Supreme Court dismisses appeal against traffic accident liability judgment, ruling the insurance fund lacks independent interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by parents and an insurance fund against a first-instance judgment in a traffic accident case. The parents sought to overturn the lower court's rejection of their claims, while the insurance fund attempted an accessory appeal to have its own counterclaim accepted. The court rejected both requests, holding that the insurance fund had no independent legal interest to challenge the final judgment since its counterclaim was already dismissed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 180, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The accessory appeal by an insurance fund is inadmissible if the fund lacks independent interest in the outcome, particularly when its own counterclaim has been rejected in the same proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 889 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 889/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) D. (Ν.) B. (Μ.) του E. (Ε.), 2) A. (Α.) B. (Μ.) του D. (Ν.), κατοίκων ..., 3) E. (Ε.) B. (Μ.) συζ. M. (Μ.) H. (Χ.), κατοίκου ..., 4) M. (Μ.) X. (Χ.) του Y. (Υ.), 5) B. (Μ.) H. (Χ.) του F. (Φ.), κ..., 6) F. (Φ.) H. (Χ.) του F. (Φ.), 7) H. (Χ.) H. (Χ.) του F. (Φ.), κατοίκων ..., 8) L. (Λ.) H. (Χ.) του F. (Φ.), κ..., 9) M. (Μ.) H. (Χ.) του X. (Τ.), κατοίκου ... και 10) E. (Ε.) B. (Μ.) συζ. M. (Μ.) H. (Χ.) και M. (Μ.) H. (Χ.) του X. (Τ.), κατοίκων ..., ως ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους N. (Ν.) H. (Χ.), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αδάμ Αγγελόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η M. X. του Y. (4η των αναιρεσιβλήτων) απεβίωσε στις 25-11-2018.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Β. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Βαρλάμη και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Β. Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Β. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Βαρλάμη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-10-2015 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων και του F. H. του R., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 12-1-2016 παρεμπίπτουσα αγωγή του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 802/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3590/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 2-10-2018 αίτησή τους και το υπό στοιχ. Β αναιρεσείον με την από 17-7-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησής τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη των αιτήσεων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες: α) από 2.10.2018 (ειδικός αριθμός καταθέσεως 720/2018) αίτηση αναιρέσεως των: D. (Ν.) B.A.K.U.S.H.I. (Μ.) κ.λπ. και β) από 17-7-2019 (ειδικός αριθμός καταθέσεως 651/2019) επικουρική αίτηση αναιρέσεως του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3590/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει, αφού στρέφονται κατά της ιδίας αποφάσεως, να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δικ., που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
I. Επί της από 2.10.2018 (ειδικός αριθμός καταθέσεως 720/2018) αιτήσεως αναιρέσεως:
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 του Κ.Πολ.Δικ., όπως οι δύο πρώτες εξ αυτών ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται άπασες, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το επικαλούμενο και νομίμως προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. .../4.11.2019 πιστοποιητικό θανάτου που έχει συντάξει ο ληξίαρχος του 2ου Διαμερίσματος Λούσνιε Αλβανίας, που προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα, προκύπτει ότι η τέταρτη αναιρεσείουσα Μ. (Μ.) X. (Χ.) του Y. (Υ.) και της B. (Μ.) απεβίωσε στις 25.11.2018, δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.
Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, ο εκπροσωπών τους λοιπούς αναιρεσείοντες δικηγόρος Αθηνών Αδάμ Αγγελόπουλος, ως πληρεξούσιος δικηγόρος και της ανωτέρω αποβιώσασας τέταρτης αναιρεσείουσας μέχρι και την επέλευση του θανάτου της, δήλωσε στο ακροατ ήριο, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, τον θάνατο αυτής, επελθούσης έτσι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, της διακοπής της δίκης ως προς την εν λόγω διάδικο.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας.
Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 του Α.Κ., υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 408/2016, ΑΠ 1672/2012, ΑΠ 2182/2009). Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλομένη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 532/2018, ΑΠ 892/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, ως προς το ζήτημα των συνθηκών του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Την 1.1.2015 και περί ώρα 21:15 η πρώτη των εναγομένων, οδηγώντας το υπ' αρ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο, κατά το χρόνο εκείνο, ήταν ανασφάλιστο ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, εκινείτο στη ... και συγκεκριμένα επί της Λεωφόρου Βουλιαγμένης στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση από Βούλα προς Αθήνα. Στο ανωτέρω αυτοκίνητο επέβαιναν ο σύζυγός της, ως συνοδηγός, και οι δύο ανήλικες θυγατέρες της στις οπίσθιες θέσεις, ηλικίας 9 και 5 ετών, αντίστοιχα.
Η Λεωφόρος Βουλιαγμένης είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με δενδρόφυτη νησίδα, που χωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας. Το κάθε ρεύμα κυκλοφορίας έχει τρεις λωρίδες και πλάτος 10,50 μέτρα. Στο σημείο του ατυχήματος η οδός είναι ευθεία άνω των 500 μέτρων και το όριο ταχύτητας ορίζεται στο 80 km/h, σύμφωνα με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32.
Κατά τον ανωτέρω χρόνο ήταν νύκτα με επαρκή τεχνητό φωτισμό και η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική. Στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας εκινείτο με την ίδια κατεύθυνση, προπορευόμενο σε απόσταση 6-7 μέτρων του αυτοκινήτου της εναγομένης, το υπ' αρ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον Θ. Ζ., με συνοδηγό την Σ.
Π.. Στο ύψος περίπου του ... της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, η εναγομένη αντιλήφθηκε το εξ αριστερών της κινούμενο όχημα του Θ. Ζ. να μειώνει ταχύτητα και αμέσως μπροστά από το όχημα αυτό να περνά η πεζή Σ. Μ., η οποία διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, κινούμενη από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της εναγομένης.
Έτσι η ως άνω πεζή βρέθηκε μπροστά στο όχημα της εναγομένης και σε ελάχιστη απόσταση 3 ως 4 μέτρων από αυτό. Η εναγομένη επιχείρησε άμεσα αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, δεδομένου ότι η κίνηση της πεζής ήταν προς τα δεξιά της, πλην όμως δεν κατάφερε να αποφύγει το επίδικο τροχαίο ατύχημα, καθώς με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου της παρέσυρε την πεζή εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας και εκτίναξε αυτήν μπροστά και δεξιά, με αποτέλεσμα το σώμα της να καταλήξει στον παράδρομο της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, στο ρεύμα προς Αθήνα.
Η ως άνω μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του Ε.Κ.Α.Β. στο Ασκληπιείο Βούλας, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός της, συνεπεία κακώσεων κεφαλής, θώρακος και πυέλου. Το τροχαίο αυτό ατύχημα, συνεπεία του οποίου επήλθε ο θανάσιμος τραυματισμός της, ηλικίας 55 ετών, Σ. Μ., οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της ίδιας, η οποία δεν κατέβαλε την, την κατ' αντικειμενική κρίση, απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός, κυκλοφορών επ' οδού, πεζός θα κατέβαλε, αν βρισκόταν στην ίδια κατάσταση, με βάση τους νομικούς κανόνες και την κοινή λογική και πείρα και την οποία επιμέλεια και προσοχή, αν επεδείκνυε, δεν θα συνέβαινε.
Ειδικότερα, αυτή, αφού διέσχισε αρχικά το ρεύμα πορείας της Λεωφόρου Βουλιαγμένης προς Βούλα και προτιθέμενη να διασχίσει κάθετα και το οδόστρωμα του ρεύματος κυκλοφορίας προς Αθήνα της ίδιας Λεωφόρου, κατήλθε σ' αυτό από το διάκενο της δενδρόφυτης διαχωριστικής νησίδας, ήτοι από σημείο που δεν υπήρχε σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών (παρ' όλο που μόλις 56 μέτρα πριν από το σημείο διέλευσής της υπήρχε σηματοδοτούμενη διάβαση και όφειλε να χρησιμοποιήσει αυτήν για να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο) και ξεκίνησε να διασχίζει τρέχοντας τον άξονα του οδοστρώματος του άνω ρεύματος, χωρίς προηγουμένως, πριν κατέλθει στο οδόστρωμα, να βεβαιωθεί με ενδελεχή έλεγχο της Λεωφόρου προς τα δεξιά της ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των χρησιμοποιούντων την οδό οχημάτων και ότι έχει τη δυνατότητα να διεκπεραιωθεί απέναντι, δίχως να θέσει σε κίνδυνο τον εαυτό της και τους λοιπούς χρήστες της οδού, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη της ότι, λόγω της νυκτός και των σκούρων ρούχων που φορούσε, ήταν δυσδιάκριτη στους οδηγούς των κυκλοφορούντων οχημάτων, και μετ' εσφαλμένη εκτίμηση της απόστασης και της ταχύτητας αυτών ότι προλαβαίνει να διασχίσει το πλάτους 10,50 μέτρων οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνιδιαστικά στην πορεία του αυτοκινήτου της εναγομένης.
Όπως κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προανακριτικά την 1-12-2015, αλλά και ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στις 30-3-2017 (με κατηγορούμενη την πρώτη εναγομένη για ανθρωποκτονία από αμέλεια) ο αυτόπτης μάρτυρας Θ. Ζ., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, κινούνταν με το υπ' αρ. κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, κατά τον ίδιο χρόνο, στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, προπορευόμενος του οχήματος της εναγομένης, διαπίστωσε ότι άτομο που φορούσε σκούρα ρούχα, χωρίς να μπορέσει να διακρίνει αν πρόκειται περί ανδρός ή γυναικός, κινούνταν πεζό και προσπαθούσε να διασχίσει τρέχοντας από τα αριστερά προς τα δεξιά τη Λεωφόρο Βουλιαγμένης και μάλιστα αφού αρχικά δίστασε να κινηθεί, ξαφνικά ξεκίνησε.
Ο ίδιος μάρτυρας καταθέτει ότι αυτός μόλις που πρόλαβε να σταματήσει το όχημά του για να αποφύγει να χτυπήσει το άτομο αυτό και με το που πέρασε από μπροστά του και συγκεκριμένα μόλις πέρασε τη διακεκομμένη γραμμή άκουσε τον ήχο της πρόσκρουσης με το αυτοκίνητο της εναγομένης. Η κατάθεσή του αυτή συμπορεύεται και με την από 1-12-2015 προανακριτική κατάθεση, αλλά και την, ενώπιον του άνω Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, κατάθεση της συνοδηγού του αυτοκινήτου Σ.
Π.. Αντιθέτως, κανένα πταίσμα δεν βαρύνει την εναγομένη, η οποία εκινείτο συννόμως στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και με ταχύτητα 70-80 χ/ω, ήτοι με τέτοια που δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο και οι επικρατούσες συνθήκες δεν της επέβαλαν να μειώσει περαιτέρω αυτήν, κατ' άρθρο 19 Κ.Ο.Κ., αμέσως δε μόλις αντιλήφθηκε την πεζή να κινείται μπροστά της, ήτοι σε απόσταση 3 έως 4 μέτρων, επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, που ήταν και ο μόνος ενδεδειγμένος, ενόψει της κίνησης της πεζής, ώστε να δώσει χρόνο στην τελευταία να συνεχίσει την πορεία της στο οδόστρωμα, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα, λόγω της μικρής απόστασης που την χώριζε από αυτήν, ενώ δεν ήταν δυνατό να αντιληφθεί νωρίτερα την κίνηση της πεζής, αφού το οπτικό της πεδίο προς τα αριστερά εμποδίζονταν εξαιτίας της ομόρροπης και προπορευόμενης κίνησης στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας του προαναφερομένου αυτοκινήτου του Θ.
Ζ. σε συνδυασμό με το, παρόλο τον τεχνητό φωτισμό, σκότος της νύκτας και την σκουρόχρωμη φιγούρα του θύματος. Άλλωστε, η εναγομένη δεν μπορούσε ευλόγως να αναμένει και να προβλέψει την αιφνίδια κίνηση της πεζής να διασχίσει, εκ του διάκενου μεταξύ των θάμνων επί της διαχωριστικής νησίδας, το οδόστρωμα του ρεύματος κυκλοφορίας προς Αθήνα της Λεωφόρου Βουλιαγμένης και δη όταν σε απόσταση 56 μέτρων προ του σημείου παράσυρσης υφίσταται γι' αυτό προοριζόμενη σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών.
Το ότι η εναγομένη επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά προκύπτει κυρίως από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Ν. Ν. (συζύγου της), η οποία δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο, ούτε έρχεται και σε αντίθεση, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες, με το μέρος του αυτοκινήτου, με το οποίο παρασύρθηκε η πεζή (εμπρόσθιο δεξιό), αλλ' ούτε και με το σημείο που βρέθηκε αυτή (παράδρομο).
Επίσης η εκτίναξη του θύματος σε απόσταση 10 μέτρων από το σημείο παράσυρσής του συνάδει με την προαναφερόμενη, κάτω του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου, ταχύτητα την εναγομένης. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της θανούσης πεζής δεν αποδυναμώνεται από την υπ' αριθμ. 12525/2017 καταδικαστική για την εναγομένη (για ανθρωποκτονία από αμέλεια) απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία αφενός δεν είναι τελεσίδικη (εκκρεμεί έφεση της εναγομένης και δεν συντρέχει λόγος αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 250 Κ.Πολ.Δικ., απορριπτομένου του σχετικού αιτήματος αυτής) και αφετέρου δεν αποτελεί δεδικασμένο για την παρούσα δίκη.
Επίσης, αντίθετη περί των ανωτέρω κρίση δεν συνάγεται ούτε και από την προσφορά από το δεύτερο εναγόμενο προς τους ενάγοντες, κατά το στάδιο της προδικασίας (σε απάντηση της από 14-7-2015 αιτήσεως των εναγόντων) και προς αποφυγή δικαστικών αγώνων και εξόδων, του ποσού των 32.440 €, ως αποζημίωσή των, ενέργεια η οποία δεν αποτελεί, άνευ άλλου τινός, ομολογία περί της υπαιτιότητας της πρώτης εναγομένης και, σε κάθε περίπτωση, ως εξώδικος τέτοια, εκτιμάται ελεύθερα..".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ. και του άρθρου 38 παρ. 4 εδ. α' του Κ.Ο.Κ. και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η αποκλειστική υπαιτιότητα της θανατωθείσας πεζής και η ανυπαρξία οποιασδήποτε υπαιτιότητας της οδηγού του επιβατηγού αυτοκινήτου και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και επάρκεια τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, την οποία επέδειξε η θανατωθείσα ως άνω πεζή, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεχόμενο ότι η πεζή κατήλθε στο οδόστρωμα του προς Αθήνα ρεύματος πορείας της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, από το διάκενο της δενδρόφυτης διαχωριστικής νησίδας, δηλαδή από σημείο που δεν υπήρχε σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών (παρόλο που υπήρχε τέτοια σε απόσταση 56 μέτρων πριν από το σημείο της διελεύσεώς της) και ξεκίνησε να διασχίζει τρέχοντας τον άξονα του οδοστρώματος του άνω ρεύματος, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τόσο τον εαυτό της, όσο και τους λοιπούς χρήστες της Λεωφόρου.
Ακόμη, ως προς την συμπεριφορά της οδηγού του επιβατηγού αυτοκινήτου το Δικαστήριο έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή της, δεχόμενο: 1) ότι αυτή εκινείτο κανονικά στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με ταχύτητα 70-80 χ/ω, δηλαδή με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 80 χ/ω και την οποία (ταχύτητα) οι επικρατούσες συνθήκες δεν της επέβαλαν να μειώσει περαιτέρω, αμέσως δε μόλις αντιλήφθηκε την πεζή να κινείται μπροστά της, σε απόσταση 3 έως 4 μέτρων, επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, που ήταν και ο μόνον ενδεδειγμένος, ενόψει της προαναφερόμενης (από τα αριστερά προς τα δεξιά) κινήσεως της πεζής, ώστε να δώσει χρόνο στην τελευταία να συνεχίσει την πορεία της στο οδόστρωμα, 2) ότι παρά την διενέργεια του ως άνω ελιγμού δεν κατάφερε να αποφύγει το ένδικο τροχαίο ατύχημα και επέπεσε επί της πεζής με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου της, παρασύροντας αυτήν εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας και εκτινάσσοντας αυτήν μπροστά και δεξιά, με αποτέλεσμα το σώμα της να καταλήξει στον παράδρομο της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, στο ρεύμα αυτής προς Αθήνα, 3) ότι η αναποτελεσματικότητα του ως άνω αποφευκτικού ελιγμού οφείλεται αφ' ενός μεν στην μικρή (3 έως 4 μέτρα) απόσταση που χώριζε την πεζή από το αυτοκίνητο, όταν αυτή έγινε αντιληπτή από την οδηγό του αυτοκινήτου, αφ' ετέρου δε στο γεγονός ότι δεν ήταν δυνατόν να γίνει νωρίτερα αντιληπτή η παρουσία της, αφού το οπτικό πεδίο της οδηγού προς τα αριστερά εμποδιζόταν, λόγω της ομόρροπης κινήσεως στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας του προαναφερθέντος, οδηγουμένου από τον Θ.
Ζ., Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, που προπορευόταν σε απόσταση 6-7 μέτρων, σε συνδυασμό με το, παρόλο τον τεχνητό φωτισμό, σκότος της νύκτας και την σκουρόχρωμη φιγούρα του θύματος, 4) ότι η οδηγός του αυτοκινήτου δεν μπορούσε ευλόγως να αναμένει και να προβλέψει την αιφνίδια κίνηση της πεζής, να διασχίσει, εκ του διακένου μεταξύ των θάμνων επί της διαχωριστικής νησίδας, το οδόστρωμα του προς Αθήνα ρεύματος κυκλοφορίας της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, όταν, μάλιστα, σε απόσταση 56 μέτρων πριν από το σημείο παρασύρσεως υφίσταται σηματοδοτούμενη διάβαση πεζών και 5) ότι η εκτίναξη του θύματος σε απόσταση 10 μέτρων από το σημείο της παρασύρσεως συνάδει με την προαναφερόμενη ταχύτητα του αυτοκινήτου.
Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται: α) δεν ήταν δυνατόν να γίνει οποιοσδήποτε αποφευκτικός ελιγμός, λόγω της αποστάσεως των 3-4 μέτρων που βρέθηκε η πεζή μπροστά από το αυτοκίνητο, β) εάν είχε γίνει τέτοιος (αποφευκτικός ελιγμός) τότε αναγκαστικά η πεζή θα είχε παρασυρθεί με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου και όχι με το πλάγιο εμπρόσθιο δεξιό, γ) η πεζή θα είχε εκτιναχθεί εντός του οδοστρώματος της Λ.
Βουλιαγμένης και του ρεύματος αυτής προς Αθήνα και όχι τελείως εκτός οδοστρώματος, εμπρός και δεξιά, πάνω από 10 μέτρα, στον παράδρομο αυτής (Λ. Βουλιαγμένης), δ) η παράσυρση της πεζής θα είχε γίνει κοντά στην διακεκομμένη γραμμή, που χωρίζει την μεσαία με την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Λ. Βουλιαγμένης και όχι στο άκρο δεξιό της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου και του ρεύματος αυτής που οδηγεί προς Αθήνα και μάλιστα κοντά στο κράσπεδο, εκεί όπου βρέθηκαν τα θραύσματα υάλων από το αυτοκίνητο και οι νάϋλον τσάντες που έφερε η πεζή, ε) όλα τα ευρήματα - πειστήρια (θραύσματα υάλων και νάϋλον τσάντες) θα ευρίσκοντο εντός του οδοστρώματος της Λ.
Βουλιαγμένης και όχι στο άκρο δεξιό της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της Λ. Βουλιαγμένης και του ρεύματος αυτής που οδηγεί στην Αθήνα, κοντά στο κράσπεδο και στ) η οδηγός όφειλε και ηδύνατο να αντιληφθεί νωρίτερα την κίνηση της πεζής, γιατί δεν εμποδιζόταν το οπτικό της πεδίο από το προπορευόμενο στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας αυτοκίνητο, ο οδηγός του οποίου, μάλιστα, την αντελήφθη έγκαιρα και ακινητοποίησε το όχημά του.
Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως άνω ανεπάρκειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Κατ' ακολουθίαν, ο συναφής δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δικ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 92/2013).
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (Α.Π. 951/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (ΑΠ 65/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και έκτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι αυτή παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, επικαλούμενοι το μεν όσα ισχυρίστηκαν και στον αμέσως παραπάνω αναφερόμενο (δεύτερο) αναιρετικό λόγο περί ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών υπό στοιχ.
α' έως και στ', το δε ότι με το να εκλάβει ότι η προσφορά προς αυτούς από το Επικουρικό Κεφάλαιο, με το από 5.10.2015 έγγραφό του, κατά το στάδιο της προδικασίας, του ποσού των 32.440 ευρώ, έγινε προς αποφυγήν δικαστικών αγώνων και εξόδων, ενώ στην πραγματικότητα αυτή έγινε γιατί το Επικουρικό Κεφάλαιο αναγνώρισε την υπαιτιότητα της οδηγού του ανασφάλιστου αυτοκινήτου και, συνακολούθως, και την ευθύνη του προς αποζημίωσή τους, καθ' όσον σε διαφορετική περίπτωση δεν θα τους πρόσφερε κανένα ποσό.
Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, καθ' όσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δικ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Α.Π. 128/2013, Α.Π. 1569/2010, Α.Π. 600/2010, Α.Π. 259/2009). Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 498/2018, Α.Π. 1569/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους τρίτο και πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη, άλλως ότι δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, τα ακόλουθα έγγραφα:
α) το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, β) την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Ελληνικού Αττικής, γ) τις φωτογραφίες του επιβατηγού αυτοκινήτου και δ) το από 5.10.2015 έγγραφο - απάντηση του Επικουρικού Κεφαλαίου προς αυτούς, που είχαν προσκομίσει νομίμως, μετ' επικλήσεως, προκειμένου να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της οδηγού του επιβατηγού αυτοκινήτου Α.
Β.. Από τις εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις των ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι πράγματι οι αναιρεσείοντες, προκειμένου να αποδείξουν τον ως άνω ισχυρισμό τους, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν, από δε την προσβαλλομένη απόφαση δεν διαπιστώθηκε έλλειψη προσκομίσεως αυτών.
Όπως, όμως, προκύπτει από την τελευταία (προσβαλλομένη απόφαση), το Εφετείο βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη "όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, εκτιμώμενα είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγήν δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων (εγγράφων) και τις φωτογραφίες, των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα".
Από την ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενό της, προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο εκείνο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, που νόμιμα είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί το Εφετείο οι ήδη αναιρεσείοντες, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, με την επισήμανση όμως ότι το υπό στοιχ.
δ' έγγραφο αναφέρεται ρητώς σ' αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση (βλ. δεύτερη όψη 7ου φύλλου και πρώτη όψη 8ου φύλλου της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επομένως, ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά στην προβαλλομένη αιτίαση ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εγγράφων αυτών, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Α.Π.
Ολομ. 14/2004, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 989/2018, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 358/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αιτιώνται την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., που συνίσταται στο ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η θανατωθείσα πεζή είναι αποκλειστικά υπαίτια για την πρόκληση του ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών, δηλαδή του θανάσιμου τραυματισμού της, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους, που προέβαλαν παραδεκτά με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους και ειδικότερα:
α) ότι η, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Θ. Ζ., "η οποία δεν έχει καμία αποδεικτική ισχύ, καθότι βρίθει από ανακρίβειες, αντιφάσεις, διαφοροποιήσεις και αοριστίες" είναι εντελώς διαφορετική από την προανακριτική του κατάθεση, η οποία είναι περισσότερον αξιόπιστη και β) ότι υπήρχαν θραύσματα υάλων από το αυτοκίνητο της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και νάϋλον τσάντες που έφερε η θανατωθείσα πεζή, που βρέθηκαν στο άκρο δεξιό της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της Λ.
Βουλιαγμένης και του ρεύματος αυτής που οδεύει προς Αθήνα, κοντά στο κράσπεδο και, μάλιστα, πολλά εξ αυτών, πάνω στο πεζοδρόμιο της Λ. Βουλιαγμένης. Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο οι ως άνω ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς και, συνεπώς, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε, δεν αποτελούν "πράγματα", εφόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, καθ' όσον μεν αφορά στο υπό στοιχ.
α' σκέλος δεν αποτελεί "πράγμα" η αξιολόγηση από το δικαστήριο των αποδεικτικών μέσων, καθ' όσον δε αφορά στο έτερο (υπό στοιχ. β') σκέλος συνιστά επιχείρημα των αναιρεσειόντων (που συνάγεται από την εκτίμηση των αποδείξεων) για την υποστήριξη των απόψεών τους περί των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα.
Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος. Στην πραγματικότητα, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες οι αναιρεσείοντες έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για την σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το παραπάνω ζήτημα.
Επειδή από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.
του Κ.Πολ.Δικ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κ.λπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, από την συνεκτίμηση δε αυτή οδηγήθηκε σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.
Και τούτο επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος του πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
συνισταμένη στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 5.10.2015 εγγράφου - απαντήσεως του Επικουρικού Κεφαλαίου προς τους αναιρεσείοντες, δυνάμει του οποίου αυτό (Επικουρικό Κεφάλαιο) δέχεται να τους αποζημιώσει για τον θανάσιμο τραυματισμό της συγγενούς τους, με το συνολικό ποσό των 32.440 ευρώ, το οποίο (έγγραφο) αυτοί είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο αποδέχεται την υπαιτιότητα της οδηγού του επιβατηγού αυτοκινήτου και, συνακολούθως, την ευθύνη του, λόγω του ανασφαλίστου αυτού, καθ' όσον σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή δεν αναγνώριζε υπαιτιότητα της οδηγού δεν θα προέβαινε στην προσφορά του προς αυτούς προαναφερθέντος χρηματικού ποσού.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου του, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος, καθ' όσον το Εφετείο στην κρίση του για την αμελή συμπεριφορά της θανατωθείσας πεζής δεν κατέληξε στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο επίμαχο έγγραφο, αλλά μετά από συνεκτίμησή του με άλλα της ίδιας αποδεικτικής ισχύος και αξιολογήσεως αποδεικτικά μέσα.
Πλέον του ότι ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, καθ' όσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η από 2.10.2018 αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες (εκτός της τετάρτης τούτων, ως προς την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, η δίκη διεκόπη βιαίως), λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΙΙ. Επί της από 17-7-2019 (ειδικός αριθμός καταθέσεως 651/2019) επικουρικής αιτήσεως αναιρέσεως του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο":
Κατά την διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", κατά δε την διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση.
Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή).
Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Όταν ορίζεται από το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, προδήλως εννοεί τους διαδίκους που μετέσχον στην αναιρετική δίκη, μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.
Δεν περιλαμβάνονται και οι διάδικοι εκείνοι, οι οποίοι δεν μετέσχον στην αναιρετική δίκη, έστω και αν μετέσχον στην εφετειακή δίκη στα πλαίσια άλλης συνεκδικασθείσας εφέσεως. Ως προς τους διαδίκους αυτούς υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση, η οποία μπορεί να έχει καταστεί και αμετάκλητη, γιατί παρήλθε η προς άσκηση αναιρέσεως προθεσμία του νόμου (Α.Π. 808/2017, Α.Π. 1717/2002).
Η μη επέκταση αυτή της αναιρέσεως και σε μη μετασχόντα στην αναιρετική δίκη διάδικο ισχύει και στην περίπτωση, κατά την οποία ενώπιον του Εφετείου είχε ασκηθεί από τον ηττηθέντα ενάγοντα της κύριας αγωγής έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και επίσης είχε ασκηθεί από τον ηττηθέντα ενάγοντα της παρεμπίπτουσας αγωγής και συγχρόνως νικήσαντα εναγόμενο της κύριας αγωγής επικουρική έφεση κατά του νικήσαντος επίσης συνεναγομένου του, για την περίπτωση που η έφεση του ενάγοντος της κύριας αγωγής ήθελε γίνει δεκτή, με αποτέλεσμα την παραδοχή της κύριας αγωγής του.
Αν η παραπάνω έφεση, καθώς και η επικουρική έφεση απορριφθούν κατ' ουσίαν και κατά της εφετειακής αποφάσεως ασκήσει αναίρεση μόνο ο εκκαλών της κύριας εφέσεως, ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η κύρια αγωγή, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση παραδοχής της, να αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, τα αποτελέσματα της αναιρέσεως περιορίζονται μόνο στους διαδίκους της αναιρετικής δίκης, μεταξύ των οποίων θα διεξαχθεί η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.
Η αναίρεση δεν επεκτείνεται και στο κεφάλαιο της εφετειακής αποφάσεως που αφορά την απορριφθείσα επικουρική έφεση του εναγομένου της κύριας αγωγής και ενάγοντος της παρεμπίπτουσας αγωγής. Αν το Εφετείο, ως δικαστήριο της μετά την αναίρεση παραπομπής, επεκτείνει την έρευνά του και διαλάβει στην απόφασή του δυσμενή διάταξη και για τον προαναφερόμενο, που δεν μετέσχε στην αναιρετική δίκη, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δικ.
Ο τελευταίος μπορεί να προστατευθεί στην περίπτωση αυτή, εφ' όσον ασκήσει από την πλευρά του επικουρική αναίρεση, πλήττοντας την εφετειακή απόφαση για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αναίρεση του ενάγοντος της κύριας αγωγής (Α.Π. 808/2017, Α.Π. 1268/2013, Α.Π. 161/2013, Α.Π. 1131/2012, Α.Π. 1368/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των παρακάτω αναφερομένων διαδικαστικών εγγράφων, η προσβαλλομένη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν: α) η από 27.10.2015 κύρια αγωγή των Ν. Μ., Α. Μ. κ.λπ. κατά της Α. Β. και του ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο, με την οποία ισχυρίστηκαν κατά τα ουσιώδη στοιχεία της ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, οδηγού του αναφερομένου αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ανασφάλιστο, προκλήθηκε ο θανάσιμος τραυματισμός της συγγενούς τους Σ.
Μ., κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη την 1.1.2015, στην ... και ζήτησαν τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως αποζημίωση και χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης και β) η από 12.1.2016 παρεμπίπτουσα αγωγή του ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο" κατά της Α. Β., οδηγού του αναφερομένου ανασφάλιστου αυτοκινήτου, με την οποία ζήτησε, μετά από μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει ό,τι ποσό υποχρεωθεί αυτό να καταβάλει στους ενάγοντες της ως άνω κυρίας αγωγής, νομιμοτόκως, κατά τα ειδικότερον σ' αυτήν (παρεμπίπτουσα αγωγή) εκτιθέμενα.
Επί των ανωτέρω αγωγών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδόθηκε από το παραπάνω Δικαστήριο η υπ' αριθμ. 802/2017 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτια για την πρόκληση του ατυχήματος και του εξ αυτού θανάσιμου τραυματισμού της είναι η ίδια η θανατωθείσα, απερρίφθησαν η μεν κυρία αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, η δε παρεμπίπτουσα αγωγή ως άνευ αντικειμένου (αφού απερρίφθη η κύρια αγωγή, η παραδοχή της οποίας αποτελούσε προϋπόθεση παραδοχής αυτής -παρεμπίπτουσας).
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, από αμφότερα τα διάδικα μέρη εφέσεις. Ειδικότερα, οι ενάγοντες της κυρίας αγωγής άσκησαν την από 4.7.2017 έφεσή τους, στρεφομένη κατά της προαναφερομένης οδηγού και του ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", το τελευταίο δε την από 30.3.2018 επικουρική έφεσή του, στρεφομένη κατά της συνεναγομένης του οδηγού.
Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών η υπ' αριθμ. 3590/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού κρίθηκε και πάλιν ότι η θανατωθείσα πεζή είναι αποκλειστικά υπαίτια για τον θανάσιμο τραυματισμό της, απερρίφθη η έφεση των κυρίως εναγόντων ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, κατόπιν δε της απορρίψεως αυτής το Δικαστήριο δεν προχώρησε στην έρευνα της παρεμπίπτουσας αγωγής, η οποία (έρευνα) τελούσε υπό την αίρεση της ευδοκιμήσεως της εφέσεως των κυρίως εναγόντων και της παραδοχής της κυρίας αγωγής αυτών.
Κατά της εφετειακής αυτής αποφάσεως οι ενάγοντες της κυρίας ως άνω αγωγής - εκκαλούντες άσκησαν την παραπάνω αναφερόμενη από 2.10.2018 (ειδικός αριθμός καταθέσεως 720/2018) αίτηση αναιρέσεως, παραπονούμενοι για την απόρριψη της εφέσεώς τους και ζήτησαν την αναίρεση της αποφάσεως, με σκοπό το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, να κάνει δεκτή την έφεσή τους και, δικάζοντας κατ' ουσίαν επί της κυρίας ως άνω αγωγής τους, να την κάνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη.
Κατ' ακολουθίαν και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το εναγόμενο της κυρίας αγωγής και ενάγον της παρεμπίπτουσας αγωγής ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο", το οποίο στην δίκη ενώπιον του Εφετείου ήταν εφεσίβλητο στην έφεση των εναγόντων της κυρίας αγωγής και εκκαλούν της επικουρικής εφέσεώς του κατά της οδηγού του ανασφάλιστου αυτοκινήτου, έχει έννομο συμφέρον, με την ιδιότητα του ενάγοντος της παρεμπίπτουσας αγωγής και εκκαλούντος της επικουρικής εφέσεως, να ασκήσει κατά της εφετειακής αποφάσεως (με την οποία απερρίφθη, κατά τα προεκτεθέντα, η επικουρική έφεσή του), επικουρική αναίρεση, με αίτημα, για την περίπτωση κατά την οποία γίνει δεκτή η ασκηθείσα αναίρεση των εναγόντων της κυρίας αγωγής και αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση των εναγόντων της απορριφθείσας πρωτοδίκως κυρίας αγωγής τους, να αναιρεθεί η ίδια απόφαση και κατά το μέρος που απέρριψε την επικουρική έφεσή του (ενάγοντος της παρεμπίπτουσας αγωγής), έτσι, ώστε, εφόσον γίνει δεκτή η κυρία αγωγή, να γίνει δεκτή αναλόγως και η παρεμπίπτουσα αγωγή, την οποία -επικουρική αναίρεση- ασκεί με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου.
Μετά, όμως, την προαναφερθείσα επί της ουσίας απόρριψη της συνεκδικαζομένης αιτήσεως αναιρέσεως των κυρίως εναγόντων, πρέπει να απορριφθεί και η επικουρική αναίρεση του ν.π.ι.δ., με την συντετμημένη επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο".
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 17-7-2019 επικουρική αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 2.10.2018 (ειδικός αριθμός καταθέσεως 720/2018) αίτηση αναιρέσεως και την από 17.7.2019 (ειδικός αριθμός καταθέσεως 651/2019) επικουρική αίτηση αναιρέσεως.
Απορρίπτει την από 2.10.2018 αίτηση για αναίρεση της 3590/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τον καθένα.
Απορρίπτει την από 17-7-2019 επικουρική αίτηση για αναίρεση της προαναφερόμενης αποφάσεως (3590/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών).
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων από τους αναιρεσείοντες αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Αυγούστου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ