Supreme Court dismisses appeal on grounds of insufficient evidence and improper consideration of documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a shipping company dispute. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate specific evidence and documents, including prior rulings and court proposals. The court rejected these claims, stating that the lower court had explicitly considered all submitted evidence and that the appellant's arguments were vague and lacked specific identification of the disputed documents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(11)(b) and (c) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the lack of a legal basis or improper consideration of evidence is inadmissible if the lower court's decision explicitly states it has taken all submitted evidence into account, leaving no room for doubt regarding the evaluation of the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 890 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Α.Δ
Αριθμός 890/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ι. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Τσιρώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου: Η. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αβραμίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3852/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 323/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-12-2012 αίτησή του και τους από 26-3-2013 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 12-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης όπως αυτή διαμορφώθηκε με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής : "Το 1995 ο ενάγων, η σύζυγός του Μ. Τ. και ο εναγόμενος συνέστησαν μεταξύ τους την εταιρεία με την επωνυμία "ΟCEΑΝ SPECTRUM SHIPPING LIMITED", η οποία είχε καταστατική έδρα στην Κύπρο και πραγματική στον Πειραιά. Στην εταιρεία αυτή μετείχαν ο ενάγων με ποσοστό 60%, η σύζυγός του με ποσοστό 5% και ο εναγόμενος με το υπόλοιπο 35%, κάθε ένας δε απ' αυτούς είχε αντίστοιχο αριθμό μετοχών (60,5 και 35 αντίστοιχα).
Διαχειριστής της εταιρείας, η οποία ήταν πλοιοκτήτρια του φορτηγού πλοίου "L. M.", νηολογίου ..., ορίστηκε ο ενάγων λόγω της εμπειρίας που διέθετε στην διαχείριση πλοίων και του επαγγέλματός του ως μηχανικός του Εμπορικού Ναυτικού. Λόγω ωστόσο οικονομικών διαφορών που ανέκυψαν μεταξύ των διαδίκων, το μήνα Μάιο 2000 συμφώνησαν να πωλήσει ο εναγόμενος τις μετοχές του στον ενάγοντα ή στη θυγατέρα του Χ.
Τ.. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, στις 19.5.2000 οι διάδικοι υπέγραψαν πράγματι σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, με βάση το οποίο ο εναγόμενος επώλησε και παρέδωσε στην ως άνω θυγατέρα του ενάγοντος τις 35 μετοχές του αντί τιμήματος 7.000 δολαρίων ΗΠΑ για κάθε μετοχή, δηλαδή αντί συνολικού τιμήματος 245.000 δολαρίων ΗΠΑ.
Το τίμημα αυτό συμφωνήθηκε να καταβληθεί σταδιακά σε 35 ισόποσες, άτοκες, μηνιαίες δόσεις... Την εμπρόθεσμη δε καταβολή των δόσεων εγγυήθηκε ατομικά ο ενάγων, ο οποίος συμβλήθηκε στην άνω σύμβαση και συνυπέγραψε το προαναφερόμενο συμφωνητικό. Με το τελευταίο συμφωνήθηκε ακόμη ότι σε περίπτωση καθυστέρησης τριών συνεχόμενων δόσεων θα καθίστανται ληξιπρόθεσμες και απαιτητές και οι υπόλοιπες ανεξόφλητες δόσεις.
Στην υπόψη πάντως αγοραπωλησία, καθώς άλλωστε συνομολογείται και από τις διάδικες πλευρές, η θυγατέρα του ενάγοντος δεν είχε ουσιαστική ανάμειξη και ούτε αναμείχθηκε στη διοίκηση και διαχείριση της εταιρείας αλλά υπέγραψε το πωλητήριο συμφωνητικό καθ' υπόδειξη του ενάγοντος - πατέρα της λόγω της υπάρξεως περιουσιακού χαρακτήρα αντιδικίας, που είχε ο τελευταίος με τη σύζυγό του και μητέρα της, Μ.
Τ.. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται περαιτέρω ότι, προς εξασφάλιση της παραπάνω απαίτησης του εναγομένου μέχρι του ποσού των 15.000.000 δραχμών ο ενάγων παραχώρησε σ' αυτόν το δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης σε δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες του, οι οποίες βρίσκονται στο δήμο Περιστερίου Αττικής ....
Πριν, πάντως, από την έκδοση της παραπάνω απόφασης είχε λάβει χώρα αναγκαστική κατάσχεση των εν λόγω οριζοντίων ιδιοκτησιών, η οποία είχε διαταχθεί με την 3487/1999 απόφαση του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου και είχε επιβληθεί από την σύζυγο του ενάγοντος προς ικανοποίηση απαιτήσεών της, ποσού 2.550.000 ευρώ... Από το προαναφερόμενο τίμημα πώλησης των μετοχών του εναγομένου, ο ενάγων κατέβαλε τελικά τις 12 μόνο δόσεις, δηλαδή συνολικά 84.000 ευρώ, και έτσι απέμεινε ανεξόφλητο το ποσό των 161.000 δολαρίων ΗΠΑ (ή 178.217,43 ευρώ).
Προηγουμένως, και συγκεκριμένα στις 25.10.2000 η παραπάνω πλοιοκτήτρια εταιρεία (δηλαδή ουσιαστικά ο ενάγων, που μαζί με τη Θυγατέρα του διέθεταν το 95% των μετοχών της), αφού άλλαξε το όνομα του πλοίου της από "L. M." σε "L.", επώλησε και μεταβίβασε τούτο στην εταιρεία με την επωνυμία "Plahkton Marine Ltd", η οποία εδρεύει στο Κινγκστάυουν Αγ.
Βικεντίου και Γρεναδίνων και είναι συμφερόντων του ενάγοντος. Μετά απ' αυτά, ο εναγόμενος φαίνεται πως θορυβήθηκε και προσέφυγε σε δικηγόρο, προκειμένου να επιδιώξει με νομικά μέσα την είσπραξη του υπολοίπου του τιμήματος πώλησης των μετοχών του. Αντί όμως να ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων ή να ασκήσει σχετική αγωγή, υπέβαλε κατά του ενάγοντος και κατά της συζύγου και της θυγατέρας του την από 23.7.2001 έγκληση, με την οποία ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι :
α) ο ενάγων και η θυγατέρα του, τους οποίους χαρακτήρισε ως "αδίστακτους απατεώνες της οικτροτάτης μορφής", οι οποίοι αγνοούν "και να ερυθριούν και να φοβούνται", και έχουν "ακατάσχετη προς το εγκληματείν ... ροπή ", προκειμένου να τον πείσουν να τους πωλήσει τις μετοχές του στην ως άνω εταιρεία και να σφετεριστούν το τίμημα, του παρέστησαν εν γνώσει ψευδώς ότι είχαν στην κυριότητά τους μεγάλη ακίνητη περιουσία στο Βόλο, στους Θρακομακεδόνες και στο Περιστέρι Αττικής, ενώ του απέκρυψαν αθέμιτα ότι οι οριζόντιες ιδιοκτησίες του ενάγοντος, οι οποίες βρίσκονται στο Περιστέρι Αττικής, είχαν κατασχεθεί από το 1999 και β) ο ενάγων με τη θυγατέρα και τη σύζυγό του, προκειμένου να ματαιώσουν κατά το μεγαλύτερο μέρος την ικανοποίηση της προαναφερόμενης απαίτησής του, άλλαξαν το όνομα και τον λιμένα νηολόγησης του πλοίου "L.
M." και το μεταβίβασαν χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα. Με αφορμή της έγκληση αυτής, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του ενάγοντος και της θυγατέρας του και παραπέμφθηκαν αυτοί να δικαστούν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς για απάτη σε βαθμό κακουργήματος και καταδολίευση δανειστή και, επιπλέον, ο ενάγων για ψευδή ανώμοτη κατάθεση, ενώ για τη σύζυγο του τελευταίου κρίθηκε με το σχετικό βούλευμα ότι δεν πρέπει να ασκηθεί κατ' αυτής κατηγορία.
Τελικά όμως ο ενάγων και η θυγατέρα του κηρύχθηκαν αθώοι των εν λόγω πράξεων με την 165/2006 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία είναι αμετάκλητη και με την οποία, ειδικότερα, έγινε δεκτό ότι δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση των διωκόμενων εγκλημάτων. Πράγματι, όπως αποδείχθηκε και στην προκείμενη δίκη από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, κατ' αρχήν ο εναγόμενος ουδόλως παραπείστηκε από τον ενάγοντα και τη θυγατέρα του να εκποιήσει τις μετοχές του στο επίμαχο πλοίο.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτός (εναγόμενος) αποφάσισε με ελεύθερη βούληση και πρότεινε στον ενάγοντα να αγοράσει τις μετοχές του, διότι πίστευε πως ο τελευταίος δεν διαχειριζόταν σωστά το πλοίο και έτσι διότι δεν είχε αποφέρει τούτο κέρδη. Εξάλλου, η θυγατέρα του ενάγοντος, όπως εκτέθηκε ήδη πιο πάνω και παραδέχθηκε άλλωστε ο εναγόμενος στην ως άνω ποινική δίκη, δεν είχε καμία ουσιαστική συμμετοχή στην αγοραπωλησία των μετοχών.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε κατά το χρόνο της αγοραπωλησίας ο ενάγων είχε ικανή ακίνητη περιουσία (στο δήμο Αχαρνών, στο Κρανίδι και στο Βόλο), η αξία της οποίας υπερκάλυπτε την προαναφερόμενη αξίωση του εναγομένου, γεγονός που ο τελευταίος ομολόγησε επίσης στην ίδια ως άνω ποινική δίκη ....Όσον αφορά δε τις οριζόντιες ιδιοκτησίες του ενάγοντος, που βρίσκονται στο Περιστέρι Αττικής και στις οποίες έγινε η εγγραφή της προσημείωσης για την μερική εξασφάλιση της απαίτησης του εναγομένου, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε παραδώσει στον εναγόμενο πριν από την εγγραφή της προσημείωσης τους τίτλους ιδιοκτησίας του και είχε συνεπώς ο τελευταίος τη δυνατότητα να ενεργήσει σχετικό έλεγχο στα βιβλία βαρών του υποθηκοφυλακείου και να διαπιστώσει την ύπαρξη της κατάσχεσης, που, όπως προαναφέρθηκε, είχε επιβάλει τον Οκτώβριο 1999 η σύζυγος του ενάγοντος στα πλαίσια της μεταξύ τους δικαστικής διαμάχης, την οποία, ας σημειωθεί, όπως επίσης αποδείχθηκε, ο εναγόμενος γνώριζε.
Τέλος, όσον αφορά την μεταβίβαση του πλοίου L. M. σε εταιρεία συμφερόντων του ενάγοντος και την αλλαγή της σημαίας του, αποδείχθηκε ότι έγιναν για να μπορεί το πλοίο να εκτελεί πλόες και προς την Τουρκία (στην οποία δεν μπορούσε να εκτελεί έχοντας την Κυπριακή σημαία), ενώ η αλλαγή του ονόματος του πλοίου (με την απάλειψη της λέξης M.) υπαγορεύθηκε από το γεγονός ότι ο ενάγων τελούσε ήδη σε διάσταση με τη σύζυγό του (Μ.) και είχε αρχίσει η αντιδικία τους με την άσκηση αγωγής διαζυγίου και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για την επιδίκαση προσωρινής διατροφής.
Ανεξαρτήτως άλλωστε τούτων, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων με τη μεταβίβαση του πλοίου σκόπευε να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης του εναγομένου για την καταβολή του υπόλοιπου τιμήματος πώλησης των 35 μετοχών του ή ότι ματαιώθηκε τελικά η ικανοποίηση της απαίτησης αυτής εξαιτίας της μεταβίβασης του πλοίου και των ως άνω αλλαγών στο όνομα και τη σημαία του, αφού κατά το χρόνο της μεταβίβασης του πλοίου και των ως άνω αλλαγών στο όνομα και τη σημαία του, αφού κατά το χρόνο της μεταβίβασης του πλοίου ο ενάγων εξακολουθούσε να έχει στην κυριότητά του ακίνητη περιουσία, αξίας υπέρτερης από την εν λόγω απαίτηση ....Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ακόμη ότι ο ενάγων, μετά την αμετάκλητη παραπομπή του σε δίκη για τις προαναφερόμενες πράξεις, υπέβαλε κατά του εναγομένου και κατά των A.
Ν., Κ. Λ. και Π. Λ. την από 4.8.2005 έγκλησή του, με αφορμή την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και παραπέμφθηκαν να δικαστούν ο μεν εναγόμενος για ψευδή καταμήνυση κατά συρροή, ψευδή ανώμοτη κατάθεση και ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, οι δε υπόλοιποι για ψευδορκία μάρτυρα. Για τις πράξεις δε της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδούς ανόμωτης κατάθεσης ο εναγόμενος κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε αμετάκλητα σε συνολική ποινή φυλάκισης 16 μηνών, ενώ για τις πράξεις της ψευδορκίας και της ηθικής στην πράξη αυτή αυτουργίας οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν αθώοι...
Απ' όσα, λοιπόν, αποδείχθηκαν και εκτέθηκαν ήδη πιο πάνω γίνεται φανερό, ότι τα περιστατικά που περιέλαβε ο εναγόμενος στην προαναφερόμενη από 23.7.2001 έγκλησή του κατά του ενάγοντος και των μελών της οικογενείας του και με τα οποία επιχείρησε να θεμελιώσει τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις, ήταν αντικειμενικώς ψευδή και συκοφαντικά, ο δε εναγόμενος τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας τους, αφού υπήρξε επί σειρά ετών στενός συνεργάτης συνέταιρος του ενάγοντος, γνώριζε την οικονομική του κατάσταση και τα οικογενειακά προβλήματα που αντιμετώπιζε και είχε στα χέρια του τους τίτλους ιδιοκτησίας των ακινήτων του, ορισμένα μάλιστα από τα οποία είχε επισκεφθεί...
Επίσης αποδείχθηκε ότι τα ως άνω ψευδή περιστατικά ήταν ικανά να εκθέσουν και εξέθεσαν πράγματι σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα και το μέλλον του ενάγοντος και προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψή του, δεδομένου μάλιστα ότι συνοδεύονταν από οξύτατους γι αυτόν χαρακτηρισμούς. Και τούτο διότι κατά τη διάρκεια της σχετικής ποινικής διαδικασίας έλαβε γνώση μεγάλος αριθμός προσώπων (μάρτυρες, δικαστικοί υπάλληλοι, ομοιοεπαγγελματίες κλπ) των επίμαχων ψευδών περιστατικών και της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε κατά του ενάγοντος και των μελών της οικογένειας του για πολύ σοβαρά εγκλήματα, για τα οποία κλήθηκε αυτός να απολογηθεί και για την απόκρουση των οποίων προσέλαβε συνηγόρους, υπέβαλε υπομνήματα, πρότεινε μάρτυρες και υποβλήθηκε έτσι σε ψυχική και σωματική ταλαιπωρία καθόλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας μέχρι την απαλλαγή του.
Και όλα αυτά, προκειμένου, όπως είχε ομολογήσει ο εναγόμενος στις συναφείς ποινικές δίκες....να πιεστεί ο ενάγων να του καταβάλει το οφειλόμενο υπόλοιπο του τιμήματος αγοραπωλησίας των 35 μετοχών του. Ενόψει όλων τούτων και όσων αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι ισχυρισμοί του εναγόμενου ότι πεπλανημένα πίστευε πως τα όσα διέλαβε στην παραπάνω έγκλησή του ήταν αληθή και ότι, πάντως από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και συγκεκριμένα για να προασπίσει το δικαίωμά του προς ικανοποίηση της παραπάνω αστικής αξίωσής του κατά του ενάγοντος (άρθρο 367 ΠΚ) υπέβαλε την έγκληση, είναι εντελώς αβάσιμοι και απορριπτέοι, δεδομένου μάλιστα ότι η υπόψη έγκληση δεν αποτελούσε αναγκαίο και επιβεβλημένο μέσο προστασίας του εν λόγω δικαιώματος και ότι, σε κάθε περίπτωση, ο εναγόμενος με τους προαναφερόμενους βαρύτατους και συκοφαντικούς για τον ενάγοντα χαρακτηρισμούς, που περιέλαβε στην έγκληση, υπερέβη καταφανώς το κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίο μέτρο έκφρασης για την προστασία και διαφύλαξη του δικαιώματός του.
Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι ο εναγόμενος με την ως άνω αξίωσή του κατά του ενάγοντος άσκησε για πρώτη φορά αγωγή το 2005, ενώ το 2007 ζήτησε και εκδόθηκε για την αξίωση αυτή διαταγή πληρωμής (322/2007 του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), κατά της οποίας ο ενάγων άσκησε ανακοπή, που απορρίφθηκε τελεσίδικα.
Με τα δεδομένα αυτά, ο ενάγων εξαιτίας της προπεριγραφόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου υπέστη πράγματι ηθική βλάβη, προς ανόρθωση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση..." 'Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με την ύπαρξη στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος του στοιχείου της γνώσεως, ότι όσα γεγονότα ισχυρίσθηκε στην έγκλησή του για τον αναιρεσίβλητο ήταν ψευδή, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914 και 932 Α.Κ.
που εφαρμόστηκαν. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του κύριου αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 11 β' και γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως παρέχεται και αν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (στο διατακτικό της απόφασης), δηλαδή παραδεκτών και νομίμων.
Ο λόγος αυτός περί της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος, ή ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους (και κατ' είδος αναφερόμενα) αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός, αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, κατά το νοηματικό του περιεχόμενο, και δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 11 β' και γ' ΚΠολΔ λόγους του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη το υπ' αριθ. 791/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, το υπ' αριθ. 46/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και την υπ' αριθ. 787/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, από τα οποία έγγραφα προκύπτει ότι τα ως άνω δικαστήρια δέχθηκαν ότι υπήρχαν ενδείξεις ενοχής σε βάρος του αναιρεσιβλήτου και ότι ο αναιρεσείων κατά την υποβολή της μηνύσεως σε βάρος της Μ.ς Τ. (μη διαδίκου) δεν είχε δόλο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών του, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω έγγραφα που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων.
Με τον μοναδικό από το άρθρο 559 αριθ. 11 β' ΚΠολΔ πρόσθετο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του και έγγραφα που δεν είχε επικαλεσθεί νόμιμα ο αναιρεσίβλητος και ειδικότερα τα αναφερόμενα στις ενσωματωθείσες στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου πρωτόδικες προτάσεις του, αφού δεν κάνει διάκριση ότι λαμβάνει υπόψη μόνο τα έγγραφα που αναφέρονται στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζονται τα έγγραφα τα οποία παρά τον νόμο φέρεται ότι έλαβε υπόψη το Εφετείο, αλλά γίνεται, ανεπιτρέπτως, παραπομπή στις πρωτόδικες προτάσεις του ενάγοντος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου. Το παράβολο που κατέβαλε ο αναιρεσείων πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτησή του απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν 4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-12-2012 αίτηση του Ι. Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 323/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 14 Ιανουαρίου 2014. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ