Legislator Case Law & Legislation
88/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment in debt collection case regarding statute of limitations calculation.

Case Number 88/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final judgment of the Athens Court of First Instance. The appellants argued that the Court of Appeal erred in calculating the statute of limitations by using the date of the payment order application rather than its service date, and claimed the loan contract was cancelled on January 16, 2012. The court rejected these arguments as inadmissible or unfounded, noting that the appellants failed to prove the specific date of the contract cancellation or the service of the order, and that the lower court relied on the evidence presented by the bank.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 570 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged errors in calculating the limitation period is inadmissible if the appellant fails to substantiate the specific dates of contractual termination or service of the payment order with admissible evidence.

Keywords

AI generated
statute of limitations payment order service contract cancellation date inadmissible appeal debt collection case evidence burden limitation period calculation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 570 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 88 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 88/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο, και Βασίλειο Μαχαίρα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο-Μάρκο Αχουζαρίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-09-2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1297/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3687/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/10/2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Ι] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3687/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε στην ουσία της η από 11-05-2015 και με αριθμό κατάθεσης 3012/2015 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 1297/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 11-09-2013 και με αριθμό κατάθεσης 120164/15420/2013 ανακοπή τους, κατά της με αριθμό 30504/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη τράπεζα το ποσό κεφαλαίου των 5.025.938,75 ευρώ, πλέον των νομίμων τόκων και των δικαστικών εξόδων, εις ολόκληρον ο καθένας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ). Απορριπτέα κρίνεται η ένσταση της αναιρεσίβλητης περί απαραδέκτου της ένδικης αίτησης, ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα, την οποία προβάλλει με τις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε στις 24-10-2019, δηλαδή είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο (άρθρ. 570 παρ.1 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενη ότι με την με αριθμό 600/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην της δεύτερης των αναιρεσειόντων και κατέστη τελεσίδικη, απορρίφθηκε η από 06-07-2017 ανακοπή της κατά της εκτέλεσης, της ίδιας διαταγής πληρωμής, με την οποία είχε προτείνει πανομοιότυπους λόγους, με τους περιεχόμενους στην παραπάνω από 11-09-2013 ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής και για το λόγο αυτό η δεύτερη αναιρεσείουσα στερείται εννόμου συμφέροντος, έχοντας σιωπηρά αποδεχθεί την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον δεν παρέστη στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η πιο πάνω με αριθμό 600/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δεν άσκησε το ένδικο μέσο της έφεσης κατ' αυτής.

Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα διότι, ανεξαρτήτως του ότι η προσβαλλόμενη με αριθμό 3687/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είναι χρονικά προγενέστερη της με αριθμό 600/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η συνδρομή ή μη δεδικασμένου, απορρέουσα από απόφαση δικαστηρίου της ουσίας, δεν καθιστά την αίτηση αναίρεσης απαράδεκτη, αλλά ερευνάται ως αναιρετική πλημμέλεια που καθιδρύεται από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον προβληθεί σχετικός λόγος.

Περαιτέρω, η επικαλούμενη μη παράσταση της δεύτερης αναιρεσείουσας στη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η με αριθμό 600/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης της ίδιας διαταγής πληρωμής, καθώς και η μη προσβολή της απόφασης αυτής με το ένδικο μέσο της έφεσης, δεν συνιστά σιωπηρή αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού κατ' αυτής η δεύτερη αναιρεσείουσα είχε ήδη ασκήσει την από 11-05-2015 έφεση, μετά την απόρριψη της οποίας, με την προσβαλλόμενη απόφαση, νομιμοποιείται ενεργητικά και έχει έννομο συμφέρον, ως ηττηθείσα διάδικος, να ασκήσει αναίρεση (άρθρ. 556 παρ.1 ΚΠολΔ).

Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

[ΙΙ] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 623 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση ένεκα του χρόνου έκδοσης της με αριθμό 30504/2013 διαταγής πληρωμής, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του ίδιου κώδικα μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.

Κατά δε την παρ.2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν.4335/2015, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 117 ή 118 και η παράγραφος 1 του άρθρου 119 του Κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου, στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.

Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών, που να εξατομικεύουν την απαίτηση, καθόσον αφορά το αντικείμενο, το είδος και τον τρόπο γέννησής της και που να δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου, κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 15/2007).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 444 παρ.1 εδ.α' και 448 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015, ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και τα βιβλία που έμποροι και επαγγελματίες τηρούν κατά τον εμπορικό νόμο ή άλλες διατάξεις, τα δε βιβλία αυτά, εφόσον είναι συνταγμένα με τους νόμιμους τύπους, αποτελούν μεταξύ εμπόρων ή άλλων προσώπων υποχρεουμένων να τηρούν όμοια βιβλία πλήρη απόδειξη για όσα αναφέρονται σε αυτά, αλλά επιτρέπεται η ανταπόδειξη. Κατά προσώπων όμως που δεν έχουν υποχρέωση να τηρούν αυτά τα βιβλία αποτελούν πλήρη απόδειξη για το μέγεθος της απαίτησης, όταν η ύπαρξή της είναι αποδεδειγμένη με άλλο τρόπο και μόνο για ένα έτος αφότου γίνει η εγγραφή, εκτός αν ο υπόχρεος αναγνώρισε με την υπογραφή του το περιεχόμενο.

Περαιτέρω, στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρ. 361 ΑΚ) είναι έγκυρη η δικονομική σύμβαση μεταξύ πιστώτριας τράπεζας και πιστούχου, ότι η οφειλή του θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 84/2014, ΑΠ 35/2011).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Με το λόγο αυτό κρίνεται και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο που, κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύει αμέσως την απαίτηση και το ποσό αυτής, ώστε να δημιουργείται διαδικαστικό απαράδεκτο (Ολ. ΑΠ 10/1997, ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1087/2019, ΑΠ 1850/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο παραπονούνταν για την απόρριψη του πρώτου λόγου της ανακοπής τους κατά της πιο πάνω, με αριθμό 30504/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περί μη τήρησης της νόμιμης διαδικασίας έκδοσής της, καθόσον δεν προσκομίστηκαν οι ενσώματες ομολογίες, ενώ πρόκειται για απαίτηση από κοινό ομολογιακό δάνειο, δεχόμενο τα ακόλουθα:

«|Με το από 15-09-2011 πρόγραμμα έκδοσης, μετά σύμβασης κάλυψης και πρωτογενούς διάθεσης κοινού ομολογιακού δανείου και των πρόσθετων αυτού συμφώνων, καθώς και του πρόσθετου συμφώνου παροχής εγγύησης από τους ανακόπτοντες, η εταιρεία "... AE" συμφώνησε με την "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος", καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, η εφεσίβλητη - καθ' ης η ανακοπή, την έκδοση, με βάση τις διατάξεις του ν.2190/1920 και του ν.3156/2003, όπως ισχύουν και τη διάθεση μέσω ιδιωτικής τοποθέτησης σε θεσμικούς επενδυτές, κοινού ενσώματου ομολογιακού δανείου, συνολικής ονομαστικής αξίας (κεφαλαίου) ευρώ 5.000.000, το οποίο διαιρείται σε 5.000 ομολογίες.

Κάθε ομολογία έχει ονομαστική αξία χίλια (1000) ευρώ, οι οποίες ενσωματώνονται σε δέκα έξι (16) τίτλους, που εξέδωσε η εκδότρια. Η τελευταία (εκδότρια εταιρεία) με τη σύμβαση διόρισε πληρεξούσιο καταβολών και εκπρόσωπο των ομολογιούχων την εφεσίβλητη - καθ' ης η ανακοπή, η οποία αποδέχτηκε το διορισμό αυτό με τη ρητή συμφωνία, ότι θα έχει τις εξουσίες και καθήκοντα, που προβλέπονται στη σύμβαση και στο νόμο 3156/2003, από τις διατάξεις του οποίου διέπεται η σύμβαση, που θα αποσκοπούν κυρίως στη διασφάλιση των ομολογιούχων κατά την άσκηση των οικονομικών και άλλων δικαιωμάτων τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του ως άνω νόμου.

Ωστόσο, η εφεσίβλητη - καθ' ης στις 11-01-2012 έλαβε γνώση, ότι η εκδότρια προτίθεται να καταθέσει αίτηση για υπαγωγή στο άρθρο 99 του ν.3588/2007, γεγονός, που πράγματι επήλθε και, επειδή, επιπλέον δεν είχαν πληρωθεί κατά την ημερομηνία εμφάνισής τους τρεις επιταγές πελατείας της, σε διαταγή της πιστούχου, ύψους 800.000 ευρώ, κατήγγειλε τη δανειακή σύμβαση και κήρυξε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο του δανείου, ύψους 5.025.938,75 ευρώ, εντόκως από 17-01-2012, δηλαδή από την επόμενη του κλεισίματος του λογαριασμού.

Στη συνέχεια η εφεσίβλητη - καθ' ης πέτυχε την έκδοση της επίδικης ανακοπής, για την έκδοση της οποίας, όμως δεν προσκόμισε τις ομολογίες, αλλά αποκλειστικά την από 15-09-2011 σύμβαση κοινού ομολογιακού δανείου και το από 16-09-2011 πρόσθετο σύμφωνο της ως άνω σύμβασης. Ειδικότερα, δε στην ως άνω σύμβαση κοινού ομολογιακού δανείου υπέγραψαν και αποδέχτηκαν αμφότερες πλευρές τον 16.1 όρο της, σύμφωνα με τον οποίο το ποσό του δανείου και κάθε άλλο ποσό που θα οφείλεται από την εκδότρια, καθώς και οι καταβολές, θα χρεοπιστώνονται στο λογαριασμό, ο οποίος θα είναι εξωλογιστικός λογαριασμός παρακολούθησης του δανείου και θα τηρείται στα βιβλία της εκπροσώπου και στον οποίο θα εμφαίνονται τα ποσά του ανεξόφλητου κεφαλαίου των ομολογιών, οι δεδουλευμένοι τόκοι και λοιπές χρεώσεις και τα κοινά ή μηχανογραφικά αντίγραφα ή αποσπάσματα, ως προς τα εκάστοτε οφειλόμενα από την εκδότρια ποσά, θα αποτελούν πλήρη απόδειξη των σχετικών απαιτήσεων των ομολογιούχων κατά της εκδότριας, επιτρεπόμενης ανταπόδειξης μόνο με έγγραφο.

Και με τον 16.2 όρο συμφωνήθηκε ρητά ότι, μετά την καταγγελία του δανείου, θα τηρείται εξωλογιστική κατάσταση στα βιβλία της εκπροσώπου, στην οποία καταχωρούνται οι καταβολές και η οποία αναγνωρίζεται από την εκδότρια ότι αποτελεί πλήρη απόδειξη των ομολογιούχων σε βάρος της και έγγραφο κατάλληλο για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, επιτρεπόμενης ανταπόδειξης μόνο με έγγραφο.

Πέραν της κατά τα ανωτέρω εξωλογιστικής κατάθεσης, μετά την καταγγελία, κάθε ομολογιούχος θα μπορεί να τηρεί στα βιβλία του δανείζοντος καταστήματος εξωλογιστική κατάσταση, στην οποία θα καταχωρούνται οι καταβολές των υπόχρεων έναντι της οφειλής τους και η οποία αποτελεί έγγραφο κατάλληλο για την έκδοση διαταγής πληρωμής.

Οι εν λόγω, λοιπόν, όροι συνιστούν καθόλα έγκυρη μη προσκρούουσα στη δημόσια τάξη δικονομική αποδεικτική σύμβαση, βάσει της οποίας θα αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση, το κλείσιμο του λογαριασμού και το κατάλοιπο και το οποίο επέχει θέση αποδεικτικού μέσου με ισχύ ιδιωτικού εγγράφου, το αντίγραφο δε αυτού έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβεια αυτού βεβαιώνεται από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο (άρθρο 449 παρ.1 του ΚΠολΔ, 52 ν.δ. 3026/1954, 14 ν. 1599/1986) και, συνεπώς, μπορεί, σε συνδυασμό με την έγγραφη σύμβαση της πίστωσης, να στηρίξει κατά νόμο την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά του πιστούχου, ο οποίος μπορεί απλώς να αμφισβητήσει το ύψος των περιεχομένων στο απόσπασμα κατ' ιδίαν κονδυλίων πιστοχρεώσεων.

Με βάση, λοιπόν, τη συμφωνία αυτή, τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθ' ης, που διαφορετικά δεν θα είχαν αποδεικτική δύναμη, αποτελούν αποδεικτικό μέσο (έγγραφο), με βάση το οποίο νομίμως εκδόθηκε η επίδικη διαταγή πληρωμής. Το περιεχόμενο δε της σύμβασης αποδέχτηκαν και οι εγγυητές βάσει του όρου 20.1 και 20.2 της σύμβασης όσον αφορά στον πρώτο εκκαλούντα - ανακόπτοντα - εγγυητή και βάσει του από 01-09-2011 πρόσθετου συμφώνου της από 15-09-2011 σύμβασης για την δεύτερη εκκαλούσα - ανακόπτουσα - εγγυήτρια.

Επομένως, τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία έκδοσης της διαταγής πληρωμής, η οποία εκδόθηκε με βάση τις ανωτέρω συμβάσεις, την καταγγελία του δανείου και το απόσπασμα κίνησης του λογαριασμού από την εκταμίευση του δανείου μέχρι και τις 16-01-2012 και δεν ήταν αναγκαία η ενσωμάτωση και των ομολογιών. Ούτε δε οι εκκαλούντες - ανακόπτοντες αμφισβήτησαν το κύρος των ως άνω όρων της σύμβασης, ούτε επικαλούνται ότι η συμφωνία περί πλήρους αποδεικτικής ισχύος των αποσπασμάτων των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας που τυχόν υπήρξε, συνδεόταν από την επιπρόσθετη συμφωνία, ότι η πιστούχος δεν δικαιούταν να αμφισβητήσει το περιεχόμενο των ως άνω αποσπασμάτων και ότι δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, καθώς ότι δεν αμφισβητεί συγκεκριμένες εγγραφές της καρτέλας δανείου, τις οποίες να θεωρεί λανθασμένες και οι οποίες να οδηγούν στην εξαγωγή ενός λανθασμένου οριστικού καταλοίπου της σύμβασης δανείου, αλλά ούτε καν αμφισβητεί τις καταχωρήσεις της καρτέλας κίνησης του δανείου και το κατάλοιπο αυτού.

Δεχόμενη τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες επαναφέρουν τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους και με τον οποίο ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής πρέπει να ακυρωθεί, διότι, για την έκδοσή της δεν προσκομίστηκαν οι 5.000 ενσώματες ομολογίες, που εκδόθηκαν από την εκδότρια - δανειολήπτρια "...

AE" και, επομένως, δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία έκδοσής της, εφόσον για την άσκηση της απαίτησης του κοινού ομολογιακού δανείου απαιτείται η παράδοση των ομολογιών στον οφειλέτη, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Όπως ήδη ανωτέρω αποδείχθηκε με τη σύμβαση μεταξύ της εκδότριας και της εφεσίβλητης, με την οποία ορίστηκε εκπρόσωπος των ομολογιούχων η εφεσίβλητη τράπεζα και την οποία υπέγραψαν ως εγγυητές και οι εκκαλούντες - ανακόπτοντες, όπως ειδικότερα ανωτέρω αναφέρεται, συμφωνήθηκε ρητά τόσο τα κοινά ή μηχανογραφικά αντίγραφα ή αποσπάσματα του λογαριασμού να αποτελούν πλήρη απόδειξη των σχετικών απαιτήσεων των ομολογιούχων, όσο και η μετά την καταγγελία του δανείου τήρηση κατάστασης να αποτελεί πλήρη απόδειξη σε βάρος της εκδότριας και έγγραφο κατάλληλο για την έκδοση της διαταγής πληρωμής[...]|».

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση την από 15-09-2011 σύμβαση ομολογιακού δανείου, το περιεχόμενο της οποίας αποδέχθηκαν ως εγγυητές οι αναιρεσείοντες, καθώς και με βάση του από 16-09-2011 πρόσθετο σύμφωνο αυτής, με την καταγγελία του δανείου από την αναιρεσίβλητη πιστώτρια τράπεζα και τα αποσπάσματα κίνησης του λογαριασμού από την εκταμίευση του δανείου έως την 16-01-2012, τα οποία, κατά συμβατικό όρο, αποτελούσαν πλήρη απόδειξη των απαιτήσεων των ομολογιούχων και έγγραφα κατάλληλα για την έκδοση διαταγής πληρωμής και ότι δεν ήταν αναγκαία η ενσωμάτωση των ομολογιών στην αίτηση για την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής, ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε τις παραπάνω δικονομικές διατάξεις των άρθρων 623 και 626 ΚΠολΔ, αφού τα έγγραφα αυτά εξατομίκευαν την απαίτηση ως προς το αντικείμενο, το είδος και τον τρόπο γέννησής της και δικαιολογούσαν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής, χωρίς να καθίσταται απαραίτητη και η ενσωμάτωση των ομολογιών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ.14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί τον πρώτο λόγο της έφεσής τους και, συνακόλουθα, τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, ένεκα δικονομικού απαραδέκτου, διότι δεν αποδεικνυόταν η απαίτηση χωρίς την προσκόμιση των ομολογιών, είναι αβάσιμος.

[ΙΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 25/2004, ΑΠ 275/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες βάλουν κατά της απόφασης του Εφετείου για πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ., με τις αιτιάσεις ότι στην απόφασή του διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς, αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αναφορικά με τις παραδοχές του για την προσκόμιση των απαιτουμένων εγγράφων προς έκδοση της διαταγής πληρωμής, αν δηλαδή προσκομίστηκε απόσπασμα κίνησης του λογαριασμού, το οποίο να έχει εξαχθεί από τα επίσημα εμπορικά βιβλία της αναιρεσίβλητης τράπεζας, ή αν προσκομίστηκε αντίγραφο τούτου, οπότε η ακρίβειά του θα έπρεπε να έχει βεβαιωθεί αρμοδίως, καθώς και αν ήταν αναγκαία η ενσωμάτωση και των ομολογιών.

Με τις πιο πάνω παραδοχές του το Εφετείο, που προεκτέθηκαν για την έρευνα και του πρώτου αναιρετικού λόγου, ότι ειδικότερα για την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής προσκομίστηκαν η από 15-09-2011 σύμβαση κοινού ομολογιακού δανείου, το από 16-09-2011 πρόσθετο σύμφωνο αυτής, καθώς και απόσπασμα κίνησης του λογαριασμού από την εκταμίευση του δανείου μέχρι και την 16-01-2012, το οποίο κατά τον όρο 16.2 της σύμβασης αποδεικνύει την απαίτηση της αναιρεσίβλητης και αποτελεί έγγραφο κατάλληλο για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και ότι δεν ήταν αναγκαία η προσκόμιση και των τίτλων ομολογιών, χωρίς να διαλαμβάνει και παραδοχή ότι προσκομίστηκε αντίγραφο κίνησης του λογαριασμού από τα εμπορικά βιβλία της αναιρεσίβλητης, ώστε να είναι απαραίτητη η βεβαίωση της ακρίβειάς του από αρμόδια αρχή ή δικηγόρο σύμφωνα με τα άρθρα 449 παρ.1 ΚΠολΔ, 36 παρ.2 εδ.β' Ν. 4194/2013, 52 του Ν.Δ. 3026/1957 και 14 του Ν.1599/1986 (ΑΠ 84/2014), περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς επαρκείς και χωρίς καμμία αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 του ΚΠολΔ, στο μέτρο που αυτές θεωρούνται ουσιαστικού δικαίου (πρβλ ΑΠ 105/2019) τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση από τη νόμιμη βάση της.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

[ΙV] Κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο «αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν». Ο αναιρετικός λόγος στην πρώτη περίπτωση (11 παρ.α') ιδρύεται όταν το αποδεικτικό μέσο δεν περιλαμβάνεται στα προβλεπόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ, ή περιλαμβάνεται δεν επιτρέπεται όμως η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω της φύσης της υπόθεσης (ΑΠ 639/2009), ή όταν επιτρέπεται απόδειξη μόνο με συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1638/1986).

Στη δεύτερη περίπτωση (11 περ.β) ο λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ.1β, 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες που προσκόμισε ο διάδικος, χωρίς να τις επικαλεστεί με τις προτάσεις του κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του επικαλουμένου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 866/2017, ΑΠ 1509/2014).

Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 38/2019).

Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη, να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου του αυτού είδους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 38/2019, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015).

Απαιτείται, όμως, να μνημονεύονται στην απόφαση ειδικά τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, όπως ορίζονται κατά το είδος τους στο άρθρο 339 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 197/2013, ΑΠ 1660/2009).

Στην ένδικη περίπτωση, το Εφετείο, στον ελάσσονα συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασης διέλαβε, πλην των πιο πάνω πραγματικών περιστατικών που εκτέθηκαν για την έρευνα των δύο πρώτων αναιρετικών λόγων και τις ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές:

«| […] Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους έφεσης, επαναφέροντας τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους ανακοπής, ισχυρίζονται ότι οι δέκα έξι πολλαπλοί τίτλοι ομολογιών, δηλαδή οι δώδεκα πολλαπλοί τίτλοι αξίας 200.000 ευρώ και οι τέσσερις πολλαπλοί τίτλοι αξίας 650.000 ευρώ, που εκδόθηκαν από την εκδότρια στις 16-09-2011, ναι μεν φέρουν την σφραγίδα της εκδότριας εταιρείας και υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της, φέρουν συνάμα δε και την υπογραφή του ιδίου ως εγγυητή του ομολογιακού δανείου, η οποία, ωστόσο, ουδέποτε τέθηκε από τον τελευταίο.

Ότι εξίσου πλαστογραφημένη είναι η υπογραφή του τόσο για λογαριασμό του ιδίου όσο και ως νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εκκαλούσας - ανακόπτουσας στο πρόσθετο σύμφωνο της ένδικης σύμβασης κοινού ομολογιακού δανείου, βάσει της οποίας φέρονται να δεσμεύονται ως εγγυητές. Ότι και οι νέοι πολλαπλοί τίτλοι ομολογιών, που καταρτίστηκαν μετά την υπογραφή του πρόσθετου συμφώνου στις 20-09-2011 σε αντικατάσταση των παλαιών, φέρουν την πλαστή υπογραφή του πρώτου εκκαλούντα -ανακόπτοντα τόσο για λογαριασμό του ιδίου όσο και ως νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εκκαλούσας - ανακόπτουσας.

Ότι σε όλες τις ως άνω περιπτώσεις η υπογραφή του πλαστογραφήθηκε από την Γ. Χ. του Θ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα ήταν αντιπρόεδρος Δ.Σ. της εκδότριας εταιρείας, χωρίς, ωστόσο, (ο πρώτος ανακόπτων) να έχει δώσει ποτέ εντολή ή να έχει εγκρίνει έστω εκ των υστέρων με οποιονδήποτε τρόπο την υπογραφή των ως άνω ομολογιών ή του πρόσθετου συμφώνου.

Ότι, επομένως, η σύμβαση εγγύησης δεν είναι έγκυρη και για αυτό το λόγο οι ανακόπτοντες δεν δεσμεύονται ως εγγυητές τόσο από το επίδικο ομολογιακό δάνειο όσο και από την επακολουθήσασα επίδικη διαταγή πληρωμής. Ωστόσο, ως προς τα ανωτέρω ισχυριζόμενα, που συνιστούν, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ένσταση πλαστότητας, εφόσον πληρούνται οι όροι των άρθρων 460, 461, 98 περ.β' ΚΠολΔ, ενώ ως προς τη δεύτερη ανακόπτουσα αποτελούν άρνηση γνησιότητας, διότι δεν έχει υποβληθεί μήνυση για λογαριασμό της ούτε έχει παρασχεθεί ειδική εξουσιοδότηση για την προσβολή του εγγράφου αυτού (του πρόσθετου σύμφωνου του ομολογιακού δανείου) ως πλαστού, από την επανεκτίμηση των ανωτέρω αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

ο πρώτος εκκαλών - πρώτος ανακόπτων ήταν ο βασικός και μοναδικός μέτοχος τόσο της πιστούχου εταιρείας "... AE", όσο και κατά ποσοστό 99% της δεύτερης εκκαλούσας - δεύτερης ανακόπτουσας εταιρείας εκμετάλλευσης ακινήτων "... ΑΕ". Με την ιδιότητά του αυτή υπέγραψε στις 15-09-2011 ως εγγυητής τη σύμβαση ομολογιακού δανείου μεταξύ της εφεσίβλητης - καθ' ης η ανακοπή και της εταιρείας "...

AE", ποσού 5.000.000 ευρώ. Τούτο, ομολογεί τόσο ο ίδιος στις προτάσεις του αλλά και ο μάρτυρας του. Βασικός όρος δε του δανείου ήταν η εξασφάλιση της πίστωσης με την εγγραφή εμπράγματης ασφάλειας, ύψους 5.500.000 ευρώ επί ακινήτου ιδιοκτησίας της δεύτερης εφεσίβλητης, όπως αναφέρεται ρητά στους όρους 2.3 εδ.ιβ' και 14.1 εδ.ιβ της σύμβασης δανείου.

Γι' αυτό το λόγο ο πρώτος εκκαλών, ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εκκαλούσας, εξουσιοδότησε τους δικηγόρους Αθηνών Β. Μ. και Δ. Π. δια του .../16-09-2011 ειδικού πληρεξουσίου να συναινέσουν σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητο της ως άνω ανώνυμης εταιρείας. Πράγματι δε στις 19-09-2011 δημοσιεύτηκε η απόφαση 4802/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά για την εγγραφή της ως άνω προσημείωσης.

Στη συνέχεια, στις 20-09-2011 έγινε η εκταμίευση του ως άνω δανείου, ύψους ποσού 5.000.000 ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των 942.110,16 ευρώ ήχθη σε εξόφληση οφειλής της δεύτερης ανακόπτουσας προς την "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος", όπως, άλλωστε, ομολογεί και ο πρώτος εκκαλών στην από 6-10-2011 επιστολή του προς την εφεσίβλητη.

Αποδείχτηκε, λοιπόν, ότι αυτός (πρώτος εκκαλών) ήταν ενήμερος τόσο για τη λειτουργία του ομολογιακού δανείου, όσο του πρόσθετου συμφώνου καθώς και για την επακολουθήσασα εκταμίευση του ποσού των 5.000.000 ευρώ, τμήμα των οποίων δαπανήθηκε για την εξόφληση παλαιών οφειλών, αλλά και για τη λειτουργία του οποίου ο ίδιος έκανε ό,τι απαιτούνταν για την εγγραφή του εμπράγματου βάρους.

Η πλαστότητα των υπογραφών του τόσο στις ομολογίες όσο και στο πρόσθετο σύμφωνο θα συνοδευόταν και από την αντίστοιχη απουσία οποιασδήποτε ενέργειας για την ομαλή λειτουργία του δανείου, όπως για παράδειγμα την παραχώρηση πληρεξουσιότητας για την πλήρωση του όρου της εγγραφής προσημείωσης. Όταν δε αργότερα κοινοποιείται τόσο στην πιστούχο όσο και στους εκκαλούντες ατομικά η από 16-01-2012 καταγγελία της σύμβασης, με ρητή μνεία τόσο του πρόσθετου συμφώνου όσο και των ομολογιών, αλλά και της εγγυητικής ευθύνης του πρώτου εκκαλούντα τόσο ατομικά όσο και ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εκκαλούσας, ο πρώτος εκκαλών ουδεμία αντίδραση περί τυχόν πλαστογραφίας της υπογραφής τους σε όλα αυτά τα κείμενα σημειώνει.

Ακόμη και όταν αργότερα κοινοποιήθηκε στη δεύτερη εκκαλούσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία επιδόθηκε στον πρώτο εκκαλούντα - ανακόπτοντα (βλ. την …/18-01-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Δημητρίου Ντίνου) ούτε τότε αυτός διαμαρτυρήθηκε με κάποιον τρόπο για δήθεν πλαστότητα του πρόσθετου συμφώνου εγγύησης.

Μάλιστα κατά τη συζήτηση της προσωρινής διαταγής, στις 25-01-2012, ο ίδιος (πρώτος εκκαλών) έχοντας δώσει εντολή εκπροσώπησης στο δικηγόρο του, συναινεί στη χορήγηση προσωρινής διαταγής, χωρίς να αντιτάσσεται πουθενά τυχόν πλαστότητα του πρόσθετου συμφώνου εγγύησης. Από την από 20-01-2012 επιστολη του δικηγόρου - εντολοδόχου του πρώτου εκκαλούντος προς την εφεσίβλητη περί ρύθμισης της οφειλης, όπου στο τέλος αυτής ρητά γίνεται αναφορά στη λήψη γνώσης του περιεχομένου της από τον ίδιο, την οποία μάλιστα την υπογράφει, αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος γνώριζε με σαφήνεια την υπογραφή τόσο του δανείου όσο και του πρόσθετου συμφώνου εγγύησης και των ομολογιών.

Άλλωστε, κατόπιν άσκησης της από 19-09-2013 μήνυσης του πρώτου εκκαλούντα κατά της Γ. Χ., διεξήχθη προκαταρκτική εξέταση και κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας διεξήχθη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη και ο γραφολόγος Θ. Κ. κατέληξε στο πόρισμα ότι τόσο οι υπογραφές του μηνυτή, δηλαδή του πρώτου εκκαλούντα όσο και αυτές στο από 16-09-2011 πρόσθετο σύμφωνο του τελευταίου ταυτίζονται.

Στο ίδιο πόρισμα καταλήγει και η ειδική δικαστική γραφολόγος, Β. Σ., συγκρίνοντας την από 20-01-2012 επιστολή της δεύτερης εκκαλούσας με το από 3-2-2012 πρακτικό διοικητικού συμβουλίου της, δηλαδή από έγγραφα συντασσόμενα σε ανύποπτο χρονικό διάστημα, λαμβανομένου τούτου υπόψη κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ και εκτιμώμενου ελεύθερα.

Από όλα τα παραπάνω, λοιπόν, ιδιωτικά και δημόσια έγγραφα αποδείχτηκε ότι ο πρώτος εκκαλών, ενεργώντας τόσο για λογαριασμό του, όσο και ως νόμιμος εκπρόσωπος της ... ΑΕ, υπέγραψε το από 16-09-2011 πρόσθετο σύμφωνο, το οποίο είναι καθόλα έγκυρο. Ο ισχυρισμός δε ότι η υπογραφή του πρόσθετου συμφώνου δεν έγινε στην τράπεζα, αλλά απεστάλη στην τελευταία υπογεγραμμένο από τον πρώτο εκκαλούντα τόσο για τον ίδιο ατομικά όσο και ως εκπροσώπου της ...

ΑΕ μαζί με τα σχετικά πρακτικά του ΔΣ και της ΓΣ τόσο της ... ΑΕ όσο και της εκδότριας πιστούχου "... AE" δεν οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα πλαστογραφίας της υπογραφής των εκκαλούντων και μάλιστα από υπαλλήλους της τράπεζας, αφού κανένα κίνητρο αυτής της ενέργειάς τους δεν καταδεικνύεται στα πρόσωπά τους και δη των υπαλλήλων Μ.

και Κ., οι οποίοι υπέβαλαν μάλιστα σε βάρος του τις από 19-09-2013 και 25-11-2013 μηνύσεις. Σ' αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, δεν αποσαφηνίζεται, πως είναι δυνατό να είναι πλαστογραφημένη η υπογραφή στο πρόσθετο σύμφωνο εγγύησης και άρα η ... ΑΕ να αγνοεί την εγγυητική της ευθύνη, ωστόσο η ίδια η εταιρεία από τον Ιανουάριο του 2015 έως και το Μάιο να συναινεί σε χορήγηση προσωρινής διαταγής στην περιουσία της με βάση την εγγύηση, στη συνέχεια σε εγγραφή προσημείωσης και να στέλνει επιστολές για τη ρύθμιση της οφειλής της.

Όσον αφορά δε στο λόγο περί πλαστότητας της υπογραφής του πρώτου εκκαλούντα στις ομολογίες και αυτός ο λόγος απορρίπτεται, διότι από κανένα στοιχείο δεν αποδείχτηκε η άνω πλαστότητα, ενώ μόνο το στοιχείο ότι το επίδικο χρονικό σημείο ο ανακόπτων έλειπε στο εξωτερικό δεν αρκεί για να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε ασφαλή δικανική κρίση περί απουσίας έγκυρης υπογραφής των ομολογιών.

Ανεξαρτήτως αυτού, όμως, οι εκκαλούντες αποδέχονται στις προτάσεις τους ότι οι ομολογίες εκδόθηκαν από την εκδότρια - πιστούχο "... AE", της οποίας βασικός μέτοχος είναι ο πρώτος εκκαλών. Μάλιστα, επειδή, εν προκειμένω, οι ομολογίες έχουν δοθεί χάριν και όχι αντί καταβολής (421 ΑΚ), δεν είναι η ύπαρξή τους η μοναδική βάση διεκδίκησης τυχόν οφειλής.

Και τούτο, διότι η απαίτηση κάθε ομολογιούχου δανειστή για επιστροφή του δανείσματος υφίσταται παράλληλα με την αντίστοιχη απαίτηση από την ομολογία, εφόσον η έκδοση ανώνυμων ομολογιών με δικαίωμα των κομιστών μέσω του εκπροσώπου τους, να προκαλέσουν πρόωρη λήξη τους με καταγγελία της υποκείμενης σχέσης του δανείου δημιουργεί άλλου είδους σχέση μεταξύ εκδότριας και ομολογιούχων δανειστών.

Η σχέση αυτή, όταν προβλέπεται δυνατότητα καταγγελίας του ομολογιακού δανείου, θα είναι υποχρεωτικά εκείνη του δανείου, με δόση ομολογίας χάριν και όχι αντί καταβολής, απορριπτόμενων των αντιθέτων υποστηριζόμενων από τους εκκαλούντες. Επομένως, η προβληθείσα ένσταση πλαστογραφίας των υπογραφών επί των ομολογιών είναι ανεξαρτήτου επιρροής επί της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής, που ερείζεται στο απόσπασμα λογαριασμού της τράπεζας και όχι αποκλειστικά στο σώμα των ομολογιών, που εκ των υστέρων προσβλήθηκαν ως πλαστές, αν και, αρχικά, οι ίδιοι ανακόπτοντες ομολογούν ότι εκδόθηκαν από την εκδότρια "...

AE", με κύριο μέτοχο τον πρώτο ανακόπτοντα. Δεχόμενη τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος λόγοι της έφεσης των εκκαλούντων, με τους οποίους προσβάλλονται αφενός μεν για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, οι διατάξεις της εκκαλουμένης που αφορούν την κρίση της ότι οι ομολογίες έχουν δοθεί χάριν και όχι αντί καταβολής (421 ΑΚ), αφετέρου δε, για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, οι διατάξεις της (εκκαλουμένης) που αφορούν την απόρριψη της ένστασης πλαστότητας και της άρνησης γνησιότητας της υπογραφής, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι [...].

Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες - ανακόπτοντες με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής τους, ισχυρίστηκαν ότι η παροχή εγγύησης εκ μέρους της δεύτερης ανακόπτουσας για λογαριασμό της εκδότριας εταιρείας "... AE" στο πλαίσιο του ομολογιακού δανείου έρχεται σε σαφή αντίθεση με τα οριζόμενα στο άρθρο 23Α ν.2190/1920, διότι ο πρώτος ανακόπτων είναι νόμιμος εκπρόσωπος και μέτοχος της δεύτερης ανακόπτουσας και σε ποσοστό 99,75%, ενώ, συνάμα, είναι και μέτοχος της εταιρείας, που εξέδωσε το ομολογιακό δάνειο και δη σε ποσοστό 63%.

Ότι, επειδή ασκεί έλεγχο επί των ανωτέρω εταιρειών, η παροχή εγγύησης εκ μέρους της ... ΑΕ στην εκδότρια του ομολογιακού δανείου "... AE" είναι απόλυτα άκυρη. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος ερειδόμενος στο άρθρο 23Α του ν.2190/1920 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Πράγματι αποδείχτηκε ότι ο πρώτος ανακόπτων είναι ο κύριος μέτοχος της δεύτερης ανακόπτουσας, αλλά και μέτοχος κατά το ποσοστό του 63% της εταιρείας "...

AE". Στο πλαίσιο συνεργεσίας των εταιρειών αυτών η ... ΑΕ εγγυήθηκε υπέρ της "... AE", βάσει του από 16-09-2011 προσθέτου συμφώνου εγγύησης του ομολογιακού δανείου. Τυχόν ακυρότητα, ωστόσο, εν προκειμένω θεωρείται ότι έχει θεραπευτεί, διότι βάσει των πρακτικών υπ' αριθμ. 15 και 130 της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού συμβουλίου της ...

ΑΕ δόθηκε άδεια για την παροχή εγγύησης της εταιρείας στο πλαίσιο του άρθρου 23Α ν.2190/1920 υπέρ της "... AE" και για την παραχώρηση δικαιώματος εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου ιδιοκτησίας της ... ΑΕ. Επομένως, ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αφού τυχόν ακυρότητα ήρθη δια της απόφασης της γενικής συνέλευσης.

Δεχόμενη τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος [...].

Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούντες - ανακόπτοντες με τον έκτο λόγο της ανακοπής τους, ισχυρίστηκαν ότι θα πρέπει να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής γιατί α) ο όρος 17 της επίδικης σύμβασης, ότι, αν η εκδότρια εταιρεία δεν υποβάλλει μέσα σε δέκα ημέρες από την κοινοποίηση του λογαριασμού παρατηρήσεις, τότε θεωρείται ότι αναγνωρίζει το χρέος, δεσμεύοντας δε και τους εγγυητές και ότι η πλασματική αυτή αναγνώριση συνιστά νόμιμο δικαιοπρακτικό έγγραφο, προκειμένου να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, είναι άκυρος λόγω προφανούς αντίθεσης στο άρθρο 2 του ν.2251/1994 αλλά και στο άρθρο 873 ΑΚ, που απαιτεί τον έγγραφο συστατικό τύπο για τη σύμβαση αναγνώρισης χρέους, β) ότι, ειδικότερα, τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων, στα οποία η Τράπεζα βασίζει την έκδοση της διαταγής πληρωμής έπρεπε βάσει των άρθρων 443, 444 παρ.1, 447, 448 ΚΠολΔ.

να χρησιμοποιηθούν ενώπιον του Δικαστηρίου εντός ενός έτους και όχι πολύ αργότερα, ήτοι μετά την πάροδο 18 μηνών, οπότε και τους επιδόθηκε η διαταγή πληρωμής στις 30-07-2013, γ) ότι η απαίτηση είναι μη βέβαια και εκκαθαρισμένη, αφού δεν προκύπτει με σαφή τρόπο το ύψος της επίδικης χρηματικής απαίτησης, και, ειδικότερα, ότι η καθ' ης εσφαλμένα χρέωσε το λογαριασμό με το ποσό των 88.914,58 ευρώ, αντί του ποσού των 88.025,43 ευρώ, ενώ συνάμα οι τόκοι έπρεπε να έχουν υπολογιστεί επί του ποσού των 4.999.110,85 ευρώ αντί του ποσού των 5.000.000 ευρώ και ε) ότι, τέλος, η διαταγή πληρωμής πρέπει να ακυρωθεί, επειδή το κατάλοιπο του λογαριασμού της σύμβασης, που επιδικάστηκε σε αυτούς περιλαμβάνονται τόκοι ανώτεροι των νόμιμων, διότι η καθ' ης εφάρμοσε στους εκτοκισμούς έτος 360 ημερών.

Αρχικά, όσον αφορά στη νομική βάση αυτού του λόγου με την οποία εκφέρεται και δη αυτή του ν.2251/1994 πρέπει να σημειωθεί, ότι ο συγκεκριμένος λόγος της υπό κρίση ανακοπής με τα επιμέρους σκέλη του δεν μπορεί να προταθεί από τους ανακόπτοντες, διότι όπως ειδικά αναφέρεται στην ως άνω μείζονα σκέψη, δεν φέρουν εν προκειμένω την ιδιότητα του καταναλωτή, αφού η επίδικη σύμβαση δανείου δόθηκε για την χορήγηση κεφαλαίου κίνησης για την χρηματοδότηση επιχείρησης του δανειολήπτη, την εγγύηση δε αποπληρωμής αυτού ανέλαβαν οι ίδιοι, ευθύνη δε, που έχουν αναλάβει και για άλλες πράξεις, αποκλεισμένου του ισχυρισμού της περί κάλυψης καταναλωτικών τους αναγκών πέραν των επαγγελματικών και εμπορικών τους δραστηριοτήτων.

Ως εγγυητές, δηλαδή, του οφειλέτη, δηλαδή της εκδότριας εταιρείας, που δεν είναι καταναλωτής, δεν θεωρούνται και αυτοί καταναλωτές, εφόσον, μάλιστα, οι τελευταίοι ως πρώτος κύριος μέτοχος αλλά και η δεύτερη (ανακόπτουσα), έχοντας ως κύριο και βασικό μέτοχο κατά ποσοστό 99,75% τον πρώτο ανακόπτοντα, απέβλεπαν παρέχοντας την ένδικη εγγύηση στα κέρδη, που θα επέφερε σε αυτήν η χορήγηση μιας τόσο σημαντικής πίστωσης και έμμεσα στους ίδιους τους μετόχους της, δηλαδή για επαγγελματικούς σκοπούς και όχι στην κάλυψη των δικών τους καταναλωτικών αναγκών σε ιδιωτικό επίπεδο.

Συνεπώς, αυτοί δεν εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, ως ασθενέστερο μέλος της προκείμενης σύμβασης, βάσει των διατάξεων των ν.2251/1994. Εκτός αυτού, όμως, όσον αφορά στο πρώτο σκέλος του ισχυρισμού και δη για την αφηρημένη αναγνώριση χρέους στο πλαίσιο του άρθρου 361 ΑΚ καθίσταται σαφές ότι είναι καθόλα έγκυρη και παράγει τα αποτελέσματά της ως έγκυρη σύμβαση αναγνώρισης χρέους, που ιδρύει νέα έννομη σχέση και από την οποία προσδιορίζεται και μόνο εφεξής το οφειλόμενο ποσό χωρίς να επιτρέπεται στα μέρη η επάνοδος στον προσδιορισμό του ύψους της οφειλής, διότι, όπως αναφέρθηκε στην ως άνω μείζονα σκέψη, η σύμβαση αναγνώρισης, καταρτιζόμενη κατά το άρθρο 361 ΑΚ, είναι σύμβαση αναγνώρισης αυτοτελής και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία.

Ως προς το δεύτερο σκέλος δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 444 παρ.1 ΚΠολΔ, αφού η Τράπεζα έκανε χρήση του σχετικού εγγράφου και δη του αποσπάσματος εντός ενός έτους από την καταγγελία του δανείου και την παραγωγή του αποσπάσματος και δη στις 16-10-2012, όπως ομολογείται και στις προτάσεις των ανακοπτόντων, προέβη στην υποβολή αίτησης για την έκδοση της επίδικης επιταγής.

Επιπλέον δε και ο τρίτος και τέταρτος ισχυρισμός περί λαθεμένων χρεώσεων εκ μέρους της καθ' ης και δη ότι ο τόκος λαθεμένα υπολογίστηκε στο ποσό των 88.914,58 ευρώ και στο ποσό των 5.000.000 ευρώ αλλά και περί του μη ορθού εκτοκισμού και δη βάσει 360 ημερών, (αυτοί) πάσχουν αοριστίας. Διότι, η άρνηση εκ μέρους του οφειλέτη της απαίτησης, για να είναι ορισμένη , απαιτείται να περιέχει ισχυρισμούς, που ανάγονται στα κατ' ιδίαν προσβαλλόμενα κονδύλια, καθώς δεν αρκεί η γενική αμφισβήτησή τους.

Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση οι ανακόπτοντες αναφέρονται όλως αορίστως στις ανωτέρω αιτιάσεις, χωρίς να κάνουν σαφή, επαρκή εξειδίκευση των περιστατικών, που είναι παραγωγικά του ανωτέρω ισχυρισμού τους ως προς τους συγκεκριμένους λόγους της ανακοπής τους. Ειδικότερα, δεν αμφισβητούν συγκεκριμένα κονδύλια της απαίτησης της καθ' ης η ανακοπή και δεν εξειδικεύουν, κατά περίπτωση, τα επιμέρους ποσά, που επιβαρύνθηκαν εξαιτίας του υπολογισμού της τελευταίας με βάση τους ειδικώς προσβαλλόμενους ως άκυρους και καταχρηστικούς όρους της σύμβασης, αλλά ούτε και γίνεται σαφής αναφορά στις χρονολογίες καταχώρησης της απαίτησης στον λογαριασμό με ακριβείς ημερολογιακές αναφορές, ενώ, συνάμα, δεν αιτιολογούν την έλλειψη ερείσματος εκάστου επιμέρους ποσού στην σύμβαση, αφού η επίκληση των ανωτέρω ακυροτήτων, για να έχει νομική ωφέλεια, πρέπει να συνδεέται με ακυρότητα κάποιου συγκεκριμένου κονδυλίου, που χρεώθηκε, και που, εν τέλει, επιδίκασε η διαταγή πληρωμής.

Οι αιτιάσεις τους δε παρατίθενται όλως αορίστως και σε ευθεία συσχέτιση απλώς με την αναφορά, ότι κλήθηκε να καταβάλει παρανόμως υπολογισθέντα ποσά, χωρίς να οριοθετούνται οι κατ' ιδίαν περιπτώσεις με ποσοτικές και χρονολογικές παραμέτρους, από τις οποίες να προκύπτει ποιο είναι, κατά τους ισχυρισμούς της, το ποσό, το οποίο η ίδια οφείλει και εάν αυτό το ποσό διαφοροποιείται από το επιδικασθέν με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.

Με τον ως άνω εντελώς αόριστο τρόπο παράθεσης των λόγων της δεν σκιαγραφείται από την ανακόπτουσα, πως οι, κατά τους ισχυρισμούς της, προβαλλόμενες με τους ανωτέρω λόγους, παρατυπίες της καθ' ης οδηγούν στο μη νόμιμο της απαίτησης. Επομένως, απορρίπτεται και ο έκτος λόγος πρωτίστως λόγω έλλειψης της ικανότητας του καταναλωτή και δευτερευόντως ως ουσία αβάσιμος ως προς τα επιμέρους σκέλη του.

Δεχόμενη τα ίδια η εκκαλούμενη απόφαση δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου πέμπτος και έκτος σχετικοί λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι[...] |».

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.α' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα διατείνονται ότι με τις προτάσεις τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση της ανακοπής τους κατά της επίμαχης διαταγής πληρωμής ισχυρίστηκαν ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα υπέβαλε την από 05-01-2015 με Α.Β.Μ.

Δ/2015/51 μήνυσή της κατά της Γ. Χ. και άλλων, στην οποία απέδωσε ευθέως ότι κατάρτισε εξ υπαρχής πλαστά έγγραφα και συγκεκριμένα, α) το με αριθμό …/12-9-2011 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της (... ΑΕ) με θέμα παροχή εγγύησης της εταιρείας - παραχώρηση δικαιώματος εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου ιδιοκτησίας της, υπέρ της αναιρεσίβλητης, β) το με αριθμό …/13-9-2011 πρακτικό της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας ...

ΑΕ (δεύτερης αναιρεσίβλητης) με θέμα την παροχή εγγύησης υπέρ της εκδότριας του ομολογιακού δανείου ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... AE" και παραχώρηση δικαιώματος εγγραφής υποθήκης επί ακινήτου ιδιοκτησίας της εταιρείας - παροχή εξουσιοδότησης προς υπογραφή κάθε σχετικού με τα ανωτέρω εγγράφου, επί των οποίων έθεσε κατ' απομίμηση τις υπογραφές του πρώτου αναιρεσείοντος, Προέδρου και νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης και της Α.

Κ., αντιπροέδρου της εταιρείας ... ΑΕ και γ) το με αριθμό .../16-9-2011 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Δ., επί του οποίου, με συνεργό τον εν λόγω συμβολαιογράφο, έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του πρώτου αναιρεσείοντος και με το οποίο φέρεται να παρέχει την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στη δικηγόρο Δ.

Π. να συναινέσει στην παροχή αδείας εγγραφής προσημείωσης υποθήκης ποσού 5.000.000 ευρώ σε ακίνητο ιδιοκτησίας της δεύτερης αναιρεσείουσας. Ότι τα έγγραφα αυτά επικαλέστηκε και προσκόμισε η καθ' ης η ανακοπή προς αντίκρουση των λόγων ανακοπής περί πλαστότητας των υπογραφών του πρώτου αναιρεσείοντος επί των ομολογιών και του πρόσθετου συμφώνου εγγύησης.

Ότι τον ισχυρισμό περί πλαστότητας των παραπάνω με στοιχεία α', β' και γ' εγγράφων οι αναιρεσείοντες επανέφεραν στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους πλην απαραδέκτως διότι δεν είχαν προσκομίσει τα αποδεικτικά της πλαστότητας έγγραφα, περιείχε όμως ο εν λόγω ισχυρισμός τους, ως ελάσσον, την άρνηση της γνησιότητας των υπογραφών στα έγγραφα αυτά.

Τέλος, ότι το Εφετείο, χωρίς να ερευνήσει τον ισχυρισμό περί γνησιότητας των εν λόγω εγγράφων, τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Από τις πιο πάνω πραγματικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, όμως και ειδικότερα από τις ουσιαστικές της παραδοχές ότι οι πολλαπλοί τίτλοι των ομολογιών και το πρόσθετο σύμφωνο της ένδικης σύμβασης κοινού ομολογιακού δανείου φέρουν γνήσιες υπογραφές, ότι ο πρώτος αναιρεσείων, νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης αναιρεσείουσας, ήταν ενήμερος τόσο για τη λειτουργία του ομολογιακού δανείου, όσο και του πρόσθετου συμφώνου, καθώς και της επακολουθήσασας εκταμίευσης του ποσού των 5.000.000 ευρώ, ότι ο ίδιος έκανε ό,τι απαιτούνταν για την εγγραφή του εμπράγματου βάρους, ότι εξουσιοδότησε τους δικηγόρους Αθηνών Β.

Μ. και Δ. Π., δια του .../16-9-2011 ειδικού πληρεξουσίου, να συναινέσουν σε εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητο της δεύτερης αναιρεσείουσας εταιρείας, ότι μετά την κοινοποίηση της από 16-1-2012 καταγγελίας της δανειακής σύμβασης, ο πρώτος αναιρεσείων ουδεμία αντίδραση εκδήλωσε, για τυχόν πλαστογραφία της υπογραφής του, συναίνεσε δε σε χορήγηση προσωρινης διαταγής σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, καθώς και ότι ο ισχυρισμός ότι η υπογραφή του πρόσθετου συμφώνου δεν έγινε στην τράπεζα αλλά απεστάλη στην τελευταία υπογεγραμμένο, μαζί με τα σχετικά πρακτικά του Δ.Σ και της Γ.Σ τόσο της εταιρείας "...

ΑΕ" όσο και της πιστούχου εταιρείας "... AE" δεν οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα πλαστογραφίας της υπογραφής του πρώτου αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι το Εφετείο ερεύνησε τη γνησιότητα των υπογραφών στα επίμαχα παραπάνω έγγραφα, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρ. 457 ΚΠολΔ για την απόδειξη γνησιότητας ιδιωτικού εγγράφου, ως προς την υπογραφή του εκδότη και, συνακολούθως, παραδεκτά τα έλαβε υπόψη του και τα συνεκτίμησε για την εξαγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του.

Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ.11 περ.γ του ΚΠολΔ, κατ' ορθήν εκτίμηση (και όχι από τον αριθ. 11β' που ενάριθμα παραθέτουν), αιτιώμενοι ότι για το κρίσιμο ζήτημα της πλαστότητς των επίμαχων εγγράφων που προαναφέρθηκαν δεν έλαβε υπόψη της την από 15-11-2012 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του δικαστικού γραφολόγου Π.

Κ., καθώς και την από 15-10-2014 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης και κριτικών του Θ.Κ., επί της γνωμοδότησης του Π.Κ., τις οποίες νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες. Η προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, εκτός από τη γενική αναφορά ότι έλαβε υπόψη της τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, στις πραγματικές της παραδοχές, σχετικά με την έρευνα του ισχυρισμού περί πλαστότητας εγγράφων διαλαμβάνει ότι στήριξε το αποδεικτικό της πόρισμα σε δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα και μνημονεύει ρητά τη γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του Θ.

Κ.. Άρα, την έλαβε υπόψη της και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι εκτίμησε και την από 15-11-2012 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του Π. Κ., επί της οποίας διατύπωνε κριτικές παρατηρήσεις η έκθεση του Θ. Κ.. Επομένως, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Ο ίδιος δε λόγος ως προς το επικουρικό σκέλος του, ότι το Εφετείο ακόμη και αν έλαβε υπόψη την γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του Θ.Κ.

προέβη σε επιλεκτική ανάγνωσή της, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ.20 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση εγγράφου, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο εν λόγω γραφολόγος κατά τις παραδοχές του Εφετείου διεξήγαγε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης.

Άρα η γνωμοδότησή του δεν αποτελεί έγγραφο, που η παραμόρφωσή του περιεχομένου του ιδρύει τον προβλεπόμενο από την άνω διάταξη λόγο, αφού δεν αποτελεί έγγραφο, που χαρακτηρίζεται ως αποδεικτικό μέσο στα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, αλλά πρόκειται για γνωμοδότηση, που έγινε στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας και εκτιμάται από το πολιτικό δικαστήριο για συναλαγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 283/2003).

[V] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 7/2006).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης καθιδρύεται και στην περίπτωση ιδιωτικής σύμβασης του άρθρου 361 ΑΚ, που περιέχεται σε έγγραφο, όταν οι συμβαλλόμενοι προβαίνουν σε διαφορετική ερμηνεία της δικαιοπραξίας. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια της δήλωσης βούλησης.

Οι διατάξεις των άρθρων αυτών παραβιάζονται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, ακόμα και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές προς εξεύρεση της αληθινής βούλησης των δικαιοπρακτούντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ 208/2019, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 497/2019).

Εξάλλου κατά το άρθρο 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη, αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι με τη σύμβαση αυτή γεννιέται αυτοτελής ενοχή από αναγνώριση χρέους, που δημιουργεί νέα βάση αγωγής για τον πιστωτή, ανεξάρτητη από τη βασική σχέση και ότι ο αναγνωρίσας οφειλέτης δεν δύναται, ακριβώς λόγω του αφηρημένου χαρακτήρα της, να προτείνει τις ενστάσεις που είχε από την κύρια (βασική) σχέση.

Ακυρότητα της βασικής σχέσης κατ' αρχήν δεν θίγει το κύρος της αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους. Όμως η αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους αποτελεί παροχή κατά την έννοια του άρθρου 904 εδ.β' ΑΚ. Επομένως θεμελιώνεται αξίωση ή ένσταση, ανάλογα με τις περιστάσεις, αν το δια της υπόσχεσης ή αναγνώρισης ασφαλιζόμενο χρέος στην πραγματικότητα δεν υφίσταται ή είχε αποσβεσθεί, το δε σχετικό βάρος απόδειξης ανήκει, τότε στον οφειλέτη.

Έτσι επί συμβάσεως αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, όπως και στην περίπτωση του χρεωστικού καταλοίπου κλεισθέντος ανοικτού δανειακού λογαριασμού (άρθρα 873, 874 ΑΚ) δεν μπορούν να προταθούν κατά του κύρους της ενστάσεις που στηρίζονται στη βασική σχέση, δηλαδή σε συμφωνημένους όρους της δανειακής σύμβασης (ΑΠ 192/2005, ΑΠ 305/1996, ΑΠ 447/1984).

Η αυτή άλλωστε συνέπεια, του αποκλεισμού των ενστάσεων από την κύρια αιτία, επέρχεται και όταν τα μέρη, στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) καταρτίζουν σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους και συμφωνούν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματά της (ΑΠ 51/2020, ΑΠ 1424/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του Ν. 3156/2003, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το Ν. 4548/2018, ομολογιακό είναι το δάνειο που εκδίδεται από ανώνυμη εταιρεία που εδρεύει στην Ελλάδα (εκδότρια) και διαιρείται σε ομολογίες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν δικαιώματα των ομολογιούχων έναντι της εκδότριας κατά τους όρους του δανείου. Κατά την παρ.5 του ίδιου άρθρου, αν για το ομολογιακό δάνειο εκδίδονται ενσώματες ομολογίες, η ολική εξόφληση και η άσκηση των δικαιωμάτων των ομολογιούχων γίνεται με την προσκόμιση των τίτλων και των τόκων και των λοιπών ωφελημάτων με την προσκόμιση των τοκομεριδίων ή του ειδικού στελέχους, εφόσον υφίσταται, άλλως, με την προσκόμιση του τίτλου της ομολογίας και τη σημείωση της εξόφλησης επί του σώματος. Εξάλλου κατά το άρθρο 419 ΑΚ, ο δανειστής δεν είναι υπόχρεος να δεχθεί αντί καταβολής άλλη παροχή. Αν όμως δεχθεί τέτοια παροχή, η ενοχή αποσβήνεται.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, από τον αριθ.1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια για εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 419 του ΑΚ και 1παρ.5 του Ν. 3156/2003, με την επάλληλη αιτιολογία της ότι η παράδοση των ομολογιών στους ομολογιούχους δανειστές έγινε χάριν και όχι αντί καταβολής και ότι οι εν λόγω δανειστές διατηρούν παράλληλα και την απαίτησή τους από τη σύμβαση ομολογιακού δανείου.

Το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του έκρινε ότι οι δέκα έξι (16) πολλαπλοί τίτλοι των ομολογιών έφεραν την γνήσια υπογραφή το πρώτου αναιρεσείοντος, και ότι η εκδοθείσα διαταγή πληρωμής στηρίζεται στο απόσπασμα λογαριασμού της τράπεζας και όχι αποκλειστικά στο σώμα των μη προσκομισθέντων ομολογιών, ενώ διέλαβε και την επάλληλη αιτιολογία κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) ότι «[…]Μάλιστα, επειδή, εν προκειμένω, οι ομολογίες έχουν δοθεί χάριν και όχι αντί καταβολής (421 ΑΚ), δεν είναι η ύπαρξή τους η μοναδική βάση διεκδίκησης τυχόν οφειλής[...]».

Επομένως, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν στηρίζεται μόνο στην προσβαλλόμενη ως άνω επάλληλη αιτιολογία, αλλά αυτοτελώς και σε αιτιολογία ότι με έγγραφα, πλην των ομολογιών, εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, ο λόγος αυτός αναίρεσης αποβαίνει πρωτίστως αλυσιτελής (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1008/2013, ΑΠ 137/2012) και είναι αβάσιμος, κατά το κύριο σκέλος του.

Εξάλλου με το δεύτερο, επικουρικό, σκέλος του ίδιου λόγου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν την πλημμέλεια παραβίασης της διάταξης του άρθρου 421 ΑΚ, που ορίζει ότι "αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο", σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, ισχυριζόμενοι ότι, για την περίπτωση που κριθεί ότι η παράδοση των ομολογιών στους ομολογιούχους δανειστές έγινε χάριν και όχι αντί καταβολής, τόσο με την ανακοπή τους όσο και με λόγο έφεσης ζήτησαν την επιδίωξη της ικανοποίησης της απαίτησης της αναιρεσίβλητης τράπεζας, εκπροσώπου των ομολογιούχων, από τη νέα ενοχή που στηριζόταν στις ομολογίες και όχι από την παλαιά ενοχή του ομολογιακού δανείου, όμως το Εφετείο απέρριψε σιωπηρά τον ισχυρισμό του αυτό.

Ο λόγος αναίρεσης και ως προς το επικουρικό αυτό σκέλος του είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, διότι αντικείμενο της δίκης, στην οποία έκρινε σε δεύτερο βαθμό το Εφετείο ήταν η συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων έκδοσης της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (άρθρ. 623 επ. ΚΠολΔ) και όχι, μετά την καταγγελία της σύμβασης ομολογιακού δανείου από την αναιρεσίβλητη, αν αυτή είχε αποδεχθεί να ικανοποιηθεί η απαίτησή της από νέα ενοχή που στηριζόταν στις ομολογίες, στα σώματα των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, δεν στηρίχθηκε η έκδοση της διαταγής πληρωμής, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Με τον έκτο λόγο της αίτησης, από τον αριθ.1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αποδίδοντας σε αυτήν την πλημμέλεια ότι, ενώ δέχθηκε την κατάρτιση σύμβασης αναγνώρισης χρέους, που ιδρύει νέα αυτοτελή και ανεξάρτητη ενοχή, βασιζόμενη στον 17ο όρο της σύμβασης ομολογιακού δανείου, αν και διέγνωσε εμμέσως κενό στη βούληση των διαδίκων μερών, σχετικά με το αν αυτοί ήθελαν την ίδρυση νέας αυτοτελούς και ανεξάρτητης από την υποκείμενη αιτία ενοχής ή απέβλεψαν στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους, προέβη σε ερμηνεία της βούλησης αυτών και κατέληξε στο ως άνω πόρισμα, χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Με τις πραγματικές του παραδοχές το Εφετείο, όμως, ότι στον έκτο λόγο της ανακοπής γινόταν αναφορά στον 17ο όρο της επίδικης σύμβασης, κατά τον οποίο «[…] αν η εκδότρια εταιρεία δεν υποβάλλει μέσα σε δέκα ημέρες από την κοινοποίηση του λογαριασμού παρατηρήσεις, τότε θεωρείται ότι αναγνωρίζει το χρέος, δεσμεύοντας δε και τους εγγυητές και ότι η πλασματική αυτή αναγνώριση συνιστά νόμιμο δικαιοπρακτικό έγγραφο, προκειμένου να εκδοθεί διαταγή πληρωμής […]» και ακόμα ότι «[...] όσον αφορά το πρώτο σκέλος του ισχυρισμού και δη για την αφηρημένη αναγνώριση χρέους στο πλαίσιο του άρθρου 361 ΑΚ καθίσταται σαφές ότι είναι καθόλα έγκυρη και παράγει τα αποτελέσματά της ως έγκυρη σύμβαση αναγνώρισης χρέους, που ιδρύει, νέα έννομη σχέση και από την οποία προσδιορίζεται και μόνο εφεξής το οφειλόμενο ποσό χωρίς να επιτρέπεται στα μέρη η επάνοδος στον προσδιορισμό του ύψους της οφειλής […]», δεν διαπίστωσε, ούτε έμμεσα κενό στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις των μερών και δεν προέβη σε οποιαδήποτε ερμηνεία της σύμβασης, προς αναζήτηση της αληθινής βούλησής τους, αλλά έκρινε ως σαφή τον 17ο συμβατικό όρο.

Έτσι, δεν παρίστατο ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τα οποία δεν παραβίασε. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος.

[VI] Κατά τη διάταξη του άρθρ. 444 παρ.1 περ.α' ΚΠολΔ, ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και τα βιβλία που έμποροι και επαγγελματίες τηρούν κατά τον εμπορικό νόμο ή άλλες διατάξεις. Σύμφωνα με το άρθρο 448 ΚΠολΔ τα βιβλία που αναφέρονται στις περιπτώσεις α' και β' της παραγράφου 1 του άρθρου 444, προκειμένου κατά προσώπων που δεν έχουν υποχρέωση να τηρούν αυτά τα βιβλία αποτελούν πλήρη απόδειξη για το μέγεθος της απαίτησης, όταν η ύπαρξή της είναι αποδεδειγμένη με άλλο τρόπο και μόνο για ένα έτος αφότου γίνει η εγγραφή, εκτός αν ο υπόχρεος αναγνώρισε με την υπογραφή του το περιεχόμενο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο και τελευταίο λόγο της αίτησης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.11 περ.β' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατείνονται ότι με την ανακοπή τους ισχυρίστηκαν και επανέφεραν με σχετικό λόγο έφεσης στο Εφετείο πως η χρήση των εμπορικών βιβλίων από την αναιρεσίβλητη, για την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής, έγινε μετά την παρέλευση έτους από την γενόμενη σ' αυτά εγγραφή της προσβαλλόμενης απαίτησης, καθόσον η εν λόγω εγγραφή έγινε την 16-01-2012 και η επίδοση της διαταγής πληρωμής σ' αυτούς έγινε την 30-7-2013.

Ότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του αυτό με την παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη έκανε χρήση του σχετικού εγγράφου και δη του αποσπάσματος εντός έτους από την καταγγελία του δανείου και την παραγωγή του αποσπάσματος και δη την 16-10-2012, μη λαμβάνοντας, έτσι, υπόψη το χρόνο επίδοσης της διαταγής πληρωμής και χωρίς να προκύπτει από τις παραδοχές της ο εναρκτήριος της ενιαύσιας προθεσμίας χρόνος της καταγγελίας του δανείου και της παραγωγής του αποσπάσματος.

Στις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνεται ότι η σύμβαση του ομολογιακού δανείου καταγγέλθηκε την 16-01-2012 και ότι η αναιρεσίβλητη έκανε χρήση του αποσπάσματος κίνησης του λογαριασμού την 16-10-2012, οπότε προέβη στην υποβολή αίτησης για την έκδοση της ανακοπτομένης διαταγής πληρωμής.

Η ημεροχρονολογία αυτή της αίτησης, όπως και ο χρόνος της τελευταίας εγγραφής (16-01-2012) αναφέρεται και στην από 11-09-2013 ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς το σκέλος του, εκτιμώμενος ως αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, κατ' άρθρ. 559 παρ.11 περ.β' ΚΠολΔ, που ενάριθμα παραθέτουν οι αναιρεσείοντες είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, ως προς το έτερο σκέλος του ότι το Εφετείο έσφαλε που υπολόγισε την ενιαύσια προθεσμία με κρίσιμο χρόνο την υποβολή της αίτησης για έκδοση της διαταγής πληρωμής, αντί αυτού της επίδοσης της διαταγής πληρωμής στους αναιρεσείοντες, είναι πρωτίστως απαράδεκτος διότι δεν ιδρύει αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, ούτε μπορεί να εκτιμηθεί ως λόγος από τον αριθ.1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, διότι οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται παραβίαση ουσιαστικών διατάξεων.

Περαιτέρω, ο έβδομος αυτός λόγος της αίτησης, ως προς το τελευταίο σκέλος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, για τον υπολογισμό της ενιαύσιας προθεσμίας διέλαβε παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στην αίτηση για έκδοση της διαταγής πληρωμής την 16-10-2012 «όπως ομολογείται και στις προτάσεις των ανακοπτόντων», ενώ τέτοια ομολογία δεν υπήρξε και ούτε την επικαλέσθηκε η αναιρεσίβλητη, ως αποδεικτικό μέσο, είναι αβάσιμος ως αλυσιτελής, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως στην αμφισβητούμενη από τους αναιρεσείοντες ομολογία τους, ως προς την οποία και μόνο πλήττουν την αιτιολογία της απόφασης (ΑΠ 2106/2007).

Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε για την άσκησή της (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και οι αναιρεσείοντες να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-10-2017 αίτηση του Γ. Σ. και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για αναίρεση της με αριθμό 3687/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο το παράβολο που καταβλήθηκε για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ