Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to cite specific appeal articles under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment rejecting his claims against the Greek State. The appellant argued that the lower court failed to examine specific appeal grounds and incorrectly applied succession laws regarding the State's liability. The court rejected these arguments because the appeal was vague, did not cite the specific appeal articles required by law, and relied on established facts without new evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific appeal articles and examine distinct issues; vague arguments or reliance on established facts without new evidence result in dismissal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 889 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 889/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ... που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ατομικά και ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας "... Α.Ε." και των θυγατρικών της, και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Σοφίας Διαμαντοπούλου, πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-9-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 61/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 870/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-5-2022 αίτησή του και τους από 16-9-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Τριανταφυλλιά Πατρώνα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 26.5.2022 και αριθ. εκθ. καταθ. 4200/455/26.5.2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα υπ'αριθ. 870/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Aθηνών, επί εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 61/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... η οποία απέρριψε τις συνεκδικασθείσες αγωγές του. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], θα ερευνηθεί δε περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτήν λόγων [άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ] συνεκδικαζόμενη με τους από 16.9.2022 πρόσθετους λόγους, οι οποίοι ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα με επίδοση του δικογράφου των στο αντίδικο [βλ. την υπ' αριθ. 10660Γ'/16.9.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου ……. Κ. Ζ. λόγω της συναφείας τους [άρθρ. 246, 569 ΚΠολΔ] .
Με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα διοικητικά δικαστήρια κατά την παραγ. 2 δε του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας όπως ο νόμος ορίζει.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 1406/1983 ορίζεται ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται στην εφαρμογή της νομοθεσίας, που αφορά, εκτός άλλων, και στις διοικητικές συμβάσεις. Διοικητικές συμβάσεις είναι εκείνες, στις οποίες ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ) έχουν αντικείμενο σχετικό με τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας ή εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό και προσθέτως η κατάρτιση και εκτέλεση τους διέπεται, έστω και εν μέρει, από κανόνες ιδιωτικού δικαίου ή περιέχουν νόμιμους όρους που εξασφαλίζουν υπέρ του συμβαλλομένου Δημοσίου (ή ΝΠΔΔ) δυνατότητες μονομερούς επέμβασης ή εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς.
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Δεν είναι άρα διοικητικές διαφορές ουσίες αλλά ιδιωτικές εκείνες που αναφύονται από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες συνάπτονται μεν με το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ), ανήκουν όμως από τη φύση τους στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζονται από αυτό, εφόσον δεν υπάγονται σε εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς.
Συνεπώς, διαφορές από τέτοιες συμβάσεις ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 475/2018, ΑΠ 1325/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 197 παρ. 1 ΚΔιοικ.Δ οι αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων παράγουν δεδικασμένο που δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια ως προς το ουσιαστικό ή δικονομικό διοικητικής φύσεως, ζήτημα που κρίθηκε, με αυτές, εφόσον τούτο τελεί σε άμεση και αναγκαία συνάρτηση προς το συμπέρασμα που με αυτές έγινε δεκτό.
Δεν καλύπτονται συνεπώς τα πλεοναστικά κριθέντα. (ΑΕΔ 18/2005) ή τα κριθέντα παρεμπιπτόντως. 'Έτσι οι αποφάσεις του ΣΤΕ και των διοικητικών δικαστηρίων, αν καταστούν απρόσβλητες, δημιουργούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο δεσμευτικό για τα πολιτικά δικαστήρια, μόνον επί του διοικητικής φύσεως ζητήματος που κρίθηκε κυρίως ή παρεμπιπτόντως προς θεμελίωση της κρίσης του σχετικά με το κύρος της διοικητικής πράξης (Ολ ΑΠ 39/1988, ΑΠ 302/2011), δεν αποτελούν δε δεδικασμένο ως προς τα ζητήματα ιδιωτικού δικαίου που παρεμπιπτόντως εξετάσθηκαν, για τα οποία έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια κατ'αρθρ.1 και 2 ΚΠλΔ (ΑΠ 1230/2022, 1690/2022, 20/2020).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 4 και 5 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως η περίπτωση 4 της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 22 του ν. 723/1977, που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, προκύπτει ότι η σχέση παροχής από δικηγόρο νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή, που θεωρείται και είναι σχέση απόλυτης προσωπικής εμπιστοσύνης, συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης έμμισθης εντολής η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αόριστου χρόνου και λύνεται, εκτός άλλων και με καταγγελία του εντολέα που είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία.
Όταν όμως για το προσωπικό του εντολέα ισχύει κανονισμός που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία τούτου, η καταγγελία εκ μέρους του εντολέα δεν μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, αλλά μόνο όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος. Σπουδαίο λόγο αποτελούν εκείνα τα γεγονότα, ή και ένα ακόμη μεμονωμένο γεγονός ή ορισμένη συμπεριφορά, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ` αντικειμενική κρίση σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να αξιωθεί η συνέχιση της σύμβασης από ένα των συμβαλλομένων, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος και γενικότερα υπαιτιότητας του αντισυμβαλλόμενου (Ολ.ΑΠ 10/1995, ΑΠ 935/2013).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ υφίσταται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο [ΑΠ750/2016].
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης [άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] συνάγεται ότι στην από 9.9.2013 αγωγή του ο ενάγων εξέθετε, καθ'ό μέρος ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, ότι τυγχάνει δικηγόρος από το 1998, με ποσοστό αναπηρίας 80% και κατόπιν προκήρυξης θέσεων δικηγόρου ΑΜΕΑ προσλήφθηκε και τοποθετήθηκε με σχέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου ως δικηγόρος με βάσει τις διατάξεις του ν. 2643/1998 στη Νομική Υπηρεσία της ...
ΑΕ στις 7.3.2003 σε προσωποπαγή θέση , υπογράφοντας την από 5.3.2003 σύμβαση, παρέχοντας έκτοτε τις νομικές υπηρεσίες του με μηνιαία αντιμισθία, η οποία το έτος 2013, που ετύγχανε δικηγόρος παρ'Αρείω Πάγω, ανέρχονταν στο ποσό των 2.432,10 ευρώ. 'Ότι η εργασιακή του σχέση διέπονταν από τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ...
ΑΕ, αφού ανήκε στο τακτικό προσωπικό της ... ΑΕ, οι αποδοχές του καθορίζονταν από τις εκάστοτε συλλογικές συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της και το ν. 2643/1998 έως το έτος 2013, που δυνάμει της ΟΙΚ 02/11.6.2013 Απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών με θέμα "Κατάργηση της Δημόσιας Επιχείρησης Ραδιοφωνία Τηλεόραση Α.
Ε. ... Α.Ε." διεκόπη η λειτουργία της και το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεων, μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, που κατέστη διάδοχός της, ενώ η διαχείριση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων καθώς και όλων εν γένει των υποθέσεων του Δημοσίου, ως διαδόχου της ...
ανετέθη σε Ειδικό Διαχειριστή, ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση της μετάδοσης των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και της λειτουργίας διαδικτυακών ιστοτόπων της καταργηθείσας ... ΑΕ έως τη σύσταση νέου ραδιοτηλεοπτικού φορέα και εγκρίθηκε η πρόσληψη προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου δύο μηνών για την κάλυψη κατεπειγουσών αναγκών . 'Ότι με την ως άνω ΚΥΑ καταγγέλθηκε η σύμβαση έμμισθης εντολής του [όπως και οι συμβάσεις εργασίας όλου του προσωπικού] χωρίς να του καταβληθεί αποζημίωση απολύσεως. 'Ότι η καταγγελία είναι άκυρη γιατί Α] η ως άνω ΚΥΑ πάσχει ακυρότητας ως αντικειμένη στις διατάξεις των άρθρων 44, 5 παρ.1, 22 παρ.1, 28 παρ.1 του Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όπως και η καταγγελία της συμβάσεώς του , η οποία δεν έγινε εγγράφως και δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, Β] γιατί δεν τηρήθηκε η νομοθεσία για τις ομαδικές απολύσεις, Γ ] γιατί δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις περί μεταβίβασης επιχείρησης, Δ] γιατί αντίκειται στο άρθρο 21 παρ. 6 του Συντάγματος και τον ν. 2643/1998, που προστατεύει τα άτομα με αναπηρία, Ε και ΣΤ] γιατί αντίκειται στα άρθρα 281 ΑΚ και 25 παρ.3 του Συντάγματος.
Συνεπώς το εναγόμενο του οφείλει για μισθούς υπερημερίας, λόγω άκυρης απόλυσης, του χρονικού διαστήματος από 12.6.2013 έως 11.6.2014 με βάση το μηνιαίο μισθό των 2.432,10 ευρώ το συνολικό ποσό των 29.185,20 ευρώ. Ζητούσε δε από το Ελληνικό Δημόσιο ως καθολικό διάδοχο της ... ΑΕ βάσει της ΚΥΑ 2/11.06.2013, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 11.6.2013 καταγγελίας της συμβάσεως έμμισθης εντολής, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με απειλή χρηματικής ποινής και μετά παραδεκτή μετατροπή του αιτήματος καταβολής μισθών υπερημερίας σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου προς καταβολή του ποσού των 29.185,40 με τον νόμιμο τόκο.
Με τη δεύτερη από 22.5.2018 αγωγή του ο αιτών αναφερόμενος στην ως άνω από 9.9.2013 πρώτη αγωγή του ζητούσε επί πλέον για μισθούς υπερημερίας μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, από 12.6.2014 έως 11.6.2015, το ποσό των 29.185,20 ευρώ μετά του ποσού των ασφαλιστικών του εισφορών του ιδίου χρονικού διαστήματος. Οι ως άνω αγωγές συνεκδικάσθηκαν και με την υπ'αριθ. 61/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκαν ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
Κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος και των προσθέτων λόγων αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι λόγω δεδικασμένου εκ της υπ' αριθ. 1091/2014 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία έκρινε νόμιμη και συνταγματική την κατάργηση της ... Α.Ε. και τη λύση των συμβάσεων του προσωπικού, τα αιτήματα των αγωγών είναι μη νόμιμα, αφού προϋποθέτουν άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εμμίσθου εντολής, που συνέδεε τον ενάγοντα με την ...
Α.Ε.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι: <<... από τα άρθρα 1, 2 και 3 της με αριθ. ΟΙΚ 02/11.6.2013 [ΦΕΚ Β'1414/11.6.2013] Κ.Υ.Α. του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης Ελληνική Ραδιοφωνία - Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία [... - Α.Ε.] που εκδόθηκε κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης με το άρθρο 14Β του ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί [Δ.Ε.Κ.Ο.]", όπως αυτό τροποποιήθηκε με τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 1 της από 31.12.2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 της από 10.6.2013 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Τροποποίηση διατάξεων του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005" [Α'139], ορίζονται τα ακόλουθα: "[Aρθρο ]1.
Η Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (...-ΑΕ), που ιδρύθηκε με τον ν. 1730/1987 (Α' 145) ως ενιαίος φορέας, καταργείται. Επίσης, καταργούνται οι θυγατρικές εταιρείες που έχουν συσταθεί από την ...-ΑΕ. 2. Η μετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, η κυκλοφορία εκδόσεων, η λειτουργία διαδικτυακών ιστότοπων όπως και κάθε άλλη δραστηριότητα της ...-ΑΕ και των θυγατρικών αυτής, διακόπτονται μετά το τέλος του κανονικού προγράμματος της 11ης Ιουνίου 2013 και έως τη σύσταση νέου φορέα" (άρθρο 2). "1.
Το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ... ΑΕ και των θυγατρικών της, περιλαμβανόμενων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεων μεταβιβάζονται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση της παρούσας και χωρίς καμία άλλη διατύπωση στο Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών. 2.
Το Δημόσιο καθίσταται διάδοχος του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο" (άρθρο 3). "1. Οι συμβάσεις εργασίας του απασχολούμενου με οποιονδήποτε τρόπο προσωπικού, όπως το τακτικό και έκτακτο προσωπικό καθώς και κάθε είδους συμβάσεις έργου ή εργασίας με εξωτερικούς ή άλλους συνεργάτες προγράμματος της ...-ΑΕ και των θυγατρικών εταιρειών της λύονται από τη δημοσίευση της παρούσας.
Για τις περιπτώσεις τις οποίες αφορά, η παρούσα απόφαση συνιστά και καταγγελία της ατομικής συμβάσεως εργασίας. 2. Το προσωπικό της προηγούμενης παραγράφου δικαιούται την νόμιμη κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αποζημίωση". Ακολούθως, με τις διατάξεις του άρθρου 72 του ν.4174/2013 [ΦΕΚ Α'170] ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα της καταβολής αποζημιώσεων προς τους εργαζομένους της Ε.Ρ.Τ.
Α.Ε. συνεπεία της λύσεως των σχέσεων εργασίας. Το προρρηθέν άρθρο [72] , όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 1 α και β του ν. 4262/2014 [ΦΕΚ Α 114/10.5.2014 και 183 παρ. 1 του ν. 4261/2014 [ΦΕΚ Α 107/5.3.2014] ορίζει ότι για τον υπολογισμό των ως άνω αποζημιώσεων "...εφαρμόζονται από 11.5.2013 οι διατάξεις του ν. 4024/2011 "Ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο", καθώς και προκειμένου για δημοσιογράφους οι διατάξεις της υπ'αριθ., ΥΑ 2/17805/0022 [Β 662/21.3.2013].
Η καταβολή των αποζημιώσεων αυτών θα γίνει τμηματικά σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Για τον υπολογισμό των παραπάνω αποζημιώσεων εφαρμόζεται η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/1967 αποκλειστικά για εκείνο το προσωπικό, που μέσα σε διάστημα τριών [3] ετών από την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης, θα απασχοληθεί με οποιοδήποτε τρόπο ή με οποιαδήποτε είδους σύμβαση έργου ή εργασίας σε οποιονδήποτε φορέα της Γενικής Κυβέρνησης με εξαίρεση το προσωπικό που θα απασχοληθεί καθ'οιονδήποτε τρόπο και με οποιουδήποτε είδους σύμβαση εργασίας από τον Ειδικό Διαχειριστή για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου.
Η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/1967 δεν εφαρμόζεται για το προσωπικό που δεν εμπίπτει στη ρύθμιση του προηγουμένου εδαφίου ...Με εξαίρεση τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο οι διατάξεις του ν.4024/2011 δεν εφαρμόζονται από τότε που ίσχυσαν για το σύνολο του προσωπικού και των εν γένει απασχολούμενων της καταργηθείσας ...
Α.Ε....>>. Δέχεται ακόμη η αναιρεσιβαλλομένη ότι οι ένδικες αγωγές του αναιρεσείοντος παραδεκτά εισάγονται για να συζητηθούν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, στη δικαιοδοσία των οποίων υπάγονται, αφού αντικείμενο της δίκης είναι αξιώσεις που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου λόγω της επικαλούμενης ακυρότητας της καταγγελίας.
Συγεκριμένα, η εργασιακή σχέση εκ της οποίας προέκυψε η ένδικη διαφορά είναι σχέση διεπόμενη από ιδιωτικό [κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή] και όχι από το δημόσιο δίκαιο, συνεπώς οι αναφυόμενες από σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. 'Οτι τα αιτήματα της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας, της αποδοχής των υπηρεσιών του και καταβολής μισθών υπερημερίας είναι μη νόμιμα, <<διότι όλοι οι λόγοι που επικαλείται ο ενάγων σχετικά με την ακυρότητα της ΚΥΑ, με την οποία καταργήθηκε η ...
ΑΕ και της συνεχόμενης με αυτή ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του έχουν ήδη εξετασθεί από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας στα πλαίσια σχετικής ανοιγείσας δίκης επ'αφορμή της αίτησης ακύρωσης της υπ'αριθ. 02/11.6.2013 Κ.Υ.Α. που άσκησε η ΠΟΣΠ... και έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, το οποίο δεσμεύει και τούτο το πολιτικό Δικαστήριο.
Ειδικότερα δυνάμει της υπ'αριθ. 1091/2014 απόφασης της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε αμετάκλητα ότι η υπ'αριθ. 02/11.6.2013 Κ.Υ.Α. που κατήργησε την ... Α.Ε. και έλυσε τις συμβάσεις εργασίας, του, με οποιονδήποτε τρόπο, απασχολούμενου στην ... ΑΕ και στις θυγατρικές της προσωπικού ...άρα και του ενάγοντος , είναι νόμιμη και συνταγματική, με την αιτιολογία ότι η κατάργηση του ως άνω νομικού προσώπου έγινε κατ'ενάσκηση κανονιστικής αρμοδιότητας, η οποία παρασχέθηκε στην κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, συνεπώς κατέληξε το ΣτΕ, τόσο η κατάργηση της ...
Α.Ε. όσο και η συγκατάργηση των υφισταμένων συμβάσεων εργασίας απάντων των απασχολουμένων έχουν λάβει χώρα δυνάμει του κανόνα δικαίου που ενσωματώνεται στην ως άνω Κ.Υ.Α.. Στην υπό κρίση περίπτωση προσβάλλεται το κύρος της γενόμενης καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος που στηρίζεται στην κατά τον ενάγοντα ακυρότητα της ως άνω Κ.Υ.Α.
και αξιώνεται η συνεπεία αυτής [άκυρης καταγγελίας] καταβολή μισθών υπερημερίας και απασχόλησής του με το ίδιο καθεστώς που ίσχυε προ της λύσης της σύμβασης εργασίας του. Το ως άνω προδικαστικό ζήτημα, που κρίθηκε ήδη στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας δυνάμει της προαναφερόμενης 1901/2014 απόφασής του, το δεδικασμένο της οποίας [επί του ως άνω προδικαστικού ζητήματος του κύρους της Κ.Υ.Α.
δυνάμει της οποίας καταργήθηκε η ... Α.Ε] δεσμεύει και τα πολιτικά δικαστήρια , ως προς τα διαλαμβανόμενα σ'αυτήν κριθέντα παρεμπιπτόντως διοικητικής φύσεως ζητήματα, τα οποία αποτελούν προδικαστικά ζητήματα σε τούτη την εκκρεμή πολιτική δίκη [δεδομένου ότι τα τακτικά πολιτικά δικαστήρια κατά τη διάταξη του άρθρου 2 ΚΠολΔ έχουν τη δυνατότητα παρεμπίπτουσας έρευνας του κύρους και της νομιμότητας των πράξεων της Διοίκησης, η οποία δυνατότητα υφίσταται όταν δεν έχουν αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί απόφαση του ΣτΕ περί του κύρους των πράξεων της Διοίκησης...] . 'Οσον αφορά τα όσα ισχυρίζεται ο ενάγων περί ανυπαρξίας δεδικασμένου από την ως άνω 1091/2014 απόφαση του ΣτΕ που να δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο, καθόσον η ως άνω απόφαση εκδόθηκε επ'αφορμή αίτησης ακύρωσης της υπ' αριθ. 02/11.6.2013 Κ.Υ.Α, που άσκησαν η ΠΟΣΠ...
και ότι στη δίκη που ανοίχθηκε με την ανωτέρω αίτηση ακύρωσης ο ίδιος δεν ήταν διάδικος, κρίνονται απορριπτέα ως κατ'ουσίαν αβάσιμα, δεδομένου ότι η ως άνω απόφαση [1091/2014] του ΣτΕ έκρινε ως κύριο ζήτημα το κύρος της υπ'αριθ. 02/11.6.2013 Κ.Υ.Α. δυνάμει της οποίας καταργήθηκε η ... ΑΕ με αποτέλεσμα να καταγγελθούν όλες οι συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων σ'αυτήν συμπεριλαμβανομένου και του ενάγοντος και αποτελεί ήδη προδικαστικό ζήτημα σ'αυτή την εκκρεμή πολιτική δίκη.
Επιπροσθέτως ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί ακυρότητος της ως άνω Κ.Υ.Α. ως προς αυτόν που προσλήφθηκε ως άτομο προστατευόμενο από το ν. 2643/1998, γεγονός που καθστά καταχρηστική την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι απορριπτέος, διότι κατά τα προεκτεθέντα η κατάργηση της ... ΑΕ με τη συνεπακόλουθη συγκατάργηση των υφισταμένων συμβάσεων εργασίας απάντων των εργαζομένων σ'αυτήν , μεταξύ των οποίων και της συμβάσεως εμμίσθου εντολής του ενάγοντος, έγινε κατ'ενάσκηση κανονιστικής αρμοδιότητας , η οποία παρασχέθηκε στην κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, για την ικανοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος.
Περαιτέρω, ο ενάγων επικαλείται ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης αφενός μεν διότι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, αφετέρου δε διότι οι καταβληθείσες στον τραπεζικό λογαριασμό μισθοδοσίας του τέσσερεις μηνιαίες ακαθάριστες αποδοχές σε δύο δόσεις δεν συνιστούν νόμιμη εφάπαξ με την απόλυσή του καταβολή αποζημίωσης, όπως ορίζουν οι διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, ούτε συνιστούν εξόφληση του συνόλου της δικαιούμενης νόμιμης αποζημίωσης του.
Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που ο ενάγων επικαλείται ακυρότητα της εργασιακής του σύμβασης, γιατί δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος είναι απορριπτέος δεδομένου ότι η καταγγελία της επίδικης εργασιακής σύμβασης έλαβε χώρα δυνάμει της ως άνω υπ'αριθ. 02/11.06.2013 Κ.Υ.Α....που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β.1414/11.06.2013 και όχι με πρωτοβουλία του εργοδότη του που ήταν η ...
ΑΕ, οπότε και μόνο στην τελευταία περίπτωση θα έπρεπε η καταγγελία για να είναι έγκυρη να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου στο οποίο να δηλώνεται με σαφήνεια η δήλωση βούλησης του εργοδότη περί καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης. Κατά το μέρος δε που επικαλείται ακυρότητα της επίδικης εργασιακής σύμβασης γιατί δεν καταβλήθηκε σ'αυτόν εφάπαξ η νόμιμη αποζημιωση, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 94 παρ 1 του ν. 3025/1954, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος καθόσον η ανωτέρω διάταξη , όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της με το Ν 4194/2013 ουδόλως προβλέπει σε περίπτωση μη καταβολής εφάπαξ του ποσού της αποζημίωσης την ακυρότητα της καταγγελίας της έμμισθης εντολής.
Με βάση τα παραπάνω εφόσον η κατάργηση της ... και η λύση των συμβάσεων εργασίας των απασχολουμένων σ'αυτήν κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου νόμιμη και συνταγματική, η ένδικη καταγγελία έλαβε χώρα με νόμιμο τρόπο και συνεπώς δεν υφίστανται οι συνέπειες της υπερημερίας λόγω ακυρότητάς της. Γι' αυτό και τα αιτήματα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος, της αποδοχής των υπηρεσιών του και καταβολής μισθών υπερημερίας και ασφαλιστικών εισφορών, είναι κατά τα προεκτεθέντα απορριπτέα ως νόμω αβάσιμα.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέστη διάδοχος του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ... και των θυγατρικών της και του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αυτών που είχαν νόμιμα δημιουργηθεί μέχρι την κατάργηση των εν λόγω νομικών προσώπων, στα οποία δεν περιλαμβάνονται οι ένδικες αξιώσεις.
Σε κάθε περίπτωση , τα παραπάνω αιτήματα είναι νόμω αβάσιμα διότι η κατάργηση της ... Α.Ε. ήταν επιλογή του νομοθέτη και της κανονιστικώς δρώσας Διοίκησης, που εξυπηρετούσε λόγους δημοσίου συμφέροντος, έγινε πέραν των δημοσιονομικών λόγων , με σκοπό να ιδρυθεί νέος φορέας δημόσιας ραδιοτηλεόρασης , η οποία [επιλογή] κρίθηκε νόμιμη και συνταγματική και επομένως δεν μπορεί να θεμελιωθεί οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα>>.
Με τις ως άνω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως προς την επίδικη διαφορά και ειδικότερα ως προς την υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου για αποδοχή των παρεχομένων υπηρεσιών του και την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας που αιτείται, με την κρίση ότι λόγω της νομιμότητας της καταγγελίας δεν υφίστανται συνέπειες υπερημερίας και ο αναιρεσείων δεν δικαιούται τους επίδικους μισθούς, που προϋποθέτουν άκυρη απόλυση, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις περί δεδικασμένου των άρθρων 321 έως 324 ΚΠολΔ , αφού το προδικαστικό ζήτημα της παρούσας δίκης δηλαδή το κύρος της πράξης με την οποία καταργήθηκε η ...
ΑΕ [ΚΥΑ Οικ 02/11.6.2013] και λύθηκαν οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της κρίθηκε δυνάμει της υπ'αριθ. 1901/2014 αποφάσεως της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας δηλαδή κρίθηκε ότι η κατάργηση της ... Α.Ε. και των θυγατρικών της εταιρειών συνιστά κανονιστική διοικητική πράξη δεδομένου ότι καταργείται και παύει να λειτουργεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που ανήκει στο κράτος και του έχει ανατεθεί η παροχή δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας, και η λύση των συμβάσεων του προσωπικού συνιστά μονομερή επέμβαση στις συμβατικές σχέσεις, απολύτως συναρτώμενη με τις ρυθμίσεις περί κατάργησης της ...
Α,Ε, και της από 11.6.2013 διακοπής των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και κάθε άλλης δραστηριότητας, δημιουργεί δεδικασμένο, που δεσμεύει και το πολιτικό δικαστήριο, που είναι αρμόδιο για την ένδικη διαφορά.
Συνεπώς, η καταγγελία της συμβάσεως εμμίσθου εντολής έλαβε χώρα με νόμιμο τρόπο, αφού καθίστατο αδύνατη η παροχή των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος, δεν υφίστανται οι συνέπειες της υπερημερίας και τα αιτήματα καταβολής μισθών υπερημερίας και ασφαλιστικών εισφορών λόγω ακύρου καταγγελίας είναι αβάσιμα.
Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το σκέλος με αριθ. Α σε συνδ. με τον τρίτο αναιρετικό λόγο εκ του αριθ. 559 αριθ. 16, ως λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη [και όχι εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559, που επικαλείται ο αιτών] με τους οποίους ο τελευταίος υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το Μονομελές Εφετείο εφάρμοσε τις διατάξεις περί δεδικασμένου, κρίνοντας ότι δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας λόγω της εγκυρότητας της καταγγελίας είναι αβάσιμος και πρέπει ν'απορριφθεί.
Οι πλημμέλειες που αποδίδονται από μη τήρηση εγγράφου τύπου στην καταγγελία της συμβάσεως και μη καταβολής εφάπαξ της αποζημίωσης απολύσεως [άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ] είναι αβάσιμες, αφού πλην του ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο της απόφασης του ΣΤΕ, ορθά έκρινε το Μονομελές Εφετείο ότι ο αιτών έλαβε γνώση της ΚΥΑ 02/11.6.2013 με τη δημοσίευσή της στο ΦΕΚ Β 1414/11.06.2013, με την οποία λύνονταν η σύμβαση εργασίας του, ενώ ως προς την αποζημίωση απολύσεως η, μη εφάπαξ, καταβολή της δεν συνεπάγεται κατά τον νόμο ακυρότητας της καταγγελίας.
Με τον ίδιο ως άνω πρώτο αναιρετικό λόγο ο αιτών επικαλείται ακόμη πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ δηλαδή ότι το Δικαστήριο άφησε αδίκαστο το αίτημα ακυρότητος της καταγγελίας και λύσης της σύμβασης εργασίας του Β] λόγω μη τήρησης της νομοθεσίας για τις ομαδικές απολύσεις [άρθρ. 1 και 6 παρ. 1 του ν. 1387/1983 και της Οδηγίας 98/59 ΕΚ [άρθρο 2] του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης της 20.7.1998, Γ] λόγω αντίθεσης στις διατάξεις της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ [άρθρο 4] "περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων" και σε εκείνες του Π.Δ. 178/2002 [άρθρο 4 και 5 ] που απαγορεύουν την απόλυση των εργαζομένων ενόψει μεταβίβασης επιχειρήσεως, Δα] ως αντικειμένη στο άρθρο 21 παρ. 6 του Συντάγματος και για την επαγγελματική προστασία των ΑΜΕΑ, Δβ και ΣΤ] ως αντικειμένη στο άρθρο 11 του βν. 2643/1998 για την επαγγελματική προστασία των ΑΜΕΑ και την έκδοση απόφασης της Επιτροπής του άρθρου 9 του ν. 2643/1998, Ε] λόγω καταχρηστικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του ως αντικειμένη στο άρθρο 281 ΑΚ.
Οι λόγοι αυτοί αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού προϋποθέτουν την ανυπαρξία του δεδικασμένου, που κρίθηκε ως άνω και τη συνέχιση της λειτουργίας της ... Α.Ε. Πλην τούτου από το περιεχόμενο της απόφασης συνάγεται ότι το Δικαστήριο απέρριψε στο σύνολό τους τους λόγους έφεσης ως προς όλα τα αιτήματα, έστω και αν δεν περιέλαβε ειδική αιτιολογία και κατά συνέπεια δεν παρέμειναν αιτήσεις αδίκαστες .
Με τον δεύτερο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι έσφαλε δεχόμενη την ύπαρξη δεδικασμένου από την υπ' αριθ. 1901/2013 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς τη νομιμότητα της λύσης της συμβάσεως εμμίσθου εντολής , που τον συνέδεε με την ... Α.Ε., αφού το δεδικασμένο αφορά μόνο την κατάργηση της ...
Α.Ε. Και ο λόγος αυτός, εκ του αριθ. 16 [του άρθρου 559 ΚΠολΔ], είναι απαράδεκτος αφού κατά την 1901/2013 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας η κατάργηση της ... Α.Ε. και των θυγατρικών της συνιστά κανονιστική διοικητική πράξη δεδομένου ότι καταργείται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που ανήκει στο κράτος και του έχει ανατεθεί η παροχή της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας, ενώ συνιστά κανονιστική διοικητική πράξη και κατά το μέρος που ορίζει ότι από τη δημοσίευσή της λύονται οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού, διότι η ρύθμιση αυτή συνιστά μονομερή επέμβαση στις ανωτέρω συμβατικές σχέσεις απολύτως συναρτώμενη με τις ρυθμίσεις της ίδιας πράξης, δημιουργώντας δεδικασμένο δεσμευτικό σχετικά με την εγκυρότητα της καταγγελίας.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε α] τις διατάξεις το άρθρο 21 παρ. 6 του Συντάγματος, αφού ως άτομο με αναπηρία δικαιούται να απολαμβάνει της προστασίας της εργασίας του, β] τις διατάξεις του νόμου περί ομαδικών απολύσεων [ν. 1387/1983 και Οδηγία 98/59/ΕΚ παρ. 2] και γ] τις διατάξεις περί μεταβίβασης επιχείρησης [άρθρ. 4 και 5 Π.Δ. 178/2002 και Οδηγία 2001/23/ΕΚ, αφού ουσιαστικά υπήρξε μεταβίβαση επιχείρησης από την ...
στο Ελληνικό Δημόσιο, διατηρουμένης της ... ΑΕ ως οικονομικής μονάδας. Οι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, αφού, όπως αναφέρεται ως άνω, προϋποθέτουν τη συνέχιση της λειτουργίας της ... Α.Ε. Ουσιαστικά δε, βάλλουν κατά της κατάργησης της τελευταίας, παρότι έχει κριθεί με ισχύ δεδικασμένου με την ως άνω απόφαση του ΣτΕ η νομιμότητα της υπ' αριθ.
ΟΙΚ.02/11/6/2013 ΚΥΑ. Με τον τέταρτο λόγο ο αιτών επικαλούμενος πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559, υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέστη διάδοχος του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ... και των θυγατρικών της και του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είχαν δημιουργηθεί μέχρι την κατάργηση των εν λόγω νομικών προσώπων, στα οποία δεν περιλαμβάνονται οι ένδικες αξιώσεις.
Και ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται δεδομένου ότι τα ως άνω αποτελούν επάλληλη αιτιολογία, αφού το Δικαστήριο έκρινε μη νόμιμες τις απαιτήσεις του.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται, μόνον, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003).
Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 455/2021, 869/2018, 323/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο ο αιτών επικαλείται πλημμέλεια εκ του αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφερόμενος στην μη εκδίκαση από το Μονομελές Εφετείο του πέμπτου και έκτου λόγου της έφεσής του , οι οποίοι όπως εκθέτει σχετίζονται με τη νομιμότητα των ενδίκων απαιτήσεών του, χωρίς να εκθέτει στο αναιρετήριο το περιεχόμενό τους.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος αφού αναφέρεται σε λόγους έφεσης εκ της μη αναφοράς των οποίων δεν μπορεί να εκτιμηθεί αν θεμελιώνεται λόγος εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω ο αιτών με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια εκ του λόγου με αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι η κρίση αυτής ότι "το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατέστη διάδοχος του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ...
και των θυγατρικών της και του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αυτών που είχαν νόμιμα δημιουργηθεί μέχρι την κατάργηση των εν λόγω νομικών προσώπων, στα οποία δεν περιλαμβάνονται οι ως άνω ένδικες αξιώσεις , έσφαλε αφού με βάσει την ΚΥΑ ΟΙΚ 2/11.6.2013, όπως και στην αγωγή του εκθέτει, το Ελληνικό Δημόσιο καθίσταται οιονεί καθολικός διάδοχος του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της καταργηθείσης ...
ΑΕ σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο και μάλιστα χωρίς εξαιρέσεις , αφού ρητά ορίζεται σε αυτήν ότι οι πάσης φύσεως υποχρεώσεις της ... Α.Ε. μεταβιβάζονται στο Ελληνικό Δημόσιο. Ο λόγος αυτός που συνιστά πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, [και όχι του λόγου εκ του αριθ. 14], αφού αναφέρεται σε εσφαλμένη εφαρμογή της ως άνω διατάξεως της ΚΥΑ αλυσιτελώς προβάλλεται γιατί, πρόκειται για επάλληλη αιτιολογία και επί πλέον ως προς τη νομιμότητα των απαιτήσεων υφίσταται δέσμευση από το δεδικασμένο.
Μετά από αυτά η από 26.5.2022 αίτηση αναιρέσεως και οι από 16.9.2022 πρόσθετοι λόγοι, που τη συμπληρώνουν, πρέπει ν'απορριφθούν στο σύνολό τους και τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα , κατά το βάσιμο αίτημά του , μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της 134423 από 8.12.1992/20.1.1993 ΚΥΑ , κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό. .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.5.2022 αίτηση αναιρέσεως και τους από 16.9.2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου στον αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων [300] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ