Legislator Case Law & Legislation
889/2022 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, remands personal detention order for execution of damages to lower court.

Case Number 889/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Third Instance Court's decision, ruling that the personal detention order was illegal. The appellant argued the detention violated procedural rights, while the lower court had upheld the order for enforcement of damages. The court decided to remand the specific detention issue to the original court for trial, as no further legal grounds existed for the Supreme Court to adjudicate the merits itself.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(2) and 83(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remand a case to the court of first instance for trial on specific issues when the appeal is partially allowed and no further legal grounds exist for the Supreme Court to decide the merits itself.

Keywords

AI generated
partial appeal allowance remand for trial personal detention order enforcement of damages procedural legality costs allocation supreme court jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 83(2) of Law 4790/2021
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 889 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 889/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Γ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κοτζαμανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Θ., κατοίκου ..., τόσο για τον εαυτό του ατομικά όσο και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου, αφ' ενός μεν του ήδη αποβιώσαντος - αρχικώς τρίτου ενάγοντος, Δ. Τ. του Α., αφ' ετέρου δε της ήδη αποβιωσάσης - αρχικώς τέταρτης ενάγουσας, Ε. χήρας Θ. Τ., 2) Α. Τ. συζύγου Α. Τ., το γένος Δ. Ζ., κατοίκου ..., τόσο για τον εαυτό της ατομικά, όσο και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του ήδη αποβιώσαντος - αρχικώς τρίτου ενάγοντος, Δ. Τ. του Α., 3) Α. Τ. του Θ., συζύγου Σ. Μ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ήδη αποβιωσάσης - αρχικώς τέταρτης ενάγουσας, Ε. χήρας Θ. Τ., 4) Α. Τ. του Θ., συζύγου Χ. Τ., το γένος Θ. Τ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ήδη αποβιωσάσης - αρχικώς τέταρτης ενάγουσας, Ε. χήρας Θ. Τ., 5) Δ. Ζ. του Α., κατοίκου ... και 6) Α. Ζ., συζύγου Δ. Ζ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-09-2011 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 5ου και 6ης αναιρεσιβλήτων και των αρχικών διαδίκων Δ. Τ. και Ε. χήρας Θ. Τ. και την από 5-06-2012 ανακοίνωση - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή - κύρια αγωγή εταιρείας και προσώπου που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11733/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 74/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-7-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΟλΑΠ 14/2015).

Περαιτέρω, στο άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, που περιλαμβάνει διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων μετά την αναστολή λειτουργίας τους προς αντιμετώπιση του ιού COVID-19, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου...

Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".

Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι σε περίπτωση που η συζήτηση αίτησης αναιρέσεως ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων εξαιτίας του ιού COVID- 19, με πράξη του προέδρου του αντίστοιχου τμήματος του Αρείου Πάγου ορίζεται νέα σύντομη δικάσιμος, χωρίς όμως να απαιτείται να επιδοθεί κλήση από τον έναν διάδικο στον άλλο για τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο που γίνεται από τον γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατ` αναλογική δε εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από τον γραμματέα (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' αυτού), προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω της εγγραφής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά την νέα δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ` αριθ. 6220/29-7-2020 και 6221/29-7-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας (με έδρα Πρωτοδικείο Καρδίτσας) Μ. Χ., την υπ' αριθ. 9860Β/ 29-7-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών (με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών) Χ.

Μ., την υπ' αριθ. 9774Α/29-7-2020 της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας (με έδρα Πρωτοδικείο Λάρισας) Ε. Γ., τις υπ' αριθ. 6216/28-7-2020 και 6217/28-7-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας (με έδρα Πρωτοδικείο Καρδίτσας) Μ. Χ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσείων, με επιμέλεια του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 12-4-2021, προκύπτει ότι αντίγραφο της άνω αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους.

Κατά τη δικάσιμο αυτή, η υπόθεση δεν εκφωνήθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων συνεπεία της πανδημίας COVID-19. Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021, εκδόθηκε η από 11-5-2021 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε αυτεπαγγέλτως ως νέα ημέρα συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως στο ακροατήριο η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (8-11-2021) και με πρωτοβουλία του γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο πινάκιο, η εγγραφή δε αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως (8-11-2021), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Επομένως, ενόψει του ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, δυνάμει του προαναφερόμενου αυτεπάγγελτου προσδιορισμού της συζήτησης για την παρούσα δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και οι απολιπόμενοι αναιρεσίβλητοι είχαν κλητευθεί νομίμως για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 12-4-2021, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει α)συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β)επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και γ) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της ένδικης τάξης.

Η παράλειψη είναι παράνομη όταν υπάρχει υποχρέωση για ορισμένη ενέργεια έναντι συγκεκριμένου προσώπου ή της ολότητας, η οποία μπορεί να πηγάζει από τον νόμο, από δικαιοπραξία ή από τη συναλλακτική καλή πίστη κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, γεγονός που συμβαίνει ιδίως όταν με ενέργειες του υπαιτίου δημιουργείται πραγματική κατάσταση επικίνδυνη για τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα τρίτων προσώπων.

Παράνομη συμπεριφορά, ως αντικειμενικό στοιχείο θεμελίωσης δικαιοπρακτικής ευθύνης, συνιστά και κάθε ενέργεια ή παράλειψη, η οποία παραβιάζει το αντικειμενικό μέτρο της επιμέλειας, που τηρεί ο μέσος συνετός άνθρωπος του ίδιου συναλλακτικού κύκλου με τον υπόχρεο, ο οποίος οφείλει και αυτός να δείξει τον ίδιο με εκείνον βαθμό επιμέλειας, ώστε να μπορεί να προβλέπει και να αποφεύγει την προσβολή των αγαθών και των εννόμων συμφερόντων τρίτων προσώπων.

Υπαιτιότητα του υπόχρεου, υφίσταται και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές. Για την αμέλεια δηλαδή απαιτείται η διαπίστωση αφ` ενός μεν, ότι ο ζημιώσας δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατ` αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποίαν όφειλε να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος υπό τις ίδιες περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, την λογική και την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αφ` ετέρου δε, ότι είχε τη δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα.

Αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας, υφίσταται αν η πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, ενόψει των ειδικών περιστάσεων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας ήταν πρόσφορη αιτία του επιζημίου αποτελέσματος, δηλαδή ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να έχει ως συνέπεια την αξιουμένη ζημία.

Η πράξη ή η παράλειψη του ζημιώσαντος δηλαδή τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το αποτέλεσμα που επήλθε, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που άμεσα προκάλεσε το αποτέλεσμα και συνεπώς βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς αυτό. Αρκεί δε, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους ενεργούς παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς το οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως, αν συνέβαλαν και άλλοι όροι αμέσως ή εμμέσως.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπό τα, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά, ως συντρέξαντα, περιστατικά, υπάρχει ή όχι αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαίτιας πράξης ή παράλειψης και του επιζημίου αποτελέσματος, ως συνιστώσα υπαγωγή των αποδειχθέντων στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ενώ η κρίση του ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα γενόμενα δεκτά, εν σχέσει προς την υπαίτια και παράνομη πράξη ή παράλειψη, αποτελούν ή δεν αποτελούν αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΟλΑΠ 23/1988, ΑΠ 268/2021, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 1398/2015, ΑΠ 1451/2014, ΑΠ 1302/2011).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ10/2021, ΑΠ 2090/2017).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία (μη διάδικος) διατηρεί και εκμεταλλεύεται επί σειρά ετών οικογενειακή ξενοδοχειακή επιχείρηση, στο ..., με το διακριτικό τίτλο "...", η οποία στεγάζεται σε ιδιόκτητη πολυώροφη οικοδομή, δυναμικότητας 130 κλινών, πρόεδρος δε και διευθύνων σύμβουλος αυτής ήταν ο δεύτερος εναγόμενος (μη διάδικος).

Στο λεβητοστάσιο του παραπάνω ξενοδοχείου ήταν εγκατεστημένοι τρεις λέβητες, οι δύο εκ των οποίων προς εξυπηρέτηση της κεντρικής θέρμανσης (ένας κύριος και ένας συμπληρωματικός, για περίπτωση έκτακτης ανάγκης και κατ' ουσία ανενεργός) και ο τρίτος για την παροχή θερμού νερού. Οι ανωτέρω λέβητες συνδέονταν μέσω καπναγωγών με τις αντίστοιχες κτισμένες με τούβλα και σκυρόδεμα καπνοδόχους, οι οποίες ξεκινούσαν από το λεβητοστάσιο και κατέληγαν στο δώμα της οικοδομής, σε μήκος 24 μέτρων.

Από τις καπνοδόχους αυτές, οι δύο, που συνδέονταν με τον λέβητα θέρμανσης και ζεστού νερού, βρίσκονταν σε επαφή η μια με την άλλη, σε δύο αυτοτελείς κάθετες στήλες που εφάπτονταν με τον εξωτερικό τοίχο, διέρχονταν από τα συγκοινωνούντα μεταξύ τους πατάρια των δωματίων του ξενοδοχείου και εξέρχονταν ομοίως στο ίδιο σημείο της ταράτσας, όπου και πάλι εφάπτονταν.

Στην κεφαλή των δύο αυτών καπνοδόχων υπήρχε ενιαίο μεταλλικό έλασμα (κάλυμμα) για προστασία από τη βροχή, διαστάσεων 60 X 80 εκατοστών. Κατά το έτος 2006, η κεντρική θέρμανση του ξενοδοχείου, που λειτουργούσε μέχρι τότε με πετρέλαιο, μετατράπηκε σε θέρμανση φυσικού αερίου, με την αντικατάσταση του καυστήρα πετρελαίου με καυστήρα φυσικού αερίου και διατήρηση του λέβητα και όλου του συστήματα απαγωγής των καυσαερίων (καπναγωγών και καπνοδόχων) ως είχε.

Για την εγκατάσταση του συστήματος θέρμανσης με φυσικό αέριο, ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, ήτοι η πρώτη εναγόμενη απευθύνθηκε σε εξειδικευμένη για την ανωτέρω εγκατάσταση εταιρεία, συντάχθηκε σχετική μελέτη από ειδικό μηχανολόγο μηχανικό και, μετά την εγκατάσταση, συντάχθηκε τεχνική έκθεση εγκατάστασης και χορηγήθηκε από την Εταιρεία Παροχής Αερίου Θεσσαλονίκης ΑΕ η με αριθμό ...

άδεια χρήσης, οπότε το ξενοδοχείο άρχισε να τροφοδοτείται με φυσικό αέριο. Στις αρχές Οκτωβρίου του 2009, η πρώτη εναγόμενη, χωρίς να λάβει άδεια από την αρμόδια πολεοδομική αρχή, ανήγειρε στο δώμα του ξενοδοχείου μία μεταλλική αποθήκη, εμβαδού 48,80 τ.μ. (11,50 X 4,25 μ.) και ύψους 3,50 μ., εντός της οποίας υπήρχαν οι απολήξεις των προαναφερθεισών τριών καπνοδόχων, ήτοι των δύο για την κεντρική θέρμανση και της μίας για το θερμό νερό, καθώς και άλλες τέσσερις μικρότερες απολήξεις αγωγών, οι οποίες προέρχονταν από συστήματα εξαερισμού της ξενοδοχειακής μονάδας.

Επειδή όμως, μετά την κατασκευή της αποθήκης, τα καυσαέρια των καπνοδόχων θα εξέρχονταν μέσα σ' αυτήν, ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης, αποφάσισε να προβεί σε επιμήκυνση των απολήξεων των καπνοδόχων, ώστε αυτές να διέρχονται από την οροφή της αποθήκης και να καταλήγουν ελεύθερα στο περιβάλλον.

Για το σκοπό αυτό, ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης, στις 15-10-2009, ανέθεσε στον τρίτο εναγόμενο, Γ. Δ. (μη διάδικο), ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση κατασκευής και εγκατάστασης αεραγωγών, το έργο της κατασκευής και τοποθέτησης γαλβανιζέ αεραγωγών για την προέκταση:

α) των απολήξεων των καμινάδων των καυστήρων του ξενοδοχείου, β) των απολήξεων των αγωγών των εξαερισμών των γωνιακών μπάνιων και των τουαλετών τους και γ) του εξαερισμού του κεντρικού λεβητοστασίου, συνταχθέντος και του με την ανωτέρω ημερομηνία μεταξύ τους σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού. Το συνολικό κόστος για την εκτέλεση του ανωτέρω έργου συμφωνήθηκε στο ποσό των 1.800 ευρώ για τα υλικά και στο ποσό των 700 ευρώ ως αμοιβή του τρίτου εναγόμενου για την εργασία του, στην οποία συμπεριλήφθηκε η ανύψωση όλων των ανωτέρω απολήξεων, καθώς και η στεγανοποίηση της οροφής της αποθήκης στα σημεία στα οποία θα ανοίγονταν οι σχετικές έξοδοι.

Η εξόφληση του ανωτέρω ποσού συμφωνήθηκε ότι θα γινόταν με την ολοκλήρωση των εργασιών και την έκδοση των σχετικών τιμολογίων, ενώ, με το ανωτέρω συμφωνητικό δεν επιφυλάχθηκε για την πρώτη εναγόμενη-εργοδότρια εταιρεία το δικαίωμα ανάμιξής της κατά την εκτέλεση του έργου και παροχής οδηγιών προς τον τρίτο εναγόμενο.

Εντός του ίδιου μήνα και σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας, ο παραπάνω εναγόμενος μετέβη στο δώμα του ξενοδοχείου, συνοδευόμενος από τους συντηρητές του ξενοδοχείου L. Z. (Μ.) και Μ. Α., οι οποίοι ξεκλείδωσαν την αποθήκη και του υπέδειξαν το χώρο όπου έπρεπε να γίνουν οι εργασίες, ένας δε εξ αυτών τού ανέφερε ότι η μία από τις καπνοδόχους ήταν ανενεργή.

Τη μεθεπόμενη ημέρα, ο τρίτος εναγόμενος μαζί με τον κουνιάδο του και τεχνίτη στο εργαστήριό του, Ε. Σ. (εξετασθέντα μάρτυρα), μετέβησαν στο δώμα του ξενοδοχείου, προκειμένου να τοποθετήσουν τις προεκτάσεις των καπνοδόχων, που ήδη είχαν κατασκευάσει από μεταλλικό υλικό, προεξέτειναν δε τις τέσσερις απολήξεις των αεραγωγών του ξενοδοχείου, τη μία ανεξάρτητη καπνοδόχο, που προοριζόταν για την απαγωγή των καυσαερίων από τον αναπληρωματικό λέβητα και τη μία από τις δύο εφαπτόμενες καπνοδόχους, δεν προέκτειναν όμως τη δεύτερη από τις καπνοδόχους αυτές και δη, αυτή που χρησίμευε για την απαγωγή των καυσαερίων από τον λέβητα της κεντρικής θέρμανσης του ξενοδοχείου, καθόσον ο τρίτος εναγόμενος δεν το έκρινε σκόπιμο, θεωρώντας ότι επρόκειτο για την καπνοδόχο που χρησίμευε για την απαγωγή των καυσαερίων από τον αναπληρωματικό και, στην ουσία, ανενεργό λέβητα θέρμανσης, χωρίς να ερευνήσει προηγουμένως ο ίδιος και να βεβαιωθεί σε ποιον λέβητα αντιστοιχεί η κάθε καπνοδόχος.

Περαιτέρω, ο τρίτος εναγόμενος, χωρίς να έχει λάβει σχετική εντολή από την εργοδότριά του εταιρεία, έφραξε την έξοδο της ανωτέρω μη προεκταθείσας καπνοδόχου με το μεταλλικό έλασμα (κάλυμμα), το οποίο χρησιμοποιούνταν, όπως προαναφέρθηκε, για την προστασία των απολήξεων των καπνοδόχων από τη βροχή, το οποίο πάκτωσε στην τσιμεντένια κεφαλή της καπνοδόχου, αφήνοντας διάκενο μόνο λίγων εκατοστών για την έξοδο των καυσαερίων.

Μετά την ολοκλήρωση του ανωτέρω έργου, κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του οποίου οι συντηρητές του ξενοδοχείου το επισκέπτονταν συχνά για να ελέγξουν ιδίως εάν έγιναν οι συμφωνηθείσες εργασίες στεγανοποίησης της οροφής της αποθήκης, ο τρίτος εναγόμενος παρέδωσε το έργο στην πρώτη εναγόμενη και έλαβε τη συμφωνηθείσα αμοιβή του.

Ακολούθως, οι συντηρητές του ξενοδοχείου έθεσαν σε προσωρινή δοκιμαστική λειτουργία το σύστημα κεντρικής θέρμανσης και διαπίστωσαν ότι αυτό λειτουργούσε κανονικά, τέθηκε δε για πρώτη φορά σε λειτουργία κατά τη χειμερινή περίοδο από την υπάλληλο υποδοχής του ξενοδοχείου στις 4-11-2009, περί ώρα 19.30'. Την ημέρα εκείνη στο δωμάτιο 501 του ξενοδοχείου διέμενε ο ένοικος Γ.

Ν., τον οποίο από ώρα 23.00' έως ώρα 00.30' αναζητούσε τηλεφωνικά η σύζυγός του, χωρίς αυτός να απαντά στις κλήσεις της ούτε στο κινητό του τηλέφωνο ούτε στο τηλέφωνο του δωματίου του ξενοδοχείου, παρόλο που είχε ενημερώσει τη σύζυγό του ότι θα βρισκόταν σ' αυτό. Όταν τελικά, μετά από την έντονη ανησυχία της τελευταίας, κατάφερε να εισέλθει στο δωμάτιο 501 του ξενοδοχείου υπάλληλος του ξενοδοχείου, για να ελέγξει τι συνέβαινε, βρήκε τον Γ.

Ν. στο κρεβάτι του σε ύπτια θέση και ειδοποίησε τον ιατρό της εταιρείας ... Σ. Ψ., με την οποία το ξενοδοχείο είχε συνεργασία, ο οποίος προσήλθε στο ανωτέρω δωμάτιο περί 01.00', οπότε διαπίστωσε ότι ο Γ. Ν. ήταν νεκρός. Στη συνέχεια, μετά από ενημέρωση του αρμόδιου Α.Τ. Πανοράματος για το συμβάν, περί ώρα 02.00 της 5-11-2009 ενημερώθηκε απ' αυτό ο ιατροδικαστής Σ.

Ν., ο οποίος περί ώρα 10.00' της ίδιας ημέρας προέβη σε νεκροψία - νεκροτομή, αμέσως μετά την οποία συνέταξε το από 5-11-2009 πιστοποιητικό θανάτου, στο οποίο ως αιτία θανάτου του Γ. Ν. ανέφερε "οξύ πνευμονικό οίδημα, καρδιακή ανακοπή, εν αναμονή τοξικολογικών εξετάσεων", τις οποίες και παρήγγειλε. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι παραγγέλθηκαν εξετάσεις για τη διερεύνηση ύπαρξης ναρκωτικών ουσιών, αλκοόλ και μονοξειδίου του άνθρακα στο σώμα του θανόντος, καθώς και ότι το αποτέλεσμα της πρώτης από τις ανωτέρω εξετάσεις έγινε γνωστό την ίδια ημέρα, ήτοι την 5-11-2009 και ήταν αρνητικό για την ύπαρξη ναρκωτικών ουσιών και την πρόκληση του θανάτου του Γ.

Ν. από την αιτία αυτή.... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά την ίδια ημερομηνία, ήτοι στις 5-11-2009, το ανωτέρω Α.Τ., με το υπ' αριθμ. .../27/233 έγγραφό του, διόρισε από τον κατάλογο πραγματογνωμόνων ως πραγματογνώμονα τον τέταρτο εναγόμενο, μηχανολόγο ηλεκτρολόγο μηχανικό Χ. Γ. (αναιρεσείοντα), στον οποίο έδωσε επί λέξει την ακόλουθη εντολή: "Παρακαλώ εξετάσετε το δωμάτιο 501 του Ξενοδοχείου ...

και ειδικά τις ηλεκτρικές - ηλεκτρονικές συσκευές που βρίσκονται στο δωμάτιο και αποτελούν τον εξοπλισμό του ξενοδοχείου για την καλή λειτουργία του, όπως επίσης και κάθε άλλη εγκατάσταση εσωτερικά και εξωτερικά του δωματίου που σχετίζονται με την εύρυθμη λειτουργία του και οτιδήποτε διαπιστώσετε από την εμπειρία και την επιστήμη σας".

Σε εκτέλεση της ανωτέρω εντολής, ο ανωτέρω πραγματογνώμονας, στις 15.45' της ίδιας ημέρας μετέβη στο χώρο του ξενοδοχείου και παρέμεινε στο δωμάτιο 501 μέχρι ώρα 17.45', εξετάζοντας την τηλεόραση, το ψυγείο, το κλιματιστικό, το σώμα του καλοριφέρ, τον εξαερισμό της τουαλέτας, τον φωτισμό και το μπαλκόνι, χωρίς να διαπιστώσει κάποιο πρόβλημα που θα μπορούσε να συνδέεται με τον ερευνώμενο θάνατο.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ιατροδικαστής Σ. Ν., μετά την ολοκλήρωση της νεκροψίας-νεκροτομής, έχοντας ενδείξεις για δηλητηρίαση του Γ. Ν. από μονοξείδιο του άνθρακα, όχι, όμως και βεβαιότητα, αφού δεν είχαν βγει ακόμα τα αποτελέσματα της σχετικής τοξικολογικής εξετάσεως, περί ώρα 12.00 της ίδιας ημέρας (5-11-2009), ενημέρωσε τηλεφωνικά το Α.Τ.

Πανοράματος για το παραπάνω ενδεχόμενο, ζητώντας να γίνει έλεγχος στο δωμάτιο στο οποίο διέμενε ο θανών για ύπαρξη μονοξειδίου του άνθρακα. Το ως άνω Α.Τ. επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον τέταρτο εναγόμενο, ενόσω διαρκούσε ακόμα ο έλεγχος απ' αυτόν του ανωτέρω δωματίου, του γνωστοποίησε ότι, κατά τον ιατροδικαστή, στον θανόντα εντοπίστηκαν ίχνη μονοξειδίου του άνθρακα και του ζήτησε προφορικά να προβεί σε σχετικό έλεγχο.

Μετά ταύτα, ο τέταρτος εναγόμενος, αν και δεν είχε λάβει έγγραφη εντολή προς τούτο, αφού έθεσε σε λειτουργία την κλιματιστική μονάδα και έκλεισε την μπαλκονόπορτα του δωματίου, μετά από μισή ώρα προχώρησε σε μέτρηση μονοξειδίου του άνθρακα στο δωμάτιο του θανόντος, με αρνητικό αποτέλεσμα. Κατά το χρόνο της ανωτέρω μέτρησης, το σύστημα κεντρικής θέρμανσης του ξενοδοχείου δεν ήταν σε λειτουργία, γεγονός το οποίο ήταν σε γνώση του εναγόμενου πραγματογνώμονα.

Μετά την ολοκλήρωση της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης του, ο τελευταίος ενημέρωσε προφορικά το Α.Τ. Πανοράματος ότι δεν εντόπισε κάποιο πρόβλημα, που να μπορεί να συσχετιστεί με τον επελθόντα θάνατο, γεγονός το οποίο το Α.Τ. γνωστοποίησε στον ιατροδικαστή Σ. Ν., ενώ στις 7-11-2009 ο παραπάνω πραγματογνώμονας συνέταξε τη σχετική τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, μετά την παραπάνω διαβεβαίωση του πραγματογνώμονα προς το Α.Τ. Πανοράματος περί της ανυπαρξίας οποιουδήποτε προβλήματος στις συσκευές και εγκαταστάσεις του ερευνηθέντος δωματίου, το βράδυ της 5-11-2009 και ειδικότερα περί ώρα 19.30, η υπάλληλος υποδοχής του ξενοδοχείου έθεσε και πάλι σε λειτουργία το σύστημα κεντρικής θέρμανσης, το οποίο λειτούργησε μέχρι ώρα 21.30 περίπου.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι, περί ώρα 19.45' της ίδιας ημέρας, η ένοικος του δωματίου 504 του πέμπτου ορόφου του ξενοδοχείου, αναισθησιολόγος ιατρός Π. - Π. Χ., αισθάνθηκε αδιαθεσία, κεφαλαλγία, ταχυκαρδία, τάσεις για έμετο και σκοτοδίνη, εμφανίζοντας σαφή συμπτώματα απώλειας των αισθήσεών της. Αφού δε ειδοποιήθηκε το ΕΚΑΒ, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο "ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", όπου υπεβλήθη σε εξετάσεις, από τις οποίες δεν προέκυψε κάτι ανησυχητικό.

Ακολούθως, η ανωτέρω ένοικος επέστρεψε στο ξενοδοχείο, όπου, όμως, διέμεινε στο δωμάτιο φίλης της και όχι στο δικό της, προκειμένου να νιώθει πιο ασφαλής. Τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας, ήτοι της 5-11-2009, εγκαταστάθηκε στο δωμάτιο 401 του ξενοδοχείου ο Θ. Τ., γιος των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφός του τρίτου αρχικώς ενάγοντος Δ.

Τ. και εγγονός των λοιπών, ήτοι της τέταρτης αρχικώς ενάγουσας Ε. χήρας Θ. Τ., του Δ. Ζ. και της Α. συζ. Δ. Ζ., ηλικίας τότε 27 ετών, μόνιμος κάτοικος Καρδίτσας, ο οποίος είχε προσέλθει στη Θεσσαλονίκη για να συμμετάσχει σε σεμινάριο ασφαλιστικών συμβούλων, επάγγελμα το οποίο ασκούσε. Περί ώρα 20.00 της ίδιας ημέρας, επικοινώνησε με τον παραπάνω, στο κινητό του τηλέφωνο, η μνηστή του, Μ.

Τ., στην οποία ο Θ. Τ. ανέφερε ότι θα παρέμενε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, πλην όμως, όταν αυτή, μετά από μία ώρα περίπου, προσπάθησε να επικοινωνήσει εκ νέου μαζί του στο κινητό του τηλέφωνο, αυτός δεν απαντούσε στις επανειλημμένες κλήσεις της, όπως επίσης δεν απαντούσε στις τηλεφωνικές κλήσεις, που έγιναν στο δωμάτιό του από την υποδοχή του ξενοδοχείου, κατόπιν αιτημάτων της Μ.

Τ., γεγονός που προκάλεσε στην τελευταία έντονη ανησυχία. Για το λόγο αυτό, ζήτησε κατ' επανάληψη από τους υπαλλήλους του ξενοδοχείου να επισκεφθούν το δωμάτιο του αρραβωνιαστικού της, για να ελέγξουν τί συνέβαινε. Στην ενέργεια αυτή προέβη, τελικά, ο υπάλληλος του ξενοδοχείου Σ. Α. περί ώρα 02.00. της 6-11-2009.

Κατά την είσοδό του, ο ανωτέρω υπάλληλος διαπίστωσε ότι ο Θ. Τ. βρισκόταν πεσμένος στο πάτωμα, στη δεξιά πλευρά του κρεβατιού, με ίχνη εμέτου στο στόμα του. Ειδοποίησε δε αμέσως το ΕΚΑΒ, οι διασώστες του οποίου προσερχόμενοι διαπίστωσαν το θάνατό του. Μετά την ενημέρωση του ΑΤ Πανοράματος για το συμβάν, περί ώρα 03.00 της ίδιας ημέρας, ενημερώθηκε απ' αυτό ο εφημερεύων ιατροδικαστής Μ.

Τ., ο οποίος προέβη σε άμεση νεκροψία-νεκροτομή και παρήγγειλε την άμεση διενέργεια τοξικολογικών εξετάσεων. Ταυτοχρόνως, το ως άνω Α.Τ., με την υπ' αριθμ. .../27/24-δ εντολή του, ανέθεσε και πάλι στον τέταρτο εναγόμενο τη διενέργεια αυτοψίας στο δωμάτιο 401 του ξενοδοχείου, με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με την προηγηθείσα για το δωμάτιο 501.

Ο ανωτέρω εναγόμενος μετέβη στο δωμάτιο 401 περί ώρα 08.30 της 6-11-2009, παρέμεινε σ' αυτό μέχρι τις 10.30, εξέτασε και πάλι τα ίδια αντικείμενα και συσκευές, που είχε ελέγξει και στο δωμάτιο 501, χωρίς να διαπιστώσει κάτι ανησυχητικό και προέβη, σύμφωνα με δοθείσα σ' αυτόν προφορική εντολή, σε μέτρηση εντός του δωματίου για την ενδεχόμενη ύπαρξη μονοξειδίου του άνθρακα, κλείνοντας προηγουμένως τη μπαλκονόπορτα και θέτοντας σε λειτουργία το κλιματιστικό μηχάνημα, χωρίς να προβεί και πάλι σε έλεγχο του συστήματος κεντρικής θέρμανσης του ξενοδοχείου και χωρίς αυτό να λειτουργεί, το αποτέλεσμα δε της μέτρησης αυτής ήταν αρνητικό...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το μεσημέρι της ίδιας ημέρας (6-11 - 2009) έγιναν γνωστά τα αποτελέσματα των τοξικολογικών εξετάσεων και των δύο θανόντων και προέκυψε με βεβαιότητα ότι ο θάνατος αμφοτέρων οφειλόταν σε δηλητηρίαση από υπερβολική συγκέντρωση μονοξειδίου του άνθρακα στο αίμα τους, συνεπεία εισπνοής του και, ειδικότερα, διαπιστώθηκε συγκέντρωση σε ποσοστό μεγαλύτερο του 60%, η οποία είναι θανατηφόρα..., ενώ η εξέταση για αλκοόλ και ναρκωτικές ουσίες βρέθηκε αρνητική και για τον δεύτερο θανόντα.

Συντάχθηκε δε από τον ιατροδικαστή Μ. Τ. αυθημερόν η υπ' αριθμ. πρωτ. 1723/2009 ιατροδικαστική του έκθεση, στην οποία ο χρόνος θανάτου του Θ. Τ. προσδιορίζεται περί ώρα 20.30 της 5-11-2009. Μετά ταύτα, το Α.Τ. Πανοράματος, το οποίο ενημερώθηκε σχετικά, παρήγγειλε τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διερευνηθούν τα αίτια εμφάνισης μονοξειδίου του άνθρακα στα δύο δωμάτια όπου διέμειναν οι θανόντες, η ανωτέρω δε πραγματογνωμοσύνη ανατέθηκε, με τις με αριθμ.

πρωτ. .../27/24 ζ, η / 6-11-2009 εντολές στους μηχανολόγους μηχανικούς Γ. Κ. και Δ. Μ. Επίσης, από το ίδιο ΑΤ ορίσθηκαν ως πραγματογνώμονες και οι ειδικοί συντηρητές καυστήρων Π. Μ. και Γ. Κ., προκειμένου να ελέγξουν, με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού, την καλή ή μη λειτουργία του καυστήρα. Κατά τις μετρήσεις που έγιναν στα δωμάτια 401 και 501, καθώς επίσης και στα δωμάτια 402, 403, 404, 502, 503, 504 και 505, κατά τη διάρκεια λειτουργίας του καυστήρα θέρμανσης, οι ενδείξεις σε όλα ήταν εξαιρετικά υψηλές, καθόσον οι συγκεντρώσεις μονοξειδίου του άνθρακα ήταν ικανές να προκαλέσουν το θάνατο εντός λίγων ωρών.

Εξάλλου, οι συντηρητές καυστήρων Π. Μ. και Γ. Κ., προέβησαν σε μετρήσεις των καυσαερίων του λέβητα θέρμανσης των δωματίων και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αυτός παρουσίαζε υπερβολικά υψηλές συγκεντρώσεις μονοξειδίου του άνθρακα στον αγωγό καυσαερίων, οι οποίες ξεπερνούσαν τα ανώτατα όρια δυνατότητας μέτρησης των συσκευών τους (3.500 και 7000 ppm, αντίστοιχα), συγκεντρώσεις οι οποίες κρίθηκαν ως εξαιρετικά υψηλές και ασυνήθιστες ακόμα και για καυστήρα με ελλιπή συντήρηση, καθόσον το φυσιολογικό επίπεδο συγκεντρώσεων σε καυστήρα φυσικού αερίου είναι της τάξης των 50 ppm.

Από τις ιδιαίτερα υψηλές τιμές συγκέντρωσης μονοξειδίου του άνθρακα στον παραπάνω καυστήρα, σε συνδυασμό με την πολύ χαμηλή μετρηθείσα συγκέντρωση οξυγόνου, οι ανωτέρω κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η λειτουργία του καυστήρα φυσικού αερίου απείχε πολύ από τη κανονική της κατάσταση, όσον αφορά στη στοιχειομετρία της καύσης, δηλαδή την αναλογία καυσίμου-αέρα, ότι η καύση αυτή ήταν ατελής, ήτοι γινόταν με έλλειμμα αέρα, που είχε ως αποτέλεσμα το σχηματισμό εξαιρετικά υψηλών ποσοτήτων μονοξειδίου του άνθρακα και ότι η θανατηφόρα συγκέντρωσή του στα δωμάτια του ξενοδοχείου συσχετιζόταν με τη μη φυσιολογική λειτουργία του καυστήρα.

Ακολούθως, διαπιστώθηκε ότι η σειρά δωματίων 01 έως 04 κάθε ορόφου είχε κοινό πατάρι στο εμπρόσθιο μέρος των δωματίων, μήκους 20 μ. περίπου, πλάτους 2,5 μ. και ύψους 1,2 μ., στο οποίο βρίσκονταν όλες οι υδραυλικές και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, που χρησιμοποιούνταν για τη λειτουργία της σειράς των δωματίων 401 - 405 και 501 - 505, ότι η καπνοδόχος του λέβητα θέρμανσης περνούσε μέσα από το πατάρι και συγκεκριμένα μέσα από τα δωμάτια που έληγαν σε 04, ότι η παραπάνω καπνοδόχος, που ήταν κατασκευασμένη από τούβλα και σκυρόδεμα, στο τμήμα επαφής της με τα πατάρια εμφάνιζε παλαιές ρηγματώσεις, με εμφανή ίχνη αιθάλης πετρελαίου πλησίον των ρωγμών, γεγονός που υποδήλωνε ότι προκλήθηκαν πριν από την αλλαγή του καυσαερίου από πετρέλαιο σε φυσικό αέριο και ότι τα δωμάτια που έληγαν σε 01 επικοινωνούσαν με το πατάρι με ένα άνοιγμα διαστάσεων 60X40 εκατοστών περίπου, το οποίο δεν ήταν εξαρχής ορατό, αλλά εντοπίστηκε μετά από αποκαθήλωση της ντουλάπας στο δωμάτιο 401.

Όπως διαπιστώθηκε, γινόταν διαρροή καυσαερίου από την καπνοδόχο στα κοινά πατάρια των δωματίων με κατάληξη -01 ως -04, ακολούθως δε το καυσαέριο από τα πατάρια εισερχόταν στα αντίστοιχα δωμάτια μέσω των ανοιγμάτων που προαναφέρθηκαν, ιδίως στα δωμάτια που έληγαν σε 01, καθόσον αυτά διέθεταν επιπλέον άνοιγμα, ευρισκόμενο στο άνω μέρος της κάθε ντουλάπας.

Εξάλλου, διακριβώθηκε ότι, εξαιτίας της, κατά το μέγιστο μέρος, φραγής της εξόδου της καπνοδόχου του λέβητα θέρμανσης με μεταλλικό έλασμα, εμποδιζόταν η ελεύθερη ροή των καυσαερίων στην καπνοδόχο, προκαλώντας υψηλή αντίθλιψη, συνέπεια της οποίας ήταν η βεβιασμένη διαρροή καυσαερίου από τα μη στεγανά σημεία της καπνοδόχου, γεγονός που εξηγούσε την έντονη παρουσία καυσαερίου στα πατάρια που επικοινωνούσαν με την καπνοδόχο, ταυτοχρόνως δε, η υψηλή αντίθλιψη και η παρεμπόδιση της ροής των καυσαερίων οδηγούσε σε παρεμπόδιση της τροφοδοσίας με αέρα του χώρου καύσης, με αποτέλεσμα την αλλαγή της στοιχειομετρίας της καύσης, σε ατελή καύση και την παραγωγή καυσαερίων με υπερβολικά υψηλές τιμές μονοξειδίου του άνθρακα.

Επιπλέον, οι παραπάνω πραγματογνώμονες συμπέραναν ότι, πέραν των δωματίων 401 και 501, στα οποία σημειώθηκαν οι δύο θάνατοι, και οι ένοικοι των δωματίων 402, 403, 404, 502, 503 και 504 πιθανότατα εκτέθηκαν σε υψηλές συγκεντρώσεις μονοξειδίου του άνθρακα, γεγονός που εξηγούσε την αδιαθεσία της ενοίκου του δωματίου 504, Π.-Π.

Χ., στις 5-11-2009. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η συγκέντρωση μονοξειδίου του άνθρακα 200-400 ppm προκαλεί ζαλάδα, ναυτία και κόπωση, η συγκέντρωση 400-800 ppm θανάσιμο κίνδυνο σε διάστημα μεγαλύτερο των τριών ωρών, η συγκέντρωση 800-1500 ppm θάνατο σε διάστημα 2-3 ωρών, η συγκέντρωση 1500 έως 6400 ppm θάνατο εντός 30 λεπτών και η συγκέντρωση από 6400-12.800 ppm θάνατο εντός 3 λεπτών.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω και με δεδομένο ότι ο θάνατος του συγγενούς των εναγόντων, Θ. Τ., έλαβε χώρα, κατά την έκθεση του ιατροδικαστή Μ. Τ., από δηλητηρίαση λόγω της εισπνοής μονοξειδίου του άνθρακα, την 20.20' της 5-11-2009, αποδείχθηκε ότι πράγματι η ως άνω δηλητηρίαση προκλήθηκε από τη διαρροή και την υψηλότατη συγκέντρωση μονοξειδίου του άνθρακα εντός του δωματίου του, η οποία υπολογίζεται ότι υπερέβαινε τα 1.500 ppm και η οποία προκλήθηκε κατά τον τρόπο που περιγράφηκε, ήτοι εξαιτίας της φραγής της καπνοδόχου και της διαρροής υψηλών ποσοτήτων μονοξειδίου του άνθρακα από τα μη στεγανά σημεία της καπνοδόχου και, ιδίως, από το άνοιγμα στο πατάρι του δωματίου όπου διέμενε.

Περαιτέρω, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, αποδείχθηκε ότι συνυπαίτιοι για την πρόκληση της ανωτέρω διαρροής και, συνακόλουθα, του θανάτου του Θ. Τ., είναι όλοι οι εναγόμενοι, των οποίων οι πράξεις και παραλείψεις, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, συντέλεσαν στο επελθόν αποτέλεσμα. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, από τις διατάξεις των παραγράφων 3.1.7.2 και 12.3 και του Τεχνικού Κανονισμού εσωτερικών εγκαταστάσεων φυσικού αερίου με πίεση λειτουργίας έως και 1 Βar, ο οποίος έχει ενσωματωθεί στην ΥΑ.

Δ3/Ν11346 (ΦΕΚ Β' 963/15.7.2003), όπου καθορίζονται γενικές οδηγίες για τον ασφαλή σχεδίασμά, κατασκευή, μετατροπή, δοκιμή, πρώτη θέση σε λειτουργία και συντήρηση εγκαταστάσεων οι οποίες λειτουργούν με φυσικό αέριο, προβλέπεται ότι, σε περίπτωση δομικών επεμβάσεων επί μιας εγκατάστασης αερίου, απαιτείται η έγκριση των επεμβάσεων αυτών από την Εταιρεία Αερίου, μετά από σύνταξη τεχνικής έκθεσης και έλεγχό τους από άτομο με προσόντα Επιβλέποντος Αερίου (μηχανικού).

Στις ανωτέρω δομικές επεμβάσεις σαφώς υπάγεται και η επέμβαση στην καπνοδόχο, όπως είναι και η προέκταση αυτής, αφού η λειτουργία και η κατάσταση της καπνοδόχου συνδέεται και δύναται να επηρεάσει την όλη λειτουργία του συστήματος κεντρικής θέρμανσης με τη χρήση φυσικού αερίου (όπως αναφέρεται στην παρ.12.3 του ως άνω κανονισμού, πρόκειται για "μεταβολή της εγκατάστασης απαγωγής καυσαερίων".

Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος, με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, ανέθεσε στον τρίτο εναγόμενο την επέκταση των απολήξεων των καπνοδόχων και αεραγωγών, που βρίσκονταν στο δώμα του ξενοδοχείου, μεταξύ των οποίων και της επίδικης, από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας, που όφειλε και μπορούσε, κατά τις περιστάσεις, να καταβάλει και, προφανώς, υποτιμώντας τη σοβαρότητα του ανωτέρω έργου, παρέλειψε να γνωστοποιήσει στην Εταιρεία Φυσικού Αερίου τη δομική αυτή επέμβαση και να λάβει την έγκρισή της, μετά από έλεγχό της από αρμόδιο μηχανικό, παράλειψη η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, αφού, ο έλεγχος του ως άνω έργου, ήτοι της επέκτασης της καπνοδόχου, από τον έχοντα εξειδικευμένα προσόντα και γνώσεις ειδικό μηχανικό φυσικού αερίου και η έγκριση της μεταβολής από την Εταιρεία Αερίου, θα οδηγούσε με βεβαιότητα στη διαπίστωση της φραγής της καπνοδόχου και στη μη έγκριση της σχετικής κατασκευής ή στην αποκατάσταση αυτής.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, εάν η πρώτη ενάγουσα, δια του δεύτερου εναγόμενου, νόμιμου εκπροσώπου της, προέβαινε σε έλεγχο της λειτουργίας του καυστήρα μετά τις εργασίες προέκτασης των καπνοδόχων, όπως επιβαλλόταν, χρησιμοποιώντας προς τούτο συντηρητή με ειδικές γνώσεις, ο τελευταίος, μετρώντας τα εκλυόμενα καυσαέρια του λέβητα -- μέτρηση που περιλαμβάνεται στις συνήθεις εργασίες συντήρησης και ελέγχου λειτουργίας - θα αντιλαμβανόταν ότι υπήρχε υπερβολική συγκέντρωση μονοξειδίου του άνθρακα και, κατά τη συνήθη εξέλιξη των πραγμάτων, θα οδηγούνταν στη διαπίστωση της φραγής της καπνοδόχου.

Ειδικότερα, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά το χρόνο του επίδικου συμβάντος, δεν ήταν μεν υποχρεωτικός ο έλεγχος του μονοξειδίου του άνθρακα, όπως μεταγενέστερα κατέστη, πλην όμως η μέτρηση των καυσαερίων από το συντηρητή θα κατέγραφε αναγκαίως και τα ποσοστά συγκέντρωσης του ως άνω αερίου. Αποδείχθηκε δηλαδή ότι ο δεύτερος εναγόμενος, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, ενώ έδωσε εντολή για την εκτέλεση εργασιών, που συνιστούσαν δομική επέμβαση στο σύστημα εγκατάστασης φυσικού αερίου του ξενοδοχείου, από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας, που όφειλε και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει, (πέραν της ως άνω παραλείψεώς του να λάβει σχετική έγκριση από την Εταιρεία Φυσικού Αερίου, μετά από σύνταξη τεχνικής έκθεσης και έλεγχο της μεταβολής από αρμόδιο μηχανικό αερίου), παρέλειψε προσθέτως να προβεί και στην επιβαλλόμενη από τους γενικούς κανόνες πρόνοιας για την υγεία και ασφάλεια των ενοίκων του ξενοδοχείου και από την προηγούμενη εν δυνάμει επικίνδυνη και παράνομη ενέργειά του, ήτοι την ως άνω επέμβαση, διενέργεια ελέγχου του όλου συστήματος, πριν αυτό τεθεί σε λειτουργία, από ειδικό συντηρητή του συστήματος κεντρικής θέρμανσης με φυσικό αέριο, ώστε να βεβαιωθεί ότι το σύστημα λειτουργεί προσηκόντως και ασφαλώς.

Στην υποχρέωσή του αυτή δεν ανταποκρίθηκε ο δεύτερος εναγόμενος με την ανάθεση εντολής ελέγχου της λειτουργίας του συστήματος στους ανωτέρω αναφερόμενους δύο συντηρητές του ξενοδοχείου, καθόσον αυτοί στερούνταν ειδικών γνώσεων, ο δε εκ μέρους τους έλεγχος αποσκοπούσε στη διαπίστωση της θέρμανσης ή μη των δωματίων του ξενοδοχείου και όχι στην προσήκουσα και χωρίς κινδύνους λειτουργία του συστήματος θέρμανσης με φυσικό αέριο.

Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι κάποιος εκ των ανωτέρω συντηρητών του ξενοδοχείου ανέφερε στον τρίτο εναγόμενο, πριν την εκτέλεση του ενδίκου έργου, ότι ο ένας λέβητας ήταν ανενεργός, πλην όμως, δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος, είτε απευθείας είτε δια των ανωτέρω υπαλλήλων του ξενοδοχείου, έδωσε εντολή να μην επεκταθεί η ως άνω καπνοδόχος, πολύ δε περισσότερο, ουδόλως αποδείχθηκε ότι έδωσε εντολή να φραγεί αυτή από τον τρίτο εναγόμενο ή γνώριζε και αποδέχθηκε τη φραγή αυτή.

Την κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύει το γεγονός ότι στην εγγράφως καταρτισθείσα από 15-10-2009 σύμβαση έργου μεταξύ του δεύτερου εναγόμενου, ενεργούντος για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης, και του τρίτου εναγόμενου, ουδόλως εξαιρείται από την επέκταση κάποια από τις υπάρχουσες στο δώμα του ξενοδοχείου καμινάδες (αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι περιλαμβάνεται "η κατασκευή και τοποθέτηση γαλβανιζέ αεραγωγών για προέκταση των απολήξεων των καυστήρων του ξενοδοχείου"), ενώ, στο εκδοθέν για το επίδικο έργο υπ' αριθμ.

…/30-10-2009 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών του τρίτου εναγόμενου, περιγράφεται και κοστολογείται ειδικά η κατασκευή και τοποθέτηση ενός ενιαίου αεραγωγού, διαστάσεων 80 X 35 εκατοστών, που αποδείχθηκε ότι είναι αυτός που καλύπτει και τις δύο εξόδους των εφαπτόμενων καπνοδόχων. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί α) ότι ο έλεγχος των συντηρητών του ξενοδοχείου αφορούσε κυρίως στη σωστή στεγανοποίηση των σημείων, που διανοίχθηκαν στην οροφή της αποθήκης, β) ότι η έμπροσθεν της επίδικης καπνοδόχος είχε υπερυψωθεί, γεγονός που καθιστούσε δυσχερές να διαπιστωθεί ότι η όπισθεν αυτής εφαπτομένη επίδικη καπνοδόχος δεν είχε επεκταθεί και είχε σφραγιστεί, καθώς και γ) ότι ούτε ο δεύτερος εναγόμενος, αλλά ούτε και οι προστηθέντες από την πρώτη εναγόμενη υπάλληλοι αυτής, συντηρητές του ξενοδοχείου, κατείχαν ειδικές τεχνικές γνώσεις, για το λόγο δε αυτό, το επίδικο έργο ανατέθηκε από το δεύτερο εναγόμενο σε ειδικό τεχνίτη, τον οποίο ευλόγως εμπιστεύθηκε.

Περαιτέρω, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η φραγή της επίδικης καπνοδόχου, με το προπεριγραφέν μεταλλικό έλασμα, έλαβε χώρα μετά την ολοκλήρωση του έργου από τον τρίτο εναγόμενο από άγνωστο πρόσωπο και μάλιστα κατ' εντολή του δεύτερου εναγόμενου και εν γένει με απόφαση της πρώτης εναγόμενης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τρίτος εναγόμενος.

Ειδικότερα, πλέον των άλλων, όπως προκύπτει από τις επισυναπτόμενες στην από 9-11-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Γ. Κ. και Δ. Μ. με αριθμούς 15 και 16 φωτογραφίες της απόληξης της επίδικης καπνοδόχου, η προέκταση της καπνοδόχου του λέβητα ζεστού νερού, ήτοι της εφαπτομένης με την επίδικη, είχε βιδωθεί επάνω στο μεταλλικό έλασμα, που χρησιμοποιήθηκε για τη φραγή της τελευταίας (της καπνοδόχου του συστήματος θέρμανσης δωματίων), γεγονός που καταδεικνύει ότι το έλασμα αυτό τοποθετήθηκε ταυτόχρονα με την επέκταση της καπνοδόχου του λέβητα ζεστού νερού, δηλαδή, κατά την εκτέλεση του έργου, που ανατέθηκε στον τρίτο εναγόμενο και όχι μεταγενέστερα, ενώ κρίνεται αβάσιμη η εκδοχή ότι εκ των υστέρων κάποιος τρίτος ξεβίδωσε τις βίδες, που συγκρατούσαν την προέκταση της καπνοδόχου, εφάρμοσε πάνω σ' αυτή το έλασμα της επίδικης καπνοδόχου και ακολούθως τις ξαναβίδωσε στο ίδιο σημείο, όπως ισχυρίζεται ο τρίτος εναγόμενος και κατέθεσε ως υπόθεση ο μάρτυράς του.

Όσον αφορά στον τρίτο εναγόμενο, Β. Δ., αποδείχθηκε ότι, παρόλο που του ανατέθηκε το έργο προέκτασης όλων των απολήξεων των καπνοδόχων και των αεραγωγών, που βρίσκονταν στο δώμα του ξενοδοχείου, αυτός, θεωρώντας, προφανώς, ως αξιόπιστη την πληροφορία που έλαβε από τον έναν εκ των συντηρητών του ξενοδοχείου ότι ο ένας λέβητας ήταν ανενεργός, πληροφορία την οποία παρέλειψε να επιβεβαιώσει προβαίνοντας ο ίδιος σε σχετικό έλεγχο στο λεβητοστάσιο, όχι μόνο δεν προέκτεινε την επίδικη καπνοδόχο, που αντιστοιχούσε στο λέβητα θέρμανσης των χώρων του ξενοδοχείου, αλλά, ενεργώντας αυτοβούλως και κατ' απόκλιση από τα συμφωνηθέντα, προέβη στη φραγή της με μεταλλικό έλασμα, αφήνοντας ελάχιστο ελεύθερο χώρο εξόδου των καυσαερίων στην ατμόσφαιρα, με αποτέλεσμα, από τη φραγή αυτή, να προκληθεί ατελής καύση, παραγωγή υψηλότατων ποσοτήτων μονοξειδίου του άνθρακα, βεβιασμένη διαρροή του στα προαναφερόμενα δωμάτια, με συνέπεια τους θανάτους του Γ.

Ν., αλλά και του συγγενούς των εναγόντων, Θ. Τ..

Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι ο τρίτος εναγόμενος, κατά την εκτέλεση του έργου που του ανατέθηκε, από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας, που όφειλε και μπορούσε, κατά τις περιστάσεις, να καταβάλει, έχοντας εκ του επαγγέλματος του ειδικές γνώσεις, προέβη αυτοβούλως στην παραπάνω πράξη, παραλείποντας ταυτόχρονα να ελέγξει τη βασιμότητα της πληροφορίας περί ανενεργού λέβητα, όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει, συμπεριφορά η οποία συνδέεται αιτιωδώς με τον θάνατο του Θ.

Τ.. Όσον αφορά στον τέταρτο εναγόμενο, Χ. Γ., αποδείχθηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι, σε εκτέλεση της εντολής που του δόθηκε από το ΑΤ Πανοράματος, το περιεχόμενο της οποίας παρατέθηκε ανωτέρω, μετέβη για αυτοψία στο δωμάτιο 501 του ξενοδοχείου, στο οποίο διέμεινε ο Γ. Ν., όπου εξέτασε την τηλεόραση, το μικρό χωνευτό ψυγείο, το κλιματιστικό, το σώμα καλοριφέρ, τον εξαερισμό της τουαλέτας, το φωτισμό και το μπαλκόνι, χωρίς να διαπιστώσει κάτι ανησυχητικό.

Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο ανωτέρω εναγόμενος, κατά τη διάρκεια του ελέγχου του, ενημερώθηκε προφορικά από το παραπάνω Α.Τ. ότι στο σώμα του θανόντος Ν. βρέθηκαν ίχνη μονοξειδίου του άνθρακα, καθώς και ότι του ζητήθηκε προφορικά να προβεί επιπλέον και σε σχετικό έλεγχο. Για το λόγο αυτό, ο παραπάνω πραγματογνώμονας, έθεσε σε λειτουργία την κλιματιστική μονάδα του δωματίου, έκλεισε την πόρτα και την μπαλκονόπορτα του δωματίου και, μετά από μισή ώρα, προέβη σε μέτρηση με τη συσκευή που διέθετε, με ένδειξη αρνητική για μονοξείδιο του άνθρακα.

Μετά δε την ολοκλήρωση της έρευνάς του και τη σχετική ενημέρωση του Α.Τ. ως προς το αρνητικό πόρισμα αυτής σχετικά με την ύπαρξη οποιασδήποτε αιτίας κινδύνου στο ως άνω δωμάτιο, δεν ελήφθη κάποιο μέτρο προστασίας των λοιπών ενοίκων του ξενοδοχείου, με αποτέλεσμα, να συνεχίσει αυτό κανονικά τη λειτουργία του και να τεθεί την επόμενη ημέρα εκ νέου σε λειτουργία το κεντρικό σύστημα θέρμανσης, με συνέπεια την πρόκληση του θανάτου και του Θ.

Τ.. Αδιαμφισβήτητα, αποδείχθηκε ότι, κατά το χρόνο εκτέλεσης των καθηκόντων του ως πραγματογνώμονα, ο τέταρτος εναγόμενος δεν γνώριζε τα ακριβή αίτια θανάτου του Γ. Ν., αφού δεν είχαν καταστεί γνωστά τα αποτελέσματα των τοξικολογικών εξετάσεων, που είχαν παραγγελθεί από τον ιατροδικαστή Σ. Ν. και δεν είχε συνταχθεί από τον τελευταίο η ιατροδικαστική του έκθεση, παρά μόνο το προαναφερθέν πιστοποιητικό θανάτου του Γ.

Ν., στο οποίο ως αιτία αυτού αναφερόταν το οξύ πνευμονικό οίδημα, ενώ, επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω εναγόμενος δεν είχε λάβει γραπτή εντολή για έλεγχο του κεντρικού συστήματος θέρμανσης του ξενοδοχείου, αλλά εντολή ελέγχου όλων των ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, που αποτελούσαν τον εξοπλισμό του δωματίου και κάθε άλλης εγκατάστασης, εσωτερικά και εξωτερικά αυτού, που σχετιζόταν με την εύρυθμη λειτουργία του.

Επίσης, σαφώς αποδείχθηκε ότι, κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης του, ο ανωτέρω γνώριζε ότι στο σώμα του θανόντος υπήρχαν ενδείξεις παρουσίας μονοξειδίου του άνθρακα και ότι έπρεπε να διενεργήσει έρευνα και για τον εντοπισμό πηγών εκπομπής του ανωτέρω αερίου στο ερευνώμενο δωμάτιο, ειδικότερα δε συσκευών από τις οποίες θα μπορούσε αυτό να διαρρεύσει.

Γι' αυτόν άλλωστε το λόγο ο ως άνω ιατροδικαστής ζήτησε να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη στο δωμάτιο και τις εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου, αίτημα που δεν θα υπέβαλε εάν πιθανολογούσε ότι τα αίτια που οδήγησαν στο θάνατο του Ν. ήταν παθολογικά. Κατά την έρευνά του αυτή, ο ανωτέρω εναγόμενος εστίασε στη λειτουργία του κλιματιστικού μηχανήματος και των λοιπών ηλεκτρικών συσκευών του δωματίου, όπως ο ίδιος αναφέρει στη συνταχθείσα έκθεσή του (σελ. 10 αυτής).

Δεν αποδείχθηκε όμως ότι αυτό που γνώριζε ήταν ότι έπρεπε να διενεργήσει έρευνα ιχνών από την καύση τσιγάρου ή ναρκωτικής ουσίας, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, τα οποία, άλλωστε, αποδείχθηκε ότι δεν θα μπορούσαν να ανιχνευθούν μετά από τον πολύωρο αερισμό του δωματίου. Ειδικότερα, κατά τον ισχυρισμό του ανωτέρω εναγομένου, στην προφορικώς δοθείσα σ' αυτόν ως άνω συμπληρωματική εντολή του Α.Τ.

Πανοράματος, του αναφέρθηκε η ύπαρξη "αμυδρών ιχνών" μονοξειδίου του άνθρακα στο σώμα του θανόντος και του υποδείχθηκε να επικεντρωθεί στον έλεγχο της κλιματιστικής μονάδας, όπως αναφέρει και στην εκ των υστέρων, ήτοι μετά τη διάγνωση των πραγματικών αιτίων των θανάτων, συνταχθείσα έκθεσή του. Ο ως άνω ισχυρισμός του τέταρτου εναγόμενου δεν επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, αλλά, αντίθετα, στην από 9-11-2009 ιατροδικαστική έκθεση του Σ.

Ν., η οποία και αυτή συντάχθηκε μετά τη διαπίστωση των πραγματικών αιτίων των δύο θανάτων, αναφέρεται ότι ο παραπάνω ιατροδικαστής διαπίστωσε, κατά τη διάρκεια της νεκροτομής, μακροσκοπικά, "ισχυρές" ενδείξεις για δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα, ότι ενημέρωσε προφορικά τον υποδιοικητή του Α.Τ.

Πανοράματος και ότι του ζήτησε να γίνει έλεγχος διαρροής του ως άνω αερίου στις εγκαταστάσεις θέρμανσης του ξενοδοχείου και όχι στο κλιματιστικό μηχάνημα, όπως έπραξε ο τέταρτος εναγόμενος. Σε κάθε περίπτωση, ήτοι ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ως αναληθές ότι ο παραπάνω ιατροδικαστής προέβη στην υπόδειξη του παραπάνω εξειδικευμένου ελέγχου προς το Α.Τ.

Πανοράματος ή, αν ήθελε θεωρηθεί ότι το τελευταίο δεν μετέφερε στον τέταρτο εναγόμενο την ανωτέρω υπόδειξη ή τη μετέφερε εσφαλμένα (κλιματιστικό αντί για εγκαταστάσεις θέρμανσης του ξενοδοχείου), ο ανωτέρω εναγόμενος όφειλε και μπορούσε, με βάση την ιδιότητά του (μηχανολόγος ηλεκτρολόγος μηχανικός), τις ειδικές επιστημονικές του γνώσεις και τη μακρόχρονη εμπειρία του, να προβεί στον έλεγχο και του συστήματος κεντρικής θέρμανσης του ξενοδοχείου και όχι μόνο του κλιματιστικού, για το οποίο είναι γνωστό και από τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι δεν μπορεί να εκλύει μονοξείδιο του άνθρακα, σε αντίθεση με το σύστημα κεντρικής θέρμανσης.

Εξάλλου, αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από το με αριθμ. πρωτ. .../20/16-ζ/6-12-2013 έγγραφο του Τμήματος Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τέταρτος εναγόμενος, αφού σ' αυτό βεβαιώνεται μεν ότι υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του ανωτέρω Α.Τ. και του ιατροδικαστή Σ.

Ν., μετά τη σύνταξη από τον τελευταίο του πιστοποιητικού θανάτου του Γ. Ν., διαψεύδεται δε ότι ο παραπάνω ιατροδικαστής γνωστοποίησε στο Α.Τ. "ως σαφή" αιτία θανάτου του παραπάνω θανόντος την εισπνοή μονοξείδιου του άνθρακα, πλην όμως, δεν διαψεύδεται ότι γνωστοποίησε ως "πιθανή" την παραπάνω αιτία, την οποία και ο ίδιος ο ανωτέρω εναγόμενος συνομολογεί στην ως άνω έκθεσή του ότι γνώριζε τουλάχιστον ως ενδεχόμενο και γι' αυτό προέβη σε σχετική έρευνα.

Επίσης, το γεγονός ότι ο έλεγχος της κεντρικής θέρμανσης δεν περιεχόταν ρητά στην αρχική έγγραφη εντολή προς τον ανωτέρω πραγματογνώμονα δεν αναιρούσε την υποχρέωσή του για τον έλεγχο αυτό, όπως ο ίδιος αβάσιμα ισχυρίζεται, ενόψει μάλιστα της προαναφερόμενης πρόσθετης προφορικής ενημέρωσής του και του γεγονότος ότι ήταν εμφανής η ύπαρξη στο ξενοδοχείο συστήματος κεντρικής θέρμανσης, αφού ο ίδιος ο πραγματογνώμονας έλεγξε και το ευρισκόμενο στο δωμάτιο σώμα του καλοριφέρ.

Επιπλέον, η κεντρική θέρμανση ανήκει στις εγκαταστάσεις, που μπορούν να επηρεάσουν "την εύρυθμη λειτουργία του δωματίου", οι οποίες ζητήθηκε από τον ανωτέρω να ελεγχθούν με την έγγραφη εντολή του ΑΤ, με την οποία, επίσης, εντελλόταν αυτός να προβεί σε έλεγχο όχι μόνο εσωτερικά, αλλά και εξωτερικά του δωματίου, όπως και (να επιληφθεί με) "οτιδήποτε διαπιστώσει από την εμπειρία και επιστήμη του".

Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος εναγόμενος, από έλλειψη της δέουσας προσοχής και επιμέλειας, την οποία μπορούσε και όφειλε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει, δεν προέβη σε πλήρη και ενδελεχή έλεγχο όλων των εγκαταστάσεων, που μπορούσαν να επηρεάσουν τη λειτουργία και ασφάλεια του ελεγχθέντος απ' αυτόν δωματίου του Γ.

Ν., κατά τη δοθείσα σ' αυτόν εντολή και δη, του συστήματος κεντρικής θέρμανσης του ξενοδοχείου, παράλειψη η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το επίδικο συμβάν, αφού, εάν είχε προβεί στον παραπάνω έλεγχο, κατά την αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων, θα κατέληγε στη διαπίστωση του υπάρχοντος προβλήματος και θα αποτρεπόταν η λειτουργία την επόμενη ημέρα του συστήματος κεντρικής θέρμανσης του ξενοδοχείου και συνακόλουθα και ο θάνατος του Θ.

Τ.. Επομένως, αποδείχθηκε ότι ο θάνατος του τελευταίου προκλήθηκε εξαιτίας της κοινής αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δεύτερου εναγόμενου, για την οποία ευθύνεται και η πρώτη εναγόμενη, αφού αυτή έλαβε χώρα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του ως νόμιμου εκπροσώπου της, του τρίτου και του τέταρτου των εναγομένων και, συνεπώς, όλοι οι εναγόμενοι είναι σε ολόκληρο υπόχρεοι για την αποκατάσταση των εξ αυτού συνεπειών.

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών Θ. Τ. επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά, η οποία συντέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του θανάτου του, αφού τέτοια συμπεριφορά του δεν δύναται να θεμελιώσει το γεγονός ότι δεν εξήλθε από το δωμάτιο του ξενοδοχείου, στο οποίο διέμενε και δεν άνοιξε την μπαλκονόπορτα αυτού αμέσως μόλις αισθάνθηκε ζάλη και δυσφορία, αφού ευλόγως δεν μπορούσε να αποδώσει, με βάση τα αναμενόμενα από το μέσο συνετό άνθρωπο, τα παραπάνω συμπτώματα σε πρόβλημα που υπήρχε στον κατά τεκμήριο ασφαλή χώρο του δωματίου ενός καλού ξενοδοχείου, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη ότι ο θάνατός του, με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, επήλθε εντός χρονικού διαστήματος τριάντα περίπου λεπτών από την έναρξη των συμπτωμάτων.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου λόγος εφέσεως των δύο πρώτων εναγομένων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Εξάλλου, με τον πρώτο λόγο της ίδιας εφέσεως οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι υπαίτιοι του θανάτου του Θ. Τ. είναι: 1) η Εταιρεία Παροχής Αερίου Θεσσαλονίκης, 2) ο Ά. Κ. και 3) η εταιρεία "..." και οι απ' αυτήν προστηθέντες, καθόσον η τρίτη εξ αυτών ανέλαβε και εκτέλεσε το έργο της εγκατάστασης δικτύου φυσικού αερίου στο ξενοδοχείο της πρώτης εναγόμενης, με βάση την τεχνική μελέτη, που συνέταξε και επέβλεψε ο δεύτερος εξ αυτών, ειδικός μηχανικός (επιβλέπων αερίου), την οποία (μελέτη) ενέκρινε η πρώτη εξ αυτών, που, μετά την ολοκλήρωση του έργου, το έλεγξε και διαπίστωσε τη σύννομη κατασκευή του, χορηγώντας στην επιχείρηση σχετική άδεια χρήσης φυσικού αερίου.

Συγκεκριμένα, οι ανωτέρω εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι, εξαιτίας της υπαίτιας (αμελούς) συμπεριφοράς όλων των ανωτέρω, δεν προβλέφθηκε στη μελέτη και δεν έλαβε χώρα αντικατάσταση της παλαιάς καπνοδόχου, (που ήταν σε χρήση ενόσω η λειτουργία των λεβήτων γινόταν με πετρέλαιο), με νέα μεταλλική ή τσιμέντου, όπως επιβαλλόταν από τον προαναφερόμενο Τεχνικό Κανονισμό εσωτερικών εγκαταστάσεων φυσικού αερίου με πίεση λειτουργίας έως και 1 Βar, με αποτέλεσμα τη διαρροή μονοξειδίου του άνθρακα από τις ρωγμές της και την πρόκληση των ανωτέρω θανάτων.

Όμως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα ως άνω διαλαμβανόμενα σ' αυτόν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, που όμως δεν αποδείχθηκαν αληθή, απλώς οι ανωτέρω θα ήταν συνυπαίτιοι και συνυπόχρεοι κατ' άρθρο 926 ΑΚ με τους εκκαλούντες, χωρίς να αναιρείται η ευθύνη των τελευταίων, που θεμελιώνεται στην προαναφερόμενη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου.

Σημειώνεται ότι ήδη, με την υπ' αριθμ. 479/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που κατέστη αμετάκλητη, καταδικάστηκαν για ανθρωποκτονία από αμέλεια ο δεύτερος και ο τρίτος των εναγομένων (του Γ. Ν. και του Θ. Τ.) και ο τέταρτος των εναγομένων (του Θ. Τ.). Μάλιστα, η αίτηση αναιρέσεως του τέταρτου εναγόμενου, Χ.

Γ., απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1615/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου.... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Θ. Τ., κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν ηλικίας 27 ετών, πτυχιούχος ΤΕΦΑΑ, απολύτως υγιής, μνηστευμένος με τη Μ. Τ. και ιδιαίτερα γνωστός και αγαπητός στην πόλη της Καρδίτσας, όπου κατοικούσε μαζί με τον πρώτο των εναγόντων, πατέρα του, ηλικίας τότε 58 ετών, τη δεύτερη των εναγόντων, μητέρα του, ηλικίας τότε 53 ετών, τον τρίτο των αρχικώς εναγόντων, αμφιθαλή αδελφό του, ηλικίας τότε 25 ετών, ενώ, επίσης, διατηρούσε ιδιαίτερα στενές σχέσεις και τακτική επαφή με την τέταρτη των αρχικών εναγόντων και τον πέμπτο και έκτη εξ αυτών, γιαγιά από τον πατέρα του και παππού και γιαγιά από τη μητέρα του, αντιστοίχως.

Όλοι οι ανωτέρω συγγενείς του Θ. Τ., εξαιτίας του αδόκητου και τραγικού θανάτου του, δοκίμασαν ιδιαίτερα έντονο ψυχικό άλγος και δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως, το ύψος της οποίας, με βάση το είδος και την ένταση της προσβολής, το βαθμό υπαιτιότητας (αμέλειας) των υπόχρεων, τις επιμέρους περιστάσεις, την ηλικία του θανόντος και των εναγόντων, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των εναγόντων και των εναγομένων φυσικών προσώπων, πρέπει να προσδιορισθεί στο εύλογο ποσό των 60.000 ευρώ για καθένα από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων, των 50.000 ευρώ για τον τρίτο των αρχικώς εναγόντων και των 10.000 ευρώ για την τέταρτη των αρχικώς εναγόντων και για τον καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες.

Συνεπώς, οι εναγόμενοι πρέπει να υποχρεωθούν, σε ολόκληρο ο καθένας, να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 65.203 ευρώ (5.203 + 60.000), στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 60.000 ευρώ, στους νόμιμους κληρονόμους του τρίτου των αρχικώς εναγόντων το ποσό των 50.000 ευρώ, στους νόμιμους κληρονόμους της τέταρτης των αρχικώς εναγόντων το ποσό των 10.000 ευρώ και στον καθένα των λοιπών εναγόντων το ποσό των 10.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.

Περαιτέρω, κρίνεται ότι, ενόψει όλων των συνθηκών, πρέπει να απαγγελθεί σε βάρος του δεύτερου, του τρίτου και του τέταρτου των εναγομένων, προσωπική κράτηση διάρκειας πέντε (5) μηνών στον καθένα, ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος εναγομένου, καθώς και τις εφέσεις των λοιπών εναγομένων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε επιδικάσει μεγαλύτερα ποσά και είχε απαγγείλει προσωπική κράτηση μεγαλύτερης διάρκειας, και στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς εναγομένους, εις ολόκληρο τον καθένα, να καταβάλουν στους αναιρεσιβλήτους ενάγοντες τα αναφερόμενα ως άνω ποσά, απαγγέλλοντας σε βάρος του αναιρεσείοντος προσωπική κράτηση διαρκείας πέντε μηνών ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 330, 914, 932 ΑΚ, σε συνδ. με τα άρθρα 15, 28 και 302 ΠΚ, αφού τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την αιτία πρόκλησης του θανάτου του πιο πάνω συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, καθόσον στοιχειοθετούν αδικοπραξία και δη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος παράνομη, με την έννοια της παράβασης του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και επιμέλειας του μέσου συνετού και ευσυνείδητου πραγματογνώμονος, και υπαίτια υπό της μορφή της συγκλίνουσας αμέλειας, συνισταμένη στην παράλειψή του, να προβεί, όπως όφειλε, με την ιδιότητα του πραγματογνώμονος και στο πλαίσιο της δοθείσας σ' αυτόν εντολής για τη διενέργεια αυτοψίας του δωματίου του ξενοδοχείου, όπου διέμενε ο θανών ένοικος του ξενοδοχείου Γ.

Ν., σε πλήρη και ενδελεχή έλεγχο όλων των εγκαταστάσεων του εν λόγω δωματίου που μπορούσαν να επηρεάσουν τη λειτουργία και ασφάλεια αυτού, και συγκεκριμένα του συστήματος κεντρικής θέρμανσης του ξενοδοχείου, με αποτέλεσμα να μη διαπιστώσει ότι υπήρχε διαρροή καυσαερίων και υψηλότατη συγκέντρωση μονοξειδίου του άνθρακα εντός του δωματίου εξ αιτίας του οποίου επήλθε ο θάνατος αυτού, και έτσι, λόγω του αρνητικού πορίσματος του αναιρεσείοντος ως προς την ύπαρξη οποιασδήποτε αιτίας κινδύνου στο ως άνω δωμάτιο, να συνεχίσει το ξενοδοχείο κανονικά τη λειτουργία του, χωρίς να ληφθεί κάποιο μέτρο προστασίας των λοιπών ενοίκων του ξενοδοχείου, και να τεθεί έτσι και την επόμενη ημέρα εκ νέου σε λειτουργία το κεντρικό σύστημα θέρμανσης, με συνέπεια την πρόκληση του θανάτου και του ανωτέρω συγγενούς των αναιρεσιβλήτων από την ίδια αιτία, η συμπεριφορά δε αυτή του αναιρεσείοντος, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν πράγματι πρόσφορη να συντελέσει στην επέλευση του θανάτου του Θ.

Τ., στην οποία και πράγματι συνετέλεσε (κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της) στη συγκεκριμένη περίπτωση και, ως εκ τούτου, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αυτό αποτέλεσμα και θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη αυτού. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι ο θάνατος του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων Θ.

Τ. οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια του αναιρεσείοντος με συνέπεια τη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης αυτού, με τις υποστηρίζουσες το πόρισμα αυτό ειδικότερες παραδοχές: α) ότι μετά το θάνατο του ενοίκου του ένδικου ξενοδοχείου Γ. Ν. στις 4/5-11-2009 και στο πλαίσιο έρευνας της αιτίας θανάτου αυτού ο αναιρεσείων διορίστηκε πραγματογνώμονας, με την εντολή να εξετάσει, μεταξύ άλλων, κάθε εγκατάσταση που σχετίζεται με την εύρυθμη λειτουργία του δωματίου όπου διέμενε ο θανών, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο μπορούσε να διαπιστώσει από την εμπειρία και την επιστήμη του, β) ότι κατά τη διάρκεια ελέγχου του ανωτέρω δωματίου, ο αναιρεσείων, έχοντας ενημερωθεί προφορικά από το αρμόδιο αστυνομικό τμήμα, γνώριζε ότι στο σώμα του θανόντος υπήρχαν ενδείξεις παρουσίας μονοξειδίου του άνθρακα και ότι έπρεπε, όπως και του ζητήθηκε, να διενεργήσει έρευνα και για τον εντοπισμό πηγών εκπομπής του ανωτέρω αερίου στο ερευνώμενο δωμάτιο, ειδικότερα δε συσκευών από τις οποίες θα μπορούσε αυτό να διαρρεύσει, γ) ότι ανεξαρτήτως σχετικής ενημέρωσής του ή μη, ο αναιρεσείων όφειλε, με βάση την ιδιότητά του μηχανολόγου ηλεκτρολόγου μηχανικού, τις ειδικές επιστημονικές του γνώσεις και τη μακρόχρονη εμπειρία του, να προβεί στον έλεγχο και του συστήματος κεντρικής θέρμανσης του ξενοδοχείου, η οποία ανήκει στις εγκαταστάσεις, που μπορούν να επηρεάσουν την αναφερόμενη στην έγγραφη εντολή "εύρυθμη λειτουργία του δωματίου", και όχι μόνο του κλιματιστικού, δ) ότι ο αναιρεσείων, όμως, από έλλειψη της δέουσας προσοχής και επιμέλειας, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει, δεν προέβη σε πλήρη και ενδελεχή έλεγχο όλων των εγκαταστάσεων, που μπορούσαν να επηρεάσουν τη λειτουργία και ασφάλεια του ελεγχθέντος απ' αυτόν δωματίου του Γ.

Ν., κατά τη δοθείσα σ' αυτόν εντολή και δη, του συστήματος κεντρικής θέρμανσης του ξενοδοχείου, με αποτέλεσμα να μη διαπιστώσει ότι κατά τη λειτουργία αυτού προκαλείτο διαρροή καυσαερίου στα κοινά πατάρια ορισμένων δωματίων από τη διερχόμενη μέσω αυτών καπνοδόχο, το οποίο ακολούθως εισερχόταν στα δωμάτια αυτά, μεταξύ των οποίων και σ' αυτό που ήλεγξε ο αναιρεσείων, γεγονός που προκαλούσε υψηλότατη συγκέντρωση μονοξειδίου του άνθρακα, το οποίο και προκάλεσε το θάνατο του ενοίκου Γ.

Ν., ε) ότι εάν είχε προβεί στον παραπάνω έλεγχο, κατά την αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων, θα κατέληγε στη διαπίστωση του ανωτέρω, εκτιθέμενου αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, προβλήματος και συνεπώς θα αποτρεπόταν την επόμενη ημέρα, 5-11-2009, η λειτουργία του συστήματος κεντρικής θέρμανσης του ξενοδοχείου και συνακόλουθα και ο θάνατος του ανωτέρω συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας εγκαταστάθηκε σε ένα από τα πιο πάνω δωμάτια του ξενοδοχείου και απεβίωσε και αυτός λόγω δηλητηρίασης από υπερβολική συγκέντρωση μονοξειδίου του άνθρακα στο αίμα του.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί αντιφατικότητας των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης του Εφετείου, ότι ο ιατροδικαστής όσον αφορά τον θάνατο του Γ.

Ν. είχε ενδείξεις για δηλητηρίασή του από μονοξείδιο του άνθρακα και όχι βεβαιότητα και ότι ο ίδιος δεν είχε γνώση της ακριβούς αιτίας του θανάτου του προαναφερθέντος, αποτελούν επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 1420/2013).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 297/2009).

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τον σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 322/2011).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 393/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά στοιχεία α) το από 5-11-2009 πιστοποιητικό θανάτου του Γ. Ν. που συνετάγη από τον Ιατροδικαστή Σ. Ν. Τ. β) το υπ' αριθ.

πρωτ. .../20/16-ζ'/6-12-2013 έγγραφο του Τμήματος Γενικής Αστυνόμευσης της Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης και γ) την από 7-11-2009 Τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης που ο ίδιος συνέταξε. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και από τους διαδίκους έγγραφα, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά και να καθορίσει τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα, κατέληξε δε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξία, ενώ κατά την παρ. 2 εδ. β' του ίδιου άρθρου, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 62 παρ.2 του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ 165/Α/25-7-2011, χρόνος άσκησης της αγωγής 15-9-2011), δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση μικρότερη από 30.000 ευρώ.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο, αν και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στους νόμιμους κληρονόμους της τέταρτης των αρχικώς εναγόντων, Ε. χήρας Θ. Τ., το ποσό των 10.000 ευρώ και στον καθένα των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων Δ.

Ζ. και Α. Ζ. ομοίως το ποσό των 10.000 ευρώ σε έκαστο, ήτοι απαίτηση από αδικοπραξία ανερχόμενη σε ύψος που υπολείπεται των 30.000 ευρώ, εντούτοις απείλησε κατά του αναιρεσείοντος προσωπική κράτηση πέντε (5) μηνών ως μέσο εκτελέσεως της απόφασης. Πράγματι, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ως άνω η επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση στους προαναφερομένους δεν ήταν δεκτική απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως ως μέσου αναγκαστικής εκτελέσεως και ο εξεταζόμενος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Πρέπει να επισημανθεί ότι ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους η επιδικασθείσα σ' αυτούς χρηματική ικανοποίηση, υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και, ως εκ τούτου, είναι δεκτική απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς, έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 26/2018, ΑΠ 1620/2014).

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς το κεφάλαιο με το οποίο απαγγέλθηκε προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ποσού 10.000 ευρώ, που επιδικάσθηκε στους τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων Α.

Τ. του Θ. και Α. Τ., το γένος Θ. Τ. (ως κληρονόμους της αρχικώς ενάγουσας Ε. χήρας Θ. Τ.), καθώς επίσης στους πέμπτο και έκτη των αναιρεσιβλήτων Δ. Ζ. και Α. Ζ. ομοίως ποσού 10.000 ευρώ σε έκαστο. Εφόσον δε στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει δικονομικώς, έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία, μετά την αναίρεση εν μέρει της προσβαλλόμενης απόφασης και εξαφάνισή της μόνο κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της (μόνο δηλαδή ως προς την διάταξή της περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης και για την μικρότερη των 30.000 ευρώ επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση σε έκαστο των προαναφερομένων αναιρεσιβλήτων), που κρίθηκε μη νόμιμο, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί η από 14-9-2011 αγωγή κατά το μέρος αυτό (εφόσον η πρωτόδικη απόφαση είχε ήδη εξαφανιστεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για άλλο λόγο) και να απορριφθεί αυτή ως προς το εν λόγω κεφάλαιο.

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για το παραδεκτό της αναίρεσης παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό αναιρεσείοντα (αρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ τα δικαστικά έξοδα για την αναιρετική δίκη πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους (άρθρα 178 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 74/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

ΔΙΑΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της από 14-9-2011 αγωγής .

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς το κεφάλαιο της απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του αναιρεσείοντος ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης των χρηματικών ικανοποιήσεων που επιδικάστηκαν στους Α. Τ. του Θ. και Α. Τ. το γένος Θ. Τ. (ως κληρονόμους της τετάρτης αρχικώς ενάγουσας Ε. χήρας Θ. Τ.) και στους Δ. Ζ. (πέμπτο ενάγοντα) και Α. Ζ. (έκτη ενάγουσα). ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό αναιρεσείοντα.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων για την αναιρετική δίκη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ