Supreme Court dismisses appeal on loan and damages case, rejecting arguments regarding evidence weight and factual contradictions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Athens' judgment regarding a loan and damages dispute. The appellant argued that the lower court improperly assigned weight to evidence and that factual assumptions regarding the appellant's portfolio liquidation were contradictory. The court rejected these claims, ruling that the appellate court correctly exercised its free evaluation of evidence and that the stated facts were not legally contradictory.
Legislator headnote
AI generatedArticles 438, 440, 559(12), 559(17), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the violation of legal definitions regarding the weight of evidence is inadmissible if the appellate court merely assigns different weight to evidence of equal legal force or if the stated facts do not constitute a legal contradiction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 889 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 889/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χάρη Ιεροδιακόνου.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Χ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Κουρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-5-2004 και 19-12-2005 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1679/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 458/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 28-9-2011 αίτησή του και τους από 6-11-2013 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 28-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλεται η 458/11 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή αντίθετων εφέσεων, εξαφανίστηκε η 1679/09 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδικάζοντας την από 13/5/04 αγωγή του αναιρεσείοντος, για απόδοση δανείου που χορήγησε στον αναιρεσείοντα και την από 19/12/05 αγωγή του αναιρεσείοντος, για καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης από αδικοπραξία, είχε δεχτεί μερικώς την αγωγή του αναιρεσείοντος και είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Στη συνέχεια το Εφετείο, δικάζοντας επί των ανωτέρω αγωγών, δέχτηκε μερικώς αυτές κατ' ουσίαν.
1.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμον έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 του ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, όπως είναι και ο συμβολαιογράφος, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσο ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιον του, αν το πρόσωπο είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση, όσο και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές.
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων-εναγόμενος Π. Χ. είναι επιχειρηματίας, δραστηριοποιούμενος στο χρηματιστηριακό τομέα, ενώ ο εναγόμενος-ενάγων Χ. Κ. δραστηριοποιείται επιχειρηματικά ως ομόρρυθμος εταίρος της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΔΕΛΦΟΙ Κ. & ΣΙΑ ΟΕ"...Τον Οκτώβριο του 1987 οι διάδικοι, οι οποίοι διατηρούσαν στενή οικογενειακή και φιλική σχέση, αφού είναι σύγγαμβροι....
συμφώνησαν να διαχειρίζεται ο Π. Χ. διάφορα χρηματικά ποσά που θα του παρέδιδε ο Χ. Κ., τα οποία θα τοποθετούσε σε ενδεδειγμένα κατά την κρίση του χρηματοοικονομικά μέσα, με σκοπό, σε περίπτωση ύπαρξης καθαρού κέρδους, να του αποδίδει το υπό διαχείριση κεφάλαιο, προσαυξημένο με το εκάστοτε ισχύον νόμιμο τραπεζικό επιτόκιο καταθέσεων ταμιευτηρίου, το δε απομένον καθαρό κέρδος να επιμερίζεται εξ ημισείας στους δύο, σε περίπτωση δε ζημίας να επιμερίζεται αυτή μεταξύ τους εξ ημισείας.
Για τις ανάγκες της διαχείρισης των ως άνω κεφαλαίων, οι διάδικοι διατηρούσαν δύο κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας και τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της Ιονικής Τράπεζας. 'Οταν κατά το έτος 1999 ο Π. Χ. αποφάσισε να προχωρήσει στην ίδρυση χρηματιστηριακής εταιρίας, πρότεινε στο Χ.
Κ., στα πλαίσια της παραπάνω συνεργασίας τους, να συμμετέχει ως μέτοχος σ' αυτήν, πρόταση την οποία αποδέχθηκε ο τελευταίος. Τον Οκτώβριο του ιδίου έτους υποβλήθηκε προς έγκριση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αίτηση για χορήγηση άδειας σύστασης της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την επωνυμία "ΔΡΑΞ Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.", με μετοχικό κεφάλαιο...το οποίο αποφασίσθηκε ότι θα ανέρχεται σε 2.200.000.000 δραχμές, αποτελούμενο από 220.000 ονομαστικές μετοχές, αξίας 10.000 δραχμών εκάστη.
Με την υπ' αριθμ. ... απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας στην ως άνω ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρία, με μετοχικό κεφάλαιο 2.200.000.000 δραχμές και με ιδρυτές- μετόχους τους διαδίκους Π. Χ. και Χ. Κ., κατά ποσοστό 25% και 10% αντίστοιχα και τους Ι. Σ., Θ. Κ., Π. Π., Ά. Γ., Μ. Κ., Χ. Χ., Ν. Π., Β. Μ.
και Γ. Π., κατά ποσοστό 13%, 12%, 10,2%, 9%, 9%, 5%, 3%, 2% και 1,8% αντίστοιχα. Η σύσταση της εταιρίας ολοκληρώθηκε με την κατάρτιση του υπ' αριθμ. ... καταστατικού του συμβολαιογράφου Αθηνών Ρήγα Κωστόπουλου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα. Εξ άλλου, στις 27-6-2000 το Διοικητικό Συμβούλιο της παραπάνω ανώνυμης εταιρίας προέβη σε διαπίστωση της ολοσχερούς καταβολής του μετοχικού κεφαλαίου από τους προαναφερθέντες ιδρυτές μετόχους της και το σχετικό πρακτικό που συντάχθηκε καταχωρήθηκε στο οικείο μητρώο ανωνύμων εταιριών, στις 6-7-2000...Στο εν λόγω πρακτικό βεβαιώθηκε, μεταξύ άλλων, ότι για την άνω αιτία κατέβαλαν, ο μεν Π.
Χ. το ποσό των 550.000.000 δραχμών, ο δε Χ. Κ. το ποσό των 220.000.000 δραχμών, το σύνολο δηλαδή του ποσού που αντιστοιχούσε στο ποσοστό συμμετοχής καθενός (25% και 10% αντίστοιχα). Ανεξαρτήτως όμως των όσων διαλαμβάνονται σ' αυτό, καθώς και στο καταστατικό της εταιρίας, αποδεικνύεται ότι όλοι οι ιδρυτές- μέτοχοι είχαν συμφωνήσει ατύπως ότι μέρος της συμμετοχής του Π.
Χ.υ και του εκ των συνιδρυτών Ι. Σ. θα το κατέβαλλαν οι λοιποί, κατά την αναλογία συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο, λόγω του ότι οι προαναφερόμενοι είχαν μεγάλη εμπειρία στις χρηματιστηριακές συναλλαγές και θα εισέφεραν στην εταιρία την πελατεία τους από την προγενέστερη ενασχόλησή τους σ' αυτό τον τομέα, προς όφελος όλων των μετόχων...
Ειδικότερα συμφωνήθηκε μεταξύ των ιδρυτών ότι από το ποσό των 550.000.000 και 330.000.000 δραχμών που αντιστοιχούσε στη συμμετοχή των Π. Χ.υ και Ι. Σ., οι τελευταίοι θα καταβάλουν 300.000.000 και 180.000.000 δραχμές αντίστοιχα, ενώ το υπόλοιπο των 250.000.000 και 150.000.000 δραχμών αντίστοιχα που απέμενε θα το καταβάλουν οι λοιποί ιδρυτές, κατά το λόγο της συμμετοχής του ο καθένας.....
Κατόπιν τούτων, αποδείχθηκε ότι ο Χ. Κ. είχε υποχρέωση να καταβάλει κατά την ίδρυση της εταιρίας, ως συνιδρυτής-μέτοχος αυτής...το ποσό των 286.666.000 δραχμών. Κατά τις προηγηθείσες της σύστασης της εταιρίας συζητήσεις τους, οι διάδικοι υπολόγιζαν ότι μεγάλο μέρος της οφειλής του Χ. Κ. θα καλυπτόταν από τη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του, η αξία του οποίου, με βάση τις τότε ισχύουσες τιμές των μετοχών, ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 180.000.000 δραχμών.
Μετά την, με την ως άνω υπ' αριθμ. ... απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, έγκριση της άδειας σύστασης της εταιρίας, και ενόψει του ότι έπρεπε να καλυφθεί από τα ιδρυτικά μέλη το μετοχικό κεφάλαιο μέχρι την 19-5-2000, ο Π. Χ. προχώρησε στη σταδιακή εκποίηση του χαρτοφυλακίου του Χ. Κ., καταθέτοντας το εκάστοτε εισπραττόμενο ποσό στον προαναφερθέντα κοινό των διαδίκων λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος.
Πλην όμως, λόγω της επελθούσας από τον Ιανουάριο έως και το Μάιο του 2000 σημαντικής πτώσης του Χρηματιστηρίου, το τίμημα που εισπράχθηκε από την εκποίηση του χαρτοφυλακίου ανήλθε εν τέλει στο ποσό των 107.000.000 δραχμών. Όπως προκύπτει από την κίνηση του ως άνω κοινού λογαριασμού της Εμπορικής Τράπεζας, κατά το χρονικό διάστημα από 16-5-2000 έως 19-5-2000 αναλήφθηκε το συνολικό ποσό των 104.139.079 δραχμών προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη της συμμετοχής του Χ.
Κ. στην παραπάνω χρηματιστηριακή εταιρία, και όχι το ποσό των 92.000.000 δραχμών, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων Π. Χ., αφού από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του τελευταίου ότι το αναληφθέν επιμέρους ποσό των 15.000.000 δραχμών δεν χρησιμοποιήθηκε για την κάλυψη της συμμετοχής του Χ. Κ. στην ως άνω εταιρία με την επωνυμία "ΔΡΑΞ Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.", αλλά για τη συμμετοχή του σε άλλη εταιρία και δη στην εταιρία με την επωνυμία "ΔΡΑΞ Συμμετοχών και Επιχειρηματικών Συμβούλων ΑΕ".
Ενόψει όμως του ότι ο τελευταίος διέθετε σε μετρητά κατά το χρόνο εκείνο μόνο το ποσό των 5.000.000 δραχμών, το οποίο και παρέδωσε στο Χ. και συνεπώς το συγκεντρωθέν εν τέλει ποσό των 109.139.079...δραχμών δεν επαρκούσε για την κάλυψη της ως άνω, ύψους 286.666.000 δραχμών, συνολικής οφειλής του, οι διάδικοι συμφώνησαν ότι το ελλείπον υπόλοιπο των 177.526.921....
δραχμών θα το καταβάλει για λογαριασμό του, εξ ιδίων χρημάτων, ο Π. Χ., με την ειδικότερη συμφωνία ότι το ποσό των 40.000.000 δραχμών θα του επιστραφεί άμεσα, μόλις ολοκληρωθεί η διαδικασία ανάληψης του από τράπεζα του εξωτερικού, όπου ήταν κατατεθειμένο, το δε υπόλοιπο θα επιστραφεί ατόκως, εντός ενός έτους και σταδιακά, ανάλογα με την οικονομική ευχέρεια του Χ.
Κ.. Ο Π. Χ. κατέληξε στην απόφαση να διευκολύνει τον αντίδικο του με την ως άνω σύμβαση ατόκου δανείου, αφενός μεν λόγω της στενής οικογενειακής και φιλικής σχέσης που τους συνέδεε, αφετέρου δε για να ξεκινήσει άμεσα η δραστηριότητα της εταιρίας, αφού τυχόν απόφαση περί εισόδου νέου μετόχου για την κάλυψη του μέρους του μετοχικού κεφαλαίου που αδυνατούσε να καλύψει ο Χ.
Κ., θα καθιστούσε αναγκαία την κατάθεση νέας αίτησης στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, περί εγκρίσεως της μεταβολής της μετοχικής σύνθεσης. Ο Χ. Κ. αρνείται αιτιολογημένα την κατάρτιση της ως άνω συμβάσεως δανείου, ισχυριζόμενος ότι το ποσό που κατέθεσε για λογαριασμό του ο Π. Χ. αποτελεί μέρος των κερδών που είχαν αποδώσει τα κεφάλαια που κατά καιρούς παρέδιδε σ' αυτόν προς διαχείριση και τοποθέτηση σε διάφορα χρηματοοικονομικά μέσα.
Πλην όμως κανένας από τους διαδίκους δεν επικαλείται, ούτε άλλωστε προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, ποιο είναι το ύψος των κεφαλαίων που επενδύθηκαν, ποιες οι επενδυτικές επιλογές του Π. Χ.υ και οι αποδόσεις αυτών, καθώς και ποια η κατάσταση και το περιεχόμενο του χαρτοφυλακίου του Χ. Κ. κατά το χρόνο της ρευστοποίησης του, ώστε να προκύψει αν αυτός διέθετε επαρκή χρήματα για την κάλυψη της συμμετοχής του στην ως άνω εταιρία, μοναδικό δε χρηματικό ποσό που αποδεικνύεται ότι υπήρξε είναι αυτό που ήταν κατατεθειμένο στον κοινό μεταξύ των διαδίκων λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας, ενώ ο δεύτερος από τους κοινούς λογαριασμούς που διατηρούσαν για τις συναλλαγές τους οι διάδικοι (αυτός της Ιονικής Τράπεζας) έπαψε να παρουσιάζει κίνηση μετά την 9-1-1998, με υπόλοιπο μόλις 150.456 δραχμές.....
Εν τέλει ο Π. Χ. στις 19-5-2000 κατέθεσε για λογαριασμό του αντιδίκου του στην Τράπεζα Πειραιώς, στην οποία είχε ανοιχτεί ο λογαριασμός για τη συγκέντρωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας με την επωνυμία "ΔΡΑΞ ΑΧΕΠΕΥ", το ποσό των 220.000.000 δραχμών, που αντιστοιχούσε στην εμφανή συμμετοχή αυτού στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας, επιπλέον δε κατέθεσε και το μέρος της συμμετοχής του ιδίου και του εκ των συνιδρυτών Ι.
Σ. που είχε υποχρέωση να καταβάλει ο Χ. Κ., ανερχόμενο, κατά τα προαναφερθέντα, στο συνολικό ποσό των 66.666.000 δραχμών. Συνολικά δηλαδή κατέθεσε για λογαριασμό αυτού το ποσό των 286.666.000 δραχμών, εκ των οποίων οι 109.139.079 δραχμές ανήκαν στον ίδιο Χ. Κ., όπως προαναφέρθηκε, το δε υπόλοιπο ποσό των 177.526.921 δραχμών το κατέβαλε εξ ιδίων χρημάτων, τα οποία είχε αναλάβει από τους τραπεζικούς του λογαριασμούς.
Ειδικότερα ο Π. Χ. κατά το χρόνο εκείνο είχε καταθέσεις, στον μεν κοινό με τη σύζυγο του υπ' αριθμ. ... λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα το ποσό των 316.023.540 δραχμών, στο δε υπ' αριθμ. ... προσωπικό του λογαριασμό στην Τράπεζα Πειραιώς το ποσό των 208.264.981 δραχμών, προερχόμενες προφανώς από την εκποίηση του χαρτοφυλακίου του (βλ.
προσκομιζόμενες κινήσεις των εν λόγω λογαριασμών). Προκειμένου δε να εξασφαλίσει τις αυξημένες οικονομικές του υποχρεώσεις, αφού εκτός της οφειλής του αντιδίκου του είχε υποχρέωση να καταθέσει την ίδια ημέρα (19-5-2000) και το ποσό των 300.000.000 δραχμών για τη δική του συμμετοχή στην εταιρία, μερίμνησε εγκαίρως και έλαβε δάνειο από το υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας στη Γερμανία, ύψους 250.000.000 δραχμών, το οποίο εγκρίθηκε στις 16-5-2000, το δε ποσό αυτού εκταμιεύτηκε και πιστώθηκε στον ως άνω λογαριασμό του, στην Τράπεζα Πειραιώς, στις 19-5-2000...Τον Ιούνιο του 2000, ο Χ.
Κ. επέστρεψε στον Π. Χ. το ποσό των 40.000.000 δραχμών, κατά τα συμφωνηθέντα. Επομένως, το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου διαμορφώθηκε στο ποσό των 137.526.921...δραχμών, ήτοι 403.600,65 ευρώ, το οποίο ο Χ. Κ. εξακολουθεί να οφείλει μέχρι σήμερα. Αφού όμως αποδείχθηκε η μεταξύ των ιδρυτών-μετόχων της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΡΑΞ ΑΧΕΠΕΥ" συμφωνία περί καταβολής μέρους της συμμετοχής των Π.
Χ.υ και Ι. Σ. από τους λοιπούς ιδρυτές-μετόχους, κατά την αναλογία συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο, καθώς και ότι ο Χ. Κ. τον Ιούνιο του 2000 κατέβαλε στον Π. Χ. το ποσό των 40.000.000 δραχμών σε μερική εξόφληση της προς αυτόν οφειλής του και όχι προκειμένου να το επενδύσει ο τελευταίος επ' ωφελεία του, η αγωγή του Χ.
Κ., κατά το μέρος που ζητείται με αυτήν η απόδοση του ποσού των 106.666.000 (66.666.000 + 40.000.000) δραχμών, ήτοι 313.033 ευρώ, το οποίο, κατ' αυτήν, ο εναγόμενος χρησιμοποίησε αντισυμβατικά για τον εαυτό του (κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 713 επ., 720 του ΑΚ) και ιδιοποιήθηκε παράνομα (κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 914 του ΑΚ) είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων Χ. Κ. το Μάιο του 2000 παρέδωσε στον Π. Χ. τα σώματα των υπ' αριθμ. ... και ... επιταγών της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 20.000.000 και 10.000.0000 δραχμών και με ημερομηνίες εκδόσεως 17-5-2000 και 23-5-2000 αντίστοιχα, που εκδόθηκαν εις διαταγήν του από τον υπ' αριθμ. 013-070-57000007 ατομικό του λογαριασμό, προκειμένου να διαχειρισθεί επωφελώς το ποσό αυτών για λογαριασμό του.
Οι επιταγές αυτές εμφανίστηκαν στις πληρώτριες τράπεζες και εισπράχθηκαν από τρίτα πρόσωπα (τα στοιχεία των οποίων δεν προέκυψαν, αφού οι τράπεζες, επικαλούμενες το απόρρητο, αρνήθηκαν την παροχή των σχετικών στοιχείων) στα οποία τις παρέδωσε ο Π.Χ....Ο Π. Χ. όμως, τα εισπραχθέντα από τις επιταγές ποσά χρησιμοποίησε προς όφελος του και για προσωπικές του δραστηριότητες, χωρίς να ενημερώσει το Χ.
Κ., κατά παράβαση της ως άνω εντολής, αφού δεν τα τοποθέτησε σε κάποιο χρηματοοικονομικό προϊόν, ούτε αγόρασε μετοχές για τον εντολέα του, αλλά ούτε κατέθεσε τούτο στον κοινό τους λογαριασμό ή στο λογαριασμό που αφορούσε στη συγκέντρωση του μετοχικού κεφαλαίου της υπό ίδρυση εταιρίας, στην οποία μετείχε ο εντολέας του, ούτε τα έδωσε στον τελευταίο, ως είχε υποχρέωση.
Εφόσον λοιπόν ο Π. Χ. χρησιμοποίησε το ως άνω χρηματικό ποσό προς ίδιο όφελος, κατά παράβαση της δοθείσας σ' αυτόν εντολής, ιδιοποιούμενος τούτο παράνομα, έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα Χ. Κ., ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του, το υπεξαιρεθέν ποσό των 30.000.000 δραχμών, ήτοι των 88.041 ευρώ.
Η πράξη αυτή του εναγομένου πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης ποσού άνω των 73.000 ευρώ από εντολοδόχο, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 2 του ΠΚ και τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών...Τέλος, εξαιτίας της ως άνω αδικοπραξίας του εναγομένου, ο ενάγων Χ.
Κ. υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης. Ενόψει δε των συνθηκών και περιστάσεων υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου και του ύψους της ζημίας προκλήθηκε εξ αιτίας της στον ενάγοντα, πρέπει να του επιδικασθεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 3.000 ευρώ.
Δηλαδή ο εναγόμενος Π. Χ. έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα Χ. Κ. το συνολικό ποσό των 91.041 (88.041 + 3.000) ευρώ. Με βάση τα παραπάνω, έπρεπε, αφού γίνουν εν μέρει δεκτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες και οι δύο συνεκδικασθείσες αγωγές, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Π. Χ. να καταβάλει στον ενάγοντα Χ. Κ. το ποσό των 91.041 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι έχει υποχρέωση ο εναγόμενος Χ.
Κ. να καταβάλει στον ενάγοντα Π. Χ. το ποσό των 403.600,65 ευρώ....".
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου και συγκεκριμένα του άρθρου 438 ΚΠολΔ, αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα του ... καταστατικού (της εταιρείας "ΔΡΑΞ Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.") του συμβολαιογράφου Αθηνών Ρήγα Κωστόπουλου και της από 7/6/2000 ανακοίνωσης σχετικά με την καταχώρηση στο ΜΑΕ του από 27/6/2000 πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου της "ΔΡΑΞ Α.Χ.Ε.Π.Ε.Υ.", που διαπίστωσε την ολοσχερή καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου από τους ιδρυτές μετόχους της και η οποία ανακοίνωση δημοσιεύθηκε στο 6463/10.7.2000/τ.
ΑΕ και ΕΠΕ/ΦΕΚ, καθόσον το Εφετείο δέχτηκε τα βεβαιούμενα στα παραπάνω έγγραφα περιστατικά και συγκεκριμένα ότι το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίστηκε σε 2.200.000.000 δραχμές, αποτελούμενο από 220.000 ονομαστικές μετοχές, αξίας 10.000 δραχμών εκάστη, με τα αναφερόμενα για κάθε ιδρυτή-μέτοχο ποσοστά συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο, το οποίο καταβλήθηκε κατά τα αναλογούντα ποσοστά καθενός και ειδικότερα ότι ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε το ποσό των 550.000.000 δραχμών που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 25% του μετοχικού κεφαλαίου και ο αναιρεσείων το ποσό των 220.000.000 δραχμών που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 10% του μετοχικού κεφαλαίου.
Εξάλλου, σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι μέρος της εισφοράς του αναιρεσιβλήτου και του Ι. Σ. καθορίστηκε σε είδος, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, εφόσον, κατά τις παραδοχές του, οι εισφορές τους καταβλήθηκαν εξ ολοκλήρου σε μετρητά, αλλά δέχτηκε ότι μέρος της σε μετρητά εισφοράς τους ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλουν οι λοιποί συνιδρυτές-μέτοχοι, κατά την αναλογία συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο, με βάση την ξεχωριστή μεταξύ των συνιορυτών-μετόχων σχετική συμφωνία, η οποία ως αυτοτελής, ξεχωριστή συμφωνία, που αφορούσε τις μεταξύ των συνιδρυτών εσωτερικές σχέσεις, δεν αντιτίθεται στο περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων.
Συνεπώς, ο 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.12 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος και ο Ι. Σ.ς κατέβαλαν σε είδος την εισφορά τους, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με τη δύναμη των ως άνω αποδεικτικών μέσων, αβασίμως προβάλλεται, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
2.-Με τον 2° λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο την παραδοχή του ότι ο αναιρεσείων όφειλε από τη συμμετοχή του στην εταιρεία το συνολικό ποσό των 286.666.000 δραχμών δεν την υπήγαγε σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ύπαρξη νόμιμης βάσης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατά πρώτο και κύριο λόγο, ως μη νόμιμος, διότι η μη ρητή αναφορά στην απόφαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, δεν συνιστά έλλειψη νόμιμης βάσης αυτής, ούτε εμπίπτει σε κανένα άλλο από τους λόγους αναιρέσεως, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 659/98).
Ανεξαρτήτως τούτου, κατά το μέρος του που συνάπτεται με την παραδοχή της από 13/5/04 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, αλυσιτελώς προβάλλεται. Τούτο δε, διότι αντικείμενο της από 13/5/04 αγωγής του αναιρεσιβλήτου και της επ' αυτής δίκης ήταν η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δανείου και η με βάση αυτήν απόδοση του οφειλόμενου υπολοίπου και όχι η εξέλιξη των συναλλακτικών σχέσεων των διαδίκων που προηγήθηκαν της καταρτίσεως του δανείου, η οποία και μόνο (σύμβαση δανείου) αποτελούσε "ζήτημα"" που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στη δίκη επί της εν λόγω αγωγής, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Κατά δε το μέρος που συνάπτεται με τη μερική απόρριψη της από 19/12/05 αγωγής του αναιρεσείοντος, της οποίας το απορριφθέν μέρος αφορούσε αποζημιωτικές αξιώσεις του κατά του αναιρεσιβλήτου από παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων του από τον τελευταίο, και πάλι δεν στοιχειοθετείται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διότι οι επίμαχες παραδοχές συνάπτονται με ισχυρισμούς αρνητικούς του ήδη αναιρεσιβλήτου, ως προς τη ζημία του αναιρεσείοντος, οι οποίοι (αρνητικοί ισχυρισμοί) δεν αποτελούν "ζήτημα" κατά την έννοια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Τα ίδια ισχύουν και ως προς τον 4° πρόσθετο λόγο, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αυτή ως άνω πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο την παραδοχή του περί συμφωνίας των ιδρυτών της εταιρείας να καταβληθεί μέρος από τις αντιστοιχούσες στους Π. Χ. και Ι. Σ. συμμετοχές από τους λοιπούς συνιδρυτές, δεν την υπήγαγε σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ύπαρξη νόμιμης βάσης.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, από το νοηματικό περιεχόμενο των παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης, ευθέως προκύπτει ότι την επίμαχη συμφωνία το Εφετείο υπήγαγε στον κανόνα δικαίου από το άρθρο 361AK.
3.- Με τον 3° λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου από το άρθρο 873 AK, με το να δεχτεί άτυπη κατάρτιση της επίμαχης συμφωνίας περί καλύψεως μέρους της οφειλόμενης συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο του αναιρεσιβλήτου και του Ι. Σ., με βάση την οποία ο αναιρεσείων όφειλε το ποσό των 66.666.000 δρχ. και η οποία κατά τους ισχυρισμούς του ήταν σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους και έπρεπε να γίνει εγγράφως. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, προεχόντως, διότι, σύμφωνα με τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο περιστατικά, η επίμαχη συμφωνία μεταξύ των συνιδρυτών της εταιρείας δεν αποτελούσε σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, αλλά (κατά το εκτιμώμενο νοηματικό περιεχόμενο των παραδοχών της απόφασης) σύμβαση από το άρθρο 361 ΑΚ . Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχτεί την εγκυρότητα της εν λόγω άτυπης συμφωνίας, δεν παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου από το άρθρο 873 ΑΚ. Ανεξαρτήτως τούτων ο λόγος αυτός κατά το μέρος του που συνάπτεται με την παραδοχή της από 13/5/04 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, αλυσιτελώς προβάλλεται, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν κατά την εξέταση του 2ου λόγου.
4.- Με τον 1ο πρόσθετο λόγο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αρ. 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία, στο ζήτημα του ύψους της οφειλής του αναιρεσείοντος, με την αιτίαση ότι ενώ δέχεται ότι το ποσοστό συμμετοχής του Ι. Σ. στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ήταν 13% (που όπως επικαλείται ο αναιρεσείων αντιστοιχεί σε 286.000.000 δρχ.), προσδιόρισε την οφειλόμενη συμμετοχή του Ι.
Σ. σε 330.000.000 δρχ. και με βάση το τελευταίο αυτό ποσό υπολόγισε σε 66.666.000 δρχ. την επιπλέον επιβάρυνση του αναιρεσείοντος προς κάλυψη μέρους της συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου και του Ι. Σ.. Όμως, ακόμη κι αν η αναφορά του ποσοστού 13% δεν οφείλεται σε προφανή παραδρομή (λαμβανομένου υπόψη ότι κατά το επισκοπούμενο περιεχόμενο της από 13/5/04 αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ως ποσοστό συμμετοχής του Ι.
Σ. αναφέρεται το 15%), το Εφετείο στη συνέχεια με σαφήνεια διατύπωσε το αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο όλοι οι ιδρυτές μέτοχοι συμφώνησαν άτυπα ότι μέρος της συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου και του Ι. Σ. θα το κατέβαλλαν οι λοιποί και ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι από το ποσό των 550.000.000 δρχ. και 330.000.000 δρχ.
που αντιστοιχούσε στη συμμετοχή του αναιρεσιβλήτου και του Ι. Σ., αντίστοιχα, οι τελευταίοι θα κατέβαλαν 300.000.000 δρχ. και 180.000.000 δρχ., αντίστοιχα, ενώ το υπόλοιπο των 250.000.000 δρχ. και 150.000.000 δρχ., αντίστοιχα, που απέμενε θα το κατέβαλαν οι λοιποί συνιδρυτές κατά το λόγο της συμμετοχής του ο καθένας, δεχόμενο με αυτό τον τρόπο ρητή συμφωνία των συνιδρυτών, προσδιορισμένη σε συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, στην οποία με επάρκεια στηρίζεται το διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης.
Συνεπώς, ο παραπάνω πρόσθετος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο επιχειρείται στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατά δε το μέρος του με το οποίο επιχειρείται στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον αρ.17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι μη νόμιμος, διότι η εν λόγω πλημμέλεια συντρέχει σε περίπτωση αντίφασης των διατάξεων του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι των αιτιολογιών της.
5.-Περαιτέρω, η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι ο αναιρεσείων το Μάιο του 2000 παρέδωσε στον αναιρεσίβλητο ποσό 30.000.000 δρχ. μέσω της είσπραξης από τον τελευταίο των δύο επιταγών της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσών 20.000.000 δραχμών και 10.000.000 δραχμών, αντίστοιχα, προκειμένου να διαχειριστεί ο αναιρεσίβλητος επωφελώς το ποσό αυτών για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, δεν έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή ότι κατά τον ίδιο χρόνο ο αναιρεσείων χρειάστηκε να δανειστεί από τον αναιρεσίβλητο το κατά πολύ υπέρτερο ελλείπον ποσό προς συμπλήρωση της οφειλής του (177.526.921 δρχ.) για συμμετοχή του στην εταιρεία. Τούτο, διότι σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προϋπήρχε (από το 1987) συμφωνία των διαδίκων να διαχειρίζεται ο αναιρεσίβλητος διάφορα χρηματικά ποσά που θα του παρέδιδε ο αναιρεσείων, ο τρόπος δε διαμόρφωσης ελεύθερα από τους συναλλασσόμενους διαδίκους των μεταξύ τους συναλλακτικών σχέσεων, αποτυπούμενος με επάρκεια στις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δεν συνιστά αντιφατικότητα των αιτιολογιών της. Επομένως, ο 2ος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, επικαλούμενος την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
6.-Ωσαύτως, δεν στοιχειοθετείται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, 1) ότι κατά τις προηγηθείσες της σύστασης της εταιρείας συζητήσεις τους οι διάδικοι υπολόγιζαν ότι το μεγαλύτερο μέρος της οφειλής του αναιρεσείοντος θα καλυπτόταν από τη ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του, η αξία του οποίου, με βάση τις τότε ισχύουσες τιμές των μετοχών, ανερχόταν σε 180.000.000 δρχ. και 2) ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ποια ήταν η κατάσταση και το περιεχόμενο του χαρτοφυλακίου του αναιρεσείοντος κατά τον χρόνο ρευστοποίησής του. Τούτο, διότι, ανεξάρτητα από το ότι οι εν λόγω ουσιαστικές παραδοχές αναφέρονται σε διαφορετικούς χρόνους, ζήτημα που ασκούσε έννομη επιρροή στην προκείμενη περίπτωση αποτελούσε, όχι ποια ήταν η αξία του χαρτοφυλακίου του αναιρεσείοντος, αλλά ποιο ποσό προέκυψε πράγματι από τη ρευστοποίηση του, ως προς το οποίο το Εφετείο δέχτηκε με επάρκεια και σαφήνεια ότι αυτό ανήλθε σε 107.000.000 δρχ.(λόγω της επελθούσας σημαντικής πτώσης του Χρηματιστηρίου από τον Ιανουάριο έως το Μάϊο του 2000).
Συνεπώς και ο 3ος πρόσθετος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο επιχειρείται στοιχειοθέτηση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας είναι αβάσιμος. Κατά δε το μέρος του με το οποίο γίνεται επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ 17 ΚΠολΔ, είναι μη νόμιμος, διότι η εν λόγω πλημμέλεια συντρέχει σε περίπτωση αντίφασης των διατάξεων του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι των αιτιολογιών της.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν στο σύνολο τους και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28/9/11 αίτηση του Χ. Κ. και τους πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της 458/11 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11η Φεβρουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29η Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ