Legislator Case Law & Legislation
889/2023 AI generated

Supreme Court orders second instance trial on merits after rejecting second revocation request.

Case Number 889/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece rejected the appellant's request to revoke the lower court's decision to keep the case for substantive trial. The appellant had previously challenged a first-instance judgment, which was revoked and remitted for retrial, but the appellate court's subsequent revocation of its own remittal order was also challenged. The court ruled that under the Civil Procedure Code, when a second revocation order is issued for the same case, the Supreme Court must retain jurisdiction and decide the case on its merits rather than immediately remitting it again.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580 para. 3, 570 para. 2, and 581 para. 2 of the Code of Civil Procedure; When the Supreme Court issues a second revocation order for the same case, it must retain jurisdiction and decide the case on its merits, acting as a second-instance court.

Keywords

AI generated
second revocation order substantive trial Supreme Court jurisdiction Civil Procedure Code remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 570 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 581 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 889 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 889/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του καλούντος - εκκαλούντος - ενάγοντος - αναιρεσείοντος: Ν. Α. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπανικολάου, o oποίος δήλωσε ότι διορθώνει την επωνυμία της αναιρεσίβλητης σε "Α. Α. Ε. - Ε. - Τ. - Ε. - Β. - Ο. Υ. Κ. Μ." και κατέθεσε προτάσεις.

Της καθ ης η κλήση - εφεσίβλητης - εναγόμενης - αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "….", ήδη με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο ….. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. Α..Ε..", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Κομματά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2007 αγωγή του ήδη εκκαλούντος - καλούντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3049/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 2564/2012 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 381/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Κατόπιν αυτής το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3441/2017 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζήτησε ο καλών - εκκαλών - ενάγων με την από 16-4-2018 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 593/2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία την αναίρεσε και κράτησε την υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαια, σε νέα συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 9-7-2021 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 9-7-2021 κλήση του εκκαλούντος-ενάγοντος- αναιρεσείοντος νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η από 27-1-2010 και με αριθ. κατ. 967/4-2-2010 έφεση αυτού κατά της με αριθ. 3049/22-12-2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της με αριθ. 593/2021 δεύτερης αναιρετικής απόφασης του δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η με αριθ. 3441/7-7-2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3, 570 παρ. 2 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση στην ουσία της, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. γ' ΚΠολΔ υποχρέωσης του Αρείου Πάγου για εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσία μετά τη δεύτερη αναίρεση, θα πρέπει μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας (ΑΠ 1700/2022, ΑΠ 947/2021, ΑΠ 930/2019).

Στην περίπτωση αυτή, η υπόθεση εισάγεται στο ίδιο τμήμα, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 ΚΠολΔ. Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει την υπόθεση κατ' ουσία, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 524 παρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Μπορεί δηλαδή να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη, μετά την αναίρεση, συζήτηση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 1700/2022, ΑΠ 1196/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η κρινόμενη υπόθεση είχε την ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή: Με την από 25-9-2007 και με αριθ. κατ. 233848/2007 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "Π.

Α..Ε..", της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος τυγχάνει με απορρόφηση η αναιρεσίβλητη, ως χειριστής αυτοκινήτου γερανού για το χρονικό διάστημα από 11-3-1977 έως 31-5-2007, οπότε και αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του με τη συγκατάθεση της τελευταίας, λόγω πλήρους συνταξιοδότησης. Ζήτησε δε να του επιδικασθούν για διαφορές αποδοχών 14.512 ευρώ, αντίτιμο φιάλης γάλακτος 1.293 ευρώ, επίδομα ενοικίου 15.894 ευρώ, πρόσθετη εργασία βοηθού χειριστή 19.137 ευρώ που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-5-2007, ιδιόρρυθμες υπερωρίες 585 ωρών, 11.432 ευρώ, για το διάστημα από 1-1-2002 έως 30-9-2005, υπερεργασία 680 ωρών, 12.818 ευρώ για το διάστημα από 1-10-2005 έως 31-5-2007, παράνομες υπερωρίες 4.305 ωρών, 138.300 ευρώ για το διάστημα από 1-1-2002 έως 31-5-2007, εργασία για Σάββατα 23.427 ευρώ, απασχόληση κατά τη διάρκεια Κυριακών και μη παροχή αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης, 10.248 ευρώ, απασχόληση κατά τη διάρκεια εξαιρετέων ημερών 6.181 ευρώ για το διάστημα από 1-1-2002 έως 31-5-2007, διαφορές αποδοχών και επιδομάτων αδείας 96.236 ευρώ, καθώς και διαφορές επιδομάτων εορτών ετών 2002 έως 2007 37.502 ευρώ και διαφορές αποζημίωσης απόλυσης 41.814 ευρώ, συνολικά δε για τις άνω αιτίες το ποσό των 428.794 ευρώ κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας, άλλως με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθ. 3049/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία: 1) απορρίφθηκαν α) ως αόριστα τα κεφάλαια για ιδιόρρυθμες υπερωρίες, υπερεργασία, παράνομες υπερωρίες, β) ως μη νόμιμα, αλλά και ως αόριστα τα κεφάλαια για εργασία κατά τα Σάββατα, παράνομες υπερωρίες από τη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, γ) ως μη νόμιμα τα κεφάλαια για διαφορές αποδοχών και επιδομάτων αδείας και επιδομάτων εορτών, δ) ως αβάσιμα κατ' ουσίαν τα κεφάλαια για επίδομα ενοικίου, πρόσθετη εργασία και εργασία κατά τις Κυριακές και 2) έγιναν δεκτές εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμες οι αγωγικές αξιώσεις από τη σύμβαση εργασίας, για διαφορές αποδοχών και αντίτιμο γάλακτος για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-5-2007, καθώς και αξιώσεις με βάση τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό για εργασία κατά τις αργίες και εξαιρετέες ημέρες των ετών 2003 έως και 2007 και επιδικάσθηκαν για τις αιτίες αυτές τα ποσά των 9.612 ευρώ, 1.293 ευρώ και 1.914,05 ευρώ, αντίστοιχα και συνολικά το ποσό των 12.819,05 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 27-1-2010 έφεση και τους διαλαμβανόμενους στις από 9-12-2011 έγγραφες προτάσεις του πρόσθετους λόγους αυτής, παραπονούμενος τόσο για τα κονδύλια που απορρίφθηκαν, όσο και για εκείνα των διαφορών για μισθούς και εργασία κατά τις εξαιρετέες ημέρες, για τα οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του.

Επίσης άσκησε και η εναγομένη με τις προτάσεις της αντέφεση, ως προς τα κονδύλια των διαφορών αποδοχών και αντιτίμου φιάλης γάλακτος. Επί των άνω έφεσης και αντέφεσης εκδόθηκε η με αριθ. 2564/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού τις συνεκδίκασε: α) απέρριψε την έφεση και την αντέφεση ως προς τα κεφάλαια των διαφορών αποδοχών, αντιτίμου φιάλης γάλακτος και εργασίας κατά τις εξαιρετέες ημέρες , επιπλέον των όσων επιδικάσθηκαν πρωτοδίκως και έτσι επικυρώθηκε κατά το μέρος αυτό και για το ποσό των 12.819,05 ευρώ η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και β) κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά τα κεφάλαια που αφορούσαν αμοιβές για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, παράνομες υπερωρίες, διαφορές δώρων εορτών, αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας, καθώς και αποζημίωσης απόλυσης, που κρίθηκαν ορισμένα και νόμιμα και στη συνέχεια, αφού κρατήθηκε η αγωγή κατά το άνω μέρος της:

α) απορρίφθηκαν τα κονδύλια που αφορούσαν αμοιβές για εργασία κατά τα Σάββατα, Κυριακές, εξαιρετέες ημέρες (επιπλέον όσων επιδικάσθηκαν πρωτοδίκως, ως προς αυτές), υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή εργασία ως αβάσιμα κατ' ουσίαν και 2) έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, για τα κονδύλια που αφορούσαν αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας, επιδόματα εορτών και αποζημίωση απόλυσης και επιδίκασε στον ενάγοντα για τις αιτίες αυτές το συνολικό ποσό των 12.199,81 ευρώ και μετά από εξαφάνιση της απόφασης για το ενιαίο της εκτέλεσης το ποσό των 25.018,86 (12.199,81 + 12.819,05) ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής του Εφετείου ο ενάγων άσκησε την από 30-10-2012 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 381/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), ως προς τα κονδύλια που αφορούσαν αμοιβή της εργασίας που παρασχέθηκε κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές και ημέρες αργίας (πλέον όσων επιδικάσθηκαν πρωτοδίκως ως προς αυτές), υπερεργασία, ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή απασχόληση και ως αρρήκτως συνδεδεμένα με τα κονδύλια αυτά και τις αξιώσεις για επιδίκαση επιδομάτων εορτών, αποδοχών αδείας, επιδόματος αδείας και αποζημίωσης απόλυσης και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, ενώ η απόφαση κατέστη αμετάκλητη ως προς τα κονδύλια των διαφορών μισθών, ποσού 9.612 ευρώ, του αντιτίμου φιάλης γάλακτος, ποσού 1.293 ευρώ και των εξαιρετέων ημερών, ποσού 1.914,05 ευρώ και συνολικά του ποσού των 12.819,05 ευρώ, ως προς τα οποία δεν προσβλήθηκε με αναίρεση.

Με τη με αριθ. 3441/2017 απόφασή του το Εφετείο Αθηνών, ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, κατά το, ως άνω, αναιρεθέν μέρος της, εξαφάνισε κατά το μέρος αυτό την, ως άνω, εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την αγωγή, δέχθηκε ότι: α) ο ενάγων πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από Ιούλιο 2003 μέχρι Μάρτιο 2007, 89 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, 4 ώρες υπερεργασίας και 356 ώρες παράνομης υπερωρίας, εργάσθηκε 25 Σάββατα και 4 Κυριακές, για τις οποίες αιτίες δικαιούται συνολική αμοιβή 11.572,708 ευρώ, για την οποία, κατά μερική παραδοχή της ένστασης εξόφλησης που είχε υποβάλει η εναγομένη, ως προς το ποσό των 10.802,97 ευρώ, επιδίκασε το συνολικό ποσό των 769,73 ευρώ, 2) έκανε εν μέρει δεκτά τα αιτήματα καταβολής αποδοχών αδείας και επιδομάτων αδείας των ετών 2002 έως 2007, για το συνολικό ποσό των 8.813,115 (7.973,53 + 830,99), των επιδομάτων εορτών, Χριστουγέννων και Πάσχα, των ετών 2002 έως 2007 για το ποσό των 1.214,70 ευρώ και διαφοράς αποζημίωσης απόλυσης, για το ποσό των 1.707,20 ευρώ, επιδικάζοντας συνολικά για όλες τις άνω αιτίες το ποσό των 12.491,15 ευρώ.

Κατά της, ως άνω, με αριθ.3441/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο ενάγων - αναιρεσείων άσκησε την από 16-4-2018 και με αριθ. κατ. 4868/23-5-2018 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 593/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση έγιναν δεκτοί οι πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, τρίτος, όγδοος και ένατος λόγοι αναίρεσης για τις πλημμέλειες:

α) του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία της εναγομένης, όσον αφορά τον αριθμό των ωρών υπερεργασίας, ιδιόρρυθμης υπερωρίας και παράνομης υπερωρίας, που πραγματοποίησε ο ενάγων (πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του), β) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 5 α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 4 παρ. 1 και 3 ν. 1346/1983 και του άρθρου 6 της από 26-1- 1977 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που κυρώθηκε με το άρθρο 8 ν. 543/1977, του άρθρου 6 της από 23-5-2005 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

και του άρθρου 6 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. που κυρώθηκε με το ν. 133/1975, επειδή επιδίκασε λιγότερα ημερομίσθια από τα προβλεπόμενα στις εν λόγω διατάξεις για αποδοχές αδείας των ετών 2002 έως και 2007 (τρίτος λόγος αναίρεσης), γ) του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 5 α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκαν με τις παρ. 1 και 3 του άρθρου 1 ν. 1346/1983, του άρθρου 6 της από 26-1-1977 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

και του άρθρου 2 παρ. 3 α.ν. 539/1945, επειδή στις ημέρες αδείας που έλαβε αυτούσια ο ενάγων κατά το έτος 2005 υπολόγισε και Σάββατα και εξαιρετέες ημέρες (όγδοος λόγος) και δ) του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παράβαση των ουσιαστικού διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 παρ. 1 και 2 της Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας με αριθ. 19040/1981 (ΦΕΚ 742 Β της 9-12-1981), εκδοθείσας δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 1082/1980 και του α.ν. 1777/1951, που κυρώθηκε με το ν. 1901/1951, επειδή για τον προσδιορισμό των επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα δεν συνυπολόγισε στις τακτικές αποδοχές του ενάγοντος και το επίδομα αδείας (ένατος λόγος).

Αντίθετα, με την, ως άνω, αναιρετική απόφαση απορρίφθηκε, ως αβάσιμος, μεταξύ άλλων, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια ότι το Εφετείο διέλαβε ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες, σε σχέση με το ζήτημα της μερικής εξόφλησης των αγωγικών απαιτήσεων για τις ώρες υπερεργασίας, ιδιόρρυθμης υπερωρίας και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, καθόσον κρίθηκε ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο τη μερική εξόφληση των εν λόγω αγωγικών απαιτήσεων με τη διαλαμβανόμενη σ' αυτό αιτιολογία, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης.

Κατόπιν των παραπάνω, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα κεφάλαιά της, που αφορούν αξιώσεις του ενάγοντος για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωρία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση, τον τρόπο υπολογισμού των ημερομισθίων για την εξεύρεση των αποδοχών αδείας του επίδικου χρονικού διαστήματος των ετών 2002 έως 2007, τον τρόπο υπολογισμού των ημερών αδείας, που έλαβε αυτούσιες ο ενάγων κατά το έτος 2005 και τον τρόπο υπολογισμού των επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα του επιδίκου χρονικού διαστήματος, με το συνυπολογισμό στις τακτικές αποδοχές του και του επιδόματος αδείας.

Ενόψει δε του ότι επρόκειτο για δεύτερη αναίρεση, η υπόθεση κρατήθηκε από τον Άρειο Πάγο κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. γ' ΚΠολΔ, προς ουσιαστική εκδίκαση από το παρόν τμήμα σε νέα συζήτηση ως προς τα κεφάλαια, κατά τα οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ήδη, με την, ως άνω, από 9-7-2021 κλήση, όπως προεκτέθηκε, φέρεται προς συζήτηση, κατά τα, ως άνω, κεφάλαια, η από 27-1-1020 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθ. 3049/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η έφεση ασκήθηκε νομότυπα κει εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1, 516, 517 και 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά τα διαγραφόμενα από την, ως άνω, δεύτερη αναιρετική απόφαση όρια.

Με το άρθρο 4 παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 ν. 2874/2000 "προώθηση της απασχόλησης και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι από 1-4-2001, σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικά ωράριο εργασίας σαράντα (40) ωρών την εβδομάδα καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε (5) ωρών την εβδομάδα και στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (411, 42 και 43η ώρα) την εβδομάδα (ιδιόρρυθμη υπερωρία).

Από τις 1-4-2001 η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης μέχρι τη συμπλήρωση των 120 ωρών ετησίως (αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%.

Για την πέραν των 120 ωρών υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 ν. 435/1976, δηλαδή οφείλεται ποσό, ίσο προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησής του δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας, δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου.

Το άρθρο 4 ν. 2874/2000 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν. 3385/2005 και ισχύει από 1-10-2005, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ίδιου νόμου, με το οποίο ορίζεται ότι: "1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο έως 40 ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία).

Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η και 45η) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν υπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργασίμων ημερών την εβδομάδα, η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα, από 41η έως 48η ώρα. 2.

Η πέραν των 45 ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργασίμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των 48 ωρών την εβδομάδα. 3.

Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των 120 ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4.

Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης χαρακτηρίζεται εφεξής κατ' εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%".

Είναι προφανές ότι με το καθεστώς αυτό της εβδομαδιαίας εργασίας των μισθωτών (θήμερη απασχόληση), η ημερήσια εργασία τους ανέρχεται σε 6 ώρες και 40 λεπτά (δηλαδή 40 : 6 = 6 ώρες και 40 λεπτά). Προκειμένου όμως για εργαζόμενους επί 5νθήμερο η ημερήσια εργασία τους ανέρχεται σε 8 ώρες (δηλαδή 8 Χ 5). Προβλέπεται όμως η υποχρέωση των μισθωτών να απασχολούνται και μέχρι 45 ή 48 ώρες την εβδομάδα, αντιστοίχως, κατά την κρίση του εργοδότη.

Συνεπώς νόμιμα ο εργοδότης μπορεί να απασχολήσει τους μισθωτούς μέχρι 48 ώρες την εβδομάδα, εφόσον υπάγονται στην 8ωρη ημερήσια εργασία ή μέχρι του ανώτατου ορίου που καθορίζουν γι' αυτούς ειδικές διατάξεις (και με πενθήμερη εργασία μέχρι 45 ώρες την εβδομάδα) Περαιτέρω, στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, η απασχόληση του μισθωτού κατά το Σάββατο, ως έκτη ημέρα της εβδομάδας, δεν αποτελεί υπερεργασία, ούτε υπερωρία, εκτός αν στην τελευταία περίπτωση υπερβαίνει το καθιερωμένο ανώτατο όριο της οκτάωρης ημερήσιας απασχόλησης για τις επιχειρήσεις κατασκευών οικοδομικών έργων, με το άρθρο 1 στοιχ. γ' και 2 της κυρωθείσας με το ν. 2269/1920 Διεθνούς Σύμβασης της Ουάσιγκτον περί περιορισμού των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, τη με αριθ. ../3-4-2017 ένορκη βεβαίωση του Κ. Χ. του Δ., που εξετάσθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, με επιμέλεια της εναγομένης, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντος (βλ.

με αριθ. 5449Ε/29-3-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο … Π. Ρ.), καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, σε συνδυασμό με τα όσα η εναγομένη συνομολογεί, αποδείχθηκαν, σε σχέση με τα, ως άνω ερευνώμενα από το παρόν δικαστήριο, κεφάλαια της ένδικης υπόθεσης, τα ακόλουθα:

Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η εναγομένη ανώνυμη εταιρία, υπό την αρχική της μορφή ως ετερόρρυθμη εταιρία, προσέλαβε τον ενάγοντα στις 31-11-1997, προκειμένου να εργάζεται επί 8 ώρες την ημέρα και επί 40 ώρες την εβδομάδα, ως βοηθός λαστιχοφόρου γερανού, στο εργοστάσιο της, στον … Αττικής.

Από 21-1-1988, οπότε έλαβε άδεια μηχανοδηγού - χειριστή μηχανημάτων εκτέλεσης τεχνικών έργων, ισχύος από 20 έως 200 ίππους, ο ενάγων απασχολείτο στην εναγομένη, με το ίδιο, ως άνω, ωράριο, ως χειριστής λαστιχοφόρου γερανού, έως τις 31-5-2007, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του, λόγω συνταξιοδότησης. Οι μηνιαίες αποδοχές αυτού, με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ και τις προσαυξήσεις, κατά ποσοστό 10% για επίδομα γάμου, κατά ποσοστό 50% για επίδομα πέντε τριετών, κατά ποσοστό 15% για επίδομα ειδικών συνθηκών, κατά ποσοστό 7% για επίδομα υπερβαρέος οχήματος άνω των 150 ίππων και κατά ποσοστό 15% του 1/22 του βασικού μισθού για κάθε ημέρα εργασίας για επίδομα οδήγησης γερανοφόρου οχήματος, ανερχόταν στα ποσά των 1.508 ευρώ από 1-1-2002, των 1.586 ευρώ από 1-1-2003, των 1.658 ευρώ από 1-1- 2004, των 1.699 ευρώ από 1-7-2004, των 1.810 ευρώ από 1-1-2005, των 1.882 ευρώ από 1-1-2006, των 1.938 ευρώ από 1-9-2006 και των 2.059 ευρώ από 1-5-2007, πλέον του προβλεπομένου για επίδομα γάλακτος ποσού των 17,61 ευρώ μηνιαίως για το έτος 2002, των 18 ευρώ μηνιαίως για το έτος 2003, των 21 ευρώ μηνιαίως για καθένα από τα έτη 2004, 2005 και 2006 και των 22 ευρώ μηνιαίως για το έτος 2007.

Κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του ο ενάγων παρείχε την εργασία του και πέραν του συμβατικού ωραρίου των 40 ωρών την εβδομάδα, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, δικαιούμενος την αντίστοιχη αμοιβή, υπολογιζόμενη, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες αποδοχές του, με βάση το ακόλουθο ωρομίσθιο: 1) από τον Ιούνιο 2003 έως το Δεκέμβριο 2003, με βάση ωρομίσθιο, ποσού 9,62 ευρώ (1.586 ευρώ μισθός + 18 ευρώ επίδομα γάλακτος = 1.604 ευρώ : 25 Χ 6 : 40), 2) από τον Ιανουάριο 2004 έως το Μάϊο 2004 με βάση ωρομίσθιο, ποσού 10,07 ευρώ (1.658 ευρώ μισθός + 21 ευρώ επίδομα γάλακτος = 1.697 ευρώ : 25 Χ 6 : 40), 3) από τον Οκτώβριο 2004, με βάση ωρομίσθιο ποσού 10,33 ευρώ (1.699 ευρώ μισθός + 21 ευρώ επίδομα γάλακτος = 1.721 ευρώ : 25 Χ 6 : 40), 4) από τον Ιανουάριο 2005 έως το Μάρτιο 2005, με βάση ωρομίσθιο, ποσού 10,99 ευρώ (1.810 ευρώ μισθός + 21 ευρώ επίδομα γάλακτος= 1.831 ευρώ : 25 Χ 6 : 40), 5) από το Φεβρουάριο 2006 έως τον Απρίλιο 2006, με βάση ωρομίσθιο, ποσού 11,42 ευρώ (1.882 ευρώ + 21 ευρώ επίδομα γάλακτος = 1.903 ευρώ : 25 Χ 6 : 40), 6) από τον Οκτώβριο 2006 έως τον Απρίλιο 2007, με βάση ωρομίσθιο, ποσού 11,75 ευρώ (1.938 ευρώ μισθός + 21 ευρώ επίδομα γάλακτος = 1.959 ευρώ : 25 Χ 6 : 40) και 7) από τον Ιανουάριο 2007, με βάση ωρομίσθιο, ποσού 11,76 ευρώ (1.938 ευρώ μισθός + 22 ευρώ επίδομα γάλακτος = 1.960 : 25 Χ 6 : 40).

Ειδικότερα, όπως συνομολογεί η εναγομένη με τις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από 9-3-2009 προτάσεις της, προς θεμελίωση της προβληθείσας από αυτήν σχετικής ένστασης εξόφλησης, ο ενάγων πραγματοποίησε: 1) τον Ιούνιο 2003: α) 14 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, για τις οποίες δικαιούται αμοιβή, ποσού 202, 02 ευρώ (9,62 ευρώ ωρομίσθιο + 4,81 ευρώ (προσαύξηση 50%) = 14,43 ευρώ Χ 14 ώρες), β) 80 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες δικαιούται αποζημίωση ποσού 1.924 ευρώ (9,62 ευρώ ωρομίσθιο+14,88 ευρώ (προσαύξηση 150%) = 24,05 ευρώ Χ 80 ώρες) και συνολικά δικαιούται το ποσό των 2.126,02 ευρώ (202,02 + 1.924).

Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 1.723,80 ευρώ, οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 402,22 ευρώ (2.126,02 - 1.723,80) 2) τον Ιούλιο 2003 ο ενάγων πραγματοποίησε: α) 13 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, για τις οποίες δικαιούται αμοιβή, ποσού 187,59 ευρώ (14,43 ευρώ Χ 13 ώρες) και β) 94 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες δικαιούται αποζημίωση, ποσού 2.260,7 ευρώ (24,05 ευρώ Χ 94 ώρες) και συνολικά δικαιούται το ποσό των 2.448,29 ευρώ (187,59 + 2.260,7).

Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 1.842,54 ευρώ (1.985,10 ευρώ - 142,56 ευρώ αμοιβή για εργασία 3 Σάββατα), οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 605,75 ευρώ (2.448,29 - 1.842,54), 3) τον Αύγουστο 2003 ο ενάγων πραγματοποίησε: α) 9 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, για τις οποίες δικαιούται αμοιβή, ποσού 129,87 ευρώ (14,43 ευρώ Χ 9 ώρες) και β) 69 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες δικαιούται αποζημίωση, ποσού 1.659,45 ευρώ (24,05 ευρώ Χ 69 ώρες) και συνολικά δικαιούται το ποσό των 1. 789,32 ευρώ (129,87 + 1.659,45).

Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσού των 1.260,72 ευρώ, οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 528,6 ευρώ (1.789,32 - 1.260,72), 4) το Σεπτέμβριο 2003 ο ενάγων πραγματοποίησε: α) 9 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, για τις οποίες δικαιούται αμοιβή, ποσού 129,87 ευρώ (14,43 ευρώ Χ 9 ώρες) και β) 1 ώρα παράνομης υπερωριακής εργασίας, για την οποία δικαιούται αποζημίωση, ποσού 24,05 ευρώ και συνολικά δικαιούται το ποσό των 153,92 ευρώ (129,87 + 24,05).

Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 124,80 ευρώ, οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 29,12 ευρώ (153,92-124,80) 5) τον Οκτώβριο 2003 ο ενάγων πραγματοποίησε: α) 6 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, για τις οποίες δικαιούται αμοιβή, ποσού 86,58 ευρώ (14,43 ευρώ Χ 6 ώρες) και β) 1,5 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες δικαιούται αποζημίωση, ποσού 36,07 ευρώ (24,05 ευρώ Χ 1,5 ώρα) και συνολικά δικαιούται το ποσό των 122,65 ευρώ (86,58 + 36.07) Από το ποσό αυτό, η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 99,45 ευρώ, οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 23,20 ευρώ (122,65 - 99,45), 6) το Νοέμβριο 2003 ο ενάγων πραγματοποίησε:

α) 6 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, για τις οποίες δικαιούται αμοιβή ποσού 86,58 ευρώ (14,43 ευρώ Χ 6 ώρες) και β) 29 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες δικαιούται αποζημίωση, ποσού 697,45 ευρώ (24,05 ευρώ Χ 29 ώρες) και συνολικά δικαιούται το ποσό των 784,03 ευρώ (86,58 + 697,45). Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 453,46 ευρώ (635,70 ευρώ - 47,52 ευρώ αμοιβή για εργασία 1 Σάββατο - 134,72 ευρώ αμοιβή για εργασία 1 Κυριακή), οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 330,57 ευρώ (784,03 - 453,46), 7) το Δεκέμβριο 2003 ο ενάγων πραγματοποίησε:

α) 15 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, για τις οποίες δικαιούται αμοιβή, ποσού 216,45 ευρώ (14,43 ευρώ Χ 15 ώρες) και β) 40 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες δικαιούται αποζημίωση, ποσού 962 ευρώ (24,05 ευρώ Χ 40 ώρες) και συνολικά δικαιούται το ποσό 1.178,45 ευρώ (216,45 + 962). Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 913,92 ευρώ, οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 264,53 ευρώ (1.178,45 - 913,92), 8) τον Ιανουάριο 2004 ο ενάγων πραγματοποίησε:

α) 12 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, για τις οποίες δικαιούται το ποσό 181,2 ευρώ (10,07 ευρώ ωρομίσθιο+5,03 ευρώ (προσαύξηση 50%) = 15,10 ευρώ Χ 12 ώρες) και β) 57 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες δικαιούται αποζημίωση, ποσού αποζημίωση, ποσού 1.434,69 ευρώ (10,07 ευρώ ωρομίσθιο + 15,10 ευρώ (προσαύξηση 150%) = 25,17 ευρώ Χ 57 ώρες) και συνολικά δικαιούται το ποσό των 1.615,89 ευρώ (181,2 + 1.434,69).

Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 1.096,4 ευρώ, οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 519,49 ευρώ (1.615,89 - 1.096,4), 9) το Φεβρουάριο 2004 ο ενάγων πραγματοποίησε: α) 9 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, για τις οποίες δικαιούται αμοιβή, ποσού 135,9 ευρώ (15,10 ευρώ Χ 9 ώρες) και β) 28 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες δικαιούται αποζημίωση, ποσού 704,76 ευρώ (25,17 ευρώ Χ 28 ώρες) και συνολικά δικαιούται το ποσό των 840,66 ευρώ (135,9 + 704,76).

Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 651,30 ευρώ, οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 189,36 ευρώ (840,66-651,30), 10) το Μάρτιο 2004 ο ενάγων πραγματοποίησε : α) 12 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, για τις οποίες δικαιούται αμοιβή, ποσού 181,2 ευρώ (15,10 ευρώ Χ 12 ώρες) και β) 26 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες δικαιούται αποζημίωση, ποσού 654,42 ευρώ (25,17 ευρώ Χ 26 ώρες) και συνολικά δικαιούται το ποσό των 835,62 ευρώ (181,2 + 654,42).

Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 316,57 ευρώ (403,65 ευρώ-87,08 ευρώ αμοιβή για εργασία 2 Σάββατα), οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 519,05 ευρώ (835,62 - 316,57) 11) τον Απρίλιο 2004 ο ενάγων πραγματοποίησε: α) 12 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, για τις οποίες δικαιούται αμοιβή, ποσού 181,2 ευρώ (15,10 ευρώ Χ 12 ώρες) και β) 134 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες δικαιούται αποζημίωση, ποσού 3.372,78 ευρώ (25,17 ευρώ Χ 134 ώρες) και συνολικά δικαιούται το ποσό των 3.553,98 ευρώ (181,2 + 3.372,78).

Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 3.064,84 ευρώ (3.114,60 ευρώ - 49,76 ευρώ αμοιβή για εργασία 1 Σάββατο), οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 489,14 ευρώ (3.553,98 - 3.064,84), 12) το Μάιο 2004 ο ενάγων πραγματοποίησε: α) 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, για τις οποίες δικαιούται αμοιβή, ποσού 45,3 ευρώ (15,10 ευρώ Χ 3 ώρες) και β) 6 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες δικαιούται αποζημίωση, ποσού 151,02 ευρώ (25,17 ευρώ Χ 6 ώρες) και συνολικά δικαιούται το ποσό των 196,32 ευρώ (45,3 + 151,02).

Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 160,92 ευρώ, οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 35,4 ευρώ (196,32 - 160,92), 13) τον Οκτώβριο 2004 ο ενάγων πραγματοποίησε 1 ώρα ιδιόρρυθμης υπερωρίας, για την οποία δικαιούται αμοιβή, ποσού 15,50 ευρώ (ωρομίσθιο 10,33 ευρώ+ 50% προσαύξηση =5,17 ευρώ). Η εναγομένη κατέβαλε για την αιτία αυτή το υψηλότερο ποσό των 19,95 ευρώ, οπότε δεν υφίσταται σχετική οφειλή της, 14) τον Ιανουάριο 2005 ο ενάγων πραγματοποίησε:

α) 6 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, για τις οποίες δικαιούται αμοιβή ποσού 98,94 ευρώ (10,99 ευρώ ωρομίσθιο + 5,50 ευρώ προσαύξηση 50% = 16,49 ευρώ Χ 6 ώρες) και β) 9,5 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες δικαιούται αποζημίωση, ποσού 261,06 ευρώ (10,99 ευρώ ωρομίσθιο+16,49 ευρώ προσαύξηση 150% = 27,48 ευρώ Χ 9,5 ώρες) και συνολικά δικαιούται το ποσό των 360 ευρώ (98,94 + 261,06).

Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 268,56 ευρώ (309,24 ευρώ - 40,68 ευρώ αμοιβή για εργασία 1 Σάββατο), οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 91,44 ευρώ (360 - 268,56), 15) το Φεβρουάριο 2005 ο ενάγων πραγματοποίησε: α) 3,5 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, για τις οποίες δικαιούται αμοιβή, ποσού 57,71 ευρώ (16,49 ευρώ Χ 3,5 ώρες) και β) 4,5 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες δικαιούται αποζημίωση, ποσού 123,66 ευρώ (27,48 ευρώ Χ 4,5 ώρες) και συνολικά δικαιούται το ποσό των 181,37 ευρώ (57,71 + 123,66).

Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 108,34 ευρώ (155,80 ευρώ-47,46 ευρώ αμοιβή για εργασία 1 Σάββατο), οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 73,03 ευρώ (181,37 - 108,34), 16) το Μάρτιο 2005 ο ενάγων πραγματοποίησε 2 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας, για τις οποίες δικαιούται αμοιβή, ποσού 32,98 ευρώ (16,49 ευρώ Χ 2 ώρες).

Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 28,33 ευρώ, οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 4,65 ευρώ (32,98-28,33), 17) το Φεβρουάριο 2006 ο ενάγων πραγματοποίησε 7 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες δικαιούται αποζημίωση, ποσού 159,88 ευρώ (11,42 ευρώ ωρομίσθιο + προσαύξηση 100%, 11,42 ευρώ = 22,84 Χ 7 ώρες).

Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 140,68 ευρώ, οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 19,20 ευρώ (159,88 - 140,68), 18) τον Απρίλιο 2006 ο ενάγων πραγματοποίησε 7 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες δικαιούται αποζημίωση, ποσού 159,88 ευρώ (22,84 ευρώ Χ 7 ώρες). Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 91,33 ευρώ, οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 68,55 ευρώ (159,88-91,33), 19) τον Οκτώβριο 2006 ο ενάγων πραγματοποίησε 1 ώρα υπερεργασίας, για την οποία δικαιούται αμοιβή, ποσού 14,69 ευρώ (ωρομίσθιο 11,75 ευρώ + προσαύξηση 2,94 ευρώ (25%) = 14,69 ευρώ Χ 1 ώρα).

Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 14,54 ευρώ, οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 0,15 ευρώ (14,69 -14,54), 20) το Νοέμβριο 2006 ο ενάγων πραγματοποίησε: α) 2 ώρες υπερεργασίας, για τις οποίες δικαιούται αμοιβή, ποσού 29,38 ευρώ (14,69 ευρώ Χ 2 ώρες) και β) 18 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες δικαιούται αποζημίωση, ποσού 423 ευρώ (11,75 ευρώ ωρομίσθιο + προσαύξηση 11,75 ευρώ (100%) = 23,5 ευρώ Χ 18 ώρες) και συνολικά δικαιούται το ποσό των 452,38 ευρώ (29,38 + 423) Η εναγομένη κατέβαλε για την αιτία αυτή το ποσό των 349,12 ευρώ (447,82 ευρώ-98,70 ευρώ αμοιβή για εργασία 2 Σάββατα), οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 103,26 ευρώ (452,38 - 349,12), 21) το Δεκέμβριο 2006 ο ενάγων πραγματοποίησε 7 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες δικαιούται αποζημίωση, ποσού 164,5 ευρώ (ωρομίσθιο 11,75 ευρώ + προσαύξηση (100%) 11,75 ευρώ = 23,5 ευρώ Χ 7 ώρες).

Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 162,84 ευρώ, οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 1,66 ευρώ (164,5 - 162,84), 22) τον Ιανουάριο 2007 ο ενάγων πραγματοποίησε: α) 1 ώρα υπερεργασίας, για την οποία δικαιούται αμοιβή, ποσού 14,70 ευρώ (ωρομίσθιο 11,76 ευρώ + προσαύξηση (25%) 2,94 ευρώ = 14,70 ευρώ Χ 1 ώρα) και β) 7 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες δικαιούται αποζημίωση, ποσού 164,64 ευρώ (ωρομίσθιο 11,76 ευρώ + προσαύξηση (100%) 11,76 ευρώ Χ 7 ώρες) και συνολικά δικαιούται το ποσό των 179,34 ευρώ (14,70+164,64).

Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 144,01 ευρώ (194,83 ευρώ - 50,82 ευρώ για εργασία 1 Σάββατο), οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 35,33 ευρώ (179,34 - 144,01) και 23) τον Απρίλιο 2007 ο ενάγων πραγματοποίησε 7 ώρες παράνομης υπερωριακής εργασίας, για τις οποίες δικαιούται αποζημίωση, ποσού 164,64 ευρώ (ωρομίσθιο 11,76 ευρώ + προσαύξηση (100%) 11,76 ευρώ = 23,52 ευρώ Χ 7 ώρες).

Από το ποσό αυτό η εναγομένη κατέβαλε το ποσό των 162,84 ευρώ, οπότε ο ενάγων δικαιούται την προκύπτουσα διαφορά, ποσού 1,8 ευρώ (164,64 - 162,84). Επομένως, μετ' αφαίρεση των, ως άνω, καταβληθέντων ποσών κατά μερική παραδοχή ως νόμιμης και βάσιμης της προταθείσας από την εναγομένη ένστασης εξόφλησης, ο ενάγων δικαιούται για τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 4.335,5 ευρώ (402,22 + 605,75 + 528,6 + 29,12 + 23,20 + 330,57 + 264,53 + 519,49 + 189,36 + 519,05 + 489,14 + 35,4 + 91,44 + 73,03 + 4,65 + 19,20 + 68,55 + 0,15 + 103,26 + 1,66 + 35,33 + 1,8).

Η εναγομένη προτείνει ένσταση συμψηφισμού προς τις, ως άνω, αγωγικές απαιτήσεις, ανταπαίτησή της κατά του ενάγοντος, ποσού 12.649,71 ευρώ, το οποίο ισχυρίζεται ότι του κατέβαλε πέραν των αποδοχών, που εδικαιούτο. Η ένσταση είναι αόριστη και, για το λόγο αυτό, απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι η εναγομένη, για τη θεμελίωση της επικαλούμενης, ως άνω, ανταπαίτησής της κατά του ενάγοντος, δεν προσδιορίζει τα επιμέρους ποσά που του κατέβαλε, την αιτία και το χρόνο καταβολής τους.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος, εργαζόμενος στην εναγομένη επί 25 έτη με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας εδικαιούτο για αποδοχές αδείας 30 ημερομίσθια κατ' έτος, δεν έλαβε άδεια κατά τα έτη 2002, 2003, 2006 και 2007, ενώ κατά τα έτη 2004 και 2005 έλαβε αυτούσιες, χωρίς να συνυπολογισθούν τα Σάββατα και οι εξαιρετέες ημέρες, το μεν έτος 2004, 22 ημέρες άδειας, τις οποίες πληρώθηκε, το δε έτος 2005, 13 ημέρες άδειας, τις οποίες πληρώθηκε.

Επομένως δικαιούται, για την αιτία αυτή για καθένα από τα έτη 2002, 2003, 2006 και 2007, 30 ημερομίσθια, για το έτος 2004, 8 ημερομίσθια και για το έτος 2005 17 ημερομίσθια. Κατόπιν των παραπάνω, δικαιούται: 1) για το έτος 2002 το ποσό των 1.830,06 ευρώ (μισθός 1.525,61 ευρώ : 25 = 61,02 ευρώ ημερομίσθιο Χ 30 ημερομίσθια), 2) για το έτος 2003 το ποσό των 1.924,8 ευρώ (μισθός 1.604 ευρώ : 25 = 64,16 ευρώ ημερομίσθιο Χ 30 ημερομίσθια), 3) για το έτος 2004 το ποσό των 582,40 ευρώ (μισθός 1699 ευρώ +προσαύξηση 103,02 ευρώ από ιδιόρρυθμες υπερωρίες = 1.820,02 ευρώ : 25 = 72,80 ευρώ ημερομίσθιο Χ 8 ημερομίσθια), 4) για το έτος 2005 το ποσό των 1.245,08 ευρώ (μισθός 1.831 ευρώ : 25 = 73,24 ευρώ ημερομίσθιο Χ 17 ημερομίσθια), 5) για το έτος 2006 το ποσό των 2.350,8 ευρώ (μισθός 1.959 ευρώ : 25 = 78,36 ευρώ ημερομίσθιο Χ 30 ημερομίσθια) και 6) για το έτος 2007 το ποσό των 2.497,20 ευρώ (μισθός 2.081 ευρώ : 25 = 83,24 ευρώ ημερομίσθιο Χ 30 ημερομίσθια) και συνολικά για την παραπάνω αιτία το ποσό των 10.430,34 ευρώ (1.830,06 + 1.924,8 + 582,40 + 1.245,08 + 2.350,8 + 2.497,20).

Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στον ενάγοντα για επιδόματα αδείας των ετών 2002 έως 2007 το συνολικό ποσό των 3.953,07 ευρώ. Προτείνει δε ένσταση εξόφλησης της, ως άνω, αγωγικής απαίτησης περί επιδίκασης αποδοχών αδείας κατά το ποσό αυτό, άλλως ένσταση συμψηφισμού προς την αγωγική αυτή απαίτηση ανταπαίτησή της κατά του ενάγοντος, ίσης με το εν λόγω ποσό των 3.953,07 ευρώ.

Η ένσταση είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτήν περιστατικά, εφόσον η επικαλούμενη καταβολή του ποσού των 3.953,07 ευρώ έγινε σε εξόφληση της απαίτησης του ενάγοντος για επιδόματα αδείας, αφενός μεν δεν επέφερε την απόσβεση της, ως άνω, αγωγικής απαίτησης, που αφορά άλλη αιτία (αποδοχές αδείας), αφετέρου δε, δεν γεννά ανταπαίτησή της κατά του ενάγοντος, δυνάμενη να προταθεί σε συμψηφισμό.

Εξάλλου, ο ενάγων εδικαιούτο να λάβει επιδόματα εορτών, Χριστουγέννων και Πάσχα, με βάση τις καταβαλλόμενες τακτικές αποδοχές του την 10η Δεκεμβρίου κάθε έτους για το επίδομα Χριστουγέννων και την 15η ημέρα πριν το Πάσχα, για το επίδομα Πάσχα, συνυπολογιζομένου σ' αυτές του επιδόματος αδείας (συντελεστής 0,041666).

Επομένως, εδικαιούτο για την παραπάνω αιτία τα ακόλουθα ποσά: 1) για επίδομα Πάσχα 2002 το ποσό των 792,50 ευρώ (1.521,61 ευρώ : 2=760,80 + προσαύξηση 0,041666), μετ' αφαίρεση δε του καταβληθέντος ποσού των 650,26 ευρώ, το ποσό των 142,24 ευρώ (792,50 - 650,26), 2) για επίδομα Χριστουγέννων 2002 το ποσό των 1.585,01 ευρώ (1.521,61 ευρώ + προσαύξηση 0,041666), μετ1 αφαίρεση δε του καταβληθέντος ποσού των 1.300,51 ευρώ, το ποσό των 284,50 ευρώ (1.585,01-1.300,51), 3) για επίδομα Πάσχα 2003 το ποσό των 835,41 ευρώ (1.604 ευρώ : 2 = 802 + προσαύξηση 0,041666), μετ' αφαίρεση δε του καταβληθέντος ποσού των 650,26 ευρώ, το ποσό των 185,15 ευρώ (835,41 - 650,26), 4)για επίδομα Χριστουγέννων 2003 το ποσό των 1.761,01 ευρώ (1.604 ευρώ + προσαύξηση 86,58 ευρώ για ιδιόρρυθμες υπερωρίες = 1.690,58 ευρώ + προσαύξηση 0,041666), μετ' αφαίρεση δε του καταβληθέντος ποσού των 1.446,07 ευρώ, το ποσό των 314,94 ευρώ (1.761,01 - 1.446,07), 5) για επίδομα Πάσχα 2004 το ποσό των 941,32 ευρώ (1.679+προσαύξηση 128,35 ευρώ για ιδιόρρυθμες υπερωρίες = 1.807,35 ευρώ : 2 = 903,67 ευρώ + προσαύξηση 0,041666), μετ' αφαίρεση δε του καταβληθέντος ποσού των 751,69 ευρώ, το ποσό των 189,64 ευρώ (941,32 - 751,69), 6) για επίδομα Χριστουγέννων 2004 το ποσό των 1.788,54 ευρώ (1.717 ευρώ + προσαύξηση 0,041666), μετ' αφαίρεση δε του καταβληθέντος ποσού των 1.669,35 ευρώ, το ποσό των 119,19 ευρώ (1.788,54-1.669,35), 7) για επίδομα Πάσχα 2005 το ποσό των 953,64 ευρώ (1.831 ευρώ : 2 = 915,5 ευρώ +προσαύξηση 0,041666), μετ' αφαίρεση δε του καταβληθέντος ποσού των 840,86 ευρώ, το ποσό των 112,78 ευρώ (953,64 - 840,86), 8) για επίδομα Χριστουγέννων 2005 το ποσό των 1.907,29 ευρώ (1.831 ευρώ + προσαύξηση 0,041666), μετ' αφαίρεση δε του καταβληθέντος ποσού των 1.744,49 ευρώ, το ποσό των 162,80 ευρώ (1.907,29 - 1.744,49), 9) για επίδομα Πάσχα 2006 το ποσό των 1.020,31 ευρώ (1.959 ευρώ : 2 = 979,50 ευρώ + προσαύξηση 0,041666), μετ' αφαίρεση δε του καταβληθέντος ποσού των 872,24 ευρώ, το ποσό των 148,71 ευρώ (1.020,31 - 872,24), 10) για επίδομα Χριστουγέννων 2006 το ποσό των 2.040,62 ευρώ (1.959 ευρώ + προσαύξηση 0,041666), μετ' αφαίρεση δε του καταβληθέντος ποσού των 2.032,48 ευρώ, το ποσό των 8,14 ευρώ (2.040,62-2.032,48), 11) για επίδομα Πάσχα 2007 το ποσό των 1.083,85 ευρώ (2.081 ευρώ : 2 = 1.040,5 ευρώ + προσαύξηση 0,041666), μετ' αφαίρεση δε του καταβληθέντος ποσού των 1.021,44 ευρώ, το ποσό των 62,41 ευρώ (1.083,85-1.021,44) και 12) για επίδομα Χριστουγέννων 2007 (για ένα μήνα εργασία) το ποσό των 270,95 ευρώ (2.081 ευρώ Χ 1/8 = 260,12 ευρώ + προσαύξηση 0,041666 = 270,95 ευρώ), μετ' αφαίρεση δε του καταβληθέντος ποσού των 267,78 ευρώ, το ποσό των 3,17 ευρώ (270,95 - 267,78).

Συνολικά δε για τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούται, μετ' αφαίρεση των, ως άνω, καταβληθέντων ποσών, κατά παραδοχή ως νόμιμης και βάσιμης κατ' ουσίαν, της προταθείσας από την εναγομένη ένστασης εξόφλησης, το ποσό των 1.733,67 ευρώ (142,24 + 284,50 + 185,15 + 314,94 + 189,64 + 119,19 + 112,78 + 162,80 + 148,71 + 8,14 + 62,41 + 3,17). Επομένως, ο ενάγων δικαιούται για όλες τις παραπάνω αιτίες το συνολικό ποσό των 16.499,51 ευρώ (4335,5 + 10.430,34 + 1.733,67).

Κατόπιν των παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η από 27-1-2010 έφεση, κατά το μέρος που φέρεται προς συζήτηση μετά την έκδοση της με αριθ. 593/2021 απόφασης του Αρείου Πάγου και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη με αριθ. 3049/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά τα παραπάνω κεφάλαια της υπόθεσης, που ερευνήθηκαν.

Περαιτέρω αφού κρατηθεί και δικασθεί ως προς αυτά η αγωγή, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 16.499,51 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε επιμέρους ποσού και συγκεκριμένα: α) τα ποσά που αφορούν την αμοιβή για εργασία πέραν του ωραρίου των 40 ωρών εβδομαδιαίως από την τελευταία ημέρα του μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η αντίστοιχη εργασία, β) τα ποσά που αφορούν αποδοχές αδείας από το τέλος κάθε αντίστοιχου έτους, γ) τα ποσά που αφορούν επιδόματα Χριστουγέννων από το τέλος κάθε αντίστοιχου έτους και δ) τα ποσά που αφορούν επιδόματα Πάσχα από την 30η Απριλίου κάθε αντίστοιχου έτους, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό, με την επισήμανση ότι κατά της εν μέρει αναιρεθείσας με αριθ. 3441/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, δεν προβλήθηκε λόγος αναίρεσης, που να πλήττει το χρόνο έναρξης υπερημερίας της εναγομένης και την οφειλή της έκτοτε τόκων υπερημερίας. Τέλος, λόγω της εν μέρει νίκης αι ήττας των διαδίκων, πρέπει να καταδικασθεί η εναγομένη - εφεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος-εκκαλούντος, (άρθρα 178, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως επίσης ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 27-1-2010 και με αριθ. κατ. 967/4-2-2010 έφεση κατά της με αριθ. 3049/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

-Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την, ως άνω, έφεση, κατά το αναιρεθέν με τη με αριθ. 593/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου μέρος αυτής.

-Εξαφανίζει κατά το μέρος αυτό τη με αριθ. 3049/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

-Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 25-9-2007 και με αριθ. κατ. 233848/4764/26-10-2007 αγωγής, κατά τα κεφάλαια αυτής που φέρονται προς συζήτηση μετά την έκδοση της, ως άνω, με αριθ. 593/2021 απόφασης του Αρείου Πάγου.

-Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

-Αναγνωρίζει την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δέκα έξι χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και πενήντα ενός λεπτών του ευρώ (16.499,51) με το νόμιμο τόκο, κατά τις ακόλουθες διακρίσεις: 1) το ποσό των τετρακοσίων δύο ευρώ και είκοσι δύο λεπτών του ευρώ (402,22) από 30-6-2003, 2) το ποσό των εξακοσίων πέντε ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών του ευρώ (605,75) από 31-7-2003, 3) το ποσό των πεντακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και εξήντα λεπτών του ευρώ (528,60) από 31-8-2003, 4) το ποσό των είκοσι εννέα ευρώ και δώδεκα λεπτών του ευρώ (29,12) από 30-9-2003, 5) το ποσό των είκοσι τριών ευρώ και είκοσι λεπτών του ευρώ (23,20) από 31-10-2003, 6) το ποσό των τριακοσίων τριάντα ευρώ και πενήντα επτά λεπτών του ευρώ (330,57) από 30-11-2003, 7) το ποσό των διακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα τριών λεπτών του ευρώ (264,53) από 31-12-2003, 8) το ποσό των πεντακοσίων δέκα εννέα ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών του ευρώ (519,49) από 31-1-2004, 9) το ποσό των εκατόν ογδόντα εννέα ευρώ και τριάντα έξι λεπτών του ευρώ (189,36) από 28-2-2004, 10) το ποσό των πεντακοσίων δέκα εννέα ευρώ και πέντε λεπτών του ευρώ (519,05) από 31-3-2004, 11) το ποσό των τετρακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ και δεκατεσσάρων λεπτών του ευρώ (489,14) από 30-4-2004, 12) το ποσό των τριάντα πέντε ευρώ και σαράντα λεπτών του ευρώ (35,40) από 31-5-2004, 13) το ποσό των ενενήντα ενός ευρώ και σαράντα τεσσάρων λεπτών του ευρώ (91,44) από 31-1-2005, 14) το ποσό των εβδομήντα τριών ευρώ και τριών λεπτών του ευρώ (73,03) από 28-2-2005, 15) το ποσό των τεσσάρων ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών του ευρώ (4,65) από 31-3-2005, 16) το ποσό δέκα εννέα ευρώ και είκοσι λεπτών του ευρώ (19,20) από 28-2-2006, 17) το ποσό των εξήντα οκτώ ευρώ και πενήντα πέντε λεπτών του ευρώ (68,55) από 30-4-2006, 18) το ποσό των δέκα πέντε λεπτών του ευρώ (0,15) από 31-10-2006, 19) το ποσό των εκατόν τριών ευρώ και είκοσι έξι λεπτών του ευρώ (103,26) από 30-11-2006, 20) το ποσό των ενός ευρώ και εξήντα έξι λεπτών του ευρώ (1,66) από 31-12-2006, 21) το ποσό των τριάντα πέντε ευρώ και τριάντα τριών λεπτών του ευρώ (35,33) από 31-1-2007, 22) το ποσό των ενός ευρώ και ογδόντα λεπτών του ευρώ (1,80) από 30-4-2007, 23) το ποσό των χιλίων οκτακοσίων τριάντα ευρώ και έξι λεπτών του ευρώ (1.830,06) από 31-12- 2002, 24) το ποσό των χιλίων εννιακοσίων είκοσι τεσσάρων ευρώ και ογδόντα λεπτών του ευρώ (1.924,80) από 31-12-2003, 25) το ποσό των πεντακοσίων ογδόντα δύο ευρώ και σαράντα λεπτών του ευρώ (582,40) από 31-12-2004, 26) το ποσό των χιλίων διακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και οκτώ λεπτών του ευρώ (1.245,08) από 31-12-2005, 27) το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων πενήντα ευρώ και ογδόντα λεπτών του ευρώ (2.350,80) από 31-12-2006, 28) το ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα επτά ευρώ και είκοσι λεπτών του ευρώ (2.497,20) από 31-12-2007, 29) το ποσό των εκατόν σαράντα δύο ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών του ευρώ (142,24) από 30-4-2002, 30) το ποσό των διακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και πενήντα λεπτών του ευρώ (284,50) από 31- 12-2002, 31) το ποσό των εκατόν ογδόντα πέντε ευρώ και δέκα πέντε λεπτών του ευρώ (185,15) από 30-4-2003, 32) το ποσό των τριακοσίων δέκα τεσσάρων ευρώ και ενενήντα τεσσάρων λεπτών του ευρώ (314,94) από 31-12-2003, 33) το ποσό των εκατόν ογδόντα εννέα ευρώ και εξήντα τεσσάρων λεπτών του ευρώ (189,64) από 30-4-2004, 34) το ποσό των εκατόν δέκα εννέα ευρώ και δέκα εννέα λεπτών του ευρώ (119,19) από 31-12-2004, 35) το ποσό των εκατόν δώδεκα ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών του ευρώ (112,78) από 30-4-2005, 36) το ποσό των εκατόν εξήντα δύο ευρώ και ογδόντα λεπτών του ευρώ (162,80) από 31-12-2005, 37) το ποσό των εκατόν σαράντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτών του ευρώ (148,71) από 30-4-2006, 38) το ποσό των οκτώ ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών του ευρώ (8,14) από 31-12-2006, 39) το ποσό των εξήντα δύο ευρώ και σαράντα ενός λεπτών του ευρώ (62,41) από 30-4- 2007 και 40) το ποσό των τριών ευρώ και δέκα επτά λεπτών του ευρώ (3,17) από 31-12-2007.

Καταδικάζει την εναγομένη-εφεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος-εκκαλούντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ