Supreme Court dismisses appeal on abuse of necessity claim regarding bus company asset acquisition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeals' decision regarding the acquisition of a bus company asset. The appellant argued that the transaction was an abusive exercise of necessity, yet the Court of Appeals did not violate the law on evidence rules. The Court rejected the appeal because the valuation committee's report was a public document whose evidentiary weight was correctly assessed without legal error.
Legislator headnote
AI generatedArt. 179 of the Civil Code; Art. 559 para. 12 of the Code of Civil Procedure: A transaction is void if it exploits another's need, but an appeal regarding evidence rules fails if the court correctly evaluates the evidentiary weight of public documents without violating statutory definitions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 890 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Καταπλεονεκτική δικαιοπραξία (179 ΑΚ): είναι άκυρη, όταν υπό την πίεση της οικονομικής ή άλλου είδους ανάγκης καταρτίζεται ενοχική ή εμπράγματη δικαιοπραξία και υπάρχει προφανής δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής λόγω εκμεταλλεύσεως αυτής της ανάγκης, προφανής δε είναι η δυσαναλογία που υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως θεμιτό να αποκομίζει κάποιος όφελος οικονομικού περιεχομένου, από σύμβαση, με ζημιά του άλλου. – Απόκτηση από τρίτο κυριότητας λεωφορείου ΚΤΕΛ υπό την επιτακτική ανάγκη εσπευσμένης μετατροπής τούτου σε ΑΕ (τρεις ημέρες προ της λήξεως της προθεσμίας του νόμου). Αντίκειται σε 179 ΑΚ, το οποίο δεν παραβίασε το Εφετείο ευθέως ή εκ πλαγίου. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως από 559 αρ. 1, 19 ΚΠολΔικ. Παραβίαση ορισμών του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Συγκροτεί λόγο αναιρέσεως από 559 αρ. 12 ΚΠολΔικ. όταν προσδιορίζονται τα περιστατικά που βεβαιώθηκαν σε δημόσιο έγγραφο. (438 ΚΠολΔικ) ως γενόμενα από το συντάκτη του ή ενώπιον του. Αόριστος λόγος αναίρεσης από 559 αρ. 12 ΚΠολΔικ.
Αριθμός 890/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χειρδάρη.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΚΤΕΛ ΑΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόφιλο Κώτσιου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Σεπτεμβρίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κερύρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 125/2009 του Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 9 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 179 του ΑΚ "άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποία δεσμεύται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 174, 178 και 180 του ΑΚ συνάγεται ότι για να θεωρηθεί μια ενοχική ή εμπράγματη δικαιοπραξία ως αισχροκερδής (ή καταπλεονεκτική) και σαν τέτοια άκυρη, πρέπει να συντρέχουν αθροιστικώς οι εξής προϋποθέσεις: 1)η ύπαρξη φανερής δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής που αναφέρεται στην αντικειμενικώς εκτιμώμενη οικονομική αξία αυτών κατά το χρόνο καταρτίσεως της δικαιοπραξίας, 2)η συνδρομή ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου και 3)η εκμετάλλευση από το συμβαλλόμενο μίας ή περισσότερων από τις ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου που ήταν γνωστές σ'αυτόν.
Ως "ανάγκη" νοείται, εκτός άλλων και η οικονομική, η οποία έχει χαρακτήρα επιτακτικό και ανεπίδεκτο αναβολής, ανεξαρτήτως αν είναι φύσεως παροδικής ή μόνιμη, ως "κουφότητα" νοείται η ολιγωρία (αδιαφορία), εξ αιτίας της οποίας δεν δύναται ο συμβαλλόμενος να εκτιμήσει τις συνέπειες και τη σημασία της πράξης του και τέλος ως "απειρία" νοείται η έλλειψη της πείρας για τη ζωή και για τις συναλλαγές γενικώς ή έστω και ορισμένη κατηγορία συναλλαγών.
Ειδικότερα φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο, κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως θεμιτό να αποκομίζει ο ένας, όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου.
Η δυσαναλογία των παροχών κρίνεται με βάση το χρόνο καταρτίσεως της δικαιοπραξίας και αποτελεί νομική έννοια, η εξειδίκευση της οποίας από το δικαστήριο της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 714/1973). Κατά τις επικρατούσες δε στις συναλλαγές και στην καθημερινή πρακτική αντιλήψεις, στην έννοια του αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης κατά την ταυτότητα και αξία του περιλαμβάνεται, εκτός του αμαξώματός του και η συνοδεύουσα τούτο άδεια κυκλοφορίας του, ως άϋλου και έχοντος ιδιαίτερη αξία αγαθού (Ολ.ΑΠ 381/1977).
Περαιτέρω με το άρθρο 3 του ν.2963/2001 "περί οργάνωσης μεταφορών με λεωφορεία και μετατροπής των ΚΤΕΛ σε ανώνυμες εταιρίες" ορίζεται ότι: "1.Κάθε υφιστάμενο κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου Κ.Τ.Ε.Λ. δύναται να μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρία, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 του άρθρου 5. Για την ως άνω μετατροπή απαιτείται απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων του, η οποία πρέπει να ληφθεί το αργότερο μέχρι τις 30-9-2002, με πλειοψηφία τουλάχιστον των δύο τρίτων (2/3) του συνολικού αριθμού των μετόχων του Κ.Τ.Ε.Λ.
Οι διαδικασίες μετατροπής πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί μέχρι τις 31-12-2003. 2.Η μετατροπή των Κ.Τ.Ε.Λ. σε ανώνυμες εταιρίες γίνεται με την πλειοψηφία και εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στην πρώτη παράγραφο, ως εξής: α.Με εισφορά στην ως άνω εταιρία της κυριότητας των λεωφορείων ιδιοκτησίας των μετόχων των οικείων Κ.Τ.Ε.Λ.....,β. (i)Με μίσθωση των λεωφορείων φυσικών ή νομικών προσώπων που είναι ενταγμένα στα Κ.Τ.Ε.Λ., καθώς και αυτών που θα προέρχονται από αντικατάσταση...12.Από και δια της σύστασης της ανωνύμου εταιρίας, τα όργανα διοίκησης και διαχείρισης των Κ.Τ.Ε.Λ.
παύουν να υφίστανται, χωρίς να απαιτείται προς τούτο διοικητική πράξη". Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ'αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 661/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου ΚΤΕΛ για αναγνώριση της ακυρότητας μεταβίβασης της κυριότητας αστικού λεωφορείου του στον αναιρεσείοντα ως καταπλεονεκτικής, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το πρώην ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ Ν.ΚΕΡΚΥΡΑΣ(Ν.Π.Ι.Δ.) μοναδικός μέτοχος του οποίου ήταν η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩς ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΤΕΛ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΕΠΕ" με την από 27-9-2003 κλαι με αρ.πρωτ.1 απόφαση της Γενικής του Συνέλευσης, αποφάσισε τη μετατροπή του νομικού του τύπου σε Ανώνυμη Εταιρεία και με τη μορφή της μισθώσεως λεωφορείων των μετόχων.
Η ως άνω απόφαση λήφθηκε υπό καθεστώς επιτακτικής ανάγκης και σε εκτέλεση του άρθρου 3 παρ. 2 περ. β' του ν. 2963/2001, κατά το οποίο, αν δεν λάμβανε χώρα η σχετική μετατροπή του το αργότερο μέχρι τις 30.9.2003, θα έπρεπε να τεθεί σε διαδικασία εκκαθάρισης. Έτσι και υπό το ίδιο καθεστώς επιτακτικής ανάγκης και με δεδομένο ότι για τη σύσταση της Ανωνύμου Εταιρείας απαιτούνταν τουλάχιστον δύο συμβαλλόμενοι, εκείνο δε (ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ), κατά τα ήδη εκτεθέντα, είχε μοναδικό μέτοχο την παραπάνω ΕΠΕ, αποφασίστηκε με τη ληφθείσα και πάλι την ίδια ημέρα, ήτοι στις 27.9.2003 (αρ.
πρωτ. 2), απόφαση της Γενικής του Συνέλευσης, η μεταβίβαση στον εναγόμενο, δυνάμει του με αρ. ... συμβολαίου του Συμ/φου Κέρκυρας Σπ. Κοντού, του με αρ. κυκλοφορίας ... λεωφορείου, Δ.Χ., εργοστασίου κατασκευής VOLVO, τύπου SΒΑV50, με αρ. κινητήρα ... και αρ. πλαισίου ..., χρώματος ..., θέσεων 28 και 1 και 1 και 32 ορθίων, φορολογικής ισχύος 40 ίππων, πετρελαιοκίνητου, μετά της άδειας κυκλοφορίας και των λοιπών εξαρτημάτων και παρακολουθημάτων του, το οποίο είχε περιέλθει στην κυριότητα του (ΚΤΕΛ) με το ...
βιβλιάριο μεταβολών κατοχής και κυριότητος αυτοκινήτου. Η επιλογή του προσώπου του εναγομένου, ήδη εκκαλούντος, ως έτερου συμβαλλομένου για την υπό σύσταση Ανώνυμη Εταιρεία προέκυψε από την ως άνω απόφαση της Γ.Σ., πέραν του ότι εκείνος (εναγόμενος - εκκαλών) ήταν, ως εκλεγείς αντιπρόεδρος του προσωρινού Διοικητικού Συμβουλίου της, πρόσωπο εμπιστοσύνης, αλλά και εκ του γεγονότος ότι συγκέντρωνε στο πρόσωπο του, σε σχέση με τους λοιπούς μετόχους της ΕΠΕ, τα τυπικά έγγραφα προκειμένου να γίνει η μεταβίβαση και ενώ, όπως προειπώθηκε, απέμεναν μόλις τρεις ημέρες, ώστε να αποφευχθεί η διαδικασία της εκκαθάρισης.
Ως τίμημα της μεταβίβασης ορίστηκε το ποσό των 34.000 ευρώ, από το οποίο αυτό των 5.000 ευρώ καταβλήθηκε πριν την υπογραφή του συμβολαίου, το υπόλοιπο δε των 29.000 ευρώ θα καταβάλλονταν σε ισόποσες τριμηνιαίες δόσεις, ποσού έκαστης 3.223 ευρώ, της πρώτης καταβλητέας στις 28.12.2003. Το ανωτέρω τίμημα ήταν δυσανάλογα μικρό σε σχέση με την πραγματική αξία του πωληθέντος, ως ενιαίου όλου (αμάξωμα και άδεια κυκλοφορίας) επίδικου, ηλικίας 15 ετών λεωφορείου δημοσίας χρήσεως κατά το χρονικό σημείο της μεταβιβαστικής της κυριότητος του σύμβασης, η οποία ανέρχονταν τουλάχιστον στο ποσό των 100.000 ευρώ.
Η αξία αυτή επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, ο οποίος, μάλιστα, την αναβιβάζει στο ποσό των 120.000 ευρώ, ως έχοντος ιδία αντίληψη από πώληση την ίδια χρονική περίοδο ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου ομοίου λεωφορείου αντί τιμήματος 58.000 ευρώ. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας της ενάγουσας - εφεσίβλητης Β.
Κ. κατά την ως άνω ένορκη βεβαίωση του ενώπιον της Συμ/φου Κέρκυρας Αναστασίας Κωνσταντάρα (ο οποίος κατά τα έτη 2005 και 2006 εργάστηκε ως έκτακτος οδηγός σ' αυτήν) βεβαιώνει ότι στην εκδήλωση σχετικού ενδιαφέροντός του προς αγορά λεωφορείου ο ίδιος ο εναγόμενος - εκκαλών του πρότεινε να αγοράσει το δικό του, δηλονότι το επίδικο έναντι τιμήματος 110.000 ευρώ, αλλά εκείνος (μάρτυρας) αρνήθηκε, επειδή γνώριζε ότι εκκρεμούσαν δικαστήρια για το συγκεκριμένο λεωφορείο, τον διαβεβαίωσε δε ότι, αν το ζήτημα τακτοποιηθεί ήταν πρόθυμος να το αγοράσει.
Αντίθετα, η κατάθεση του μάρτυρος ανταπόδειξης στερείται πειστικής αξίας, αφού όλως αορίστως αναφέρει ότι η εμπορική αξία των αστικών λεωφορείων κυμαίνεται από 25.000 έως 40.000 ευρώ, χωρίς ο ίδιος προσωπικά να γνωρίζει συγκεκριμένα σύμβαση πώλησης αντί των ανωτέρω ποσών. Εξάλλου, τα αναφερόμενα στην μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από 29.9.2003 έκθεση της Εκτιμητικής Επιτροπής, συνταγείσα ενόψει της μετατροπής του ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΤΕΛ σε Ανώνυμη Εταιρεία, σχετικά με την αξία των λοιπών λεωφορείων ιδιοκτησίας του (ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΤΕΛ), δεν μπορούν να αποτελέσουν πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία στην προκείμενη περίπτωση, ενόψει της αναντιστοιχίας των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη για τον προσδιορισμό της αξίας των εν λόγω λεωφορείων αφενός και του επιδίκου αφετέρου, ήτοι της ηλικίας και της κατάστασης του καθενός και δοθέντος ότι το τελευταίο (επίδικο) πρωτοκυκλοφόρησε το 1988, ήταν κατά το χρόνο κατάρτισης της μεταβιβαστικής σύμβασης σε πολύ καλή κατάσταση, γεγονός που και από τη σύμβαση προκύπτει, κατά την περιεχόμενη σ' αυτή δήλωση του ίδιου του εναγομένου - εκκαλούντος, ο οποίος το παρέλαβε ύστερα από εξέταση μηχανικού εμπιστοσύνης του και το βρήκε της πλήρους αρεσκείας του και σύμφωνα με το σκοπό για τον οποίο το προόριζε, ήτοι την ταυτόχρονη με την αγορά του και με σχετική σύμβαση μισθώσεως ένταξή του στην ενάγουσα, περαιτέρω δε συνοδεύεται από την άδεια κυκλοφορίας του, ως άϋλου και έχοντος ιδιαίτερη εμπορική αξία αγαθού, ενώ τα αναφερόμενα στην παραπάνω Έκθεση λεωφορεία είναι πρώτης κυκλοφορίας μεταξύ των ετών 1979 - 1985, δεν προκύπτει η τήρηση των όρων λειτουργίας και συντήρησης τους και δεν συνυπολογίζεται στην προσδιορισθείσα αξία τους και αυτή της άδειας κυκλοφορίας τους υπό την εκτεθείσα έννοια.
Να σημειωθεί επίσης, ότι αν και ο εναγόμενος - εκκαλών επικαλείται βλάβες του επιδίκου λεωφορείου, για τις οποίες αναγκάστηκε να υποβληθεί σε δαπάνες, πέραν της αντιφατικότητας του ισχυρισμού του αυτού σε σχέση με την περιεχόμενη, ως άνω, δήλωσή του στη μεταβιβαστική του λεωφορείου σύμβαση, αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός, αφού ουδόλως αναφέρεται σε τί συνίστανται οι βλάβες και τι ποσά δαπάνησε σχετικά.
Αποδείχτηκε περαιτέρω, ότι σε εκτέλεση της παραπάνω σύμβασης εκδόθηκε στο όνομα του τελευταίου η άδεια κυκλοφορίας του επιδίκου λεωφορείου, ως αποκλειστικού ιδιοκτήτη του. Στη συνέχεια, δυνάμει του με αρ. 11138/30.9.2003 συμβολαίου του ίδιου ως άνω Συμ/φου, το οποίο εγκρίθηκε νόμιμα και καταχωρήθηκε στις 30.9.2003 στο βιβλίο μητρώου των ΑΕ του Τμήματος Εμπορίου Κέρκυρας με αρ.
μητρώου 55357792/Β/03/22 και δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ, συστήθηκε η ενάγουσα -εφεσίβλητη Ανώνυμη Εταιρεία με μετατροπή της νομικής μορφής του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ Ν. ΚΕΡΚΥΡΑΣ" και με μετόχους την προαναφερόμενη ΕΠΕ και τον εναγόμενο - εκκαλούντα, κατά ποσοστό 95,83% και 4,17% αντίστοιχα. Ακολούθως, δια του από 30.9.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης ο εκκαλών εκμίσθωσε το επίδικο λεωφορείο στην εφεσίβλητη, προκειμένου να δρομολογηθεί στις γραμμές του ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΤΕΛ Κέρκυρας, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 3 παρ. 2 περ.
β του ως άνω νόμου 2963/2001 και της με αρ. Β-1189/37/2003 (ΦΕΚ Β'-175/18-2-2003) απόφασης του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, που προβλέπει την υποχρεωτική σύναψη μίσθωσης μεταξύ κάθε ΚΤΕΛ που μετετράπη σε Ανώνυμη Εταιρεία και κάθε ιδιοκτήτη μετόχου λεωφορείου, που είναι ενταγμένο σ' αυτό (ΚΤΕΛ), από το οποίο προέρχεται.
Από τα εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά αποδείχτηκε, ότι η με αρ. 2/27.9.2003 απόφαση της Γ.Σ του ανωτέρω Ν.Π.Ι.Δ, περί πωλήσεως του επιδίκου λεωφορείου, η οποία έχει τη μορφή πολυμερούς δικαιοπραξίας, καθώς και το ... συμβόλαιο του Συμ/φου Κέρκυρας Σπυρίδωνος Κοντού, πάσχουν ακυρότητα, ως καταπλεονεκτικές δικαιοπραξίες και τούτο, δοθέντος ότι ο εναγόμενος -εκκαλών, γνωρίζοντας και, με την ιδιότητα του αντιπροέδρου του προσωρινού διοικητικού συμβουλίου της υπό σύσταση ΑΕ, την άμεση και επιτακτική, λόγω του εναπομείναντος ελαχίστου χρόνου ώστε να αποφευχθεί η διάλυση του, ανάγκη του ανωτέρω Ν.Π.Ι.Δ.
να μετατραπεί σε Ανώνυμη Εταιρεία και ότι ο μόνος τρόπος να πραγματοποιηθεί αυτό ήταν η κατά κυριότητα μεταβίβαση του επίδικου λεωφορείου στον ίδιο, ο οποίος ταυτόχρονα ήταν και ο μοναδικός μέτοχος της ΕΠΕ που πληρούσε στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή τα τυπικά προσόντα για τη σχετική μεταβίβαση, εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη αυτή και πέτυχε τη νομότυπη μεταβίβαση του λεωφορείου στο όνομα του, αντί τιμήματος 34.000 ευρώ, το οποίο υπολείπονταν πολύ της πραγματικής στο χρόνο αυτό αξίας του μεταβιβαζόμενου λεωφορείου, ήτοι των 100.000 ευρώ τουλάχιστον και συνεπώς τελούσε σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή του.
Έτσι, ο εναγόμενος - εκκαλών, αφού κατέστη χωρίς νόμιμη αιτία (παροχή αχρεώστητη λόγω ακυρότητας των παραπάνω δικαιοπραξιών) πλουσιότερος εις βάρος της ενάγουσας - εφεσίβλητης πρέπει, δεκτής καθισταμένης της αγωγής ως προς την ανωτέρω νομική της βάση, ως και κατ' ουσίαν βάσιμου, να υποχρεωθεί να αποδώσει σ'αυτήν (ενάγουσα -εφεσίβλητη), το όπως ήδη περιγράφηκε επίδικο λεωφορείο.
Όμοια κρίνοντας η εκκαλουμένη τη νομική αυτή βάση της αγωγής, την οποία στη συνέχεια έκρινε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και, αφού αναγνώρισε την ακυρότητα της 2/27.9.2003 απόφασης της Γ.Σ του πρώην Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΚΕΡΚΥΡΑΣ", υποχρέωσε τον εναγόμενο - εκκαλούντα να αποδώσει στην ενάγουσα -εφεσίβλητη το επίδικο λεωφορείο, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 179, 174, 180 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθ'όσον στις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματός του περιλαμβάνονται τα αναγκαία περιστατικά, που καθιστούσαν άκυρη, ως καταπλεονεκτική την ενοχική και εμπράγματη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων για την πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας από το αναιρεσίβλητο προς τον αναιρεσείοντα του επίμαχου λεωφορείου και παρατίθενται επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ήτοι αναφέρονται: 1)Το κατά το πωλητήριο συμβόλαιο (και πραγματικό) τίμημα του λεωφορείου από 34.000 ευρώ και η προφανής δυσαναλογία του (στο υποτριπλάσιο) με την αγοραία αξία του λεωφορείου από 100.000 ευρώ. 2)Η ύπαρξη επιτακτικής ανάγκης του αναιρεσιβλήτου για την πώληση του λεωφορείου σε μέτοχο του ΚΤΕΛ προκειμένου να καταστεί εφικτή η μετατροπή της νομικής προσωπικότητάς του σε ανώνυμη εταιρία κατόπιν κατάρτισης της σχετικής σύμβασης, της δικαιούχου ΕΠΕ (φορέα του ΚΤΕΛ) με αντισυμβαλλόμενο μέτοχο της ιδρυόμενης ανώνυμης εταιρίας, ενόψει του ότι επέκειτο μετά τριήμερο η λήξη της προθεσμίας μετατροπής και η έλλειψη προσφοράς άλλου κατάλληλου προσώπου πο για την εν λόγω αγοραπωλησία. 3)Η εκμετάλλευση από τον αναιρεσείοντα της γνωστής σ'αυτόν, λόγω της ιδιότητάς του ως αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, ανάγκης της, για να επιτύχει την αγορά του λεωφορείου σε υποπολλαπλάσιο τίμημα από την αγοραία αξία του.
Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που, υπό την επίκληση αυτών των λόγων αναιρέσεως, πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ "έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ'ύλην ή κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.
Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνον με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού". Κατά δε το άρθρο 559 αρ.12 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης της παραβίασης από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται:
α)ποια ήταν τα περιστατικά που βεβαιώνονται στα δημόσια έγγραφα ότι έγιναν από το συντάκτη αυτών ή ενώπιόν του, εφόσον ήταν καθ'ύλην ή κατά τόπο αρμόδιος να προβεί στη σχετική βεβαίωση. β)Ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου σε σχέση με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχουν εκτιμηθεί.
γ)Προς απόδειξη ποίου ουσιώδους ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκομιδή των εγγράφων και ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ'αυτά, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει ο νόμος. δ)Από ποιόν προσκομίσθηκαν τα έγγραφα και σε τι συνίσταται το σφάλμα της απόφασης. Στην υπόψη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο, από το άρθρο 559 αρ.12 του ΚΠολΔοκ., λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η μομφή, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με το να παραλείψει να αποδώσει "στην προσκομισθείσα έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 9 που εμπεριείχετο στην ...
συμβολαιογραφική πράξη του συμβολαιογράφου Κέρκυρας Σπ.Κοντού, σύστασης της Α.Ε. την αυξημένη αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της αξίας του επίδικου λεωφορείου", δεδομένου ότι για τη σχετική "γνωμοδότηση η τριμελής επιτροπή εμπειρογνωμόνων που αποτελείται από υπαλλήλους (του Δημοσίου) ήταν η μόνη αρμόδια για τη βεβαίωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης (ΚΤΕΛ)" και όφειλε το Εφετείο "να προσδώσει μεγαλύτερη αξιοπιστία στην έκθεση της Εκτιμητικής Επιτροπής σε σχέση με τη μαρτυρία του μάρτυρος της αναιρεσίβλητης και με βάση τα πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση αυτή θα κατέληγε στην ορθή παραδοχή ότι η αληθινή αξία του επίδικου λεωφορείου είναι πολύ κοντά στο ποσό των 34.000 ευρώ που ήταν το συμφωνηθέν τίμημα".
Με το ως άνω περιεχόμενο ο προβαλλόμενος από το άρθρο 559 αρ. 12 του Κ.Πολ.Δικ. τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθ' όσον η κρίση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 9 ν. 2190/1920 σχετικά με την αγοραία αξία του πράγματος (λεωφορείου ) εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται σε αποδεικτικούς περιορισμούς το πραγματικό περιστατικό της αξίας του λεωρφορείου ούτε, εμπίπτει στα βεβαιωθέντα με την έκθεσή αυτή, ως δημόσιο έγγραφο, περιστατικά, τα οποία έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 176 Κ.πολ.Δικ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-9-2009 αίτηση του Σ. Π. για αναίρεση της 125/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαϊου 2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ