως εγγυητής και σε κάθε περίπτωση να ζητήσει την επιστροφή των καταβολών αυτών εκ μέρους της δανείστριας Τράπεζας.

Ωστόσο, οι αιτιάσεις αυτές αποτελούν ταυτόχρονα λόγους ακυρότητας των ως άνω ταμειακών βεβαιώσεων και στην ένδικη ανακοπή κατά της εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως του ακινήτου της ανακόπτουσας (και ήδη αναιρεσείουσας).

Συνεπώς, εφόσον η 99/2003 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς απέρριψε στο σύνολό της την από 15-10-2003 ανακοπή, υφίσταται δεδικασμένο ως προς τους ως άνω λόγους, που δεσμεύουν το δικαστήριο να ερευνήσει εκ νέου τη βασιμότητά τους (αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου), και επομένως το Εφετείο, έστω και με την εσφαλμένη επάλληλη αιτιολογία ότι κατά το ένα σκέλος του ο λόγος αυτός ήταν γεγενημένος και μπορούσε να προβληθεί, ορθά απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τους λόγους της ανακοπής λόγω δεδικασμένου.

Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (Ολ.

ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, μόνο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατά τη νοηματική του εκτίμηση), πλήττεται η προσβαλλόμενη, διότι το δικαστήριο υπήγαγε τα πραγματικά δεδομένα της ένδικης υποθέσεως σε εσφαλμένο νομικό πλαίσιο, και ειδικότερα στο άρθρο 29 ν. 2733/1999 και την ΥΑ 2/51788/0025/1999, που αφορούν στη "Διαδικασία ρυθμίσεως στις ΔΟΥ οφειλών από εγγυημένα υπό του Δημοσίου δάνεια βιοτεχνικών επιχειρήσεων γουνοποιίας", και συνακόλουθα δέχθηκε ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη νομότυπη βεβαίωση της ανεξόφλητης οφειλής της επιχειρήσεως στο δημόσιο ταμείο η προηγούμενη διαβίβαση στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους της βεβαιωτικής καταστάσεως, η δε εκχώρηση προς το Δημόσιο των ασφαλειών που είχε παράσχει ο οφειλέτης υπέρ της δανείστριας Τράπεζας αφορούν στη μεταξύ τους σχέση, και κατόπιν αυτού απέρριψε το σχετικό λόγο της ένδικης ανακοπής.

Αντιθέτως, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ότι το ορθό νομικό πλαίσιο, που όφειλε το Εφετείο να υπαγάγει τα περιστατικά της ένδικης υπόθεσης, ήταν αυτό των υπουργικών αποφάσεων 46111/1993 και 69836/1993, όπως η δεύτερη τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την ΥΑ 2035824/5887/1994, και του άρθρου 11 παρ. 4 ν. 2322/1995, που αφορούν σε αυτό τούτο το κύρος των εγγυήσεων που χορήγησε στη συγκεκριμένη περίπτωση το Ελληνικό Δημόσιο, και συνεπώς το αντικείμενο της ένδικης ανακοπής είναι, εάν τηρήθηκαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση εγγυήσεως εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου και όχι εάν τηρήθηκε η διαδικασία βεβαιώσεως της εγγυήσεως, και να ακυρώσει κατόπιν αυτού την έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του ακινήτου της, λόγω του ότι εκδόθηκε με βάση άκυρους τίτλους.

Ο ως άνω λόγος είναι αλυσιτελής, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν τελεσφόρησε η προσβολή με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως της κύριας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την απόρριψη των αυτών αιτιάσεων λόγω δεδικασμένου, η οποία και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της, τους οποίους είχε προτείνει ως λόγους της ανακοπής της και επανέφερε με τις προτάσεις προς αντίκρουση της εφέσεως του Δημοσίου κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την ανακοπή της, και ειδικότερα ότι α) ουδέποτε η δανείστρια Τράπεζα προσκόμισε μέσα σε ένα μήνα από τη ρύθμιση των τραπεζικών δανείων της ανακόπτουσας, που τελούσαν υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, τις απαιτούμενες από το νόμο αναλυτικές καταστάσεις, ώστε να είναι σε ισχύ αυτή η εγγύηση, β) η παράνομη αυτή παράλειψη της δανείστριας Τράπεζας αποκαλύφθηκε από το ίδιο το Δημόσιο και επιβεβαιώθηκε με σχετικό έγγραφο της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και γ) συντρέχει αποδεδειγμένη παράλειψη του Δημοσίου να ελέγξει τις απαιτήσεις της Τράπεζας και να προβάλει τις αντίστοιχες ενστάσεις για το κύρος της εγγυήσεως, ώστε να μη πληρώσει την Τράπεζα, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την κατάπτωση της εγγυήσεως, με άμεση συνέπεια την πληρωμή της δανείστριας Τράπεζας από το Δημόσιο παρανόμως και την υποχρέωση αυτής (ανακόπτουσας) να πληρώσει αναγωγικά το Δημόσιο.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όλους αυτούς τους ισχυρισμούς, που θεμελίωναν το δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής, απέρριψε το Εφετείο με επάλληλη αιτιολογία ως μη νόμιμους, και κατά συνέπεια τους έλαβε υπόψη.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη διάδικος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, θα καθορισθεί όμως αυτή μειωμένη σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 3693/1957, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31 Δεκεμβρίου 2016 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ειδών Ε.Π.Ε." για αναίρεση της 79/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου και τα ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ