Supreme Court allows appeal against lower court for failure to apply statutory interpretation rules on contract terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a severance pay dispute. The lower court found a gap in the parties' agreement regarding whether statutory taxes were included in the compensation but failed to apply the mandatory interpretation rules of the Civil Code. The court ruled that the appellate court violated these statutory provisions by not using the principles of good faith and actual intent to resolve the ambiguity, necessitating a remand for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; When a court of first instance identifies a gap or ambiguity in a contract but fails to apply statutory interpretation rules or principles of good faith, it violates the law and the decision must be set aside for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 88 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 88/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε." όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Βαβέτση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Β. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Φέλιο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 763/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5269/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/5/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 10/3/2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο καθερούμενος με το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ.α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, δημιουργείται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού στη δικαιοπραξία ή αμφιβολίες ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει ωστόσο να προσφύγει τους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές, ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.
Περαιτέρω, με το άρθρο 12 παρ.1 ν.2336/1998 ιδρύθηκε η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, που αρχικά έλαβε την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ" και ακολούθως μετονομάστηκε, με το άρθρο 9 παρ.4 ν. 2837/2000, σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ". Σκοπός της εταιρίας αυτής, κατά το άρθρο 13 παρ.1 ν.2636/1998, ήταν η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το Ξενοδοχείο-Καζίνο Πάρνηθας, που στη συνέχεια έλαβε τη μορφή ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".
Με το άρθρο 10 παρ.5 του ν. 2837/ 2000 ορίστηκε ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (3-8-2000), καταργήθηκαν οι Υπηρεσίες αυτεπιστασίας του Ε.Ο.Τ., στις οποίες περιλαμβάνονταν και το Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, και όλο το προσωπικό που υπηρετούσε σ' αυτές, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως με την ίδια εργασιακή σχέση, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ενώ στην παράγραφο 4 περ.β' του αυτού άρθρου ορίστηκε ότι το εν λόγω προσωπικό θεωρείται από τον ίδιο χρόνο αυτοδικαίως αποσπασμένο στη Διεύθυνση του Καζίνο του Υπουργείου Ανάπτυξης.
Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του ν. 3139/2003, η προβλεπόμενη στο εδάφιο α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ν. 2206/1994 άδεια λειτουργίας του Καζίνο στη "θέση Μον Παρνές στην Πάρνηθα" χορηγείται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" και εισφέρεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", ενώ με το άρθρο 4 παρ. 6 του ίδιου νόμου αντικαταστάθηκε το εδάφιο β' της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 ως εξής: "Με την ανάληψη της διοικήσεως, διαχειρίσεως ή Εκμεταλλεύσεως των επιχειρηματικών μονάδων της "ΕΤΑ ΑΕ", Καζίνο-Ξενοδοχείο-Τελεφερίκ Πάρνηθας και Καζίνο Κέρκυρας, από τις εταιρίες της παραγράφου 1, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 2919/ 2001, όλο το προσωπικό που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρίες αυτές, εκτός από όσους εργαζόμενους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν ...".
Πριν από την ψήφιση του πιο πάνω νόμου 3139/2003 και ενόψει της αναλήψεως της διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως του συγκροτήματος "Καζίνο-Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας" από την εταιρία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", υπογράφηκε στις 28-3-2003, μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης εταιρίας, των συνδικαλιστικών οργανώσεων "Σωματείο εργαζομένων στο Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων" και της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", συμφωνία, με την οποία ρυθμίζονταν τα θέματα της κατοχυρώσεως των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στο συγκρότημα της Πάρνηθας.
Ειδικότερα συμφωνήθηκαν τα εξής: Οι εργαζόμενοι, οι οποίοι δεν επιθυμούν την αυτοδίκαιη μεταφορά τους στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ" σύμφωνα με τις διατάξεις του υπό ψήφιση σχεδίου νόμου (ήδη ν. 3139/2003), αλλά την εθελουσία αποχώρηση τους από την εργασία τους μπορούν με έγγραφη δήλωση τους προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", υποβαλλόμενη εντός προθεσμίας ενός μηνός από την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας, να ασκήσουν δικαίωμα συμμετοχής σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, το οποίο προτείνει η εταιρία αυτή και διέπεται από τους αναφερόμενους στη συμφωνία όρους.
Με τον όρο 3 παράγραφος γ' της ίδιας συμφωνίας τα άνω συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν ακόμη, ότι ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη, λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 και σαν βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως του 12μήνου πριν την υποβολή της αιτήσεως ... .
Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει με την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα: Στις 24-12-1982 ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εταιρεία "Ξενοδοχεία-Τελεφερίκ και Καζίνα Αττικής Α.Ε." για να εργαστεί ως τεχνικός παιγνίων στο Καζίνο της Πάρνηθας, την οποία (εργασία) παρείχε έκτοτε.
Με την αριθμ. 514138/13-4-1984 απόφαση του Γ. Γραμματέα του ΕΟΤ, συνεστήθησαν οι Υπηρεσίες Αυτεπιστασίας ΕΟΤ, ΚΑΖΙΝΟ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ και ΤΕΛΕΦΕΡΙΚ ΠΑΡΝΗΘΑΣ, που ανέλαβαν την εκμετάλλευση και διαχείριση του συγκροτήματος Πάρνηθας. Στην συνέχεια με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2336/1998 συνεστήθη η πρώτη εναγόμενη (αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία, που είχε την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ", με το άρθρο δε, 9 παρ. 4 του ν. 2837/2000 μετονομάστηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ακολούθως με το άρθρο 2 παρ. 1 περ.
δ' του ν. 3270/2004 σε ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε.", η οποία είχε ως σκοπό τη διοίκηση, τη διαχείριση και την αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ. Με το άρθρο αυτό παρ. 5 του ν. 2837/2000 από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (3-8-2000), καταργήθηκαν οι άνω Υπηρεσίες Αυτεπιστασίας και όλο το προσωπικό που υπηρετούσε με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μεταφέρθηκε αυτοδικαίως με την ίδια εργασιακή σχέση στην πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία.
Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3139/2003 ορίστηκε ότι η προβλεπόμενη στο εδάφιο α' της. παραγράφου 1 του άρθρου 1 ν. 2206/1994 άδεια λειτουργίας καζίνου στη "θέση του Μον Παρνές στην Πάρνηθα" χορηγείται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία και εισφέρεται, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, δηλαδή το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", κατά το μέρος που αποτελεί τον κλάδο "Καζίνο Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας", στην δεύτερη εναγομένη εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ Α.Ε.".
Πριν την ψήφιση του νόμου αυτού και ενόψει της ανάληψης της διοίκησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης του συγκροτήματος και επιχειρηματικής μονάδος "Καζίνο Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας" από τη δεύτερη εναγόμενη, στις 28-3-2003 υπογράφηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, των συνδικαλιστικών οργανώσεων "Σωματείο εργαζομένων στο Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας" και "Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων" και της δεύτερης εναγομένης η από 28-3-2003 συμφωνία, με την οποία ρυθμίζονται τα θέματα της κατοχύρωσης και διασφάλισης των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στο συγκρότημα της Πάρνηθας.
Ειδικότερα, συμφωνήθηκαν τα εξής: Οι εργαζόμενοι, οι οποίοι δεν επιθυμούν την αυτοδίκαιη μεταφορά τους στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ Α.Ε.", σύμφωνα με τις διατάξεις του υπό ψήφιση σχεδίου νόμου (ήδη ν. 3139/2003), αλλά την εθελούσια αποχώρηση τους από την εργασία τους, μπορούν με έγγραφη δήλωση τους προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", υποβαλλομένη εντός προθεσμίας ενός μηνός από την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας να ασκήσουν δικαίωμα συμμετοχής σε Πρόγραμμα Εθελούσιας Εξόδου, το οποίο προτείνει η εταιρεία αυτή, με τη συμφωνία αυτή, και διέπεται από τους αναφερόμενους στη συμφωνία όρους.
Με τον όρο 3 παρ.γ' της ίδιας συμφωνίας τα άνω συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν επιλέξει τα εξής: "Ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη, λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 και σαν βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης αυτή μειώνεται κατά 5% μετά το πρώτο εξάμηνο, για κάθε εξάμηνο παραμονής του εργαζόμενου στην εργασία του, μετά την υποβολή της αίτησης του και καταβάλλεται κατά την αποχώρηση του.
Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής". Οι παραπάνω συμφωνηθέντες όροι ενσωματώθηκαν στο ν. 3139/2003 που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευση του (ΦΕΚ Α' 100/30-4-2003). Ειδικότερα με το άρθρο 4 παρ. 6 ορίστηκε ότι το προσωπικό της επιχειρηματικής μονάδας "Καζίνο Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας", που εργάζεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας στις προβλεπόμενες στην παρ. 1 αρθρ. 10 ν. 2837/2000 (όπως αντικαταστάθηκε από παρ. 2 άρθ. 24 ν. 2919/2001) θυγατρικές εταιρείες, εκτός από όσους εργαζόμενους δηλώσουν εγγράφως μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός ότι επιθυμούν να παραμείνουν στα "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", οπότε με την παρ. 7 εδ.
β' ιδίου άρθρου προβλέπεται μέσα σε τρία χρόνια από τη μεταφορά στις άνω εταιρείες, περίπτωση υποβολής αίτησης εθελουσίας αποχώρησης και όταν αυτή γίνει αποδεκτή, ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωσης, διπλάσιας από την προβλεπόμενη για την καταγγελία συμβάσεως εργασίας. Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής.
Ο ενάγων, όντας μέλος του προσωπικού της επιχειρηματικής μονάδας "Καζίνο Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας", με την από 28-5- 2003 αίτησή του ζήτησε να συμπεριληφθεί στους εθελουσίως αποχωρούντες κατά τους παραπάνω όρους που είχαν συμφωνηθεί και είχαν γίνει νόμος. Η αίτηση αυτή έγινε αποδεκτή από την πρώτη εναγομένη και στη συνέχεια υπογράφηκε η από 22-9-2003 αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού.
Όμως ο ενάγων κατά την αποχώρησή του δεν έλαβε ολόκληρο το ποσό της προβλεπόμενης στον παραπάνω νόμο αποζημίωσής του. Διότι αυτό, υπολογιζόμενο με βάση το σύνολο των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του το τελευταίο 12μηνο, ανέρχεται σε 136.509,32 ΕΥΡΩ και αφού με την άνω δήλωσή του εισέπραξε μέρος από 94.822,16 ΕΥΡΩ, αργότερα δε, στις 24-11-2003 17.152,11 ΕΥΡΩ, του οφείλεται υπόλοιπο από 24.535,05 ΕΥΡΩ, το οποίο η πρώτη εναγόμενη κατά την καταβολή στον ενάγοντα της οφειλόμενης αποζημίωσης παρακράτησε ως φόρο μισθωτών υπηρεσιών που αναλογούσε σε αυτήν.
Ακολούθως το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι "κατά το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2238/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 8 και 9 του ν. 3091/ 2002, "με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης γ' της παρ. 4 του άρθρου 45, φορολογούνται αυτοτελώς, εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρεώσεως, τα ποσά των αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους δικαιούχους με βάση ...
β) το ν. 2112/1920. Ο φόρος υπολογίζεται με συντελεστή 20% στο καθαρό ποσό της αποζημίωσης μετά την αφαίρεση ποσού 20.000 ΕΥΡΩ και παρακρατείται κατά την πληρωμή της στο δικαιούχο". Πρόκειται δηλαδή για ιδιαίτερη φορολογική μεταχείριση της αποζημίωσης του ν. 2112/1920 που καταβάλλεται στο μισθωτό. Η εν λόγω αποζημίωση δεν υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές, ούτε σε τέλος χαρτοσήμου 1,20% (ΚΤΧ άρθρο 15 παρ. 18Α περ.
δ'), διότι αυτό, που βάρυνε εξ ημισείας το μισθωτό και εργοδότη καταργήθηκε από 1-1-2002 (βλ. Εγκ. Υπ. Οικ. 1113016/πολ. 1281/7-12-2001). Άρα η μόνη νόμιμη επιβάρυνση του εν λόγω ποσού της αποζημίωσης είναι ο παραπάνω φόρος.
Συνεπώς, όταν τα συμβαλλόμενα μέρη με το τελευταίο εδάφιο της παρ. γ' του όρου 3 της ως άνω από 28-3-2003 συμφωνίας τους ότι "όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής", που έλαβε κατά τα παραπάνω ισχύ νόμου, με τον όρο νόμιμες επιβαρύνσεις σαφώς εννοούσαν το φόρο του άρθρου 14 ν. 2238/1994, εφόσον δεν υπάρχει άλλη νόμιμη επιβάρυνση της αποζημίωσης αυτής, ήθελαν δε τα μέρη να εξαιρεθεί του φόρου η ένδικη αποζημίωση, ώστε να μην επιβαρυνθεί με αυτόν ο δικαιούχος αυτής με το σκοπό να λάβει ενισχυμένο ποσό.
Όσα αντίθετα, επομένως, υποστηρίζονται με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της έφεσης της εναγόμενης κρίνονται αβάσιμα κατ' ουσίαν και απορριπτέα". Απ' αυτά που δέχθηκε το Εφετείο προκύπτει ότι, εμμέσως πλην σαφώς, διαπίστωσε κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων στην πιο πάνω από 28-3-2003 συμφωνία, ήτοι ότι αυτές δεν ήταν σαφείς ως προς την έννοια του όρου "νόμιμες επιβαρύνσεις", αφού για τη διαπίστωση του περιεχομένου του, που δεν προσδιοριζόταν και ειδικότερα αν περιλαμβάνεται στην απαλλαγή από τις νόμιμες επιβαρύνσεις και ο φόρος εισοδήματος, αναζήτησε την αληθινή βούληση των μερών που κατάρτισαν τη συμφωνία αυτή (η οποία δεν φέρει το χαρακτήρα της ΣΣΕ), σε στοιχεία εκτός του κειμένου της συμβάσεως και συγκεκριμένα στη διάταξη του άρθρου 14 παρ.1 του ν. 2238/1994 και στο ότι η αποζημίωση απολύσεως δεν υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές και σε τέλος χαρτοσήμου, λόγω καταργήσεώς του.
Ενώ, όμως, ενόψει αυτών το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ως προς την έννοια του όρου νόμιμες επιβαρύνσεις, δεν προσέφυγε σ' αυτούς, τους οποίους ούτε αυτούς τους ίδιους ούτε τις διατάξεις που τους περιέχουν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ούτε και από το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών.
Συνεπώς, το Εφετείο, με τον τρόπο αυτό, παρεβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Κατόπιν αυτών παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως και συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5269/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ