Supreme Court dismisses appeal on bus driver wage calculation errors and lack of evidence review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the employer's appeal against the Athens Court of Appeal's ruling regarding bus driver wages. The employer argued that the lower court failed to consider 80 payment receipts and misapplied rules on holiday pay deductions. The court found the lower court properly evaluated all evidence and correctly applied the law, rendering the appeal unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 and 3 of the SSSE for bus driver wages; The court must evaluate all evidence presented by parties, and an appeal based on alleged failure to consider specific documents or misapplication of wage calculation rules is inadmissible if the lower court's reasoning is sound.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 889 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Οδηγοί τουριστικών λεωφορείων. Τρόπος γνωστοποίησης στον εργοδότη της προϋπηρεσίας και των οικογενειακών βαρών του εργαζομένου. Απορρίπτει την αίτηση.
Αριθμός 889/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 13η Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΘΥΑΜΙΣ ΤΟΥΡΣ ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Σίνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Λαμπρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2007 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1418/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1234/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-6-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 1-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 της από 12-5-1998 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων όλης της χώρας", που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 11679/1998 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 816/6-8-1998), ως και κατά τα ταυτάριθμα άρθρα των μεταγενέστερων από 29-7-1999, 22-3-2000 και 14-6-2001 ΣΣΕ, που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις 12123/1999, 10931/2000 και 13595/2001 αποφάσεις του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β' 2122/6-12-1999, 748/16-6-2000 και 1449/22-10-2001), η γνωστοποίηση του χρόνου προϋπηρεσίας και της οικογενειακής κατάστασης του οδηγού για κατάταξη σε μισθολογική βαθμίδα γίνεται με παράδοση προς τον εργοδότη αφ' ενός υπεύθυνης δηλώσεως του ν. 1599/1986 και αφ' ετέρου των πιστοποιητικών της προηγούμενης εργασίας σε άλλους εργοδότες και των ληξιαρχικών πράξεων του γάμου και της γέννησης παιδιών (ΑΠ 1945/2006).
Από τη ρύθμιση αυτή προκύπτει ότι, προς αποφυγή διενέξεων (ΑΠ 33/2004), η γνωστοποίηση αποσκοπεί στο να καθιερώσει ένα ασφαλή τρόπο ενημέρωσης του εργοδότη για τις ως άνω περιστάσεις, οι οποίες επηρεάζουν σημαντικά τη διαμόρφωση των νομίμων αποδοχών του εργαζομένου. Γι' αυτό και η υποχρέωση καταβολής των αυξημένων αποδοχών σύμφωνα με την προϋπηρεσία και τα οικογενειακά βάρη αρχίζει από την κατά τα ανωτέρω παράδοση της υπεύθυνης δήλωσης και σχετικών πιστοποιητικών.
Όπως, όμως, ευλόγως η γνωστοποίηση δεν είναι απαραίτητη όταν η προϋπηρεσία έχει διανυθεί στον ίδιο εργοδότη (ΑΠ 199/2004), εξ ίσου αυτονόητο είναι το ότι οι παραπάνω διατυπώσεις δεν είναι απαραίτητο να τηρηθούν, όταν η προϋπηρεσία ή η οικογενειακή κατάσταση του οδηγού έχουν καταστεί γνωστές στον εργοδότη (ΑΠ 1417/2006), περιστατικό που μπορεί να αποδεικνύεται με άλλο ασφαλή τρόπο (ΑΠ 1168/2001), όπως με δικαστική ομολογία του εργοδότη (ΑΠ 588/1993) ή με την παράδοση σ' αυτόν του ασφαλιστικού βιβλιαρίου του εργαζομένου, κατά την πρόσληψη του τελευταίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως επί του ζητήματος της προϋπηρεσίας του αναιρεσιβλήτου και της ιδιότητας αυτού ως εγγάμου τα εξής ουσιώδη: Ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) στην ένδικη αγωγή, την 17-3-1998, είχε προσλάβει τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου στην επιχείρηση παροχής υπηρεσιών εκδρομών και μεταφορών προσωπικού, την οποία διατηρεί.
Ότι, κατά την πρόσληψή του, ο ενάγων γνωστοποίησε στην εναγομένη το περιστατικό ότι ήταν έγγαμος και είχε προϋπηρεσία τεσσάρων ετών και έξι μηνών (τότε) σε άλλους εργοδότες, ως επαγγελματίας οδηγός αυτοκινήτου, πράγμα που προέκυπτε από τα ασφαλιστικά του βιβλιάρια, τα οποία κατέθεσε στην εναγομένη. Κατόπιν αυτού, το Εφετείο προχώρησε στον υπολογισμό των νομίμων αποδοχών του αναιρεσιβλήτου λαμβάνοντας υπ' όψη το ότι αυτός είχε τις ως άνω ιδιότητες, τις οποίες είχε εξ αρχής γνωστοποιήσει στην αναιρεσείουσα με τον τρόπο που αναφέρθηκε.
Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις κανονιστικές διατάξεις των ΣΣΕ που προαναφέρθηκαν, αφού σημαντικό ήταν το να έχει γίνει η γνωστοποίηση της προϋπηρεσίες και του γάμου του εργαζομένου στον εργοδότη, ζήτημα για το οποίο υπάρχει αναιρετικώς ανέλεγκτη καταφατική παραδοχή και όχι ο τρόπος, με τον οποίο έγινε η γνωστοποίηση αυτή.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
2. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο α) ενώ δέχθηκε ότι καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας χορηγείτο στον αναιρεσίβλητο ετήσια άδεια αναπαύσεως με διάρκεια ένα μήνα, αντιφατικώς δέχθηκε ότι αυτός απασχολήθηκε όλα τα Σάββατα του χρόνου διάρκειας της συμβάσεως, χωρίς να του χορηγηθεί αντίστοιχο ρεπό και β) ενώ δέχθηκε ότι για την απασχόλησή του κατά τις Κυριακές ο αναιρεσίβλητος λάμβανε αναπληρωματική ημέρα αναπαύσεως σε μια από τις επόμενες εργάσιμες ημέρες της ίδιας εβδομάδας, αντιφατικώς δέχθηκε ότι δεν συνέβαινε το ίδιο και με το ρεπό του Σαββάτου.
Παρατηρείται, όμως, ότι κατά την παράθεση των επί μέρους κονδυλίων, τα οποία έγιναν δεκτά από την προσβαλλομένη απόφαση, κατά τους θερινούς μήνες εκάστου ημερολογιακού έτους υπολογίζονται πάντοτε τέσσερις εβδομάδες λιγότερες, από αυτές που άλλως θα αντιστοιχούσαν στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα, με την ειδική μνεία ότι ανάλογος υπολογισμός γίνεται από τον αναιρεσίβλητο και στην ένδικη αγωγή.
Κατά συνέπεια, ουδόλως υπολογίσθηκε απασχόληση κατά τα Σάββατα του χρονικού διαστήματος της ετήσιας άδειας. Και περαιτέρω, παρατηρείται ότι ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ της παραδοχής ότι χορηγείτο αναπληρωματική ανάπαυση για την απασχόληση κατά τις Κυριακές, προς την παραδοχή ότι δεν χορηγείτο αναπληρωματικό ρεπό για την εργασία του Σαββάτου.
Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
3. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνα με το οποίο οφείλονταν στον αναιρεσίβλητο οι διαφορές αποδοχών που επιδικάσθηκαν, λόγω του ότι αυτός είχε απασχοληθεί καθ' όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα πέραν των νομίμων ορίων της ημερήσιας και εβδομαδιαίας εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων, δεν έλαβε υπ' όψη τις 80 αποδείξεις καταβολής αποδοχών, τις οποίες εξέδιδε η αναιρεσείουσα και επί των οποίων υπέγραφε ο αναιρεσίβλητος κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, όπου, πέραν των άλλων, υπάρχουν ισάριθμες δηλώσεις του τελευταίου περί του ότι μετά την αντίστοιχη καταβολή έχει ικανοποιηθεί και δεν διατηρεί άλλη απαίτηση.
Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική περί πραγμάτων κρίση του μεταξύ των άλλων και "από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι". Πέραν τούτου, το Εφετείο διαλαμβάνει ιδιαίτερη αιτιολογία σχετικά με τη απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου περί καταχρήσεως της εν λευκώ υπογραφής αυτού στις επίμαχες αποδείξεις.
Και ακόμη, σε τρίτο σημείο της προσβαλλομένης αποφάσεως, γίνεται νέα ιδιαίτερη σκέψη ως προς την αξιοπιστία του περιεχομένου των ως άνω δηλώσεων του αναιρεσιβλήτου. Επομένως, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία περί του ότι τα έγγραφα αυτά αξιολογήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας και ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-6-2011 αίτηση περί αναιρέσεως της 1234/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25η Απριλίου 2012. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29η Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ