Supreme Court partially allows lawyer's appeal regarding unpaid fees after client termination of fixed-fee contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially overturned the Athens Court of Appeal's decision regarding a dispute over a lawyer's fixed monthly fee contract. The court found the lower court erred in dismissing future fee claims by incorrectly applying the requirement of work performance, noting that such fees are due upon contract termination regardless of service delivery. Consequently, the case was remanded for further proceedings to determine the specific amounts owed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 63, 94 of the Code of Lawyers; Fixed-fee employment contracts for lawyers are terminated by written notice and immediate effect, creating a debt for agreed fees independent of future work performance; lower courts erred in dismissing such claims by requiring actual service delivery.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 88 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 88/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, δικηγόρου Αθηνών, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Κατσαμπάνη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Τ.Ε.) Α.Ε.", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2866/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-7-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 20-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, κατά το πρώτο μέρος του, λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 παρ. 4 και 5 και 94 του Κώδικα των Δικηγόρων (Ν.Δ.3026/1954), όπως το άρθρο 63 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 του ν. 720/1977 και το άρθρο 94 με το άρθρο 3 του ν.1093/1980, συνάγεται ότι ο δικηγόρος κατ' εξαίρεση μόνο μπορεί να παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια μηνιαία αμοιβή υπό την άνω ιδιότητά του ή ως νομικός ή δικαστικός σύμβουλος.
Η σύμβαση αυτή, η οποία αποτελεί σχέση έμμισθης εντολής, λόγω του εμπιστευτικού της χαρακτήρα και είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο, λύεται με έγγραφη καταγγελία του εντολέα και με καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Η εν λόγω καταγγελία της έμμισθης εντολής είναι αναιτιώδης και έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια, καθόσον με την περιέλευσή της στον καθού απευθύνεται λύεται για το μέλλον η έννομη σχέση αμέσως και ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τη συμφωνημένη μέσα στα όρια του άρθρου 92 του Κώδικα των Δικηγόρων αμοιβή του μέχρι πλήρους καταβολής της προβλεπόμενης από το άρθρο 94 παρ.1 εδ.
τελ. του ίδιου Κώδικα αποζημιώσεως. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι δεν δημιουργείται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως (έμμισθης) εντολής δικηγόρου από τη μη καταβολή της αποζημιώσεως και επομένως η σύμβαση που καταγγέλθηκε λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως είναι μία παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημιώσεως (ΑΠ Ολομ. 570/1986).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 69 παρ.1 εδ. α και 70 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί αναγνωριστικώς και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαιτητό, δηλαδή να αξιωθεί με αγωγή η αναγνώριση οφειλής παροχής, (που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή, και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και συνεπώς μπορεί να ζητηθεί αναγνώριση οφειλής συμφωνημένων αμοιβών δικηγόρου, του οποίου η σύμβαση εντολής καταγγέλθηκε, για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα και μέχρι το χρόνο καταβολής της οφειλόμενης αποζημιώσεως απολύσεώς του, αφού αυτές (συμφωνημένες αμοιβές) δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή των δικηγορικών υπηρεσιών, δεδομένου ότι, η συνδέουσα τα μέρη σύμβαση έμμισθης εντολής έχει ήδη λυθεί δια της καταγγελίας.
Τέλος, από τη διάταξη 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εάν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο, αν και δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος Αθηνών, λόγω βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεώς του έμμισθης εντολής από την εντολέα του αναιρεσείουσα, την οποία (βλαπτική μεταβολή) αυτός, θεώρησε ως καταγγελία της συμβάσεώς του, με συνέπεια την λύση της κατά την 9-7-2004, και ότι από την αιτία αυτή δικαιούται και αντιστοίχως η αναιρεσείουσα οφείλει να του καταβάλει συνολικό ποσό 151.610,37 Ευρώ, για αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεώς του, για συμφωνημένες αμοιβές από το χρόνο της καταγγελίας (9-7-2004) έως το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (19-4-2005)και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στη συνέχεια απέρριψε ως μη νόμιμο το αγωγικό κεφάλαιο για αναγνώριση της υποχρεώσεως της αναιρεσείουσας σε καταβολή στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο των συμφωνημένων αμοιβών του για το μελλοντικό, μετά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής (19-4-2005) και για μέχρι το χρόνο της καταβολής της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας, χρονικό διάστημα, με την αιτιολογία ότι πρόκειται για μη απαιτητούς μισθούς οι οποίοι δεν έχουν ως προϋπόθεση μόνο την διέλευση χρονικού σημείου με το οποίο συνδέονται, ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, αλλά τελούν υπό την αίρεση της δυνατότητας προσφοράς της εργασίας του αναιρεσιβλήτου.
Με την τελευταία αυτή κρίση του το Εφετείο παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος του αναιρετηρίου, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει, δηλαδή μόνον ως προς την ανωτέρω διάταξή της (την αφορώσα σε αγωγικές απαιτήσεις του αναιρεσείοντος για τον μετά την 19-4-2005 χρόνο), να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 106, 176 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, ως προς τη διάταξή της που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 2866/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ