Supreme Court dismisses appeal against conviction for smuggling undocumented migrants into Greece.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's appeal against a conviction for facilitating the illegal entry of twenty-three undocumented Indians into Greece. The appellant, a driver, was found guilty of violating Article 33 of Law 1975/1991 by transporting individuals without proper travel documents or police checks. The court upheld the lower court's detailed reasoning, finding the appellant's arguments regarding the legality of the transport and the sufficiency of evidence to be baseless.
Legislator headnote
AI generatedArt. 33 para. 4 of Law 1975/1991; The act of facilitating the transport of persons without valid travel documents or police checks constitutes a completed offense, and an appeal against a conviction based on clear evidence and proper legal reasoning must be dismissed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 88 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 88/2006
Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη - Εισηγητή και Φώτιο Καϋμενάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημοσθένη Κορδοπάτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου x1 κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Καρδάμη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 631/2003 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.
Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 26 Ιανουαρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 462/2004.
Αφού άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 4 του Ν. 1975/1991, Πλοίαρχοι ή Κυβερνήτες οποιουδήποτε πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και γενικά οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου, υποχρεούνται να μη δέχονται για μεταφορά και να λαμβάνουν κάθε μέτρο, που να αποκλείει τη μεταφορά στο εξωτερικό προσώπων, που δεν είναι εφοδιασμένα με τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα ή που δεν έχουν υποστεί τον κανονικό αστυνομικό έλεγχο.
Οι παραβάτες τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, δηλαδή με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων (100.000) έως ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών για κάθε μεταφερόμενο αλλοδαπό. Η ανωτέρω αξιόποινη πράξη θεωρείται τετελεσμένη, προκειμένου μεν για θαλάσσια και εναέρια μεταφορικά μέσα, εφόσον το πρόσωπο που επιβιβάσθηκε λάθρα βρίσκεται μέσα σ' αυτά κατά την έναρξη του προ του απόπλου ή της απογειώσεως ελέγχου από τα αρμόδια κρατικά όργανα ή μετά την άπαρση του πλοίου ή την απογείωση του αεροπλάνου, προκειμένου δε για άλλα μεταφορικά μέσα, εφόσον το πρόσωπο που αναχωρεί λάθρα βρίσκεται μέσα σ' αυτά κατά τον τελευταίο έλεγχο ή πλησίον των συνόρων.
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως αυτοτελές έγκλημα η, με οποιοδήποτε τρόπο, παρεχόμενη διευκόλυνση της μεταφοράς στο εξωτερικό προσώπων, τα οποία δεν είναι εφοδιασμένα με τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα ή δεν έχουν υποστεί τον κανονικό αστυνομικό έλεγχο. Εάν η διευκόλυνση της μεταφοράς στο εξωτερικό αφορά περισσότερα πρόσωπα υπάρχει πραγματική συρροή περισσοτέρων του ενός εγκλήματος, που πραγματώνεται με περισσότερες πράξεις, αφού κρίσιμο στοιχείο στην περίπτωση αυτή αποτελεί η διευκόλυνση κάθε συγκεκριμένου ατόμου ως αυτοτελούς μονάδος.
Θεωρείται δε τετελεσμένη η αξιόποινη πράξη της διευκόλυνσης μεταφοράς στο εξωτερικό προσώπου, στην περίπτωση που αυτή γίνεται από οδηγό αυτοκινήτου, εφόσον το πρόσωπο, που αναχωρεί λάθρα, βρίσκεται μέσα σ' αυτό κατά τον τελευταίο έλεγχο, ή πλησίον των συνόρων του ελληνικού Κράτους. Εξάλλου, η απαιτούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας, που την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος x1 στην .... και επί της οδού ..., που βρίσκεται πολύ κοντά στο λιμάνι εξωτερικού αυτής, στις 20-11-1998 και περί ώρα 20.30', ενώ ήταν οδηγός μεταφορικού μέσου, υποχρεούμενος να μη δέχεται για μεταφορά και να λαμβάνει κάθε μέτρο που να αποκλείει τη μεταφορά στο εξωτερικό προσώπων που δεν είναι εφοδιασμένα με τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα και δεν έχουν υποστεί κανονικό αστυνομικό έλεγχο, κατελήφθη να έχει επιβιβάσει στο υπ' αριθμ.
κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο (επικαθήμενο ψυγείο), ιδιοκτησίας της ο.Ε. "..." και σε ειδικά διασκευασμένο χώρο αυτού, τους αναφερόμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση είκοσι τρεις (23) ινδούς υπηκόους, οι οποίοι εστερούντο των απαιτούμενων ταξιδιωτικών εγγράφων. Τους εν λόγω ινδούς επιβίβασε ο ίδιος στο παραπάνω αυτοκίνητο τις απογευματινές ώρες της 18-11-1998 από διάφορες περιοχές των Αθηνών με σκοπό να τους μεταφέρει στην Ιταλία έναντι 1.200 δολλαρίων ΗΠΑ για έκαστο.
Έγιναν αντιληπτοί, όμως, ενώ ήταν μέσα στο ως άνω αυτοκίνητο και πλησίον του τελευταίου ελέγχου εξόδου από τη χώρα, δηλαδή στην .... και εγγύς του λιμένα εξωτερικού, όπου ανέμεναν το πλοίο προς αναχώρηση. Μάλιστα ο κατηγορούμενος (οδηγός), αν και αναζητήθηκε από τα αστυνομικά όργανα, εξαφανίστηκε προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη.
Να σημειωθεί ακόμη, ότι και τα εισιτήρια του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου είχαν εκδοθεί στο όνομα του κατηγορουμένου στο λιμάνι της ... . Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της παραβάσεως του άρθρου 33 παρ. 4 του Ν. 1975/1991 κατά συρροή και καταδίκασε αυτόν σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ για καθένα από τα είκοσι τρία (23) μεταφερόμενα πρόσωπα (λαθρομετανάστες) και συνολικά σε ποινή φυλάκισης εννέα (9) ετών και τεσσάρων (4) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς 4.40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης και σε χρηματική ποινή επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ.
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α', 27 παρ. 1, 94 ΠΚ και άρθρο 33 παρ. 4 του Ν. 1975/1991, σε συνδυασμό με την παρ. 1 του ίδιου άρθρου αυτού, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26 Ιανουαρίου 2004 αίτηση του x1 για αναίρεση της με αριθ. 631/2003 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια δέκα (210) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2005. Και,
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 11 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ