Legislator Case Law & Legislation
889/2013 AI generated

Supreme Court allows appeal on marital property participation but rejects late restitution request.

Case Number 889/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding the appellant's claim for participation in the respondent's marital assets. The court found the appellant's arguments regarding the statutory presumption of contribution valid and ordered the case remitted to the Court of Appeal for further examination. However, the court rejected the appellant's request for restitution of 40,000 euros paid voluntarily, ruling it inadmissible because the application was filed after the hearing date.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1400, 579(2) of the Civil Code; The court allows an appeal based on statutory presumptions of contribution to marital asset increase but rejects a request for restitution of funds paid voluntarily if the application is submitted after the hearing deadline.

Keywords

AI generated
marital property participation statutory presumption contribution restitution of things inadmissible late application court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 1400 of the Civil Code
Article 579(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 13/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 889 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 889/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Γ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φασούλη.

Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αγάθη Μεταξά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Μαΐου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 542/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5326/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28 Μαρτίου 2012 αίτησή του και τους από 11 Μαρτίου 2013 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 1 Απριλίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και πρώτος του δικογράφου των προσθέτων λόγων και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων ως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν. 1329/1983, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, αντικείμενο της αξιώσεως συμμετοχής στα αποκτήματα του άλλου συζύγου είναι η απόδοση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου.

Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα με βάση τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 1400 του Α.Κ. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της έγερσης της αγωγής. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υποχρέου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο.

Ο χρόνος λύσης ή της ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Κατά το χρόνο δε γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου.

Εάν το περιουσιακό αντικείμενο, στην απόκτηση του οποίου συνέβαλε και ο άλλος σύζυγος, έχει εκποιηθεί και στη θέση του έχει υποκατασταθεί κάποιο άλλο, η σχετική αξίωση του δικαιούχου συζύγου μετατίθεται σε αυτό. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο την 24-3-1994. Ο γάμος αυτός διασπάστηκε την 2-1-2003 και λύθηκε αμετάκλητα την 15-3-2005. Κατά το χρόνο λύσεως του γάμου αυτού ο εναγόμενος ήταν κύριος διώροφης οικοδομής στο ..., εμβαδού 150 τ.μ.

κτισμένης επί οικοπέδου επιφάνειας 1442 τ.μ. Το οικόπεδο τούτο αγοράστηκε από τον εναγόμενο δυνάμει του με αριθ. .../22-9-1993 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Κρωπίας Όλγας Παπατσούνη και μέχρι την τέλεση του γάμου των διαδίκων είχαν γίνει ορισμένες οικοδομικές εργασίες μετά την έκδοση της υπ' αριθ. .../12-11-1993 οικοδομικής άδειας, οι οποίες συνεχίστηκαν και μετά την τέλεση του γάμου.

Ο εναγόμενος κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1995 μέχρι τις αρχές του 2001 απέκτησε τίτλους αμοιβαίου κεφαλαίου κατατεθειμένους στην Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων της Eurobank, ποσού αξίας κατά το χρόνο συζητήσεως της αγωγής 88.041 ευρώ και χαρτοφυλάκιο μετοχών τηρούμενο στην ανωτέρω τράπεζα αξίας κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο 43.809 ευρώ.

Το 2001 ο εναγόμενος πώλησε τα ως άνω χρηματόγραφα εισπράττοντας την αντίστοιχη αξίας τους, την οποία διέθεσε για την αποπεράτωση των εργασιών του ανωτέρω ακινήτου του και την αντίστοιχη επαύξηση της περιουσίας του, η οποία υπήρχε και κατά τη λύση του γάμου. Στην επαύξηση αυτή συμμετείχαν και οι δύο σύζυγοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τα εισοδήματα που είχαν από την εργασία τους ως καθηγητές, η μεν ενάγουσα ως αναπληρώτρια φιλόλογος, ο δε εναγόμενος ως καθηγητής κοινωνιολογίας.

Τα εισοδήματα αυτά της ενάγουσας ανήλθαν στο ποσό των 47.228 ευρώ καθ' όλο το ως άνω διάστημα από το 1994 μέχρι το 2002 και επί πλέον συνεισέφερε και τις οικονομικές παροχές των γονέων της από τα μισθώματα που εισέπρατταν από την οικία τους για το ίδιο χρονικό διάστημα ύψους 28.232 ευρώ, ενώ τα εισοδήματα του εναγομένου για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα ανήλθαν στο ποσό των 160.000 ευρώ.

Επιπλέον η ενάγουσα προσέφερε και τις υπηρεσίες της για τη συγκρότηση και τη λειτουργία του συζυγικού οίκου στα πλαίσια όμως των υποχρεώσεών της από τον γάμο. Ο εναγόμενος βαρυνόταν και με τη διατροφή των δύο θυγατέρων του που είχε από τον προηγούμενο γάμο του, καθώς και με τις δαπάνες διαβίωσης του ίδιου και της ενάγουσας η οποία συμμετείχε στις υποχρεώσεις της στα βάρη αυτά με την προσφορά των κατά τα ανωτέρω προσωπικών υπηρεσιών της.

Έτσι, από το ως άνω ποσόν των εισοδημάτων του για την απόκτηση των περιουσιακών του στοιχείων που αναφέρονται ανωτέρω ο εναγόμενος διέθεσε το ίδιο ποσό με εκείνο που διέθεσε και η ενάγουσα και η συμμετοχή του καθενός στην επαύξηση της αξίας του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου ανέρχεται στο 1/2 για τον καθένα.

Επομένως η ενάγουσα δικαιούται το 1/2 του ποσού των 131.850 ευρώ κατά το οποίο προσαυξήθηκε η περιουσία του εναγομένου δηλαδή το ποσό των 65.925 ευρώ (131.850 : 2)".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και επεδίκασε στην αναιρεσίβλητη νομιμοτόκως το ποσόν των 65.925 ευρώ για την παραπάνω αιτία. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 του ΑΚ, καθόσον δεν υπελόγισε κατά νόμιμο τρόπο την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, προκειμένου να εξάγει στη συνέχεια τη συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση αυτή.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του εναγομένου κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής ήταν η προαναφερόμενη διώροφη οικοδομή στο ..., που αποπερατώθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, καθώς επίσης ότι ο εναγόμενος είχε αγοράσει το οικόπεδο και είχε ανεγείρει σ' αυτό την εν λόγω οικοδομή, χωρίς να την έχει αποπερατώσει, πριν από την τέλεση του γάμου αυτών, αντί να προβεί όπως έπρεπε, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, στην εκτίμηση της αξίας της άνω οικοδομής αποπερατωμένης και ακολούθως να αφαιρέσει την αξία του οικοπέδου και τη δαπάνη που υποβλήθηκε για την ανέγερση της οικοδομής που υπήρχε σ' αυτό, με τιμές αναγόμενες στο χρόνο συζήτησης της αγωγής, δεδομένου ότι αυτά αποτελούσαν αρχική περιουσία του εναγομένου, προκειμένου στη συνέχεια να προκύψει η τυχόν αύξηση της περιουσίας του, και επί του ποσού αυτού να υπολογίσει την συμβολή της ενάγουσας, αντιθέτως, κρίνοντας ως αύξηση της περιουσίας του εναγομένου την αξία των προαναφερόμενων χρηματογράφων, τα οποία, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, εκποιήθηκαν το 2001 αντί του ποσού των 131.850 ευρώ, που χρησιμοποιήθηκε προς αποπεράτωση της άνω οικοδομής, ώστε να μην υπάρχουν κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων, υπολογίζει στη συνέχεια επί του ποσού αυτού, το οποίο θεωρεί ως αύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου τους, την κατά την κρίση του συμβολή της ενάγουσας στην απόκτηση του τελευταίου.

Επομένως, οι σχετικοί, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, και πρώτος, κατά το πρώτος σκέλος του, του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι βάσιμοι. Παράλληλα το Εφετείο, με βάση τις ως άνω παραδοχές του, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που δεν καλύπτουν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 1400 του ΑΚ που εφάρμοσε.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του ενάγοντος κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων ήταν το ως άνω οικόπεδο και η οικία που βρίσκεται σ' αυτό, τα οποία είχε αποκτήσει ο ενάγων πριν από την τέλεση του γάμου τους, η δε οικία που ήταν ημιτελής, αποπερατώθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου τους με χρήματα που διέθεσαν προς τούτο και οι δύο διάδικοι, μεταξύ των οποίων και το ποσό των 131.850 ευρώ, προερχόμενο από την πώληση των προαναφερόμενων χρηματογράφων που εκποιήθηκαν το 2001 και δεν υπήρχαν κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου τους, δέχεται ακολούθως τελείως αντιφατικά, ότι η αύξηση της περιουσίας του ενάγοντος κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων συνίσταται στη αξία των άνω χρηματογράφων, δηλαδή του ποσού των 131.850 ευρώ, επί του οποίου υπολογίζει την κατά την κρίση του συμβολή της ενάγουσας στην απόκτηση του τελευταίου.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μετά την παραδοχή των παραπάνω λόγων αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013), να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής, η ως άνω αίτηση επαναφοράς ναι μεν δεν περιλαμβάνεται στις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρ. 570§1 ΚΠολΔ περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι προτάσεις στον Άρειο Πάγο πρέπει να κατατίθενται είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όμως, εφόσον η σχετική αίτηση υποβάλλεται τελικώς με τις προτάσεις, πρέπει αυτές να έχουν κατατεθεί οπωσδήποτε μέχρι την παραμονή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στον Άρειο Πάγο, διαφορετικά η αίτηση επαναφοράς είναι απαράδεκτη και απορρίπτεται (ΟλΑΠ 13/2004).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι κατέβαλε εκουσίως την 01-03-2011 στην αναιρεσίβλητη έναντι των επιδικασθέντων με την 542/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ, ζήτησε με τις από 13-04-2013 έγγραφες προτάσεις του, που όμως κατατέθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18-04-2013, δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, να του επιστραφεί από την αναιρεσίβλητη το παραπάνω ποσό των 40.000 ευρώ, στο πλαίσιο επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η αίτηση αυτή επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την έμμεση κατά τον ως άνω τρόπο εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, υποβλήθηκε εκπρόθεσμα και είναι συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 5326/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Απορρίπτει την υποβληθείσα από τον αναιρεσείοντα αίτηση για απόδοση σ' αυτόν του ποσού των 40.000 ευρώ, που κατέβαλε στην αναιρεσίβλητη σε συμμόρφωση με την υπ' αριθ. 542/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ήδη αξιώνει στο πλαίσιο επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαΐου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ