Appeal dismissed; personal arrest of merchant allowed when debtor has ability but refuses to pay debt.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a lower court's order for the personal arrest of a merchant. The appellant argued that the trial court erred by assuming the debtor had the financial means to pay but refused to do so, a fact not alleged in the original complaint. The court held that while the debtor must prove inability to pay to block arrest, the creditor does not need to prove the debtor's ability to pay, making the trial court's assumption legally irrelevant to the case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 806 and 807 of the Civil Code; Article 1047 § 1 of the Code of Civil Procedure; Article 11 of the Convention on Jurisdiction and Enforcement of Judgments in Civil and Commercial Matters: Personal arrest of a merchant for civil debts is permissible unless the debtor proves that non-payment is due exclusively to inability to perform obligations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 889 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 889/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ιωάννη Παπανικολάου, Γεώργιο Χρυσικό, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και
Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευθυμία Μπακογιάννη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Λαλιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17.8.2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:63/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 169/2003 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1852/2008 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία διατάσσει την επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως σε νέα δικάσιμο και για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό. Η υπόθεση επανέρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 14 Οκτωβρίου 2009 κλήση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 13 Οκτωβρίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση λόγω προαγωγής, Εισηγητή Αρεοπαγίτη Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 807 ΑΚ, αν δεν ορίσθηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία επιδιώκεται η απόδοση δανείου που έχει ως αντικείμενο χρήματα αρκεί η αναφορά ότι μεταβιβάσθηκε από τον δανειστή προς τον οφειλέτη κατά κυριότητα ορισμένο χρηματικό ποσό λόγω δανείου (πρβλ. ΑΠ 1598/2003). Δεν είναι δε αναγκαία στοιχεία της αγωγής αυτής: 1) ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης δανείου, εφόσον δεν εξαρτάται από αυτόν το αγωγικό δικαίωμα, 2) ο χρόνος απόδοσης των δανεισθέντων χρημάτων, αφού η επίδοση της αγωγής δείχνει πρόθεση να επιστραφεί το δάνειο και αποτελεί καταγγελία μετά παρέλευση μηνός από την οποία πρέπει να αποδοθεί αυτό, ο τρόπος απόδοσης, ήτοι αν η απόδοση θα γίνει με ολοσχερή ή με τμηματικές καταβολές, αφού, δεδομένου ότι ο νόμος δεν διακρίνει, η απόδοση γίνεται εφάπαξ, 3) άλλα στοιχεία που αναφέρονται σε περιστάσεις που συνοδεύουν την κατάρτιση της σύμβασης δανείου αλλά δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία αυτής, όπως ο χρόνος παράδοσης, το ποσό και άλλα στοιχεία τραπεζικών επιταγών που τυχόν παραδόθηκαν στον δανειστή προς εξασφάλισή του.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και από το δικόγραφο της αγωγής της αναιρεσίβλητης, η αγωγή αυτή περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για να είναι ορισμένη, αφού αναφέρεται σ'αυτήν η κατάρτιση σύμβασης δανείου μεταξύ των διαδίκων με την παράδοση και μεταβίβαση κατά κυριότητα ορισμένων χρηματικών ποσών.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής λόγω αοριστίας της και ειδικότερα για το λόγο ότι αυτή δεν περιείχε περαιτέρω στοιχεία, όπως το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης δανείου, το χρόνο και τον τρόπο, κατά την ανωτέρω έννοια, απόδοσης του δανείου καθώς και τον χρόνο παράδοσης και τα ειδικότερα στοιχεία τραπεζικών επιταγών που δόθηκαν στην αναιρεσίβλητη δανείστρια προς εξασφάλιση της απαίτησής της, κρίνεται αβάσιμος.
2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 § 1 ΚΠολΔ η προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος και "κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις". Εξ άλλου, με το ν. 2462/1997 κυρώθηκε το "Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα", που συνάφθηκε μεταξύ των Κρατών μελών του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1966 και από την επικύρωση του αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας, κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος. Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι "κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση". Η ίδια η διατύπωση του κανόνα τούτου, δηλώνει λεκτικά και νοηματικά ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν, ως εξαίρεση, πως σε περίπτωση αδυναμίας δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη.
Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 § 1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης επί εμπόρων για ενοχικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ' εμπόρου για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεών του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση. Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με αυτές των άρθρων 216 στοιχ. α' και 338 ΚΠολΔ, που ορίζουν αντίστοιχα ότι κάθε διάδικος βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη εκείνων των γεγονότων που δικαιολογούν σύμφωνα με το νόμο την αξιούμενη από αυτόν δικαστική προστασία, συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικές απαιτήσεις, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, αλλά απόκειται στον εναγόμενο να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία του (Ολ ΑΠ 23/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, ότι η αναιρεσείουσα ήταν κατά το επίδικο χρόνο έμπορος και ότι η ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης προέρχεται από εμπορική αιτία, έκρινε δε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έσφαλε απαγγέλλοντας προσωπική κράτηση σε βάρος της εναγομένης ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης, διαλαμβάνοντας, πέραν των ανωτέρω, στις παραδοχές του ότι η διάδικος αυτή "έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει, αλλά το αποφεύγει". Το Εφετείο με την κρίση του αυτή και ειδικότερα με το να διαλάβει στην απόφασή του την τελευταία αυτή παραδοχή, που αφορούσε περιστατικά μη περιλαμβανόμενα στους αγωγικούς ισχυρισμούς, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης πλημμέλεια της λήψεως υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων (άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ), αφού, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, τα εν λόγω περιστατικά, ήτοι η ύπαρξη οικονομικής δυνατότητας της εναγομένης προς εξόφληση και η παρά ταύτα άρνησή της προς εκπλήρωση της υποχρέωσής της, δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής για τη στήριξη παρεπομένου αιτήματός της για απαγγελία προσωπικής κράτησης και, συνεπώς, είναι περιστατικά νομικώς αδιάφορα. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.
Πρέπει επομένως να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που νίκησε (αρθ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ) και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-12-2004 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 169/2003 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ