Legislator Case Law & Legislation
890/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where court of first instance correctly ignored non-binding contract proposals.

Case Number 890/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's judgment regarding a contract dispute. The appellant argued that the respondent's fax communications constituted a judicial admission of making a contract proposal, which the lower court failed to consider. The court ruled that the exchanged documents were merely invitations to treat lacking necessary terms and did not amount to a binding judicial admission. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 703 § 1 (a) of the Civil Code; Art. 339, 352 of the Code of Civil Procedure: A judicial admission requires a clear, specific acknowledgment of a fact detrimental to the admitting party directly relevant to the case, not merely an exchange of incomplete proposals or invitations to treat.

Keywords

AI generated
judicial admission contract formation invitation to treat offer and acceptance Code of Civil Procedure contractual terms appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 703 § 1 (a) of the Civil Code
Art. 167 of the Civil Code
Art. 185 of the Civil Code
Art. 189 of the Civil Code
Art. 191 of the Civil Code
Art. 192 of the Civil Code
Art. 195 of the Civil Code
Art. 339 of the Code of Civil Procedure
Art. 352 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 11 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 § 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 890 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 890/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Παπαδημητρίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΡΑΜΜΕΣ ΣΤΡΙΝΤΖΗΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ Α.Ε", που εδρεύει στη Βούλα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γρηγόριος Τιμαγένης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.09.1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5789/1998 προδικαστική, 3101/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 692/2004 του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 03.04.2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης ανέγνωσε την από 26.02.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 703 § 1 εδαφ. α του ΑΚ, εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή υπόδειξης ευκαιρίας. Από την εν λόγω διάταξη σαφώς προκύπτει, ότι προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτής είναι :

α) η υπόσχεση αμοιβής για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη σύμβασης, β) μεσιτική δραστηριότητα με οποιαδήποτε μορφή (μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας), γ) σύναψη της σκοπούμενης κύριας σύμβασης, και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και της σύναψης της σύμβασης.

Ειδικότερα, καθόσον αφορά τη συνδρομή της υπό στοιχ. γ προϋπόθεσης, για το απαιτητό της αμοιβής πρέπει να καταρτισθεί η σύμβαση, την οποία ήθελε ο υποσχεθείς την αμοιβή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 167, 185, 189, 191, 192 και 195 του ΑΚ συνάγεται, ότι για την κατάρτιση συμβάσεως απαιτείται πρόταση και αποδοχή αυτής από εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται, με πλήρη σύμπτωση των εκατέρωθεν δηλώσεων.

Διάφορος της προτάσεως είναι η πρόσκληση προς υποβολή προτάσεως, κατά την οποία δεν υπάρχει αληθής πρόταση επιδεκτική αποδοχής. Στην περίπτωση αυτή, την πρόταση αποτελεί η δήλωση εκείνου προς τον οποίο απευθύνθηκε η πρόσκληση, προκειμένου δε να συντελεστεί η κατάρτιση της συμβάσεως απαιτείται να αποδεχθεί την πρόταση εκείνος που διατύπωσε αρχικά την πρόσκληση.

Το πότε πρόκειται περί απλής προσκλήσεως προς υποβολή προτάσεως, που δεν είναι δεσμευτική για τον προσκαλούντα, που διατηρεί την πρωτοβουλία για τη σύναψη της συμβάσεως, προκύπτει από τις εν γένει συνθήκες, κάτω από τις οποίες έγινε η συγκεκριμένη "πρόταση", από το περιεχόμενο αυτής κλπ.. Εξετέρου, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Τέλος, κατά τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 26/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Η εταιρία με την επωνυμία "......", με έδρα τη .... των ΗΠΑ, ασχολούταν με την διαχείριση και τη λειτουργία καζίνο μεγάλων διαστάσεων και είχε έντονο ενδιαφέρον στην αξιοποίηση ευκαιριών στο χώρο των καζίνο σε χώρες με νομοθετημένο καθεστώς παιγνίου, όπως π.χ.

η Ελλάδα. Το έτος 1994 συμφώνησε με τον αναιρεσείοντα ενάγοντα, που εμφανιζόταν ως ανεξάρτητος επιχειρηματίας, ώστε αυτός να της υποδείξει ευκαιρίες για επενδύσεις σε επιχειρήσεις καζίνο σε διάφορες χώρες. Για τις τυχόν υποδείξεις τούτου συμφωνήθηκε μεταξύ τους αμοιβή του ενάγοντα σε ποσοστό 10% επί των καθαρών κερδών της εταιρίας από την λειτουργία και διαχείριση των εν λόγω καζίνο.

Ακόμη, συμφωνήθηκε, ότι ο ενάγων δεν θα είχε δικαίωμα να δεσμεύει την εταιρία με την υπογραφή του. Η παροχή των υπηρεσιών του θα γινόταν αποκλειστικά σ' αυτή και όχι και σε άλλη εταιρία με παρεμφερές ή ίδιο αντικείμενο εργασιών. Έτσι, ο ενάγων ήλθε στην Ελλάδα με σκοπό να ερευνήσει την εγχώρια αγορά και να διαγνώσει σχετικές ευκαιρίες.

Στα πλαίσια των ενεργειών του αυτών το Σεπτέμβριο του 1994, ήλθε σε επαφή, μεταξύ άλλων, και με την αναιρεσίβλητη εναγόμενη εταιρία, πλοιοκτήτρια των υπό ελληνική σημαία πλοίων "....", "...." και ".......", που ήταν δρομολογημένα στις διεθνείς γραμμές της Ιταλίας, η οποία είχε το δικαίωμα για την εγκατάσταση και λειτουργία casinos επ' αυτών.

Μάλιστα, στα πλοία αυτά λειτουργούσαν τότε τέτοια καταστήματα, τα οποία ήταν μισθωμένα από την εταιρία ".....", που είχε ήδη επ' αυτών εγκαταστάσεις παιγνίων. Η αναιρεσίβλητη εναγόμενη επέδειξε ενδιαφέρον στις διερευνητικές προτάσεις του ενάγοντα και συνάμα τον ενημέρωσε για την παραπάνω μίσθωση. Ο αναιρεσείων ενάγων επισκέφθηκε τα πλοία, έλαβε κατόψεις τους, έκανε οικονομοτεχνικές και αρχιτεκτονικές μελέτες, έτσι ώστε να ενημερώσει πλήρως την εταιρία ".....", για λογαριασμό της οποίας δούλευε, όπως είχε υποχρέωση από την μεταξύ τους συμφωνία.

Στις 2.11.1994, όταν κατέληξε σε προσωπικά συμπεράσματα για τη δυνατότητα ανάπτυξης casinos και στα τρία πλοία της εναγόμενης, υπέβαλε στον εκ των εκπροσώπων της Γ1 πρόταση για τη δυνατότητα εκμίσθωσης των πλοίων της στην εταιρία επιχείρησης casinos, για λογαριασμό της οποίας συνεργαζόταν. Όπως προκύπτει από το από 2.11.1994 τέλεξ, η πρόταση, που έλαβε η εναγόμενη με τον εκπρόσωπο της Γ1, αφορούσε μίσθωση για τη λειτουργία καζίνο στα τρία αναφερθέντα πλοία της.

Η πρόταση προέβλεπε : α) οκτώ μήνες κατ' έτος λειτουργία του καζίνο σε κάθε πλοίο, για πέντε συνολικά έτη, β) δυνατότητα τοποθέτησης σε κάθε πλοίο 100 μηχανημάτων παιχνιδιών και πέντε τραπεζιών παιχνιδιών ή και περισσότερων, αν χρειαζόταν για την εξυπηρέτηση των επιβατών, γ) έκπτωση στις κανονικές τιμές διανυκτέρευσης της εναγομένης, αν η "...." φιλοξενούσε δικούς της επιβάτες στα πλοία, δ) ετήσιο μίσθωμα σε δολάρια ΗΠΑ, 500.000 για τον πρώτο χρόνο, 750.000 για το δεύτερο χρόνο, 1.000.000 για τον τρίτο χρόνο, 1.100.000 για τον τέταρτο χρόνο και 1.250.000 για τον πέμπτο χρόνο, όλα αυτά δε για κάθε πλοίο, ε) δυνατότητα παράτασης της μίσθωσης για άλλα δέκα έτη μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ του ενάγοντα και της εναγόμενης.

Η τελευταία συμφώνησε στους παραπάνω όρους του ενάγοντα και στις συζητήσεις, που είχε κάνει με το νόμιμο εκπρόσωπό της Γ1, στον οποίο, ωστόσο, εκείνος δεν είχε αποκαλύψει την εταιρία, με την οποία συνεργαζόταν. Την ταυτότητα της εταιρίας αυτής την απεκάλυψε στην εναγόμενη, την ίδια ημέρα που συνετάγη το προαναφερθέν τέλεξ, αλλά και δεύτερο τέλεξ, σύμφωνα με το οποίο η εναγόμενη υποσχέθηκε, ότι θα πληρώσει στον ενάγοντα "ως προμήθεια τα ακόλουθα ποσά τοις μετρητοίς άμα τη λήψει της πληρωμής από την εταιρία, με την οποία ο τελευταίος συνεργαζόταν και την οποία θα έφερε" τον πρώτο χρόνο 500.000 δολ.

ΗΠΑ, τον δεύτερο 750.000 δολ. ΗΠΑ, τον τρίτο χρόνο 1.000.000 δολ. ΗΠΑ, τον τέταρτο 1.250.000 δολ. ΗΠΑ και τον πέμπτο χρόνο 1.350.000 δολ. ΗΠΑ. Έτσι, σύμφωνα με αυτά, συνήφθη μεταξύ των διαδίκων αμφοτεροβαρής σύμβαση μεσιτικού έργου, με βάση την οποία, η μεν εναγόμενη υποσχέθηκε την καταβολή αμοιβής στον ενάγοντα, ο δε ενάγων υποσχέθηκε να διαμεσολαβήσει στην τρίτη εταιρία ".....", προκειμένου να καταρτισθεί η σύμβαση μισθώσεως.

Περαιτέρω, το Εφετείο, αναφορικά με την κατάρτιση της επιδιωκόμενης σύμβασης μισθώσεως, δέχθηκε, ότι ο ενάγων, αφού ενήργησε κατά τα ανωτέρω, στη συνέχεια γνώρισε στην εναγόμενη, ότι η εταιρία με την οποία αυτός συνεργαζόταν ήταν η αναφερθείσα εταιρία με την επωνυμία ".....". Κατόπιν αυτού, η εναγόμενη την ίδια ημέρα (2.11.1994) έστειλε στην αμερικανική εταιρία τέλεξ, με το οποίο την ενημέρωνε για το περιεχόμενο της συμφωνίας, στην οποία κατέληξε με τον ενάγοντα.

Στις 11.11.1994 η εταιρία "...." απέστειλε επιστολή στην εναγόμενη, με την οποία επιβεβαίωνε τη συμφωνία, στην οποία προήλθε η εναγόμενη με τον ενάγοντα και ότι "επιφυλασσόταν να θέσει τη συμφωνία αυτή υπόψη του Διοικητικού Συμβουλίου (της) για έγκριση". Στις 10.11.1995 η ίδια εταιρία ".....", με fax που απέστειλε προς την εναγόμενη, αφού ανέφερε αρχικά την επιθυμία της να επιβεβαιώσει το ενδιαφέρον της για τη μίσθωση των χώρων και των τριών πλοίων διεθνών πλόων (Ιταλίας), και στη συνέχεια εξέθετε τους ίδιους όρους, στους οποίους συμφώνησε η εναγόμενη με τον ενάγοντα, τελικά επισύναπτε επιταγή 250.000 δολαρίων ΗΠΑ ως προκαταβολή για τον πρώτο χρόνο της μίσθωσης και επιπλέον πρότεινε την παράδοση άλλων 250.000 δολαρίων ΗΠΑ με την υπογραφή της σχετικής σύμβασης και την καταβολή του υπολοίπου ποσού του 1.000.000 δολαρίων ΗΠΑ με την έναρξη της λειτουργίας.

Περαιτέρω, είπε το Εφετείο, ότι το από 2.11.1994 τέλεξ της εναγόμενης προς την εταιρία "...." δεν αποτελούσε πρόταση προς σύναψη συμβάσεως μισθώσεως, διότι από το παραπάνω έγγραφο δεν προέκυπτε βούληση συμβατικής δέσμευσης της εναγομένης. Τούτο δε, γιατί σ' αυτό περιεχόταν απλή πρόσκληση για υποβολή προτάσεως, καθώς η τελευταία με αυτό ενημέρωνε απλώς και γνωστοποιούσε στην "....." το περιεχόμενο της συμφωνίας, στην οποία κατέληξε με τον ενάγοντα, χωρίς όμως να διαφαίνεται και βούλησή της για συμβατική δέσμευση.

Επομένως, στο στάδιο αυτό μπορούσε να γίνει λόγος μόνο για έναρξη διαπραγματεύσεων με σκοπό τον καθορισμό των τελικών όρων της σύμβασης μίσθωσης. Τα παραπάνω ενισχύονται και από την απαντητική επιστολή της "....." στις 11.11.1994, στην οποία ανέφερε "ότι είναι ενθουσιασμένη για το μέλλον των αποπειρών της να συνεργασθεί με την εναγόμενη".

Η χρήση του όρου "απόπειρα" δηλώνει ακριβώς αυτό, δηλαδή την προσπάθεια προσέγγισης μεταξύ των μερών, μέχρι να επέλθει τελικώς σύμπτωση των βουλήσεων τους. Αλλά και το fax, το οποίο απηύθυνε μετέπειτα στην εναγόμενη η ίδια εταιρία στις 10.11.1995, συνάδει με τα προεκτεθέντα. Ειδικότερα, με το τελευταίο, η παραπάνω εταιρία "......'' απηύθυνε πλέον πρόταση στην εναγόμενη, σύμφωνη ακριβώς με τη διατυπωθείσα πρόσκληση της τελευταίας, με τη βούληση να δεσμευθεί συμβατικά, αφού επί πλέον της παρέδωσε και επιταγή ύψους 250.000 δολαρίων ΗΠΑ ως προκαταβολή του συνολικού μισθώματος του πρώτου χρόνου και επί πλέον πρότεινε την καταβολή ποσού 250.000 δολαρίων ΗΠΑ με την υπογραφή της σύμβασης, δηλαδή, όπως τούτο ερμηνεύεται από το δικαστήριο αυτό, με την αποδοχή της πρότασής της από εκείνη (εναγόμενη).

Για το λόγο αυτό, και γιατί ακριβώς προέβαινε σε διατύπωση πρότασης, επισημαινόταν με το ίδιο έγγραφο, ότι η σύμβαση θα παραδοθεί στην εναγομένη για έγκριση. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι δεν αποδείχθηκε, πως η εναγόμενη προέβη με οιονδήποτε τρόπο σε ρητή ή σιωπηρή δήλωση αποδοχής και άρα δεν καταρτίσθηκε η επιθυμητή, με τη μεσιτεία του ενάγοντος, σύμβαση μισθώσεως.

Η υπογραφή του εκπροσώπου της εναγομένης στο τέλος του από 10.11.95 εγγράφου - πρότασης της εταιρίας ".....", με την προσθήκη - βεβαίωση ότι το παρέλαβε, δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως δήλωση αποδοχής. Τα παραπάνω, ότι δηλαδή δεν καταρτίσθηκε τελικά η σύμβαση αυτή ενισχύονται και από την μεταγενέστερη επανάληψη της απόπειρας για κατάρτιση της σύμβασης αυτής τον Ιανουάριο του 1995, όπως αποδεικνύεται από τα έγγραφα που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, και δη από το σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, που συνετάγη από τον δικηγόρο της αμερικάνικης εταιρίας και απευθυνόταν στο Γ1 και την από 18.3.1996 επιστολή εκπροσώπου της ίδιας εταιρίας προς τον ίδιο δικηγόρο, με την οποία τον ενημέρωνε, αφενός μεν ότι είχε πλέον επικεντρωθεί στις εγχώριες ιδιοκτησίες και στις χερσαίες επιχειρήσεις καζίνο, που διαχειρίζονταν και ανάπτυσσε στην Ελλάδα, και αφετέρου ότι δεν επιθυμούσε προς το παρόν να συμφωνήσουν για τα δρομολογημένα στη διεθνή γραμμή Ελλάδας - Ιταλίας πλοία της εναγόμενης.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν καταρτίστηκε τελικά η σκοπούμενη, με τη διαμεσολάβηση του ενάγοντος, σύμβαση μισθώσεως μεταξύ της εταιρίας με την επωνυμία "....'' και της αναιρεσίβλητης εναγόμενης και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του για την καταβολή της μεσιτικής αμοιβής ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 703 εδαφ. α, 167, 185, 187, 192, 195 του ΑΚ, αφού διέλαβε σε αυτής πλήρεις, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το επίμαχο ζήτημα της μη κατάρτισης της συμβάσεως μισθώσεως, για την οποία έγινε η διαμεσολάβηση του αναιρεσείοντος ενάγοντος και υποσχέθηκε η αναιρεσίβλητη εναγόμενη της καταβολή της αμοιβής.

Ειδικότερα, δεν αποτελούν αντιφατικές αιτιολογίες οι παραδοχές της προσβαλλόμενης, το μεν ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η σύμβαση μεσιτικού έργου, με βάση την οποία η εναγόμενη υποσχέθηκε την καταβολή αμοιβής, ο δε ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να διαμεσολαβήσει στην εταιρία με την επωνυμία "....." για να καταρτισθεί η σύμβαση μισθώσεως, το δε ότι δεν καταρτίστηκε τελικά η σύμβαση αυτή, διότι στο από 2.11.1994 fax που απέστειλε η αναιρεσίβλητη στην εταιρία ".....'' δεν υπήρχε βούληση συμβατικής δεσμεύσεως.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

2. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε ουσιαστικός κανόνας δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι κανόνες, όμως, αυτοί εφαρμόζονται τότε μόνο, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλόμενων.

Επομένως, τότε μόνο ιδρύεται λόγος αναίρεσης εκ του ότι το δικαστήριο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως, ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλόμενων, και παρόλα αυτά δεν τους εφάρμοσε.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του αυτού Κώδικα.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, ότι "το από 2.11.1994 τέλεξ της εναγόμενης προς την εταιρία "....." δεν αποτελούσε πρόταση προς σύναψη συμβάσεως μισθώσεως, διότι από το παραπάνω έγγραφο δεν προέκυπτε βούληση συμβατικής δέσμευσης της εναγομένης. ......

Αλλά και το fax, το οποίο απηύθυνε μετέπειτα στην εναγόμενη η ίδια εταιρία στις 10.11.1995, συνάδει με τα προεκτεθέντα. Ειδικότερα, με το τελευταίο, η παραπάνω εταιρία "....", απηύθυνε πλέον πρόταση στην εναγόμενη, σύμφωνη ακριβώς με τη διατυπωθείσα πρόσκληση της τελευταίας, με τη βούληση να δεσμευθεί συμβατικά, αφού επί πλέον της παρέδωσε και επιταγή ύψους 250.000 δολαρίων ΗΠΑ ως προκαταβολή του συνολικού μισθώματος του πρώτου χρόνου και επί πλέον πρότεινε την καταβολή ποσού 250.000 δολαρίων ΗΠΑ με την υπογραφή της σύμβασης, δηλαδή, όπως τούτο ερμηνεύεται από το δικαστήριο αυτό, με την αποδοχή της πρότασής της από εκείνη (εναγόμενη).

Για το λόγο αυτό, και γιατί ακριβώς προέβαινε σε διατύπωση πρότασης, επισημαινόταν με το ίδιο έγγραφο, ότι η σύμβαση θα παραδοθεί στην εναγομένη για έγκριση". Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει, ότι το Εφετείο διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως της αναιρεσίβλητης και της εταιρίας με την επωνυμία "....." στα από 2.11.1994 και 10.11.1995 fax τούτων, αντιστοίχως.

Σχετικώς, δεν συνιστούν κενό ή αμφίβολο σημείο η από το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων τούτων : α) του από 2.11.1994 fax της πρώτης προς τη δεύτερη, η χρήση της φράσης "χωρίς όμως να διαφαίνεται και βούλησή της για συμβατική δέσμευση", και β) του από 10.11.1995 fax της δεύτερης προς την πρώτη, η χρήση της λέξης "ερμηνεύεται" κατά τη γενόμενη υπό τούτο εκτίμηση του περιεχομένου του, ώστε τούτο να ήταν υπόχρεο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδαφ. α του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

3. Επειδή, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που κάποιος διάδικος επικαλέστηκε και προσκόμισε, όπως είναι και η δικαστική ομολογία, ανεξάρτητα από το ότι η τελευταία, κατά το άρθρο 352 § 1 του ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Εξάλλου, κατά τα άρθρα 339 και 352 του ΚΠολΔ, απόδειξη δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε αυτή να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου, η τελευταία εκθέτει σε αυτές, ότι "...με επιμονή και λέγοντας ότι έτσι γίνονται οι συμφωνίες με αμερικανικά καζίνο μας ζήτησε να στείλουμε μια πρόταση με τους βασικούς οικονομικούς όρους της συμφωνίας προς την ......

Έτσι συνέταξε εκείνος το κείμενο της σχετικής προτάσεως, το οποίο μας ζήτησε αρχικά να απευθύνεται σε εκείνον, στη συνέχεια δε απευθύνθηκε προς την ... (η πρόταση αυτή ενσωματώθηκε σε δύο σχεδόν πανομοιότυπα φαξ με ημερομηνία 2.11.1994) Βέβαια, η πρόταση αυτή ακόμα και γινόταν δεκτή, όπως είχε, δεν μπορούσε να αποτελέσει σύμβαση διότι της έλειπαν πάρα πολλοί όροι.

Η .... απήντησε με φαξ στις 11.11.1994. Είπε ότι θα υποστηρίξει την πρόταση του κυρίου Χ1, αλλά επιφυλάχθηκε να λάβει έγκριση από το διοικητικό της συμβούλιο πριν την αποδεχθεί ....", και ότι "α) αφενός μεν στο φαξ μας της 2.11.1994 η .... απήντησε στις 11.11.1994 επιφυλασσομένη και μη αποδεχόμενη την πρόταση. β) Η επιστολή της 10.1.1995 δεν ήταν ούτε πρόταση ολοκληρωμένη για σύναψη συμβάσεως, αλλά ούτε βέβαια αποδοχή της από 2.11.1995 (επίσης ελλιπούς προτάσεως μας)".

Όμως, από την περικοπή αυτή των προτάσεων της αναιρεσίβλητης στο Εφετείο, δεν συνάγεται δικαστική ομολογία της ίδιας περί του ότι η αναιρεσίβλητη εταιρία απηύθυνε προς την εταιρία με την επωνυμία "....." πρόταση προς κατάρτιση συμβάσεως και όχι απλή πρόσκληση προς υποβολή προτάσεως, όπως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του..

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την επικληθείσα από τον αναιρεσείοντα ομολογία της αναιρεσίβλητης, που περιεχόταν στις ενώπιόν του υποβληθείσες προτάσεις της, είναι, αφού δεν πρόκειται για δικαστική ομολογία, αβάσιμος.

4. Επειδή, μετά από αυτά η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3 Απριλίου 2006 αίτηση του χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 692/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21-4-2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ