Legislator Case Law & Legislation
890/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against public land compensation protocol due to inadmissible common sense argument.

Case Number 890/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a lower court's decision regarding compensation for the use of public land. The appellant argued that the court erred by failing to apply a specific common sense principle regarding inheritance management and by setting an unjust compensation amount. The court rejected these claims, ruling that the appellant's reliance on this legal doctrine improperly interfered with the appellate court's independent assessment of the evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 115 and 559(1b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot be bound by a common sense doctrine to validate factual circumstances if the appellant's invocation of such doctrine constitutes an impermissible interference with the appellate court's independent evaluation of the evidence.

Keywords

AI generated
public land compensation common sense doctrine appellate review limits inadmissible appeal unjust enrichment evidence assessment legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 115 and 559(1b) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 890 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 890/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. - Ε. Κ. του Σ. χας Σ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αθανασιάδη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών (πρώην Οικονομίας και Οικονομικών) που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Γεώργιο Βαμβακίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με την παρουσία και της γραμματέως και απέρριψε το αίτημα της αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Δεκεμβρίου 2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34339/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1717/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Μαΐου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 1 Απριλίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 2466/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/1938, 19 α.ν. 1919/1939, 2 α.ν. 1925/1951 και 5 παρ. 4 του α.ν. 263/1968, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων, βεβαιώνεται με πρωτόκολλο αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση.

Η αποζημίωση ορίζεται, κατά κρίση αγαθού ανδρός, με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εκείνος εις βάρος του οποίου εκδόθηκε το πρωτόκολλο αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει ανακοπή εντός μηνός από της κοινοποιήσεως σ' αυτόν του πρωτοκόλλου, ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντας εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση.

Κατά της αποφάσεως αυτής ουδέν ένδικο μέσον επιτρέπεται. Αν όμως αμφισβητείται με την ανακοπή το δικαίωμα του Δημοσίου, η απόφαση του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου ουδεμία επιρροή ασκεί στη δίκη για το δικαίωμα, η οποία ήθελε κινηθεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου. Το πρωτόκολλο αποζημίωσης, εφόσον δεν ανακοπεί εμπροθέσμως (ή εφόσον επικυρωθεί ή τροποποιηθεί), αποτελεί τίτλο διοικητικής εκτελέσεως κατά το νόμο περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων, κατά του οποίου ουδεμία ανακοπή χωρεί από τις διατάξεις του νόμου αυτού.

Όπως ήδη έχει κριθεί από το ΑΕΔ (ΑΕΔ 6/1989), η διαφορά η οποία δημιουργείται από την επιβολή της αποζημίωσης βάσει των ανωτέρω διατάξεων, με πρωτόκολλο, το οποίο , σύμφωνα με το άρθρο 1 εδάφ. γ' του β.δ. 619/1965 εκδίδεται από τον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο και ήδη, μετά την ισχύ του π.δ. 551/1988 και την έναρξη λειτουργίας των Κτηματικών Υπηρεσιών των Νομαρχιών, από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, φέρει τον χαρακτήρα της ιδιωτικής διαφοράς και έτσι η εκδίκαση της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου καθορισμού της αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση ή κάρπωση δημόσιου κτήματος υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Αρμοδιότητα, εξάλλου, για την εκδίκαση της κατά του πρωτοκόλλου ανακοπής έχει, μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., αντί του Προέδρου Πρωτοδικών, το αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου τέμνει οριστικά τη διαφορά, σε σχέση με την οφειλή της αποζημίωσης και το ύψος της, και, παρά την ακολουθούμενη διαδικασία, δεν αφορά τη λήψη ασφαλιστικού ή ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου.

Για το λόγο αυτό υπόκειται στα προβλεπόμενα από τον Κ.Πολ.Δ. (άρθρα 511 και 552) ένδικα μέσα της εφέσεως και της αναιρέσεως, και δεν ισχύει γι' αυτήν η απαγόρευση του άρθρου 699 του Κ.Πολ.Δ., ενώ και η διάταξη του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος, που απαγόρευε την άσκηση ένδικων μέσων, θεωρείται ότι έχει καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 21-22/2002, και 38/2002).

Για την επιβολή με το πρωτόκολλο της παραπάνω αποζημίωσης, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α') η κυριότητα του Δημοσίου επί των κτημάτων, ή η νομή ή η χρήση αυτών με σύμβαση από το Δημόσιο και β') η αυθαίρετη χρήση ή καθ' οιονδήποτε τρόπο κάρπωση εκ μέρους του καθ' ού το πρωτόκολλο χωρίς καμιά συμβατική ή άλλου είδους σχέση (ΑΠ 585/2008, ΑΠ 2131/2007, ΑΠ 1502/2003).

Εξάλλου, το πρωτόκολλο αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιου κτήματος, συνιστά μονομερή πράξη διαχείρισης της περιουσίας του δημοσίου ή των άλλων ν.π.δ.δ., η οποία εκδίδεται από τα παραπάνω αρμόδια όργανα και δεν εκτελείται άμεσα, αλλά μόνον εφόσον συντρέξουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, ουδόλως δε ταυτίζεται με δικαστική απόφαση, και επομένως δεν αντίκεινται οι άνω διατάξεις που προβλέπουν την έκδοσή του, στα άρθρα 8, 87 παρ. 1 και 94 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος και στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αλλά ούτε και στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού, ούτε με την έκδοση του πρωτοκόλλου, ούτε με την έκδοση της δικαστικής απόφασης κατόπιν ανακοπής αυτού, επιλύεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου του οποίου γίνεται αυθαίρετη χρήση, αλλά τούτο μπορεί να συμβεί μόνον εφόσον το σχετικό δικαίωμα του δημοσίου αμφισβητηθεί από τον ανακόπτοντα, ο οποίος μπορεί να προσφύγει ενώπιον των αρμόδιων πολιτικών δικαστηρίων προς επίλυση της σχετικής διαφοράς.

Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος, όπως αυτό ισχύει, η αποζημίωση που καθορίζεται με το πρωτόκολλο για αυθαίρετη χρήση δημόσιου κτήματος, συνίσταται στην ωφέλεια που ο καθ' ού το πρωτόκολλο αδικαιολογήτως αποκόμισε, ήτοι, ό,τι θα κατέβαλε οποιοσδήποτε τρίτος στο Δημόσιο, ως αντάλλαγμα αν με έγκυρη σύμβαση χρησιμοποιούσε το αυθαιρέτως χρησιμοποιούμενο δημόσιο κτήμα.

Από αυτά, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 1 του ν. 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 ΑΝ 263/1968, με το οποίο ορίζεται ότι "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου, τιμωρείται διωκόμενος αυτεπαγγέλτως διά φυλακίσεως τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 100.000 δραχμών", προκύπτει ότι η καθοριζόμενη υπέρ του Δημοσίου με το πρωτόκολλο αποζημίωση εις βάρος εκείνου που αυθαιρέτως χρησιμοποιεί δημόσιο κτήμα, γενεσιουργό αιτία έχει την αδικοπραξία, υπό την έννοια των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, συνεπεία της οποίας καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερος, χωρίς νόμιμη αιτία επί ζημία του Δημοσίου (ΑΠ 2131/2007). Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1824, 1868, 1869 και 1870 ΑΚ προκύπτει ότι, όταν αποβιώσει κάποιος χωρίς διαθήκη και κατά το χρόνο της επαγωγής δεν υπάρχουν συγγενείς ή σύζυγος για να κληθούν στην κληρονομιά ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, σύμφωνα με τα άρθρα 1813 επ.

ΑΚ, τότε καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του το Δημόσιο. Το Δικαστήριο της κληρονομίας, μετά από αίτημα εκείνου που έχει έννομο συμφέρον ή του οικονομικού εφόρου, όταν η διαδικασία κινείται από τον Υπουργό των Οικονομικών, αφού διατάξει τη δημοσίευση πρόσκλησης για να αναγγελθούν εκείνοι που αξιώνουν κληρονομικό δικαίωμα και παρέλθει η ορισθείσα προθεσμία χωρίς να αναγγελθεί κάποιος κληρονόμος ή κριθεί ανυπόστατο το δικαίωμα εκείνου που αναγγέλθηκε, βεβαιώνει με σχετική απόφασή του, ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος εκτός από το Δημόσιο.

Η βεβαίωση δημιουργεί τεκμήριο ότι το δημόσιο είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος. Πριν δε από τη δικαστική αυτή βεβαίωση δεν μπορεί να ασκηθεί δικαίωμα από το δημόσιο ή κατά του δημοσίου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου και επομένως δεν μπορεί να ασκηθεί ούτε αγωγή περί κλήρου (ΑΠ 1590/2002). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 του α.ν. 2039/1939, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 4254/1961 "Πάσας τας προς το Δημόσιον καταλειπομένας κληρονομίας, ως και τας υπό όρον κληροδοσίας και δωρεάς αποδέχεται ή αποποιείται ο Υπουργός των Οικονομικών, μετά σύμφωνον γνωμοδότησιν της Επιτροπής του άρθρου 32 του α.ν. 2039/1939 εκτιμώσης τα συμφώνως τοις άρθροις 10, 11 και 12 υποβαλλόμενα στοιχεία.

Περίληψις της πράξεως περί αποδοχής της κληρονομίας ή υπό όρον κληροδοσίας ή δωρεάς υπό όρον, περιλαμβάνουσα κατά το δυνατόν λεπτομερή και ακριβή περιγραφήν των περιουσιακών στοιχείων, δημοσιεύεται είς εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πράξις αποδοχής μετά την δημοσίευσίν της έχει την κατά τας διατάξεις των άρθρων 1956, 1962 και 1963 του Αστικού Κώδικος ισχύν και θέσιν κληρονομητηρίου υπέρ του Δημοσίου".

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 118 Εισ.Ν. ΑΚ, το δημόσιο θεωρείται πάντα κληρονόμος με το ευεργέτημα της απογραφής, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει σχετική δήλωση ή να συντάξει απογραφή και δεν υπόκειται σε έκπτωση από το ευεργέτημα αυτό. Τη βεβαίωση του άρθρου 1868 του Αστικού Κώδικα ζητεί ο Υπουργός των Οικονομικών μέσω του οικονομικού εφόρου, και εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 8 έως 24, 26, 27, 30 έως 34 και 140 έως 141 του αναγκαστικού νόμου 2039 της 24 Οκτωβρίου 1939.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η τήρηση της άνω διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 6 παρ. 1 του α.ν. 2039/1939, ήτοι αποδοχή από τον Υπουργό των Οικονομικών και δημοσίευση περίληψής της στο ΦΕΚ, απαιτείται μόνο επί κληρονομιών κλπ που καταλείπονται στο δημόσιο με διαθήκη και όχι επί κληρονομίας που περιέρχεται στο Ελληνικό Δημόσιο, καλούμενο στην έκτη τάξη κατ' άρθρο 1824 ΑΚ, μετά τη βεβαίωση ότι αυτό είναι ο μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος κατ' άρθρο 1868 ΑΚ, αφού το άρθρο 118 του Εισ.Ν.

ΑΚ, που αναφέρει ποια άρθρα του άνω α.ν. εφαρμόζονται στην περίπτωση που βεβαιώνεται (κατ' άρθρο 1868 ΑΚ) το κληρονομικό δικαίωμα του δημοσίου, δεν περιλαμβάνει τη διάταξη του άρθρου 6 του α.ν. 2039/1939. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 983 ΑΚ, η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με το θάνατο του νομέα η νομή των κληρονομιαίων πραγμάτων μεταβαίνει αυτοδικαίως στον κληρονόμο, χωρίς να χρειάζεται να αποκτήσει αυτός φυσική εξουσία επάνω στο πράγμα, ακόμη και αν αγνοεί το θάνατο του κληρονομουμένου ή την ύπαρξη των πραγμάτων ή την ιδιότητά του ως κληρονόμου.

Η νομή του ακινήτου περιέρχεται κατ' άρθρο 983 ΑΚ στους κληρονόμους, με και από το θάνατό του κληρονομουμένου (άρθρο 1710 παρ. 1 ΑΚ), δηλαδή και πριν τη μεταγραφή της δήλωσης περί αποδοχής της κληρονομίας ή του κληρονομητηρίου, γιατί η μεταγραφή αυτή αποτελεί κατά νόμο (άρθρο 1198 ΑΚ) αναγκαία προϋπόθεση για την κτήση κυριότητας, όχι όμως και για τη κτήση νομής (ΑΠ 1452/2010, 816/2009).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 979 και 980 ΑΚ προκύπτει ότι η απόκτηση της νομής μπορεί να γίνει και με αντιπρόσωπο (εκούσιο ή νόμιμο), όταν αυτός αποκτήσει την φυσική εξουσία του πράγματος στο όνομα του αντιπροσωπευομένου με τη θέληση να το κατέχει ως πράγμα τούτου. Επίσης, η νομή που έχει αποκτηθεί μπορεί να ασκείται και με αντιπρόσωπο που έχει τη φυσική εξουσία στο όνομα του αντιπροσωπευομένου (ΑΠ 1176/2011).

Ετέρωθεν, κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1717/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Σε βάρος της ανακόπτουσας (ήδη αναιρεσείουσας) εκδόθηκε το υπ' αριθ. 33/2007 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος, του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης, με το οποίο καθορίσθηκε ως αποζημίωση, για την εκ μέρους της αυθαίρετη χρήση δημόσιου κτήματος, το συνολικό ποσό των 10.004,40 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-12-2002 έως 30-11-2007.

Το πρωτόκολλο αυτό αφορούσε οικόπεδο εμβαδού 127,04 τ.μ. με μονώροφη οικία, που βρίσκεται στο Δήμο ..., στην οδό ... αριθ. 9 (πρώην ... αριθ.4), το οποίο είναι καταγεγραμμένο ως δημόσιο κτήμα με αριθμό ΒΚ 3191. Το εν λόγω ακίνητο ανήκε αρχικά κατά κυριότητα στην Σ. Α., η οποία απεβίωσε στις 12-02-1983, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη.

Επειδή η κληρονομία της άνω αποβιώσασας ήταν σχολάζουσα, ακολούθησε η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 1865 επ. του ΑΚ διαδικασία και στη συνέχεια, αφού δεν αναγγέλθηκε κανένας κληρονόμος, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 938/1991 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία βεβαιώθηκε ότι μοναδικός κληρονόμος της κληρονομίας της Σ.

χήρας Γ. Α. είναι το Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 1868 ΑΚ). Με την έκδοση της άνω υπ' αριθ. 938/1991 απόφασης, η οποία σημειωτέον δεν προσβλήθηκε με τριτανακοπή από την ανακόπτουσα ή από άλλον ενδιαφερόμενο, δημιουργήθηκε τεκμήριο ότι μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος της άνω κληρονομουμένης είναι το Δημόσιο, καλούμενο στην έκτη τάξη (άρθρο 1824 ΑΚ).

Η Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης, αφού έλαβε την υπ' αριθ. 1112555/2920/Α001/18-12-2006 εντολή του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, κατέγραψε, στις 22-11-2007, το άνω ακίνητο στο σχετικό βιβλίο καταγραφής ως Δημόσιο Κτήμα, με αριθμό ΒΚ 3191, όπως αυτό οριστικοποιήθηκε ως τελική ιδιοκτησία κατά εμβαδόν και όρια με την υπ' αριθ. 23 Πράξη Εφαρμογής του Δήμου Πολίχνης.

Στη συνέχεια, αφού διαπίστωσε, μετά από αυτοψία των αρμοδίων οργάνων του, που έγινε στις 30-11-2007, ότι το εν λόγω ακίνητο κατείχετο και χρησιμοποιείτο ως κατοικία από την ανακόπτουσα, χωρίς συμβατική σχέση με το καθ' ού, ο Προϊστάμενος της ίδιας Υπηρεσίας εξέδωσε σε βάρος της το άνω ανακοπτόμενο πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης, για το χρονικό διάστημα από 1-12-2002 έως 30-11-2007, κατά το οποίο, όπως συνομολογείται, η ανακόπτουσα χρησιμοποιούσε το εν λόγω ακίνητο.

Στο εν λόγω πρωτόκολλο περιγράφεται το επίδικο ακίνητο κατά θέση, έκταση και όρια και αναφέρεται ότι επί του οικοπέδου υπάρχει μονώροφη οικία, στο σχετικό δε από 22-11-2007 τοπογραφικό διάγραμμα, που συνέταξαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της άνω Υπηρεσίας, Π. Ν. και Α. Ζ., το οποίο επιδόθηκε στην ανακόπτουσα μαζί με το πρωτόκολλο και τη σχετική από 30-11-2007 έκθεση ελέγχου και αυτοψίας, αναφέρονται και οι πλευρικές διαστάσεις του επίδικου ακινήτου (οικοπέδου).

Από την περιγραφή αυτή δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, παρά το ότι δεν αναφέρεται το εμβαδόν της οικίας. Επίσης, αναφέρεται σ' αυτό ότι η αποζημίωση καθορίζεται για αυθαίρετη χρήση του εν λόγω ακινήτου και ότι για τον καθορισμό της ελήφθησαν υπόψη οι τρέχουσες τιμές που ισχύουν για παρόμοια ακίνητα στην ίδια περιοχή.

Με τα στοιχεία αυτά το πρωτόκολλο είναι πλήρως ορισμένο και επομένως, οι σχετικοί λόγοι της ανακοπής, με τους οποίους η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι αυτό είναι αόριστο διότι α) δεν περιγράφονται το εμβαδόν και οι πλευρικές διαστάσεις της οικίας, β) δεν αναφέρεται σ' αυτό αν υπάρχει κάρπωση ή χρήση του ακινήτου και γ) αναφέρει αόριστα ότι για τον καθορισμό της αποζημίωσης έλαβε υπόψη τις τρέχουσες τιμές, είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.

Περαιτέρω, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόκολλο είναι αόριστο και άκυρο, διότι ως τίτλος κυριότητας του καθ' ού αναφέρεται η υπ' αριθ. 938/1991 απόφαση, χωρίς να γίνεται επίκληση ότι έγινε αποδοχή της κληρονομίας και δημοσίευση αυτής (αποδοχής) στο ΦΕΚ, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του α.ν. 2039/1939.

Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον, οι διατάξεις του άρθρου 6 του άνω α.ν. 2039/1939, που προβλέπουν την αποδοχή της κληρονομίας από τον Υπουργό των Οικονομικών και τη δημοσίευση περίληψής της στο ΦΕΚ, εφαρμόζονται μόνο επί κληρονομιών κλπ που καταλείπονται στο δημόσιο με διαθήκη και όχι επί κληρονομιών, που περιέρχονται στο δημόσιο ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της έκτης τάξης, όπως εν προκειμένω.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τους άνω λόγους ανακοπής δεν έσφαλε και επομένως οι σχετικοί λόγοι της έφεσης της ανακόπτουσας, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επίσης, η ανακόπτουσα, με το σχετικό λόγο της ανακοπής της, ισχυρίζεται ότι η επίδικη έκταση δεν είναι δημόσια, αλλά περιήλθε κατά κυριότητα στην ίδια με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον μετά το θάνατο της Σ.

Α. (1983) νέμεται συνεχώς το επίδικο με διάνοια κυρίου και συγκεκριμένα διαμένει στην οικία, την οποία επισκεύασε, χωρίς ποτέ το Ελληνικό Δημόσιο ή τρίτος να αμφισβητήσει την κυριότητά της επ' αυτής, για χρονικό διάστημα είκοσι και πλέον ετών, η κυριότητά της δε αυτή αναγνωρίσθηκε με την υπ' αριθ. 14236/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα.

Σχετικά με τον άνω λόγο της ανακοπής, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Λίγες ημέρες μετά το θάνατο (12-2-1983) της Σ. Α. και συγκεκριμένα στις 16-2-1983, σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 162/1983 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, σφραγίσθηκε το άνω ακίνητο, από τον αρμόδιο γραμματέα του άνω Δικαστηρίου, συντάχθηκε δε για το λόγο αυτό η υπ' αριθ. 33/16-2-1983 έκθεση σφραγίσεως.

Στην άνω έκθεση αναφέρεται ότι το ακίνητο βρίσκεται στη οδό ... αριθ. 4 ..., ότι τα κλειδιά της οικίας παραδόθηκαν στον άνω γραμματέα από την Β. Κ., ..., η οποία ορίστηκε φύλακας των σφραγίδων και ότι, μετά τη σφράγιση της οικίας, τα κλειδιά παρέλαβε ο γραμματέας. Στη συνέχεια, στις 16-10-1984, σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 213/1984 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση του διορισθέντος κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας, Ο.

Φ., ο αρμόδιος γραμματέας του άνω Δικαστηρίου, αφού βεβαιώθηκε περί του αλυμάντου των σφραγίδων που είχαν τεθεί κατά τα προαναφερθέντα, προέβη στην αποσφράγιση της άνω οικίας, προκειμένου να γίνει απογραφή των κινητών πραγμάτων που βρίσκονταν μέσα σ' αυτό. Την ίδια ημερομηνία έγινε απογραφή των κινητών, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. .../16-10-1984 σχετική έκθεση αποσφράγισης και απογραφής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευσταθίας Γεωργιάδου-Μακρίδου, τα δε απογραφέντα κινητά, καθώς και τα κλειδιά της οικίας παραδόθηκαν αμέσως μετά στον ορισθέντα ως άνω κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας, όπως βεβαιώνεται στις ανωτέρω εκθέσεις.

Στις 22-10-1986 διενεργήθηκε πλειοδοτική δημοπρασία των άνω κινητών, με επιμέλεια του άνω κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας, αφού προηγουμένως τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις. Τέλος, μετά από αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε η προαναφερθείσα υπ' αριθ. 838/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία βεβαιώθηκε ότι μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της άνω αποβιώσασας είναι το Ελληνικό Δημόσιο, αφού προηγουμένως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 453/1990 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η δημοσίευση πρόσκλησης, προκειμένου να αναγγελθούν οι αξιώνοντες κληρονομικό δικαίωμα.

Με βάση τα παραπάνω, πιθανολογείται ότι η ανακόπτουσα δεν άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, κατά το χρονικό διάστημα από 16-2-1983 (ημερομηνία σφράγισης του επίδικου) μέχρι την ημερομηνία εκποίησης των κινητών (22-10-1986), καθόσον αν αυτή κατείχε και χρησιμοποιούσε την άνω οικία από το θάνατο της άνω κληρονομουμένης (12-2-1983) και εφεξής, όπως διατείνεται με την ανακοπή της, δεν θα ήταν δυνατή η σφράγισή της, ούτε θα διαπιστώνονταν το αλύμαντο των σφραγίδων, κατά την αποσφράγιση (που έγινε μετά από ένα έτος και οκτώ μήνες από την ημερομηνία σφράγισης), αλλά ούτε θα μπορούσε να προβεί ο κηδεμόνας στην εκποίηση των ευρισκομένων εντός της οικίας κινητών, αφού αυτά θα κατέχονταν από την ανακόπτουσα.

Σε κάθε περίπτωση, η παρουσία της ανακόπτουσας εντός της οικίας και οι τυχόν αντιρρήσεις της, θα αναφέρονταν στις άνω εκθέσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 830 περ. 4, 837 περ. 4 ΚΠολΔ, γεγονός που ενισχύει την άνω κρίση του Δικαστηρίου περί μη άσκησης πράξεων νομής εκ μέρους της ανακόπτουσας. Περαιτέρω, η άσκηση πράξεων νομής εκ μέρους της ανακόπτουσας δεν πιθανολογήθηκε ούτε και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση της άνω απόφασης (1-7-1991), καθόσον μέχρι την ημερομηνία αυτή ο άνω κηδεμόνας, είχε στη νομή του το επίδικο ακίνητο και συγκεκριμένα συνέχισε να κατέχει τα κλειδιά της οικίας που του είχαν παραδοθεί κατά το χρόνο της αποσφράγισης και να το επιβλέπει, με την ιδιότητα του νομίμου αντιπροσώπου του μελλοντικού κληρονόμου (άρθρα 979 και 1866 ΑΚ) και εν προκειμένω του Ελληνικού Δημοσίου.

Μετά την έκδοση της άνω απόφασης (1-7-1991) έπαυσε αυτοδικαίως η κηδεμονία της άνω σχολάζουσας κληρονομίας και η νομή του επίδικου ακινήτου περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, αναδρομικά από το θάνατο της άνω κληρονομουμένης, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου αυτής, ακόμη και αν δεν είχε αποκτήσει τη φυσική εξουσία αυτού κατά το χρόνο θανάτου της, χωρίς να απαιτείται (για την κτήση της νομής) μεταγραφή της άνω απόφασης ή κληρονομητηρίου, εφόσον επρόκειτο εξ αδιαθέτου διαδοχή.

Έκτοτε (1-7-1991) και μέχρι την έκδοση του προσβαλλομένου πρωτοκόλλου (4-12-2007), ακόμη και αν υποτεθεί αληθής ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι κατείχε και νεμόταν το επίδικο κατά το άνω χρονικό διάστημα, η άσκηση πράξεων νομής επί του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους της ανακόπτουσας δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας έναντι του Δημοσίου (άρθρα 2 παρ. 1 και 4 του α.ν. 1539/1938 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του Εισ,Ν.

ΑΚ, βλ. και ΑΠ 1045/2002), σε κάθε δε περίπτωση κατά το άνω χρονικό διάστημα δεν είχε συμπληρωθεί εικοσαετία και επομένως δεν ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας επ' αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι η υπ' αριθ. 14236/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που επικαλείται η ανακόπτουσα για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας επί του επίδικου, εκδόθηκε επί αγωγής που άσκησε η ανακόπτουσα κατά της Σ.

Α. και επομένως, δεν αποτελεί δεδικασμένο στην υπό κρίση διαφορά και δεν δεσμεύει την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, ο άνω λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω, η ανακόπτουσα με το σχετικό λόγο της ανακοπής της ισχυρίζεται ότι η καταγραφή του επίδικου ως δημόσιου κτήματος έγινε για πρώτη φορά στις 22-11-2007, μετά την πάροδο 24 ετών από το θάνατο της Σ.

Α. και την παραγραφή της περί κλήρου αγωγής που είναι εικοσαετής και επομένως το καθ' ού απώλεσε κάθε δικαίωμα επί του επίδικου. Ο λόγος αυτός της ανακοπής αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον η ανακόπτουσα δεν επικαλείται ότι νεμόταν το επίδικο ως κληρονόμος, ότι δηλαδή είχε την ιδιότητα του νομέα κληρονομίας, και επομένως το καθ' ού δεν μπορούσε να ασκήσει κατ' αυτής αγωγή περί κλήρου (άρθρο 1871 ΑΚ), ώστε να έχει η ίδια δικαίωμα να προβάλει τον ισχυρισμό (ένσταση) περί παραγραφής της περί κλήρου αγωγής.

Σε κάθε περίπτωση, πριν από τη δικαστική βεβαίωση ότι δεν υπάρχει άλλος κληρονόμος εκτός από το Δημόσιο, δεν μπορούσε να ασκηθεί δικαίωμα από και κατ' αυτού ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1870 ΑΚ, άρα δεν μπορούσε να ασκηθεί ούτε η περί κλήρου αγωγή. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε τους άνω λόγους της ανακοπής, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες πρέπει να αντικατασταθούν με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), σε ορθή κατ' αποτέλεσμα κρίση κατέληξε και επομένως οι σχετικοί λόγοι της έφεσης της ανακόπτουσας, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι...Επομένως, αφού πιθανολογήθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου, ήτοι νομή του Ελληνικού Δημοσίου επί του επίδικου ακινήτου και αυθαίρετη χρήση αυτού από την ανακόπτουσα, ορθά απορρίφθηκαν όλοι οι προαναφερθέντες λόγοι της ανακοπής, με τους οποίους ζητείται η ακύρωσή του ...

Επίσης, όπως συνομολογείται, η οικία που βρίσκεται εντός αυτού έχει εμβαδόν 70 τ.μ. περίπου, είναι απλής κατασκευής, του έτους 1974, χρησιμοποιείτο δε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από την ανακόπτουσα ως κατοικία. Με βάση τα παραπάνω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τη θέση και το εμβαδόν του επιδίκου, καθώς και το εμβαδόν και την κατάσταση της οικίας που βρίσκεται εντός αυτού, τις μισθωτικές συνθήκες της περιοχής, το γεγονός ότι η από μέρους της ανακόπτουσας αυθαίρετη χρήση του επιδίκου κράτησε για μεγάλο χρονικό διάστημα, ως και την ωφέλεια που αποκόμισε αυτή (ανακόπτουσα) από τη χρήση του, εκτιμά ότι η αποζημίωση των 10.004,40 ευρώ που επιβλήθηκε σ' αυτήν με το ως άνω πρωτόκολλο για χρονικό διάστημα πέντε ετών, ήτοι 15,75 ευρώ ανά τ.μ.

κατ' έτος (υπολογιζόμενη κατ' έτος ανέρχεται σε 2.000 ευρώ), είναι εύλογη και δίκαιη και τηρουμένων των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αντιστοιχεί στο ποσό το οποίο θα κατέβαλε η ανακόπτουσα αν είχε αποκτήσει τη χρήση του επίδικου με αμφοτεροβαρή σύμβαση (μίσθωση), καθόσον το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε μηνιαίο μίσθωμα μικρότερο των 170 ευρώ, το οποίο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα κατέβαλε η ανακόπτουσα ως μίσθωμα, για τη χρήση του επιδίκου και κατά το οποίο ζημιώθηκε αντίστοιχα το καθ' ού Ελληνικό Δημόσιο διά της μη λήψεως ανταλλάγματος.

Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και μεταρρύθμισε το παραπάνω πρωτόκολλο, καθορίζοντας την αποζημίωση σε μικρότερο ποσό (4.446,5 ευρώ), έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονείται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης έφεσής του".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, μετά την απόρριψη όλων των λόγων της έφεσης της ανακόπτουσας και την παραδοχή του μοναδικού λόγου της συνεκδικασθείσας έφεσης του καθ' ού Ελληνικού Δημοσίου, εξαφάνισε την προσβληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ακολούθως δε απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη ανακοπή και επεκύρωσε το προσβαλλόμενο με αυτήν πρωτόκολλο.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 2466/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/1933 και περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/1938, 19 α.ν. 1919/1939, 2 α.ν. 1925/1951 και 5 παρ. 4 του α.ν. 263/1968, οι οποίες, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσης, δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 8, 17 παρ. 1 και 2, 87 παρ. 1 και 94 παρ. 3 του Συντάγματος, ούτε και στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθώς επίσης δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και τις διατάξεις των άρθρων 979, 980, 983, 1710, 1824, 1868, 1869 και 1870 του ΑΚ, 118 του Εισ.Ν.

ΑΚ και 6 παρ. 1 του α.ν. 2039/1939, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 4254/1961, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν τη νομή του Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο ακίνητο, και την μη απόκτηση της κυριότητας αυτού από την αναιρεσείουσα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς και την αυθαίρετη χρήση αυτού από την τελευταία, ώστε να συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την έκδοση από το αρμόδιο όργανο του δημοσίου του ανακοπτομένου πρωτοκόλλου, με το οποίο καθορίσθηκε ως αποζημίωση το παραπάνω ποσόν, συνιστάμενο στην ωφέλεια που η ανακόπτουσα αδικαιολογήτως αποκόμισε, ήτοι, ό,τι θα κατέβαλε οποιοσδήποτε τρίτος στο Δημόσιο, ως αντάλλαγμα αν με έγκυρη σύμβαση χρησιμοποιούσε το αυθαιρέτως χρησιμοποιούμενο δημόσιο κτήμα.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Οι ίδιοι ως άνω λόγος αναιρέσεως, καθώς και οι έκτος και έβδομος κατά το οικείο μέρος τους, ως προς τις περιλαμβανόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, ως προς τα ζητήματα αυτά, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους λόγους δε αυτούς κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερόμενων στο αναιρετήριο επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η αναιρεσείουσα δεν είναι κυρία του επίδικου ακινήτου και ως εκ τούτου είναι αυθαίρετη η χρήση εκ μέρους της του τελευταίου, την νομή του οποίου έχει το Ελληνικό Δημόσιο, δεν έλαβε υπόψη το τεκμήριο που συνάγεται από την υπ' αριθ. 14236/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αναγνωρίσθηκε κυρία του ακινήτου αυτού, μετά από αγωγή που άσκησε προς τούτο, εφόσον το Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη στην άσκηση τριτανακοπής κατά της απόφασης αυτής.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας περιέχεται στην προηγούμενη σκέψη, ρητώς το Εφετείο έλαβε υπόψη του την ως άνω απόφαση, καταλήγοντας ότι κανένα τεκμήριο κυριότητας της αναιρεσείουσα δεν συνάγεται απ' αυτήν έναντι του καθ' ού Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον η άνω απόφαση εκδόθηκε επί αγωγής που άσκησε η ανακόπτουσα κατά της Σ.

Α., στην οποία το Δημόσιο δεν ήταν διάδικος ώστε να δεσμεύεται καθ' οιονδήποτε τρόπο από την τελευταία, ενώ ποτέ δεν έλαβε, ούτε μπορούσε να λάβει γνώση της παραπάνω δίκης και της εκδοθείσης μετά απ' αυτήν απόφασης, και να μην υφίσταται συνεπεία τούτου η δυνατότητα παρέμβασής του στην άνω δίκη, ούτε η άσκηση οποιουδήποτε ένδικου μέσου κατά της απόφασης που εκδόθηκε.

Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως (δεύτερος), είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από την αυτή ως άνω διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ'ΚΠολΔ), προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η αιτίαση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω αποδεικτικά μέσα, που νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του και συγκεκριμένα: 1) τα ταυτάριθμα πρακτικά της υπ' αριθ.14236/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (συνεδρίαση 4-6-2004), που περιέχουν ένορκη κατάθεση της μάρτυρός της Μ.

Β., κατά την οποία από το θάνατο της Σ. Α., ιδιοκτήτριας του επίδικου ακινήτου, νέμεται και διακατέχει αυτό η αναιρεσείουσα, κατοικώντας στο τελευταίο, 2) τα ταυτάριθμα πρακτικά της υπ' αριθ. 1629/2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (συνεδρίαση 8-2-2008), που περιέχουν κατάθεση του μάρτυρά της Κ. Β., στην οποία αναφέρεται ότι η άνω θανούσα μεταβίβασε προφορικά στην αναιρεσείουσα το επίδικο ακίνητο, στο οποίο από το θάνατό της κατοικεί, 3) την υπ' αριθ. .../19-2-2008 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Κομνηνού-Κούρου, η οποία συντάχθηκε για να χρησιμοποιηθεί σε άλλη δίκη, και περιέχει την κατάθεση του μάρτυρά της Σ.

Π., κατά την οποία η αναιρεσείουσα διέμενε με την θανούσα στην επίδικη οικία μέχρι το θάνατό της και στη συνέχεια εξακολούθησε να μένει σ' αυτήν, 4) αντίγραφα εκκαθαριστικών σημειωμάτων φόρου εισοδήματος αυτής για τα οικονομικά έτη 1995 έως 1999, από τα οποία προκύπτει ότι δηλώνει το επίδικο ως κύρια κατοικία, 5) επιστολή της Αγροτικής Τράπεζας προς αυτήν με ημερομηνία 26-2-1992 και διεύθυνση το επίδικο, 6) απόδειξη παραλαβής υπεύθυνης δήλωσης προς το Δήμο Πολίχνης του συζύγου της για τον υπολογισμό του ΤΑΠ με ημερομηνία 21-3-1994 και προς τη ΔΕΗ με ημερομηνία 13-8-1993 για το επίδικο (... 4 που ήταν η αρχική διεύθυνση), 7) α) την από 30-11-1974 αίτηση της Σ.

Α. για πρώτη ηλεκτροδότηση του επίδικου από τη ΔΕΗ, συνοδευόμενη από την υπ' αριθ. 441850/7-12-1974 βεβαίωση προκαταβολής έναντι καταναλώσεως ηλεκτρικού ρεύματος και τα υπ' αριθ. 602392/6-12-1974 και 603170 γραμμάτια εισπράξεως (εγγύηση αρχικής ηλεκτροδότησης), β) την από 3-1-1978 υπεύθυνη δήλωση της Σ. Α. προς τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης (τίτλος κατεδάφισης της οικίας) σε συνδυασμό με την από Σεπτεμβρίου 1978 απάντηση του Υπουργού Εσωτερικών προς την ίδια και γ) την από 2-1-1981 βεβαίωση καταβολής αποδοχών σύνταξης του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Εργατοτεχνιτών Δομικών και Ξυλουργικών Έργων προς τη Σ.

Α., τα οποία είχε παραδώσει σ' αυτήν (αναιρεσείουσα), 8) διάφορα ατομικά έγγραφα του Γ. Α., προαποβιώσαντος της συζύγου του Α. Α., και συγκεκριμένα, το εκδοθέν από το ΙΚΑ υπό ΑΜ 5574530 δελτίο ταυτότητος συνταξιούχου αυτού, το εκδοθέν από το Υπουργείο Υγιεινής ατομικό βιβλιάριο υγείας του, το εκδοθέν από τη Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος βεβαιωτικόν σημείωμα απογραφής γεωργίας και κτηνοτροφίας και το εκδοθέν από το Α' Σώμα Στρατού πιστοποιητικό στρατολογίας, τα οποία η σύζυγός του ανωτέρω είχε ζητήσει απ' αυτήν (αναιρεσείουσα) να τα κρατήσει για συναισθηματικούς λόγους.

Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, εκτός των άλλων και "όλα γενικώς τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι φωτογραφίες του επίδικου που προσκομίζει η ανακόπτουσα", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα στα οποία αναφέρεται η αναιρεσείουσα, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.

Επομένως, ο ερευνόμενος από την παραπάνω διάταξη αντίθετος λόγος αναιρέσεως (τέταρτος), είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1) (Ολ.Α.Π. 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η ανακόπτουσα δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, με το να δεχθεί ότι, ούτε από του θανάτου της κληρονομουμένης (12-2-1983) και μέχρι την εκποίηση των εντός της επίδικης οικίας πραγμάτων αυτής (22-10-1986) διαπιστώθηκε εκ μέρους της άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο, "ούτε όμως πιθανολογήθηκε η άσκηση πράξεων νομής εκ μέρους αυτής και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση της άνω απόφασης (1-7-1991), καθόσον μέχρι την ημερομηνία αυτή ο άνω κηδεμόνας, είχε στη νομή του το επίδικο ακίνητο και συγκεκριμένα συνέχισε να κατέχει τα κλειδιά της οικίας που του είχαν παραδοθεί κατά το χρόνο της αποσφράγισης και να το επιβλέπει, με την ιδιότητα του νομίμου αντιπροσώπου του μελλοντικού κληρονόμου (άρθρα 979 και 1866 ΑΚ) και εν προκειμένω του Ελληνικού Δημοσίου", παραβιάζοντας έτσι τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου για την κτήση και απώλεια της κυριότητας με πρωτότυπο και παράγωγο τρόπο, με την μη υπαγωγή σ' αυτούς του διδάγματος της κοινής πείρας ότι η νομή του καθ' ού μέσω του κηδεμόνα σχολάζουσας κληρονομίας, ήταν πλασματική, χωρίς εμφανείς υλικές πράξεις, και δεν απέκλειε τη δική της πραγματική νομή και κατοχή στο επίδικο ακίνητο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί η αναιρεσείουσα, υπό το πρόσχημα της παραβίασης των άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με την παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να χρησιμοποιήσει το διατεινόμενο απ' αυτήν δίδαγμα κοινής πείρας, για την διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, "ότι η αποζημίωση των 10.004,40 ευρώ που επιβλήθηκε στην ανακόπτουσα με το ως άνω πρωτόκολλο για χρονικό διάστημα πέντε ετών, ήτοι 15,75 ευρώ ανά τ.μ. κατ' έτος (υπολογιζόμενη κατ' έτος ανέρχεται σε 2.000 ευρώ), είναι εύλογη και δίκαιη και τηρουμένων των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αντιστοιχεί στο ποσό το οποίο θα κατέβαλε η ανακόπτουσα αν είχε αποκτήσει τη χρήση του επίδικου με αμφοτεροβαρή σύμβαση (μίσθωση), καθόσον το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε μηνιαίο μίσθωμα μικρότερο των 170 ευρώ, το οποίο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα κατέβαλε η ανακόπτουσα ως μίσθωμα, για τη χρήση του επιδίκου και κατά το οποίο ζημιώθηκε αντίστοιχα το καθ' ού Ελληνικό Δημόσιο διά της μη λήψεως ανταλλάγματος", παραβίασε τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", όπως αυτό ισχύει, αφού τα διδάγματα της κοινής πείρας που έλαβε υπόψη του, ενόψει των αποδεικτικών στοιχείων που συνεκτίμησε και των ιδιοτήτων του επίδικου που δέχθηκε, οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι η ωφέλεια της ανακόπτουσας από τη χρήση του μισθίου ήταν μικρότερη.

Και ο λόγος αυτός της αναίρεσης, από την ίδια ως άνω διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 1β ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί η αναιρεσείουσα, υπό το πρόσχημα της παραβίασης των άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, μέσω της χρησιμοποίησης του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας, για την διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ και 22 του ν. 3693/1957, όπως ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134/1993 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03-05-2012 αίτηση της Ε.-Ε. Κ. του Σ., χήρας Σ. Π., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1717/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων σαράντα (340) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ